Αριθμός 1072/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Χαραλαμπία Σίμου, και Μαρία Βαρελά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιουλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Δ. Δ. του Ν. και 2) Μ. Μ. του Π., αμφοτέρων κατοίκων ..., που αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρανιώτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3183/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2013 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 615/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, για την κατά το άρθρο 224 παρ.2 στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται: α)ο μάρτυρας να έχει καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμόδιας για την εξέτασή του β)τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ)να υφίσταται άμεσος δόλος του που συνίσταται στη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε ήσαν ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46ν παρ.1α ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς, πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη η οποία μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο όπως με προτροπές, με παραινέσεις, με πειθώ, με φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξαρτήσεως. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και επί της ψευδορκίας μάρτυρος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠολΔ. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όμως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι: "Ο μηνυτής Θ. Μ. που διατηρούσε από το έτος 1986 βιοτεχνία ειδών συσκευασίας στην Αθήνα, περί το έτος 2000 άνοιξε και κατάστημα λιανικής πώλησης ειδών συσκευασίας επί της οδού ... 31-33 στην ..., προσλαμβάνονται ως υπάλληλο από το έτος 2001 την δεύτερη κατ/νη. Τον Οκτώβριο του 2002 ο μηνυτής λόγω του ότι σφραγίστηκαν κάποιες επιταγές εκδόσεώς του συνέστησε μεταξύ άλλων άτυπα αφανή εταιρία με την υπάλληλό του (δεύτερη κατ/νη), στην οποία εμφανής εταίρος ήταν η τελευταία, αφού κατέβαλε στον μηνυτή το ποσό των 30.000 ευρώ περίπου σταδιακά σε δόσεις με ποσοστό συμμετοχής 50%. Έτσι η αφανής εταιρία που λειτούργησε στο όνομα της 2ης κατ/νης και αρχικά είχε έδρα επί της οδού ... όπως προαναφέρθηκε και στην συνέχεια επί της οδού ... 76, είχε δε ως αντικείμενο εργασιών την πώληση ειδών συσκευασίας επίσης δώρων, περί το έτος 2004 αντιμετώπισε ταμειακή δυσχέρεια και γενικά οικονομικά προβλήματα. Για τον λόγο αυτό οι δύο εταίροι της στην προσπάθεια τους να εξεύρουν μετρητά και να αντιμετωπίσουν το οικονομικό πρόβλημα της εταιρίας τους αποφάσισαν από κοινού να προβούν σε ανταλλαγή επιταγών ευκολίας με τον Ε. Τ.. Με τον τελευταίο ήρθε σε επαφή ο μηνυτής, εν γνώσει όμως της δεύτερης κατ/νης. Στα πλαίσια αυτής της επικοινωνίας και επαφής ο μηνυτής υπόγραψε επιταγές εκδόσεως της 2ης κατ/νης με την συναίνεση όμως της τελευταίας, τις οποίες ακολούθως αντάλλαξε με τον Ε. Τ.. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών τα όσα κατέθεσε ο πρώτος κατ/νος (σύζυγος της 2ης) στις 12-9-2005 και 15-9-2005 και δη στις 12-9-2005 εξεταζόμενος ως μάρτυρας της (δεύτερης κατ/νης) από την Πταισματοδίκη Αθηνών στα πλαίσια ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε κατόπιν υποβολής στις 4-3-2005 εγκλήσεώς της σε βάρος του μηνυτή (Θ. Μ.) και δη ότι: "Πλήν όμως οι μηνυόμενοι από κοινού συμφώνησαν να εκδώσουν επιταγές" (εννοώντας τον νυν μηνυτή και τον Ε. Τ.) Ο δεύτερος μηνυόμενος πλαστογράφησε τις παραπάνω επιταγές ως προς την υπογραφή της συζύγου μου (2ης κατ/νης) μετά από συνεννόηση με τον πρώτο μηνυόμενο. Η σύζυγος μου - μηνύτρια εκεί - δεν έχει καμία εμπορική και οικονομική συναλλαγή ούτε γνώριζε κατ' όψη τον πρώτο μηνυόμενο (Ε. Τ.) είναι ψευδή, όπως επίσης ψευδή είναι και όσα ο ίδιος άνω πρώτος κατ/νος κατέθεσε στις 15-9-2005 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας της 2ης κατ/νης από την Πταισματοδίκη Αθηνών, στα πλαίσια ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε κατόπιν υποβολής (στις 30-3-2005) εγκλήσεως από την τελευταία επίσης σε βάρος του νυν μηνυτή και δη ότι: "... Η σύζυγος μου τον Ε. Τ. δεν είχε δει ποτέ στη ζωή της και δεν είχε μαζί του καμία εμπορική ή άλλου είδους συναλλαγή. Στο χρονικό διάστημα Ιούλιος 2004 - αρχές Ιανουαρίου 2005 οι μηνυόμενοι από κοινού με δόλο κατάρτισαν πλαστές επιταγές σε βάρος της συζύγου μου. Ειδικότερα εξέδωσαν, μεταξύ άλλων και τις επίδικες επιταγές δηλαδή μια επιταγή ποσού 4047 ευρώ λήξεως 31-1-2005 και ακόμη μια επιταγή ποσού 3276 ευρώ λήξεως 10-2-2005... Η σύζυγος μου δεν είχε καμία γνώση για τις άνω επιταγές ούτε είχε δώσει κάποια εντολή για την έκδοση τους καθώς επίσης δεν είχε καμία συναλλαγή όπως προανέφερα με τον Τ. που να δικαιολογεί την έκδοση τους. Ως προς όλα τα παραπάνω ο ίδιος ο κ. Μ. μου αποκάλυψε ότι τις επιταγές αυτές τις χρησιμοποίησε για να διευκολυνθεί οικονομικά αλλά και ο ίδιος ο Τ. ...". Ο πρώτος κατ/νος που είναι και σύζυγος της δεύτερης σήμερα κατ/νης, όταν κατέθεσε τα άνω ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, εγνώριζε ότι όλα αυτά ήσαν ψευδή, αφού ως σύζυγος της είχε άμεση αντίληψη των συμβάντων και γνώριζε την συναίνεση της εμφανούς εταίρου συζύγου του για την έκδοση των επιταγών αυτών προς διευκόλυνση της αφανούς εταιρίας, που αντιμετώπιζε και αυτή οικονομικά προβλήματα. Την απόφαση δε σ' αυτόν να καταθέσει ενόρκως τα άνω ψευδή πραγματικά περιστατικά κατά τις άνω ημερομηνίες ενώπιον του Πταισματοδίκη προς υποστήριξη των μηνυτών της, προκάλεσε η δεύτερη κατ/νη με συνεχείς προτροπές, πειθώ και φορτικότητα, και στην απόφασή του αυτή συντέλεσε και το γεγονός ότι εμμέσως και αυτός θα είχε συνέπειες, από την επιτυχή ή μη έκβαση των μηνύσεων αυτών της συζύγου του. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθούν ένοχοι οι κατ/νοι κατά το κατηγορητήριο, ως πρωτοδίκως, με το ελαφρυντικό πρότερου εντίμου βίου όμως, αφού αποδείχθηκε περαιτέρω ότι αυτοί μέχρι τους άνω, χρόνους τελέσεως των αδικημάτων διήγαν έντιμη οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική ζωή". Στην Αθήνα, στους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, τέλεσαν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: Α)Ο πρώτος κατηγορούμενος, Δ. Δ., στις 12-9-2005 και στις 15-9-2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα: 1) Στις 12-9-2005, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας της έκτης κατηγορουμένης από την 11η Πταισματοδίκη Αθηνών, στα πλαίσια ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε κατόπιν υποβολής (στις 4-3-2005) εγκλήσεως (που έλαβε ABM Α05/1077) από την έκτη εκ των κατηγορουμένων σε βάρος του εγκαλούντος Θ. Μ., κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς, μεταξύ άλλων, τα κάτωθι: "... Πλην όμως οι μηνυόμενοι από κοινού συμφώνησαν να εκδώσουν επιταγές.... Ο δεύτερος μηνυόμενος πλαστογράφησε τις παραπάνω επιταγές ως προς την υπογραφή της συζύγου μου μετά από συνεννόηση με τον πρώτο μηνυόμενο. Η σύζυγος μου -η μηνύτρια- δεν έχει καμία εμπορική και οικονομική συναλλαγή ούτε γνώριζε κατ' όψιν τον πρώτο μηνυόμενο". Όλα δε τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθώς η αλήθεια, την οποία ο κατηγορούμενος καλώς εγνώριζε, ήταν α) ότι η σύζυγος του και μηνύτρια (έκτη εκ των κατηγορουμένων) ενημερωνόταν καθημερινά και είχε πλήρη γνώση για τις επιταγές που εκδίδονταν για λογαριασμό της αφανούς εταιρίας που είχε συστήσει με τον εγκαλούντα, β) ότι η συμπλήρωση των εν λόγω επιταγών ευκολίας έλαβε χώρα με τη γνώση και τη συναίνεση της, γ) ότι η σύζυγος του γνώριζε ότι γινόταν ανταλλαγή επιταγών με τον πρώτο μηνυόμενο και δ) ότι η σύζυγος του γνώριζε τον πρώτο μηνυόμενο, αφού είχε υπάρξει και τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ τους. 2) Στις 15-9-2005, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας της έκτης κατηγορουμένης από την 30ή Πταισματοδίκη Αθηνών, στα πλαίσια ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε κατόπιν υποβολής (στις 30-3-2005) εγκλήσεως (που έλαβε ΑΒΜ Α05/1463) από την έκτη εκ των κατηγορουμένων σε βάρος του εγκαλούντος Θ. Μ., κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς, μεταξύ άλλων, τα κάτωθι: "... Η σύζυγος μου τον κ. Ε. Τ. δεν είχε δει ποτέ στην ζωή της και δεν είχε μαζί του καμία εμπορική ή άλλου είδους συναλλαγή. Στο χρονικό διάστημα Ιούλιος 2004 αρχές Ιανουαρίου 2005 οι μηνυόμενοι από κοινού με δόλο κατάρτισαν πλαστές επιταγές σε βάρος της συζύγου μου: Ειδικότερα εξέδωσαν, μεταξύ άλλων, και τις επίδικες επιταγές δηλαδή μία επιταγή ποσού 4.047 ευρώ λήξεως 31-1-2005 και ακόμη μία επιταγή ποσού 3.276 ευρώ λήξεως 10-2-2005... Η σύζυγος μου δεν είχε καμία γνώση για τις ως άνω επιταγές ούτε είχε δώσει κάποια εντολή για την έκδοσή τους καθώς επίσης δεν είχε καμία συναλλαγή όπως προανέφερα με τον Τ. που να δικαιολογεί την έκδοση τους. Ως προς όλα τα παραπάνω ο ίδιος ο κ. Μ. μου αποκάλυψε ότι τις επιταγές αυτές τις χρησιμοποίησε για να διευκολυνθεί οικονομικά ο ίδιος αλλά και ο κ. Τ. ... Όλα δε τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθώς η αλήθεια, την οποία ο κατηγορούμενος καλώς εγνώριζε, ήταν α) ότι η σύζυγός του και μηνύτρια (έκτη εκ των κατηγορουμένων) ενημερωνόταν καθημερινά και είχε πλήρη γνώση για τις επιταγές που εκδίδονταν για λογαριασμό της αφανούς εταιρίας που είχε συστήσει με τον εγκαλούντα, β) ότι η συμπλήρωση των εν λόγω επιταγών ευκολίας έλαβε χώρα με τη γνώση και τη συναίνεσή της, γ) ότι η σύζυγός του γνώριζε ότι γινόταν ανταλλαγή επιταγών με τον πρώτο μηνυόμενο, δ) ότι η σύζυγός του γνώριζε τον πρώτο μηνυόμενο, αφού είχε υπάρξει και τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ τους και ε) ότι ουδέποτε ο εγκαλών του αποκάλυψε ότι χρησιμοποίησε τις εν λόγω επιταγές για να