Αριθμός 1066/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "H. P. C. Α. Ε. Π. Π." και το διακριτικό τίτλο "P. C. Α..Ε..Π..Π..", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως προς την οποία ο δικηγόρος Αθηνών Γεώργιος Καραχάλιος δήλωσε ότι (η ως άνω εταιρεία) απορροφήθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε." ("Τ. Γ. Α. Ε.") η οποία παρίσταται ως καθολική της διάδοχος και εκπροσωπείται από τον ίδιο ως πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Τ. του Δ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ματέλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 8191/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 31 Μαΐου 2022 με αριθ. καταθ. …/3.6.2022 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "H. P. C. A. E. Π. Π.", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος η παρασταθείσα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. E. A. E.", λόγω συγχωνεύσεως των ως άνω ανωνύμων εταιρειών με απορρόφηση της αναιρεσείουσας από την ως άνω καθολική της διάδοχο, κατόπιν της υπ'αριθμ. …/14.11.2022 συμβολαιογραφικής πράξης της Συμβολαιογράφου … Α. Μ., που εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. πρωτ. …/18.11.2022 απόφαση της Διεύθυνσης Εταιρειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων που καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. στις 18.11.2022, κατά της αναιρεσίβλητης Μ. Τ., προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με αριθμ. 8191/21.8.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν άσκησης της από 2.12.2019 με αριθμ. κατάθεσης …/3.12.2019 έφεσης της ενάγουσας κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 181/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την από 6.12.2017 με αριθμ. κατάθεσης …/13.12.2017 αγωγή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας στο όνομά της και ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης η πρώτη εναγόμενη συνέλεξε από αυτή προσωπικά της δεδομένα που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της σύμβασης. Ότι αυτή στις 21.7.2017, 24.7.2017 και 31.7.2017 δέχθηκε τηλεφωνικές κλήσεις από υπαλλήλους της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών με την επωνυμία "E. M. A." (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) με την οποία γνωστοποιούσαν σ' αυτή ανείσπρακτη οφειλή από τη χρήση της συγκεκριμένης πιστωτικής κάρτας. Ότι η πρώτη εναγόμενη παρέλειψε να ενημερώσει αυτή, όπως όφειλε, για τους σκοπούς επεξεργασίας, αφενός μεν κατά το στάδιο της συλλογής των προσωπικών της δεδομένων (ήτοι κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης δανείου) και αφετέρου κατά το χρόνο διαβίβασης αυτών στη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία για τη μέλλουσα ανακοίνωση των προσωπικών δεδομένων σ' αυτή και ότι η δεύτερη εναγόμενη επεξεργάσθηκε καταχρηστικά τα προσωπικά της δεδομένα τα οποία μη νομίμως συνέλεξε από την πρώτη εναγόμενη. Με βάση το ως άνω ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν λόγω της αδικοπραξίας τους και της προσβολής της προσωπικότητάς της ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 8.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ' αριθ. 181/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ'ουσία αβάσιμη, λόγω της (πλασματικής) ερημοδικίας της ενάγουσας (μη καταβολή δικαστικού ενσήμου). Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την από 6.12.2017 αγωγή, την οποία (αγωγή) απέρριψε ως μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη υποχρεώνοντας αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 3.6.2022 και από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 8191/21.8.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης που προτάθηκε με τις με τις από 18.4.2023 προτάσεις της, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 20.4.2023, περί απαραδέκτου των προβαλλομένων λόγων αναίρεσης, λόγω του ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης γίνεται επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας στον μεν πρώτο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ έπρεπε να γίνει επίκληση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα , στο δε δεύτερο λόγο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ έπρεπε να γίνει επίκληση από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα, εφόσον