Αριθμός 197/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανδρεουλάκο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 10826/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Μ. Η. του Δ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 445/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την 10826/2011 απόφασή του καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη (άρθρο 386 παρ.1β-α ΠΚ). Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η αναιρεσείουσα νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως, η οποία πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό αν αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) Σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγική αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιον ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία βλάβη υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεις ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν έχει αστική αξίωση προς αποκατάστασή της, αφού στην τελευταία περίπτωση απαιτείται εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες και δη με αβέβαιο αποτέλεσμα, ενώ, άλλωστε, στην περίπτωση αυτή έχει ήδη επέλθει η ζημία. Ως γεγονότα νοούνται στην προκειμένη περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη που έχει ειλημμένη απόφαση να μην εκπληρώσει την υπόσχεση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του δέχθηκε ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνωρίσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνωρίσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος είναι απόστρατος αξιωματικός, σκόπευε να αγοράσει ακίνητο, χωρίς τούτο να γίνει αντιληπτό από τη σύζυγο και τα τέκνα του με χρήματα που αποταμίευσε επί μεγάλο χρονικό διάστημα και απέκρυβε από τους τελευταίους. Κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2004 έλαβε γνώση αγγελίας πώλησης οικίας 85 τετρ. μέτρων στην περιφέρεια Ελαιώνα Αιγίου Αχαΐας. Επισκέφθηκε το εν λόγω ακίνητο όπου ήταν αναρτημένο σχετικό "Πωλητήριο" με αριθμό τηλεφώνου επικοινωνίας ..., το οποίο ανήκε στην κατηγορουμένη. Επικοινώνησε μ' αυτήν, από την οποία πληροφορήθηκε ότι το προπεριγραφόμενο ακίνητο ανήκε στην κυριότητα της και προτίθεται να το πωλήσει για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της. Ύστερα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις μεταξύ πολιτικώς ενάγοντος και κατηγορουμένης, κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2006 συμφωνήθηκε η πώληση του ένδικου διαμερίσματος από την τελευταία αντί 80.000 Ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού συμφωνήθηκε όπως ο πολιτικώς ενάγων καταβάλλει στην κατηγορουμένη το ποσό των 70.000 € και εωσότου ολοκληρωθούν οι διαδικασίες της πώλησης να παραμείνει αυτός, ως μισθωτής, στο εν λόγω ακίνητο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο πολιτικώς ενάγων στις 21-7-2005 ανέλαβε από την οικία του το ποσό των 70.000 € και συνοδευόμενος από το διαχειριστή της πολυκατοικίας και έμπιστό του Γ. Φ. (ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο) μετέβη σε "καφέ" της περιοχής Ομονοίας όπου συναντήθηκε με την κατηγορουμένη στην οποία παρέδωσε το παραπάνω ποσό και έλαβε απ' αυτήν έγγραφη απόδειξη την οποία τοποθέτησε στο πορτοφόλι του το οποίο του αφαιρέθηκε βίαια στις 26-4-2009 όταν έπεσε θύμα ληστείας. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 21-7-2005 υπογράφηκε και μισθωτήριο συμβόλαιο και ο πολιτικώς ενάγων εγκαταστάθηκε στο επίμαχο διαμέρισμα, ως μισθωτής. Η πώληση όμως αυτού, ουδέποτε ολοκληρώθηκε, καθόσον η κατηγορουμένη δεν ήταν κυρία αυτού αλλά επικαρπώτρια, αφού, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1994 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβ/φου Αθηνών Σταυρούλα Σιάγκα είχε μεταβιβάσει τη ψιλή κυριότητα στη θυγατέρα της Ε. Δ., συζ. Δ. Σ.. Κατόπιν αυτού η κατηγορουμένη άσκησε κατά της τελευταίας την από 23 Μαρ. 2009 αγωγή, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της γονικής παροχής. Η συζήτηση της αγωγής αυτής ματαιώθηκε και η κατηγορουμένη ούτε το ένδικο διαμέρισμα μεταβίβασε στον πολιτικώς ενάγοντα ούτε το ποσό των 70.000 € που είχε λάβει ως προκαταβολή επέστρεψε σ' αυτόν. Να σημειωθεί ότι ο πολιτικώς ενάγων εξακολουθεί να διαμένει στο διαμέρισμα αυτό ως μισθωτής. Με βάση τα παραπάνω αποδεχθέντα, πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη κάλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτήν, με το κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη, καθόσον παρέστησε στον