διευκολυνθεί οικονομικά ο ίδιος αλλά και ο κ. Τ.. Β) Η 2η κατηγορουμένη, Μ. Μ., στις 12-9-2005 και στις 15-9-2005, τέλεσε με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και ενεργώντας με πρόθεση, προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που τελικά διέπραξε και ειδικότερα, παρακινώντας τον πρώτο, κατηγορούμενο με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παρακλήσεις, προκάλεσε: 1) στις 12-9-2005 και στις 15-9-2005 σε αυτόν την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, όπως αυτή αναλυτικά περιγράφεται υπό στοιχείο Α [ΑΙ και Α2] του παρόντος". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1α και 224 παρ.2-1 και 227 παρ.1 ΠΚ. Οι αντίθετες επι μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες αφού: α)αναφέρονται η αρμόδια αρχή ενώπιον της οποίας κατέθεσε ως μάρτυς ο φυσικός αυτουργός της αξιόποινης πράξης, τα ψευδή περιστατικά που κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τους και ο τρόπος με τον οποίο παρήγαγε η ηθική αυτουργός την απόφαση στο φυσικό αυτουργό να καταθέσει τα ψευδή περιστατικά. β)παραθέτει η απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος και δεν χρειαζόταν αναφορά και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά η αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους. Διαλαμβάνεται ότι ως αποδεικτικό μέσο λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και δεν καταλείπεται αμφιβολία για τη λήψη τους υπόψη αφού σε αυτά τα έγγραφα βασίζονται κυρίως, όπως προκύπτει, από όλο το περιεχόμενό τους, οι παραδοχές της αποφάσεως για τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε γ)η γνώση της αναλήθειας των κατατεθέντων γεγονότων θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη και γνώση των αναιρεσειόντων, της δεύτερης ως εκ της αμέσου εμπλοκής της και του πρώτου αναιρεσείοντα ως εκ της σχέσεως αυτού με τη δεύτερη και της άμεσης αντίληψης αυτού για την επαγγελματική σχέση της ιδίας με τον εγκαλούντα και δ)το δικαστήριο εκ του νόμου ήταν υποχρεωμένο να επιβάλλει και την παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων είναι, πλέον, υποχρεωτική, επί καταδίκης για ψευδορκία μάρτυρα, αδιακρίτως ύψους της κυρίας ποινής και αφού στην προκειμένη περίπτωση, επιβλήθηκε το κατώτερο προβλεπόμενο ύψος της παρεπόμενης ποινής δεν ήταν απαραίτητη περαιτέρω αιτιολογία. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ' ΚΠΔ με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη για την κατάφαση της ενοχής τους και άλλα έγγραφα, εκτός από εκείνα που ανέγνωσε. Ο λόγος αυτός εκ των άρθρων 171 παρ.1 περ.δ' και 510 παρ.1 περ.Α' ΚΠΔ όπως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον οι αιτούντες δεν προσδιορίζουν τα έγγραφα που θεωρούν ότι λήφθηκαν υπόψη χωρίς να αναγνωστούν, σε κάθε δε περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως τα οποία δεν προσεβλήθησαν ως πλαστά και τις παραδοχές της αποφάσεως δεν προκύπτει η λήψη υπόψη και άλλων εγγράφων εκτός εκείνων που αναγνώστηκαν. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 14 Μαΐου 2013 αίτηση των Δ. Δ. του Ν. και Μ. Μ. του Π. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3183/10-4-2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-5-2013 αίτηση των Δ. