Αριθμός 53/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α.-Α. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδριανή Μάντζαρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-1-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 2-1-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 84/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 12-7-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 70/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή η από 16-8-2015 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του σε ένα τμήμα εμβαδού 6.921,97 τ.μ. της ιδιοκτησίας του με … και σε ένα τμήμα εμβαδού 6.577,72 τ.μ. της ιδιοκτησίας του με…, όπως τα τμήματα αυτά περιγράφονται ειδικότερα στην αγωγή κατά θέση και όρια, καθώς και στο τοπογραφικό διάγραμμα που έχει επισυναφθεί σ' αυτήν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που όμως δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή, εάν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 389/2021, ΑΠ 45/2016). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο μπορεί να γίνει μόνο με λόγο έφεσης, κύριο ή πρόσθετο (ΑΠ 852/2021, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 142/2013). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Προκειμένου ειδικότερα περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Συγκεκριμένα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στο μεν εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δε δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης. Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1597/2018). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι είχε προβάλλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις του την ένσταση αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν τα δύο ακίνητα με τα αναφερόμενα ΚΑΕΚ, μέρος των οποίων αποτελούν τα επίδικα, σε σχέση με τη μείζονα έκταση των 200 στρεμμάτων, που παρέλαβε ως κληρονομική μερίδα η δικαιοπάροχος του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου Π. χήρα Κ. Ν.. Ότι τον ισχυρισμό αυτό, που δεν έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επανέφερε με λόγο έφεσης και ενώπιον του Εφετείου, το οποίο όμως, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή και υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επειδή δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της πιο πάνω αγωγής του αναιρεσιβλήτου, τα δύο επίδικα ακίνητα επί των οποίων ο τελευταίος ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του, περιγράφονται στην αγωγή πλήρως, ώστε να μην προκύπτει καμία αμφιβολία ως προς την ακριβή τους ταυτότητα. Ειδικότερα, το πρώτο επίδικο ακίνητο περιγράφεται στην αγωγή ως τμήμα εμβαδού 6.921,97 τ.μ. του με ΚΑΕΚ …. αγροτεμαχίου, έκτασης 34.943 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου … και συνορεύει με τις αναφερόμενες στην αγωγή ιδιοκτησίες, οι οποίες φέρουν η κάθε μία συγκεκριμένο ΚΑΕΚ και το οποίο τμήμα περιγράφεται, με τα αναφερόμενα περιμετρικά στοιχεία που το οριοθετούν σε σχέση με το μείζον αγροτεμάχιο, στην αγωγή και στο τοπογραφικό διάγραμμα που έχει επισυναφθεί σ' αυτήν. Το δε δεύτερο επίδικο ακίνητο περιγράφεται στην αγωγή ως τμήμα εμβαδού 6.577,72 τ.μ. του με ΚΑΕΚ … αγροτεμαχίου, έκτασης 27.375 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση και συνορεύει με το ανωτέρω αγροτεμάχιο, καθώς και με τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες που αναφέρονται στην αγωγή, με τις πλευρικές του διαστάσεις, και το οποίο τμήμα περιγράφεται, με τα αναφερόμενα περιμετρικά στοιχεία, που το οριοθετούν σε σχέση με το μείζον αγροτεμάχιο, στην αγωγή και στο τοπογραφικό διάγραμμα που έχει προσαρτηθεί σ' αυτήν. Κατά τα αναφερόμενα δε στην αγωγή, το δύο ως άνω επίδικα τμήματα απαλλοτριώθηκαν το έτος … για τη διάνοιξη της οδού … του … της … και συντάχθηκαν για το σκοπό αυτό κτηματολογικός πίνακας και τοπογραφικό διάγραμμα, που επισυνάφθηκαν στην αγωγή, όπου τα μεγαλύτερα αγροτεμάχια των 34.943 τ.μ. και 27.375 τ.μ. αναφέρονται με τους αριθμούς ιδιοκτησίας … και … αντίστοιχα, απεικονίζεται δε στο τοπογραφικό διάγραμμα το κάθε αγροτεμάχιο και το κάθε επίδικο τμήμα που περιλαμβάνεται σ' αυτά. Θα πρέπει δε να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν τα επίδικα τμήματα απαλλοτριώθηκαν για τον ανωτέρω σκοπό, πλην όμως, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, επί της αίτησης του αναιρεσιβλήτου να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση των επιδίκων τμημάτων, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου απείχε από την έκδοση απόφασης, επειδή το Ελληνικό Δημόσιο δια της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας αμφισβήτησε το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επιδίκων, ισχυριζόμενο στο Δικαστήριο ότι παρουσιάζουν δασική μορφή και ότι επομένως ανήκουν στην κυριότητά του. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, προσδιορίζονται πλήρως στην αγωγή τα επίδικα τμήματα σε σχέση με τα μεγαλύτερα αγροτεμάχια στα οποία περιλαμβάνονται, τα οποία επίσης προσδιορίζονται πλήρως στην αγωγή, ώστε να μην προκύπτει καμία αμφιβολία για την ταυτότητα τόσο των επιδίκων, όσο και των μεγαλύτερων αγροτεμαχίων στα οποία περιλαμβάνονται. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της περιγραφής του αντικειμένου της αγωγής, να αναφέρεται σ' αυτήν, πού ακριβώς εντοπίζονται τα δύο ως άνω μεγαλύτερα και γειτνιάζοντα κληροτεμάχια, συνολικού εμβαδού 62.318 τ.μ. σε σχέση με τη μείζονα έκταση των 200 στρεμμάτων, εντός της οποίας βρίσκονται και η οποία έκταση, κατά την αγωγή, περιήλθε στη δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου και μητέρα του Π. χήρα Κ. Ν. ως κληρονομική μερίδα από την περιουσία του πατέρα της Π. Π.. Και τούτο διότι τα δύο ως άνω μεγαλύτερα αγροτεμάχια, εμβαδού 34.943 τ.μ. και 27.375 τ.μ., εντός των οποίων βρίσκονται τα επίδικα τμήματα, αποτελούν αυτοτελή και σαφώς προσδιοριζόμενα κατά θέση, έκταση και όρια ακίνητα, που έχουν καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με συγκεκριμένο ΚΑΕΚ το καθένα και απεικονίζονται και στο ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα. Συνεπώς, και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής ο προσδιορισμός της θέσης των δύο μεγαλύτερων κληροτεμαχίων σε σχέση με την ευρύτερη έκταση των 200 στρεμμάτων, ούτε η περιγραφή της τελευταίας κατά θέση και όρια και επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ορισμένη την αγωγή το αναιρεσιβλήτου, καθώς έλαβε υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της, ήτοι εκείνα του ακριβούς εντοπισμού των ακινήτων με ΚΑΕΚ … έκτασης 34.943 τ.μ. και ΚΑΕΚ … έκτασης 27.375 τ.μ. εντός της έκτασης των 200 στρεμμάτων, που παρέλαβε η Π. χήρα Κ. Ν. ως κληρονομική μερίδα του θανόντος πατρός της Π. Π., καθώς και της τελευταίας εντός των απροσδιορίστων τετραγωνικών, ορίων και θέσης εκτάσεων, που περιήλθαν στον απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου Π. Π. εκ κληρονομίας του πατρός του Κ. και των εκ πατρός θείων Α., Α. και Ι. Π.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα γεγονότα, που δεν εκτίθενται στην αγωγή, έλαβε υπόψη το Εφετείο ώστε να κρίνει ως ορισμένη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση. Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν. ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της …", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ ΑΠ 75/1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (ΑΠ 946/2021, ΑΠ 987/2017, ΑΠ 975/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και συνεπώς υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τα δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 2267/2013). Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021, ΑΠ 1266/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έγιναν δεκτά από το Εφετείο, ως αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Η μητέρα του ενάγοντος Π. χήρα Κ. Ν. το γένος Π. και Ε. Π., κάτοικος εν ζωή … η οποία απεβίωσε στο … στις … σε ηλικία … ετών, με την από … ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου, συνταγέντος του … πρακτικού δημοσίευσης εγκατέστησε τον ενάγοντα κληρονόμο της στο εξής ακίνητο: Ένα αγροτεμάχιο (…), αρδευόμενο, μετά της εντός αυτού αγροικίας, εμβαδού (του ελαιοστασίου) 34.943 τ.μ. και της αγροικίας 26 τ.μ. (μη ηλεκτροδοτούμενης, για την οποία εκδόθηκε η … άδεια οικοδομής του Γραφείου Πολεοδομικών Εφαρμογών Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας), κειμένου στην ειδική θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας Δήμου… , εκτός σχεδίου πόλης και εκτός ζώνης οικισμού, συνορευόμενου βορείως με ιδιοκτησία Κ. Α. (ΚΑΕΚ…), νοτίως με αγροτική οδό και εντεύθεν με…, δυτικώς με ιδιοκτησία Σ. Κ.-Ρ., πρώην Κ. Ρ. (ΚΑΕΚ…) και ανατολικά με επίδικη (εν μέρει) ιδιοκτησία ενάγοντος (ΚΑΕΚ…). Το ακίνητο φέρει ΚΑΕΚ…. Επίσης, με το … συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου…, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου … στον τόμο .. και αριθμό …, περιήλθε στον ενάγοντα ένα αγροτεμάχιο (ελαιοστάσιο), εκτάσεως 27.375 τ.μ., αρδευόμενο, εκτός σχεδίου πόλης, εκτός ζώνης οικισμού, συνορευόμενο βόρεια σε πλευρά μήκους μέτρων 90 με ιδιοκτησία Κ. Α., νότια σε πλευρά μήκους μέτρων 132 με απαλλοτριωμένη έκταση ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο και πέρανα αυτής με την…, ανατολικά και σε πλευρά μήκους μέτρων 170 με ιδιοκτησία Π. Λ. και δυτικά σε πλευρά μήκους μέτρων 231 με το ως άνω ελαιοστάσιο. Το ακίνητο έχει ΚΑΕΚ…. Πρόκειται για δύο συνεχόμενα αγροτεμάχια - ελαιοστάσια, που βρίσκονται στη θέση "…", κτηματικής περιφέρειας Δήμου …, με αριθμούς ΚΑΕΚ … ΟΚΧΕ, και όπως αποτυπώνονται στα αποσπάσματα κτηματολογικού διαγράμματος ΟΚΧΕ και συνορεύουν, το πρώτο βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Α., νότια με …, δυτικά με ιδιοκτησία Κ. Ρ. και ανατολικά με το δεύτερο ως άνω αγροτεμάχιο, το οποίο συνορεύει με το ως άνω πρώτο, βόρεια ομοίως με ιδιοκτησία Κ. Α., νότια με … και ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Λ.. Επίδικο είναι ένα τμήμα εκάστου των ακινήτων αυτών και συγκεκριμένα, 1) τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ …, εμβαδού 6.921,97 τ.μ., κείμενο περίπου στο μέσον του όλου ακινήτου, το οποίο τμήμα απεικονίζεται με τα στοιχεία … στον συνταγέντα από τα όργανα του Δημοσίου κτηματολογικό πίνακα και το συνοδεύοντα αυτόν τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο έλαβε αριθμ. τεμαχίου …, της εγγραφής των κτηματολογικών πινάκων της …Κ.Υ.Α. κήρυξης απαλλοτρίωσης (ΦΕΚ 28/30-1-2007 τεύχος Δ), όπως αυτή συμπληρώθηκε με την … Κ.