η αναίρεση στρέφεται κατά αποφάσεως Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας εσφαλμένη παράθεση, στις προτεινόμενες με τους λόγους αναίρεσης πλημμέλειες, του ως άνω άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης, αλλά, επί προσβαλλομένης απόφασης Πρωτοδικείου δικάσαντος ως Εφετείου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, το παρόν Δικαστήριο, υπάγει αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στους προσήκοντες αναιρετικούς λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα στοιχεία που συνιστούν τους προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 147/2019, ΑΠ 301/2013). Με το ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο [πριν την κατάργηση του με το άρθρο 84 του ν. 4624/2019, όπως το άρθρο 84 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 του ν. 5002/2022, πλην των αναφερομένων στο άρθρο αυτό διατάξεων του ν. 2472/1997 που διατηρούνται σε ισχύ] ορίζεται με το άρθρο 1 ότι "Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής", με το άρθρο 2 ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) ..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός...., η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ)...", με το άρθρο 4, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του ν. 3471/2006, ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ...", με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 ότι: "1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών", με το άρθρο 10 παρ.1 ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του", με το άρθρο 11 παρ. 1 έως 3 ότι : "1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς ", με το άρθρο 12 παρ.1 ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", και με το άρθρο 23 παρ.2 ότι "Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη". Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει, ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του. Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων που προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ. ια' του ν. 2472/1997, και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων και για την προβολή αντίρρησης στον υπεύθυνο επεξεργασίας, για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν. Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του. Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ' του ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου. Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενεργεί αυτή, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α' του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 73/2023, ΑΠ 958/2022).Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη. Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του τελευταίου, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 73/2023, ΑΠ 958/2022). Περαιτέρω, στο ν. 3758/2009 " Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 68/05.05.2009) ορίζεται στο άρθρο 1 ότι "Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση αρχών συναλλακτικής συμπεριφοράς, κανόνων λειτουργίας και κρατικής εποπτείας των Εταιρειών Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις (εφεξής "Εταιρείες"), η ρύθμιση των σχέσεων τους με τους δανειστές και τους οφειλέτες αυτών, καθώς και η απαγόρευση της εκχώρησης ληξιπρόθεσμων οφειλών σε τρίτους", στο άρθρο 3 ότι "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι πιο κάτω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1. "Οφειλέτες": φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όπως δανειολήπτες, εγγυητές πιστώσεων ή καταναλωτές, όπως ορίζονται στον Αστικό Κώδικα και στην κείμενη νομοθεσία περί προστασίας καταναλωτή, 2. "Δανειστές": κάθε πρόσωπο φυσικό ή νομικό που συναλλάσσεται στην αγορά και παρέχει στους πελάτες του πίστωση οποιασδήποτε μορφής, όπως πιστωτικά ιδρύματα, ανώνυμες εταιρίες παροχής πιστώσεων, ασφαλιστικές εταιρίες, εταιρίες κοινής ωφελείας, εταιρίες παροχής σταθερών και κινητών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εταιρίες πώλησης καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών. 3. "Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις": κεφαλαιουχικές εταιρίες που έχουν ως αποκλειστικό καταστατικό σκοπό την εξώδικη ενημέρωση οφειλετών για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων και απαιτητών χρηματικών οφειλών τους έναντι δανειστών, πριν από τη διενέργεια δικαστικών πράξεων και το στάδιο έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, που προέρχονται από συμβάσεις πίστωσης και εγγύησης και νόμιμες εμπορικές συναλλαγές, όπως αγορές αγαθών, παροχή υπηρεσιών, χορήγηση δανείων, εγγυήσεων και πιστώσεων, χρήση πιστωτικών καρτών, καθώς και τη διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών όρων αποπληρωμής των οφειλών, κατ` εντολή και για λογαριασμό των δανειστών, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 4 του παρόντος. 4. "Ληξιπρόθεσμη οφειλή": το χρηματικό ποσό που οφείλει από νόμιμη αιτία ο οφειλέτης προς τον δανειστή και το οποίο έπρεπε να έχει καταβληθεί σε δήλη ημέρα ή σε ορισμένη προθεσμία από την καταγγελία, εφόσον είχε ταχθεί τέτοια προθεσμία και κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. 5. "Ενημέρωση οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις" (εφεξής "Ενημέρωση"): το σύνολο των εξώδικων ενεργειών στις οποίες προβαίνουν οι Εταιρείες προκειμένου να ενημερώσουν τους οφειλέτες για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών τους έναντι δανειστών, οι οποίες προσδιορίζονται από συμβάσεις και άλλα νόμιμα έγγραφα, όπως δανειστικά συμβόλαια, τιμολόγια, φορτωτικές, δελτία αποστολής, τα οποία διέπουν τη μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη σχέση. 6. "Σταθερό μέσο": κάθε μέσο που επιτρέπει την αποθήκευση πληροφοριών κατά τρόπο προσβάσιμο για μελλοντική αναφορά επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών", στο άρθρο 4 παρ.4, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 36 παρ.1 του ν. 4038/2012 (Α 14) και πριν τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 144 του Ν. 4938/2022 (Α 19) , ότι "Πριν από κάθε ενέργεια ενημέρωσης απαιτείται η από τον δανειστή προς τον οφειλέτη επιβεβαίωση των οφειλών με κάθε διαθέσιμο τρόπο και η ταυτοποίηση του οφειλέτη, καθώς και η ενημέρωση του για τη διαβίβαση των δεδομένων του στην Εταιρεία συμφώνως και προς το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, ως εκάστοτε αυτός ισχύει. Η επικοινωνία με τον οφειλέτη πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με τις αρχές της παραγράφου 1, εντός εύλογου χρόνου και με συχνότητα οχλήσεων όχι πέραν της μίας ανά δεύτερη ημέρα. Η τηλεφωνική επικοινωνία στο χώρο εργασίας του οφειλέτη γίνεται, μόνο εφόσον ο συγκεκριμένος τηλεφωνικός αριθμός έχει δηλωθεί ως μοναδικός αριθμός επικοινωνίας από τον τελευταίο. Η τηλεφωνική επικοινωνία από την Εταιρεία για την ενημέρωση του οφειλέτη για ληξιπρόθεσμη απαίτηση επιτρέπεται να πραγματοποιείται μετά την πάροδο δέκα ημερών από την ημέρα που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη, από τις 9:00 έως 20:00 και μόνο τις εργάσιμες ημέρες. Οι δανειστές παρέχουν στις Εταιρείες μόνο τα αναγκαία για την επικοινωνία στοιχεία των οφειλετών. Οι Εταιρείες χρησιμοποιούν τα δεδομένα των οφειλετών για τους σκοπούς, για τους οποίους διαβιβάσθηκαν τα δεδομένα από τον δανειστή σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, καθώς και για την υπεράσπιση δικαιώματος τους ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλης δημόσιας αρχής. Απαγορεύεται στις Εταιρείες η διαβίβαση των στοιχείων σε τρίτους, με ή χωρίς αντάλλαγμα, καθώς και η χρήση τους για άλλους σκοπούς. Ως τρίτοι, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, θεωρούνται και οι θυγατρικές εταιρείες των Εταιρειών. Πρόσβαση στα δεδομένα έχουν η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων του παρόντος νόμου, άλλες δημόσιες αρχές και οι δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της άσκησης των εκ του νόμου αρμοδιοτήτων τους. Οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2472/1997 (Α` 50) για το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας εφαρμόζονται αναλόγως στα αρχεία που περιέχουν δεδομένα οφειλετών που είναι νομικά πρόσωπα". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1α' του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "...Την 07-03-2007 η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) υπέβαλε προς το υποκατάστημα Άνω … της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α. Τ. Ε." την με αριθμό πρωτοκόλλου …/07-03-2007 έγγραφη αίτηση με αντικείμενο την κατάρτιση σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας. Μετά την αποδοχή της αίτησης αυτής από την ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η σχετική σύμβαση, σε εκτέλεση της οποίας η τελευταία χορήγησε στην εκκαλούσα την με αριθμό … πιστωτική κάρτα έκδοσης της ίδιας κατά το σύστημα πληρωμών της εταιρίας με την επωνυμία "V. I.", με πιστωτικό όριο για την πραγματοποίηση αγορών αγαθών και πληρωμών υπηρεσιών ύφους δύο χιλιάδων ευρώ (2.000,ΟΟ€) και για την ανάληψη μετρητών ύψους χιλίων διακοσίων ευρώ (1.200,00€), ενώ από την πλευρά της η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει στην αντίδικό της το ποσό της πίστωσης, του οποίου θα έκανε χρήση, μαζί με τους σύμφωνη με τους τόκους, προμήθειες και έξοδα. Στο πλαίσιο της κατάρτισης της ως άνω σύμβασης και ειδικότερα διάμεσου της με αριθμό πρωτοκόλλου …/07-03-2007 προτυπωμένης αίτησης, η οποία συμπληρώθηκε χειρόγραφα από την εκκαλούσα, η αντισυμβαλλόμενή της ανώνυμη τραπεζική εταιρία συνέλεξε τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της τελευταίας, τα οποία ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της σύμβασης και συγκεκριμένα το ονοματεπώνυμό της, το όνομα του πατέρα της, το επώνυμο της μητέρας της, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησής της, τον αριθμό του δελτίου της αστυνομικής της ταυτότητας και του φορολογικού της μητρώου, την οικογενειακή της κατάσταση, τη διεύθυνση και τον ταχυδρομικό κώδικα της κατοικίας της, τους αριθμούς του σταθερού και του κινητού της τηλεφώνου, την επαγγελματική της ιδιότητα, τη διεύθυνση, τον ταχυδρομικό κώδικά και τον αριθμό τηλεφώνου του τόπου παροχής της εργασίας της τη χρονική διάρκεια της απασχόλησής της, το ύψος του ετήσιου εισοδήματος της και την περιουσιακή της κατάσταση. Τα εν λόγω δεδομένα αποτυπώθηκαν στο έντυπο της ως άνω αίτησης, η οποία περιήλθε στην κατοχή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α. Τ. Ε.", και καταχωρήθηκαν στο ηλεκτρονικό σύστημα, το οποίο έχει αναπτύξει και διατηρεί η τελευταία προς εξυπηρέτηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι με την από 02-11-2009 σύμβαση μεταβίβασης εννόμων σχέσεων από πιστωτική κάρτα, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α. Τ. Ε." και της πρώτης εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας), η τελευταία υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων από τις συμβάσεις χορήγησης πιστωτικής κάρτας που καταρτίστηκαν από την αντισυμβαλλόμενη της συμπεριλαμβανομένης και της ένδικης σύμβασης με την εκκαλούσα, προς την οποία έλαβε χώρα αναγγελία της σχετικής διαδοχής διαμέσου του με ημερομηνία έκδοσης 15-11-2009 μηνιαίου λογαριασμού. Στο πλαίσιο μάλιστα της εν λόγω σύμβασης η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α. Τ. Ε." διαβίβασε στην πρώτη εφεσίβλητη τα προσωπικά δεδομένα της εκκαλούσας, τα οποία μνημονεύονται ανωτέρω, τα οποία καταχωρήθηκαν από αυτή στο ηλεκτρονικό σύστημα, το οποίο εξυπηρετεί την εμπορική της δραστηριότητα. Επιπλέον, αποδείχτηκε ότι, παρά το γεγονός πως η εκκαλούσα παρέλαβε την ένδικη πιστωτική κάρτα και προέβη σε ακώλυτη χρήση αυτής δεν υπήρξε συνεπής ως προς την εκπλήρωση των οικονομικών της υποχρεώσεων έναντι της πρώτης εφεσίβλητης με συνέπεια την 15-07-2017 να βαρύνεται με ληξιπρόθεσμη οφειλή ύψους δύο χιλιάδων διακοσίων πενήντα επτά ευρώ και τριάντα δυο λεπτών (2.257,32 €). Για τον λόγο αυτό και προς το σκοπό ικανοποίησης της απαίτησής της από την ένδικη σύμβαση η πρώτη εφεσίβλητη ανέθεσε στο πλαίσιο της από 01-08-2015 σύμβασης παροχής υπηρεσιών στην ομόδική της ανώνυμη εταιρία, η οποία διατηρεί ως αντικείμενο της δραστηριότητας της την ενημέρωση οφειλετών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και λειτουργεί υπό το καθεστώς του ν. 3758/2009, την ενημέρωση της εκκαλούσας για την κατά τα ανωτέρω ληξιπρόθεσμη οφειλή και τη διαπραγμάτευση των όρων για την αποπληρωμή της. Παράλληλα, η πρώτη εφεσίβλητη διαβίβασε στην ομόδική της τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της εκκαλούσας, τα οποία είχαν συλλεχθεί και καταχωρηθεί, όπως περιγράφεται παραπάνω, μαζί με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής της εκκαλούσας προς αυτήν. Από την πλευρά της, η δεύτερη εφεσίβλητη καταχώρησε τα εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο αρχείο που τηρεί προς εξυπηρέτηση της δραστηριότητάς της και προέβη σε χρήση αυτών στο πλαίσιο των παρεχόμενων προς την εκκαλούσα υπηρεσιών, καθώς υπάλληλοί της κάλεσαν τηλεφωνικά την εκκαλούσα την 21-07-2017, την 24-07-2017 και την 31-07-2017, υπό το πρόσχημα της ενημέρωσής της για την ύπαρξη της οφειλής της, η οποία σε κάθε περίπτωση προέκυπτε από τους μηνιαίους λογαριασμούς που λάμβανε η τελευταία, και στην ουσία προκειμένου να την πιέσουν να προβεί σε εξόφληση ή έστω σε ρύθμιση για τη σταδιακή αποπληρωμή της. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά γεγονότα που αποδείχτηκαν προκύπτει ότι στο πλαίσιο της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας και μετά τη μεταβίβαση του συνόλου των δικαιωμάτων και την ανάληψη του συνόλου των υποχρεώσεων που απέρρεαν από αυτή από την πρώτη εφεσίβλητη, η τελευταία απέκτησε την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υποκείμενο των οποίων είναι η εκκαλούσα, καθώς είχε τη δυνατότητα να καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας αυτών (άρθρο 2 περ. α', γ' και ζ' του ν. 2472/1997). Με την ιδιότητά της αυτή η πρώτη εφεσίβλητη προέβη σε επεξεργασία των κατά τα ανωτέρω δεδομένων, στην οποία περιλαμβάνεται η συλλογή τους, η καταχώριση, οργάνωση και διατήρησή τούς στο μηχανογραφικό της σύστημα, η εξαγωγή από αυτό, η χρήση τους προς εξυπηρέτηση της ένδικης σύμβασης και η διαβίβαση τους στη δεύτερη εφεσίβλητη (άρθρο 2 περ.δ' του ν. 2472/1997) η οποία δεν εμπίπτει στην έννοια του τρίτου, καθώς προέβη σε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που της διαβιβάσθηκαν από την εφεσίβλητη για λογαριασμό της τελευταίας και ειδικότερα ως αντιπρόσωπος αυτής έναντι της εκκαλούσας, με συνέπεια να εντάσσεται στην ευρύτερη νομική έννοια του αποδέκτη των κατά τα ανωτέρω δεδομένων (άρθρο 2 περ. θ' και ι' του ν. 2472/1997). Ο αποκλεισμός της δεύτερης εφεσίβλητης από τη νομική έννοια του τρίτου επέφερε μεν ως νομική συνέπεια την έλλειψη οποιοσδήποτε υποχρέωσης της πρώτης εφεσίβλητης να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της εκκαλούσας για τη διαβίβαση των ένδικων δεδομένων της προσωπικού χαρακτήρα προς την εταιρία αυτή αποκλείοντας την πρώτη εφεσίβλητη από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2 περ. ια' και 5 παρ. 1 του ν. 2472/1997, δεν αναίρεσε ωστόσο την υποχρέωσή της να ενημερώσει την εκκαλούσα κατά το στάδιο της συλλογής των δεδομένων της προσωπικού χαρακτήρα για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών αυτών (άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ του ν. 2472/1997). Ωστόσο, από κανένα από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έχουν νόμιμα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη προέβη κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο ή έστω πριν τη διαβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της εκκαλούσας στην δεύτερη εφεσίβλητη σε σχετική ενημέρωση αυτής, η οποία έπρεπε να εξατομικεύει τον αποδέκτη των εν λόγω δεδομένων. Σε κάθε μάλιστα περίπτωση, η έγγραφη μνεία της δυνατότητας της πρώτης εφεσίβλητης προς ανακοίνωση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της εκκαλούσας σε εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, σε περίπτωση ύπαρξης ληξιπρόθεσμης οφειλής της, η οποία καταχωρήθηκε στους από 15-11-2014, 15-10-2015, 15-01-2017 και 15-11-2017 μηνιαίους λογαριασμούς, δεν συνιστά πρόσφορη και σαφή ενημέρωση της εκκαλούσας, καθώς δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη ανακοίνωση των δεδομένων της προσωπικού χαρακτήρα, ούτε προσδιορίζει με σαφήνεια το πρόσωπο της δεύτερης εφεσίβλητης ως αποδέκτριας αυτών. Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο άγεται με ασφάλεια στην κρίση ότι η πρώτη εφεσίβλητη δεν εκπλήρωσε προσηκόντως τη νόμιμη υποχρέωσή της για την παροχή ενημέρωσης προς την εκκαλούσα σχετικά με τη διαβίβαση των δεδομένων της προσωπικού χαρακτήρα προς τη δεύτερη εφεσίβλητη, με την οποία βαρυνόταν ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων αυτών, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 11 παρ.1 του ν. 2472/1997. Η παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά της πρώτης εφεσίβλητης είχε ως συνέπεια να προσβληθεί η προσωπικότητα της εκκαλούσας στην ειδικότερη έκφανση της πληροφοριακής της αυτοδιάθεσης και να υποστεί η τελευταία ηθική βλάβη, η οποία συνίσταται στα αισθήματα στενοχώριας και ταραχής τα οποία δοκίμασε από τη χωρίς προηγούμενη γνώση της διαβίβαση δεδομένων της προσωπικού χαρακτήρα, στα οποία μάλιστα συμπεριλαμβανόταν και το δυσμενές δεδομένο της μη εκπλήρωσης των οικονομικών της υποχρεώσεων έναντι της πρώτης εφεσίβλητης, σε έτερο αυτής νομικό πρόσωπο, ενώ τα αισθήματα αυτά κατέστησαν ακόμη εντονότερα από το γεγονός ότι τα εν λόγω δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν προκείμενου να δέχεται επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις από υπάλληλους της αποδέκτριας αυτών δεύτερης εφεσίβλητης, οι οποίες λόγω του αριθμού τους υπερέβησαν το σκοπό ενημέρωσής της για την οφειλή της και εξελίχθηκαν σε μέσο άσκησης πίεσης προς αυτήν για την τακτοποίηση των υποχρεώσεων του προς την εφεσίβλητη. Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω παράλειψη της πρώτης εφεσίβλητης ανάγεται σε υπαιτιότητα της, καθώς διαθέτει τις αναγκαίες υποδομές και το αναγκαίο στελεχιακό δυναμικό τόσο για τον ακριβή προσδιορισμό του περιεχομένου της σχετικής υποχρέωσής της, όσο και για την προσήκουσα εκπλήρωση αυτής, η οποία θα απέτρεπε την επέλευση της ηθικής βλάβης της εκκαλούσας. Συντρέχει, επομένως, νόμιμη περίπτωση να επιδικασθεί στην εκκαλούσα χρηματική ικανοποίηση το ύψος της οποίας πρέπει να ανέλθει στο ποσό των έξι χιλιάδων ευρώ (6.000,00€) το οποίο κρίνεται ως εύλογο με βάση τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος, το βαθμό υπαιτιότητας της εφεσίβλητης και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 περ. γ' του ν. 2472/1997 και 4 παρ.4 του ν. 3758/2009. Και τούτο διότι η ενημέρωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως υποκειμένου προσωπικών δεδομένων, στην κρινόμενη υπόθεση, από την υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε." κατά την κατάρτιση της από 17.3.2007 σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, έγινε κατά την υποβολή της αίτησης χορήγησης εκ μέρους της ενάγουσας προς την ως άνω ανώνυμη εταιρεία (στη θέση της οποίας υπεισήλθε, στις 2.11.2009 η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα), όπου αναγράφονταν τα προσωπικά της δεδομένα, όπως άλλωστε αναγράφεται και στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, στην οποία σημειώνεται ότι τα στοιχεία αυτά ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της σύμβασης (1η σελίδα), χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση αυτής (ενάγουσας), εφόσον η επεξεργασία ήταν αναγκαία για την εκτέλεση της σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας (άρθρο 5 παρ.2 στ. α του ν. 2472/1997), ενώ δεν μπορούσε να αναγραφεί στην ως άνω σύμβαση ότι σε περίπτωση που η οφειλή της ενάγουσας καταστεί ληξιπρόθεσμη η ως άνω εταιρεία θα είχε τη δυνατότητα να ανακοινώσει τα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας σε εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, καθότι οι ως άνω εταιρείες, θεσπίσθηκαν το πρώτον με το ν. 3578/2009, μετά, δηλαδή, την κατάρτιση της από 17.3.2007 σύμβασης (ΑΠ 1140/2020). Ακολούθως και σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την υπεισέλευση από 2.11.2009 της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τη σύμβαση χορήγησης της πιστωτικής κάρτας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλητης, προς την οποία έγινε αναγγελία της σχετικής διαδοχής, διαμέσου του με ημερομηνία έκδοσης 15.11.2009 μηνιαίου λογαριασμού, η πρώτη εναγόμενη ενημέρωσε την ενάγουσα για το δικαίωμά της να ανακοινώσει τα δεδομένα αυτής σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών σε περίπτωση ληξιπρόθεσμης οφειλής, ενημέρωση που έγινε, με τους από 15.11.2014, 15.10.2015, 15.1.2017 μηνιαίους λογαριασμούς πληρωμής, πριν από τις ημερομηνίες που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα οχλήθηκε τηλεφωνικά (στις 21.7.2017, 24.7.2017 και 31.7.2017) από τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών "Ε. M. A." για την ληξιπρόθεσμη οφειλή της, που ανερχόταν στις 15.7.2017 στο ποσό των 2.257,32 ευρώ. Η ως άνω, εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ενημέρωση, μέσω των μηνιαίων λογαριασμών της πιστωτικής κάρτας, της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως υποκειμένου των δεδομένων για ανακοίνωση των προσωπικών της δεδομένων σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, σε περίπτωση ληξιπρόθεσμης οφειλής, πληρούσε την οφειλόμενη από αυτή (πρώτη εναγομένη), ως υπεύθυνη επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, υποχρέωση ενημέρωσης της τελευταίας κατά τρόπο πρόσφορο και σαφή, για την κατηγορία αποδεκτών των δεδομένων και το σκοπό επεξεργασίας αυτών (τηλεφωνική όχληση για ληξιπρόθεσμη οφειλή), χωρίς να έχει υποχρέωση να την ενημερώσει ειδικά για τη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων στη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Συνακόλουθα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να κρίνει ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της αναιρεσίβλητης δεν εκπλήρωσε προσηκόντως τη νόμιμη υποχρέωσή της για την παροχή ενημέρωσης προς την αναιρεσίβλητη σχετικά με τη διαβίβαση των δεδομένων της προς τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία (E. M. A.), και ότι δεν αρκούσε προς τούτο η ενημέρωση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη με τη σχετική καταχώριση στους μηνιαίους λογαριασμούς της πιστωτικής κάρτας αφού δεν προσδιοριζόταν μέσω αυτής με σαφήνεια το πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης και ότι το γεγονός αυτό συνιστούσε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτής (αναιρεσείουσας), παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. γ' του ν. 2472/1997, με εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον ως άνω εφαρμοσθέντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά και με τη μη υπαγωγή των ιδίων ως άνω περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.4 του ν. 3758/2009, που εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέα. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς, όμως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα, λόγος αναίρεσης καθότι, όπως προεκτέθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί ασκηθείσας έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ' ο μέρος δέχθηκε την ένδικη αγωγή της ενάγουσας ως προς την πρώτη εναγόμενη ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε σε βάρος της το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ενώ δεν αναιρείται κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι, όμως, και επί των παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 11/2007, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022 ΑΠ 1447/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτηση αναίρεσης ισχυρίσθηκε ότι αυτή σε συμμόρφωση με την καταψηφιστική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη στις 22.9.2020 το συνολικό ποσό των 8.004,24 ευρώ, μέσω τραπεζικής κατάθεσης σε λογαριασμό της και πιο συγκεκριμένα ποσό 6.000 ευρώ για κεφάλαιο, ποσό 1.504,24 ευρώ για νομίμους τόκους και ποσό 500 ευρώ για δικαστική δαπάνη και υπέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Πλην, όμως, η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι αυτή προέβη, σε συμμόρφωση με την καταψηφιστική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, στην καταβολή προς την αναιρεσίβλητη του αναγραφόμενου στο αναιρετήριο ποσού, αλλά ούτε και επικαλείται με το από 24.4.2023 σημείωμά της, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι προσκομίζει σχετικά προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως η αίτηση επαναφοράς πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία. Τέλος, πρέπει α) να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του υπ'αριθμ. … παραβόλου ύψους 300 ευρώ, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και β) να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε στη δίκη, στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας και να συμψηφισθεί κατά τα λοιπά η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, καθότι υπήρχε εύλογη αμφιβολία ως προς την έκβαση της δίκης, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι τα ανωτέρω νομικά ζητήματα ετέθησαν και στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και επιλύθηκαν με την υπ' αριθμ. 3/2020 απόφαση αυτού (άρθρο 179 εδαφ. β ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, κατ'άρθρο 116 παρ.1β του ιδίου νόμου, όπως το τελευταίο διαμορφώθηκε με το άρθρο 65 ν. 4871/2021, σε συνδυασμό με άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ` αριθμ.8191/2020 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης συγκροτούμενο από άλλον δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση. Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