πολιτικώς ενάγοντα ψευδώς ότι ήταν αποκλειστική κυρία της ένδικής -προπεριγραφείσας- οικίας αποκρύπτοντας απ' αυτόν ότι ήταν μόνο επικαρπώτρια, λαμβάνοντας ως προκαταβολή του συνολικού τιμήματος των 80.000 € το ποσό των 70.000 €, κατά το οποίο ζημιώθηκε ο πολιτικώς ενάγων. Πρέπει επομένως, να κηρυχθεί ένοχη να της αναγνωριστεί, όμως, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, καθόσον εωσότου διαπράξει το έγκλημα τούτο έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και, γενικά, κοινωνική ζωή. Εν συνεχεία κήρυξη ένοχη την κατηγορουμένη του ότι: "Στην Αθήνα στις 21.7.2005 με σκοπό να αποκομίσει η ίδια περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η ζημία δε που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και συγκεκριμένα παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα Μ. Η. ότι έχει την κυριότητά της μια ισόγεια μονοκατοικία στον Ελαιώνα Αιγίου και ότι προτίθεται να την πωλήσει για αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα και έπεισε αυτόν να προβεί στην αγορά του ακινήτου αυτού έναντι τιμήματος 80.000 ευρώ, για το λόγο δε αυτό συνήψαν στις 21.7.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ο αγοραστής - εγκαλών κατέβαλε στην κατηγορουμένη - πωλήτρια το ποσό των 70.000 ευρώ και η πωλήτρια υποσχέθηκε να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου εντός δύο μηνών, η κατηγορουμένη όμως ουδέποτε προσήλθε για να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο καθώς το ανωτέρω ακίνητο δεν ανήκε κατά κυριότητα στην ίδια αλλά στην θυγατέρα της, η οποία δεν συναινούσε στην πώλησή του, γεγονός που αν το γνώριζε ο εγκαλών δεν προέβαινε στην καταβολή προς την κατηγορουμένη του ιδιαιτέρως μεγάλου ποσού των 70.000 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία του καθώς ουδέποτε μεταβιβάστηκε το ακίνητο σε αυτόν με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια της κατηγορουμένης. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μετά από επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 386 παρ. 1β-α, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και έτσι η απόφασή του δεν στερείται νομικής βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης εκθέτει κατ' είδος (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζει από πού ή από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, μεταξύ δε αυτών έλαβε υπόψη και "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης και την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα" που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης. Έτσι, χωρίς αμφιβολία το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, και την χωρίς όρμο εξέταση στο ακροατήριο του πολιτικώς ενάγοντος Μ. Η., καθώς και την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο της μάρτυρος υπεράσπισης Θ. Ψ.. Εν συνεχεία με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση: α) η εν γνώσει της αναιρεσείουσας παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινά ότι δηλαδή είχε στην κυριότητα της μία ισόγειο οικία στον Ελαιώνα Αιγίου, την οποία προτίθεται να πωλήσει αντί του ποσού των 80.000 ευρώ β) ότι συνεπεία των ψευδών ως άνω παραστάσεων παραπλανήθηκε ο εγκαλών και προέβη στην καταβολή ποσού 70.000 ευρώ για την αγορά της ανωτέρω οικίας, ποσό το οποίο δεν θα κατέβαλε εάν εγνώριζε την αλήθεια, ότι δηλαδή η οικία δεν ανήκε στην πλήρη κυριότητα της αναιρεσειούσης, αλλά μόνο κατ' επικαρπία, αφού, κατά τα ανελέγκτως υπό του Εφετείου γευόμενα περιστατικά, η τελευταία είχε μεταβιβάσει νομοτύπως στην θυγατέρα της Ε. Δ. με το υπ' αριθμ. .../1994 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Στάγκα την επικαρπία επί της ανωτέρω οικίας κυριότητά της, γ)η περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 70.000 ευρώ και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και των παραπλανητικών ενεργειών της αναιρεσείουσας. Από την παραδοχή του Δικαστηρίου ότι στις 21-7-2005 βάσει ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε η μίσθωση της οικίας στον εγκαλούντα μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες της πώλησης δεν δημιουργείται καμία ασάφεια ή αντίφαση. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με του οποίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τις οποίες υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας πλήττεται η από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-3-2012 αίτηση (δήλωση) της Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10826/21-11-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