Υ.Α., συνορευόμενου του τμήματος αυτού βόρεια και νότια με εναπομείναν ακίνητο, ανατολικά και δυτικά με απαλλοτριωμένη έκταση και 2) τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ…. , εμβαδού 6.577,72 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία … στο διάγραμμα και έλαβε αριθμ. τεμ. … της εγγραφής των κτηματολογικών πινάκων της … Κ.Υ.Α. κήρυξης απαλλοτρίωσης (ΦΕΚ 28/30-1-2007 τεύχος Δ), όπως αυτή συμπληρώθηκε με την … Κ.Υ.Α., συνορευόμενο βόρεια και νότια με εναπομείναν ακίνητο, ανατολικά και δυτικά με απαλλοτρίωση. Τα επίδικα τμήματα έχουν σχήμα λωρίδας ορθογώνιου παραλληλογράμμου, εκτεινομένου στο μέσον και καθέτως των μειζόνων ακινήτων με μεγαλύτερη την βόρεια και νότια πλευρά τους και κοινή εφαπτόμενη την ανατολική και δυτική εκάστου αντιστοίχως, όπως αποτυπώνονται και στην από …. τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του Δασολόγου Σ. Β.. Τα ως άνω μείζονα ακίνητα, με αριθμούς ΚΑΕΚ … , εμβαδού 34.943 τ.μ. και 27.375 τ.μ., συνολικά 62.318 τ.μ., αποτελούν εναπομείναντα τμήματα του μεγαλυτέρου αρχικού ακινήτου, λειβαδίου, εκτάσεως διακοσίων (200) στρεμμάτων, ή όσης εκτάσεως και να είναι στη θέση "…", περιφέρειας …., συνορεύον ανατολικώς με λειβάδι κληρονόμων Γ. Π., δυτικώς με όμοιο κληρονόμων Κ. Ν. και Ε. Π., μεσημβρινώς με δρόμο και αρκτικώς με ράχη, κείμενα στο νότιο και δυτικό μέρος του όλου ακινήτου των 200 στρεμμάτων. Το ακίνητο αυτό παρέλαβε η άμεση δικαιοπάροχος του ενάγοντος Π. χήρα Κ. Ν., το γένος Π. Π., με το … συμβόλαιο παραλαβής κληρονομικής μερίδας του τότε συμβολαιογράφου … … , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Υποθηκοφυλακείου … , στον τόμο … με αα …. , κατά μεν το 1/2 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα, κατά δε το 1/2 εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα, με επικαρπώτρια την Κ. χήρα Ι. Π. έκταση που επιβεβαιώνεται με τον συνυπολογισμό των πωληθέντων μετά από μεταβιβάσεις των υπολοίπων, ως αναλογούσα κληρονομική μερίδα, από την κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα της Π. Κ. Π., που απεβίωσε στο … στις …., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. χήρα Π. Π., το γένος Ν. Χ. και τα τέσσερα τέκνα του, ήτοι τη μητέρα του ενάγοντος Π. και τους αδελφούς της Ι. Π., Κ. Π. και Χ. Π., ύστερα από επικυρωθέν οικογενειακό συμβούλιο, με την απόφαση 352/19-12-1938 Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Στους απώτερους αρχικούς δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και δικαιοπαρόχους του Π. Π. Δ., Α., Α., Κ. και Ι. Π. το ακίνητο των 200 στρεμμάτων είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση, εν μέρει αιτία παραχωρήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει του νόμου ΥΛΑ "περί διαθέσεως και διανομής Εθνικής Γης"", που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 25/16 Ιουνίου του έτους 1871 και εν μέρει αιτία αγοράς παρ' αληθών κυρίων με έγκυρα και νόμιμα μεταγεγραμμένα παραχωρητήρια και συμβόλαια στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δήμου Μεσολογγίου, ήτοι με τα παραχωρητήρια…. , καθώς και με τα συμβολαιογραφικά έγγραφα νομίμως μεταγεγραμμένα, ήτοι …. Ακολούθως, το μείζον ακίνητο, συναποτελούμενο από τα περιγραφόμενα σε μεγαλύτερη έκταση, περιήλθε στον πατέρα της Π.ς Ν., Π. Κ. Π., που απεβίωσε στο … το έτος … άνευ διαθήκης και άφησε πλησιέστερους συγγενείς μεταξύ άλλων και την κληρονομούμενη μητέρα του ενάγοντος, ως ακολούθως: 1) Εν μέρει από την κληρονομία του πατέρα του Κ. Π. και του θείου του Α. Π., οι οποίοι απεβίωσαν στο … άνευ διαθήκης και κληρονομήθηκαν εξ αδιαθέτου από τον Π. Π. του Κ. και 2) Εν μέρει από την κληρονομία εκ διαθήκης των επίσης θείων του Α. Ι. Π., δυνάμει της … δημόσιας διαθήκης του, συνταχθείσης ενώπιον του συμβολαιογράφου … , την κληρονομία τους εκ πατρός θείου του Δ. Ι. Π., δυνάμει της … δημόσιας διαθήκης του ιδίου συμβολαιογράφου και εκ κληρονομίας του επίσης εκ πατρός θείου του Ι. Σ. Π., δυνάμει της … δημόσιας διαθήκης του, συνταχθείσης ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου …Τις ως άνω κληρονομιαίες περιουσίες εξ αδιαθέτου του πατέρα του και των θείων του και εκ διαθήκης των θείων του Α., Δ. και Ι. Π., στις οποίες παριλαμβάνονται και τα επίδικα, τόσο ο Π. Π., ο οποίος υπεισήλθε δι' αναμείξεως μέχρι το θάνατό του, που επισυνέβη στο … την …, όσο και όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοδόχοι του, κατείχαν και νέμονταν αυτό ως ενιαίο ακίνητο, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με βάση τους ως άνω τίτλους τους, συνεχώς από το έτος …, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι μεν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) ότι, νεμόμενοι τούτο, δεν προσέβαλαν το δικαίωμα άλλων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα. Στη συνέχεια, μείζονα έκταση 200 περίπου στρεμμάτων περιήλθε στην Π. χήρα Κ. Ν., το γένος Π. Π., δυνάμει του … συμβολαίου παραλαβής κληρονομικής μερίδας του τότε συμβολαιογράφου…, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …, η οποία συνέχισε την άσκηση διακατοχικών πράξεων επ' αυτής, με διάνοια αληθούς και πραγματικής κυρίας, μετά δε και το θάνατό της κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επικαρπώτριας που επισυνέβη το έτος …, νεμόταν και κατείχε ολόκληρη την έκταση ως αποκλειστική αυτής κυρία. Από τη μείζονα αυτή έκταση των 200 στρεμμάτων ή όσης κι αν είναι στη θέση "…." της κτηματικής περιφέρειας… , η Π. χήρα Κ. Ν. προέβη σε διαδοχικές εκποιήσεις εδαφικών τμημάτων, όπως τις μεταβιβάσεις, α) έκτασης 15 στρεμμάτων, δυνάμει του … δωρητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου … , νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου …. (ήδη ΚΑΕΚ …), κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τον εγγονό της Ν. Μ., που τελικά περιήλθε στη Χ. Τ., β) έκτασης 5 στρεμμάτων (6.899 τ.μ.) δυνάμει του … συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … , νομίμως μεταγεγραμμένου (ήδη ΚΑΕΚ…) στον Π. Λ., που τελικά περιήλθε στη Β. χα Π. Λ., γ) έκτασης 50 στρεμμάτων δυνάμει του … συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … , νομίμως μεταγεγραμμένου, στον Π. Λ., από το οποίο τελικά τμήμα 8.371 τ.μ. περιήλθε στον Χ. Μ., τμήμα 25.134 τ.μ. στους Ν. Π.-Β. και Μ. συζ. Ν. Π.-Β. και δ) έκτασης εμβαδού 51.170 τ.μ. ήδη Κ. Α. (ΚΑΕΚ …). Ακολούθως, η Π. χήρα Κ. Ν. από το εναπομείναν, μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις, ακίνητο, στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας Δήμου …. , δυνάμει του …. συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου … , νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … , στον τόμο … και με αριθμό … , μεταβίβασε στον ενάγοντα λόγω γονικής παροχής, το προπεριγραφόμενο αγροτεμάχιο (ελαιοστάσιο) εκτάσεως 27.375 τ.μ., που φέρει ΚΑΕΚ … , κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία μέχρι το θάνατό της, που επισυνέβη στις … στο … , οπότε συνενώθηκε η επικαρπία με την ψιλή κυριότητα. Επίσης, η μητέρα του ενάγοντος Π. χήρα Κ. Ν., το γένος Π. και Ε. Π., κάτοικος εν ζωή … , η οποία απεβίωσε στο … στις … , άφησε την από …. ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Ειρηνοδικείο … , συνταγέντος του …. πρακτικού δημοσίευσης, με την οποία τον εγκατέστησε κληρονόμο της στο προπεριγραφόμενο αγροτεμάχιο (ελαιοστάσιο) μετά της εντός αυτού αγροικίας εμβαδού (του ελαιοστασίου) 34.943 τ.μ. και της αγροικίας 26 τ.μ., κειμένου στην ειδική θέση "… ", της κτηματικής περιφέρειας του … , που φέρει ΚΑΕΚ … . Την εκ διαθήκης κληρονομία της μητέρας του αποδέχθηκε ο ενάγων δυνάμει της … πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου … , η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Μεσολογγίου με αριθμό καταχώρησης …. Επί των εκτάσεων αυτών κειμένων όλων στη γενική θέση … της κτηματικής περιφέρειας Δήμου …, τόσο οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ως προς τα μείζονα ακίνητα που περιήλθαν δυνάμει των ως άνω παραχωρητηρίων και αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και ο Π. Π., όσο και η άμεση δικαιοπάροχος του ενάγοντος που υπεισήλθαν δι' αναμείξεως στην κληρονομία, κατείχαν και νέμονταν αυτά ως ενιαίο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβανόταν και οι επίδικες εκτάσεις, με διάνοια κυρίων, καλή πίστη και με βάση τους ως άνω τίτλους τους, συνεχώς από το έτος … και πάντως ολόκληρο από το … και εντεύθεν μέχρι και το …, αλλά και από το έτος αυτό μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι μεν την εισαγωγή του ΑΚ (… ) ότι νεμόμενοι τούτο, δεν προσέβαλαν το δικαίωμα άλλων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει την κυριότητα στο ακίνητο αυτό. Στη μείζονα αυτή έκταση, η οποία περιελάμβανε αγρούς, όπως είναι και το επίδικο ακίνητο, δένδρα, βοσκήσιμες εκτάσεις κλπ., οι προαναφερόμενοι νομείς ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία της διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα καλλιεργούσαν τα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα αυτών τόσο με μονοετείς καλλιέργειες (βρώμη, σιτάρι, καπνό), όσο και με δένδροκαλλιέργειες (αμυγδαλιές, ελιές και άλλα οπωροφόρα δένδρα), έβοσκαν εντός αυτών τα κοπάδια τους, τα οποία διατηρούσε ήδη από το έτος … ο εξ αυτών Δ. Π., εκμίσθωναν την έκταση αυτή σε τρίτους για βοσκή, καλλιέργεια, την επέβλεπαν και μεριμνούσαν για τη φύλαξή της, εκποιούσαν τμήματα αυτής σε τρίτους, απέκρουαν τις διαταρακτικές της νομής τους πράξεις τρίτων, επισκεπτόμενοι και επιβλέποντες αυτά, διανείμοντες τούτο, εκποιώντας διάφορα τμήματά του προς τρίτους, καταβάλλοντες τα τέλη και δικαιώματα υπέρ του Ταμείου Επικοισμού, καταβάλλοντες στο Ελληνικό Δημόσιο το τίμημα που ορίστηκε από τις αρμόδιες επιτροπές για την παραχώρηση σ' αυτούς των περιγραφομένων στα παραχωρητήρια εκτάσεων, το φόρο γαιών, ως και φόρους κληρονομιών και μεταβιβάσεων, καθώς και άλλες που ταιριάζουν στη φύση και τον προορισμό των, χωρίς ποτέ να αποβληθούν από αυτό και χωρίς ποτέ να παρενοχληθούν από κανένα, πολύ δε περισσότερο από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίοι ουδέποτε διεκδίκησε ή άσκησε επ' αυτής δικαιώματα. Αντίθετα, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δια των προαναφερομένων παραχωρητηρίων εκποίησε προς τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος τους ως άνω αγρούς εισπράττοντας το καθορισθέν από τις επιτροπές τίμημα, εκδίδοντας και μεταγράφοντας τα παραχωρητήρια, αποξενώθηκε από αυτούς παραδίδοντας έκτοτε τη νομή στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, επιβάλλοντας και εισπράττοντας τόσο από τον ενάγοντα, όσο και από τους απώτερου και απώτατους δικαιοπαρόχους του φόρους γαιών επί εκατόν πενήντα και πλέον έτη, ως και φόρους κληρονομιών, δωρεών και μεταβιβάσεων, τέλη υπέρ του Ταμείου Εποικισμού, οριοθετούμενους σε ποσοστό πολλαπλάσιο της αξίας τους, αναγνώριζε συνεχώς και ανεπιφύλακτα την ανυπαρξία δικαιώματός του επ' αυτών και την αποκλειστική κυριότητα τόσο των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, όσο και του ιδίου. Η άμεση δικαιοπάροχος του ενάγοντος και μητέρα του ευθύς ως παρέλαβε στην κυριότητα, νομή και κατοχή την έκταση των 200 στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι περικλειομένης υπό τα ως άνω όρια, νεμόταν και κατείχε την έκταση αυτή με διάνοια αληθούς και πραγματικής κυρίας, μετά δε το θάνατο της κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επικαρπώτριας που επισυνέβη το έτος …, νεμόταν και κατείχε ολόκληρη την έκταση ως αποκλειστική αυτής κυρία, οριοθέτησε την έκταση αυτή και αρχικά στις αρχές της δεκαετίας του … δενδροφύτευσε ολόκληρη την έκταση με αμυγδαλιές, ελιές και οπωροφόρα δένδρα, καλλιεργούσε τα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα αυτής με διάφορες καλλιέργειες, κυρίως χειμερινές (βρώμη, κριθάρι και σιτάρι και καπνό'), μίσθωνε τα ανεπίδεκτα καλλιέργειας τμήματα αυτής σε διάφορους τρίτους και εισέπραττε μισθώματα, κατασκεύασε εντός αυτής αγροικία-αποθήκη για την αποθήκευση των γεωργικών της εφοδίων, εργαλείων και καρπών, περί δε το έτος 1970, όταν στην περιοχή με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου έγιναν εγγειοβελτιωτικά έργα και οι ως άνω αγροί κατέστησαν πλέον αρδευόμενοι, εκρίζωσε τις αμυγδαλιές και φύτευσε ολόκληρη την έκταση με ελιές τύπου Καλαμών και λαδοελιάς, εκποίησε προς τρίτους μερικότερα τμήματα της όλης έκτασης, έλαβε αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο για την απαλλοτρίωση τμήματος της ιδιοκτησίας της, έκτασης σύμφωνα με τον συνταγέντα τότε κτηματολογικό πίνακα 5.050 τ.μ. για κατασκευή του εθνικού δρόμου… , καθώς και για κατασκευή των εγγειοβελτιωτικών έργων προς άρδευση της ευρύτερης περιοχής της πεδιάδας … και… , κατασκεύασε εντός των ακινήτων αυτών δίκτυο αυτόματης άρδευσης των δένδρων, κατασκεύασε με νόμιμη άδεια αποθήκη για την αποθήκευση των γεωργικών εφοδίων και εργαλείων και γενικά ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό αυτού ως αγροκτήματος-ελαιοστασίου πράξεις νομής και κατοχής, χωρίς ποτέ ουδείς να την παρενοχλήσει στην ενάσκηση των δικαιωμάτων της επί αυτής και χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει την επ' αυτού αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της επ' αυτών, πολύ δε περισσότερο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, στη διάρκεια ολοκλήρου του χρονικού αυτού διαστήματος, ήτοι από το έτος … και εφεξής ουδέποτε προέβαλε επ' αυτής δικαιώματα και ουδέποτε διεκδίκησε δικαιώματα κυριότητας επ' αυτής, αλλά αντιθέτως, αναγνωρίζοντας τα επ' αυτής δικαιώματα της κυριότητας, νομής και κατοχής κατέβαλε αποζημιώσεις για την απαλλοτρίωση τμημάτων της ιδιοκτησίας της, αναγνωρίζοντας ούτω την αποκλειστική της κυριότητα, νομή και κατοχή επί της εν λόγω έκτασης. Έτσι, όταν με την … απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ τ. …) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά τμήμα της ιδιοκτησίας της μητέρας του ενάγοντος για την κατασκευή της Εθνικής … , με τις 94/1965 και 59/1965 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η δικαιοπάροχος του ενάγοντος Π. Ν. αναγνωρίστηκε δικαιούχος αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση εντός της οποίας, σύμφωνα με τον συνταγέντα από τα όργανα του Υπουργείου Δημοσίων Έργων κτηματολογικό πίνακα, το κτήμα ήταν φυτευμένο με αμυγδαλιές μεγάλης ηλικίας, ελιές, διάφορα οπωροφόρα δένδρα και κυπαρίσσια για τα οποία αποζημιώθηκε. Με την …. απόφαση του Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας, που δημοσιεύθηκε στην τοπική εφημερίδα …. επετράπη στη μητέρα και δικαιοπάροχο του ενάγοντος η κατάτμηση και εκποίηση τμημάτων της όλης ιδιοκτησίας της στη θέση … . Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στο Δασαρχείο …, το οποίο ουδεμία αντίρρηση προέβαλε για την κατάτμησή της, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβήτησε την υπάρχουσα μορφή τους ως αγροτικού ακινήτου. Μετά τις μεταβιβάσεις των μειζόνων ακινήτων στον ενάγοντα αιτία γονικής παροχής και κληρονομικής διαδοχής, ο τελευταίος έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκεί τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής και κατοχής, περιποιούμενος τα ελαιόδενδρα, συλλέγοντας τους καρπούς χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Πλέον των προαναφερομένων αναφορικά με τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των εκτάσεων που περιλαμβάνονται στο εθνικό λιβάδι "…", το οποίο παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με το νόμο ΥΛΑ "Περί διανομής και διαθέσεως Εθνικής Γης", που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ … , κατ' αρχήν ορίστηκε στο άρθρο 3 του ως άνω νόμου ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις εξαιρέθηκαν από τη διανομή, στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου ότι "προτιμώνται εις την παραχώρησιν γαιών εκάστου χωρίου Α) Πας κάτοχος επί των παρ' αυτού κατεχομένων γαιών, Β) οι μη κατέχοντες ή κατέχοντες μικρότερα έκταση από την αναφερόμενη στον παρόντα νόμο", ενώ κατά την παρ. 4 του άνω άρθρου "πάσα πώλησις εθνικής γης είναι άκυρη από της δημοσιεύσεως του ανωτέρω νόμου" και στο άρθρο 29 του ίδιου νόμου "αι αδιάθετοι γαίαι μετά την πλήρη εκτέλεση του παρόντος νόμου διατίθενται είτε δι' εκποιήσεως είτε δι' εκμισθώσεως", οπότε αφενός μεν εξαιρέθηκαν τα δάση και οι δασικές εκτάσεις από τη διανομή, αφετέρου δε από την περιγραφή των παραχωρητηρίων προκύπτει ότι στην περιοχή "…" δεν υφίσταται δασική έκταση, αλλά αυτή είναι καθαρά αγροτική περιοχή καλλιεργούμενη παλαιόθεν, όπως και η περιγραφή των ακινήτων που εμπεριέχονται στο … παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών "Βασιλείου της Ελλάδος Υπουργείο Οικονομικών... υπό τους όρους και τις υποχρεώσεις του... νόμου περί διαθέσεως και διανομής Εθνικής γης παραχωρούνται εις τον Α. Π. αι κάτωθι περιγραφόμενοι γαίαι... εις πλήρη και τελείαν ιδιοκτησίαν αυτού των απογόνων και νομίμων κληρονόμων του... κατά την εκτίμηση της επιτροπής η αξία των υπολογίσθη εις δραχμάς 4.600, μετά την αφαίρεσιν δε της πληρωθείσης προκαταβολής... Αριθμός δηλώσεως … Δήμος ….. στρέμματα 80 οριοθετούμενα ανατολικά με ιδιόκτητον αγρόν Α. Π. και ρεύμα δυσμάς με Χρ. και Σ. Μ. αρκτικός με δηλωθέντας αγρούς Ι. Χ. κ.λ.π. και μεσιμβρηνώς με Χ. Μ., Α. Π. και δρόμο". "Περιγραφή ετέρου αγροτεμαχίου αριθμ. δηλώσεως … Δήμος … στρέμματα 80 οριοθετούμενο ανατολικά με ρέμα δυσμάς αγρούς Σ. Μ. άρκτου ομοίως Α. Π. κ.λ.π.". Ομοίως ίδια περιγραφή για τα παραχωρηθέντα εις θέσιν … ακίνητα όλα περιγράφονται ως αγροτικά ακίνητα ξηρικά συνορεύοντα όλα με εκτάσεις ανήκουσες εις ιδιώτες. Η μορφολογία των επιδίκων και ο εντοπισμός τους στις εκτάσεις των παραχωρητηρίων και των λοιπών συμβολαιογραφικών εγγράφων και διαθηκών επιβεβαιώνεται από τα επί μέρους συμπεράσματα της από … έκθεσης διοικητικής έρευνας ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Κτηματικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, υπογραφομένης από τον Γ. Δ., Εφοριακό, που έγινε προς εντοπισμό των επιδίκων (για τα μείζονα των επιδίκων ακινήτων με ΚΑΕΚ … ΟΚΧΕ) επί του από … σχεδιαγράμματος με κλίμακα 1:5000 λειβαδίου … ολικής έκτασης 5.376 στρεμμάτων, έτους 1893 (30-8-1893), υπογραφόμενο από τον Διευθυντή Δημοσίων Έργων, στο οποίο, εκτός άλλων, αποτυπώνονται οι εκτάσεις που παραχωρήθηκαν στον Α. Π., συνολικού εμβαδού 405 στρεμμάτων και στους Α. και Γ. Π., συνολικού εμβαδού 84 στρεμμάτων, δυνάμει των εκεί αναφερόμενων παραχωρητηρίων (… ) παρότι έγινε έρευνα, μόνο των τεσσάρων παραχωρητηρίων (… ) και όχι άλλων τίτλων, αλλά και όσων φακέλων του μείζονος ακινήτου της Π.ς Ν. και άλλων όμορων ιδιοκτησιών, του αρχείου της υπηρεσίας. Ειδικότερα, από τη μερική έρευνα διαπιστώθηκε ότι α) Τα μείζονα ακίνητα είναι συνεχόμενα και περιλαμβάνονται στο λειβάδι των 200 στρεμμάτων του … τίτλου κυριότητας της Π.ς Ν., β) Από τις γενόμενες προς τους Α. Π., Α. και Γ. Π. παραχωρήσεις, που αφορούσαν κατεχόμενες από αυτούς εδαφικές εκτάσεις, μέχρι τη σύνταξη του σχεδιαγράμματος έπειτα από 13 έτη (1893) περιήλθαν στον πρώτο επιπλέον γαίες που είχαν παραχωρηθεί αρχικά στην Π. χήρα Δ. Ν. από την οποία τις αγόρασε, γ) Οι μείζονες εκτάσεις των παραχωρητηρίων που ερευνήθηκαν αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα ως περιοχές με αλφαβητικά στοιχεία αβγδ, εζηθικ και Γ' μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονται όμοιας μορφολογίας κατεχόμενες περιοχές, που αποτελούν εθνικούς αγρούς παραχωρηθέντες πριν από το έτος 1884, δ) Με βάση τα διαχρονικά όρια των περιοχών, σε σχέση με όμορα ακίνητα, τα οποία αν και έχουν παρέλθει 120 έτη, παραμένουν αναλλοίωτα, όπως η απόσταση της περιοχής αβγδ, απέχουσας 120 μέτρα από το κοινό όριο των λειβαδιών … και του δυτικού …., το βορειοανατολικό όριο της περιοχής Γ' σε σχέση με άλλο όμορο ακίνητο και της απόστασης των 342,50 μέτρων μεταξύ των δύο πρώτων τμημάτων προέκυψε ότι το τεμάχιο αβγδ, εμβαδού 32 στρεμμάτων κατά το σχεδιάγραμμα του έτους 1893, αφενός μεν καταλαμβάνει τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ … (νοτιοδυτικά) και τμήματα των λοιπών που μεταβιβάστηκαν από την Π. Ν. και άλλων όμορων παραχωρηθέντων προς τρίτους ακινήτων (ήδη ΚΑΕΚ…), αφετέρου δε το υπόλοιπο εκτείνεται νότια, όπου κατασκευάσθηκε το τέλος της δεκαετίας του … η εθνική οδός και αναγνωρίσθηκε δικαιούχος η Π. Ν. και ε) Ότι τα επίδικα ακίνητα εντοπίζονται βορειοδυτικά της περιοχής αβγδ, όπου κατά τις περιγραφές ακινήτων όμορων παραχωρητηρίων αναφέρεται ως όριο "αγρός Π.". Ακολούθως, με την από 2-12-2016 έκθεση φωτοερμηνείας του ο δασολόγος Σ. Β., μετά από στερεοσκοπική έρευνα των σχετικών αεροφωτογραφιών των ετών λήψης 1945, 1960 και 1986 εξέτασε τα επίδικα τμήματα ως ενιαίο τμήμα συνολικού εμβαδού 13.593 τ.μ. ευρισκόμενο στους κατώτερους πρόποδες του όρους Α., ανατολικά της πόλης του …, με υπερθαλάσσιο υψόμετρο 30 περίπου μέτρα και αποτελούν κυρίως πεδινή έκταση με μικρές κλίσεις που στα ανατολικά και δυτικά του ανέρχεται επί κλιτύων μέσης κλίσης, με βάση δε τις επιμέρους παρατηρήσεις ότι: α) Στο ζεύγος Α/Φ 056-9083 και 058-9084 και ψηφιακή ορθοφωτογραφία 02800-42480-45, αεροφωτογραφιών έτους λήψης 1945, το πεδινό τμήμα του επιδίκου ακινήτου, καλύπτεται από ποώδη βλάστηση, ήτοι χορτολιβαδική έκταση της παραγράφου 5 του αρ. 3 του Ν.998/1979, τα ευρήματα αυτά όμως είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτα και η σαφής οριοθέτηση εξαιρετικά δύσκολη, είναι δε βέβαιο ότι το επίδικο δεν συνιστά δασική έκταση, συνορεύει με χορτολιβαδικές εκτάσεις και γεωργικές εκτάσεις, εμφαίνεται πιθανή καλλιέργεια, οριοθετήσεις και πιθανή κατασκευή, β) ζεύγος Α/Φ 2906 και 2905 των αεροφωτογραφιών έτους λήψης 1960, το μεγαλύτερο μέρος του επιδίκου, αυτό δηλαδή που είναι πεδινό και ταυτίζεται κατά μάλλον ή ήττον με το παραχωρητήριο του ΥΛΑ, στα δυτικά και ανατολικά άκρα του επιδίκου, που ανέρχονται επί κλιτύος, παρατηρούνται γεωργικές καλλιέργειες στα δυτικά και βαθμίδες με γεωμετρικές οριοθετήσεις στα ανατολικά στο ανατολικότερο άκρο του μόνο, που παρουσιάζονται και οι μεγαλύτερες κλίσεις παρατηρείται πυκνή χορτολιβαδική ποώδης και ξυλώδης βλάστηση, συνορεύει από όλες τις πλευρές με χορτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις, ενώ παρουσιάζονται καλλιέργειες και οριοθετήσεις και γ) Στο ζεύγος Α/Φ 176477 και 176478 των αεροφωτογραφιών έτους λήψης 1986, η επίδικη έκταση καλλιεργείται (δενδροκομική καλλιέργεια), στα δυτικά και ανατολικά παρατηρείται υπολειμματική χορτολιβαδική βλάστηση από φρύγανα και ποώδη βλάστηση, συνορεύει με αγρούς και χορτολιβαδικές εκτάσεις, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το έτος 1945, το επίδικο δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση, πιθανότατα καλλιεργούνταν ή ήταν χέρσος αγρός στο μεγαλύτερο μέρος του, το πεδινό του τμήμα (περισσότερο από το μισό κατ' έκταση), φαίνεται να ταυτίζεται με παραχωρητήριο του … , ενώ από το έτος 1986 έως το 2007-2009 καλλιεργείται γεωργικά, αλλά κατά το χρόνο της αυτοψίας αποτελεί όρυγμα της … . Ακόμη, για διάφορα άλλα όμορα του επιδίκου τμήματα της όλης έκτασης, έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αλλά και αμετάκλητες αποφάσεις, με τις οποίες αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιωτών, καταστάντων τοιούτων λόγω αγοράς από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και δη οι 71/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 1023/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου (υπόθεση Χ. Τ.), 91/2010, 65/2014, 104/2012 αποφάσεις του ΜΠρΜεσολογγίου (υποθέσεις Β. Λ., Χ. Μ. και Ν. Π., Μ. Π.), 104/2018 του παρόντος Δικαστηρίου και 2/2016 απόφαση του ΠΠΜεσολογγίου επί ομόρων ακινήτων. Το Ελληνικό Δημόσιο μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά και των δικαιοπαρόχων του, προβάλλοντας ότι τα επίδικα αποτελούν δασικές εκτάσεις, ενώ μέχρι τότε αναγνώριζε σιωπηρώς αλλά και ρητώς τα επ' αυτού δικαιώματα της κυριότητας εκείνων, όταν για πρώτη φορά στο πλαίσιο απαλλοτριώσεων ακινήτων για την … τα επίδικα τμήματα χαρακτηρίστηκαν ως δασικές εκτάσεις, σύμφωνα με το … έγγραφο του Δασαρχείου Μεσολογγίου. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα είχαν το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης ή λειβαδίου και βοσκότοπου, κατά την έννοια των Β.Δ. της 17/29.11.1836 και 3/15-12-1833, αλλά αποδείχθηκε ότι αυτά είχαν τη μορφή αγρού. Ανεξάρτητα όμως από τη μορφή που είχε το επίδικο, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος από το έτος 1870 που παραχωρήθηκαν μεγαλύτερα τμήματα της όλης ιδιοκτησίας και αγοράστηκαν κατά τα ανωτέρω από τους απώτατους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας και μέχρι την 11.9.1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας, νεμήθηκαν τη μείζονα έκταση του όλου κτήματος, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, αλλά και με βάση τους πιο πάνω νόμιμους τίτλους τους, ενώ ποτέ δεν άσκησε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αυτοί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, που είχε συμπληρωθεί στις 11.9.1915 και η κυριότητα αυτή στη συνέχεια δεν καταλύθηκε, αλλά μεταβιβάστηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και τελικά στον ίδιο βάσει των πιο πάνω αναφερομένων τίτλων και λοιπών προσόντων, οπότε κατέστη αποκλειστικός κύριος με παράγωγο τρόπο και πάντως με πρωτότυπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία)". Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας στα επίδικα τμήματα, που αυτό πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του, όπως και την έφεση στο σύνολό της και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση σχετικά με την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στα επίδικα τμήματα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθώς διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από τον αναιρεσίβλητο τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Ειδικότερα, αναφέρονται στην απόφαση οι τίτλοι (παραχωρητήρια του Ελληνικού Δημοσίου και μεταβιβαστικά συμβόλαια) από το έτος 1874 και εντεύθεν, με βάση τα οποία οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου απέκτησαν ευρύτερες εκτάσεις εκατοντάδων στρεμμάτων στη συγκεκριμένη περιοχή, όπου βρίσκονται και τα επίδικα, τις οποίες νέμονταν έκτοτε με τις αναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίων και με την ειλικρινή πεποίθηση ότι κατά την κτήση της νομής των εκτάσεων αυτών δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων, μεταξύ των οποίων και του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα, μετά την παρέλευση τριάντα και πλέον ετών μέχρι τις 11-9-1915, να καταστούν κύριοι των εκτάσεων αυτών με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (άρθρ. 51 ΕισΝΑΚ). Αναφέρεται επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τις ίδιες πράξεις νομής στις ευρύτερες εκτάσεις και με διάνοια κυρίων συνέχισαν και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου, μεταξύ των οποίων και ο παππούς του Π. Π., καταστάντες έτσι κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, επί πλέον δε ο τελευταίος, κατέστη κύριος των ανωτέρω εκτάσεων και ως κληρονόμος του πατέρα του Κ. και των λοιπών εκ πατρός θείων του, δυνάμει των αναφερομένων διαθηκών, με ανάμειξη σ' αυτές και ότι από τις εκτάσεις αυτές, έκταση 200 περίπου στρεμμάτων περιήλθε στη θυγατέρα του και μητέρα του αναιρεσιβλήτου Π. Ν. με το … συμβόλαιο παραλαβής κληρονομικής μερίδας. Ότι, επίσης, η μητέρα του, η οποία κατέστη κυρία της έκτασης αυτής των 200 στρεμμάτων και με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενη αυτήν με τις επί μέρους πράξεις νομής που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη, μεταβίβασε από την ως άνω έκταση στον αναιρεσίβλητο κατά κυριότητα τα επίδικα τμήματα και ειδικότερα, το μεν αγροτεμάχιο των 34.943 τ.μ., μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο τμήμα των 6.921,97 τ.μ., με την αναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη της, κληρονομία την οποία αυτός αποδέχθηκε νόμιμα, το δε αγροτεμάχιο των 27.375 τ.μ., μέρος του οποίου αποτελεί το έτερο επίδικο τμήμα των 6.577,72 τ.μ., με την επίσης αναφερόμενη γονική παροχή κατά ψιλή κυριότητα και μετά το θάνατό της, κατά πλήρη κυριότητα. Δεν ήταν δε αναγκαίο, ενόψει του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, να εκτίθεται σ' αυτήν σε ποια από τα αναφερόμενα παραχωρητήρια και μεταβιβαστικά συμβόλαια περιλαμβάνεται η μεγαλύτερη έκταση των 200 περίπου στρεμμάτων, η οποία περιήλθε στη μητέρα του αναιρεσιβλήτου, ή σε ποια από αυτά περιλαμβάνονται τα δύο μεγαλύτερα αγροτεμάχια, μέρος των οποίων αποτελούν τα επίδικα ακίνητα. Εξ άλλου, δεν δημιουργείται ασάφεια στις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου από το γεγονός ότι κατά τη διοικητική έρευνα, η οποία κατά την προσβαλλόμενη, διεξήχθη από την Κτηματική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών για τον εντοπισμό των δύο πιο πάνω αγροτεμαχίων, δεν εφαρμόστηκαν όλα τα παραχωρητήρια και όλα τα μεταβιβαστικά συμβόλαια που αναφέρονται στην απόφαση, αλλά μόνο τέσσερα από αυτά. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, τα όποια συμπεράσματα της έρευνας αυτής, όπως αυτά εκτίθενται στην προσβαλλόμενη, κρίθηκαν από το Εφετείο και εκτιμήθηκαν, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, όχι μονομερώς, αλλά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες και ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του. Επίσης, δεν υπάρχει αντίφαση από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης από το γεγονός ότι αφενός μεν δέχεται ότι τα δύο επίδικα τμήματα, όπως και τα δύο αγροτεμάχια στα οποία αυτά περιλαμβάνονται, βρίσκονται στο "νότιο και δυτικό μέρος του όλου ακινήτου των 200 στρεμμάτων", αφετέρου δε ότι "τα επίδικα ακίνητα εντοπίζονται βορειοδυτικά της περιοχής αβγδ, όπου κατά τις περιγραφές ακινήτων ομόρων παραχωρητηρίων αναφέρεται ως όριο αγρός Π.". Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, η τελευταία παραδοχή δεν συνιστά κρίση του Εφετείου ως προς τη θέση των επιδίκων, αλλά αναφέρεται σε συμπεράσματα της πιο πάνω αναφερόμενης διοικητικής έρευνας της Κτηματικής Υπηρεσίας για τον εντοπισμό των επιδίκων με βάση σχεδιάγραμμα του έτους 1893, στο οποίο επί μέρους τεμάχια της ευρύτερης έκτασης του … … οριοθετούνται στο σχεδιάγραμμα με τα ανωτέρω στοιχεία "αβγδ", όπως και με άλλα τέτοια στοιχεία, όπως "εζηθικ". Η δε επί μέρους αιτίαση ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποια είναι τα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα της μείζονος έκτασης των 200 στρεμμάτων και ποια τα ανεπίδεκτα καλλιέργειας, εντός των οποίων οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου έβοσκαν τα πρόβατά τους, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προέκυψαν και από την από 2-12-2016 έκθεση φωτοερμηνείας, τα επίδικα τμήματα, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το έτος 1945 δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση, αλλά καλλιεργούνταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους ή παρέμειναν κατά το υπόλοιπο μέρος τους χέρσοι αγροί και επομένως δεν αποτελούσαν λιβάδι. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις οι οποίοι περιλαμβάνονται στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19, προσβάλλονται οι αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης περί της ουσίας των πραγμάτων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως και ο πρώτος λόγος κατά το τρίτο μέρος του, κατ' εκτίμηση, από τον ίδιο αριθμό 19 (και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου ως άνω άρθρου), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επομένως, και συνακόλουθα με όλα τα παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογιστούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-1-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 84/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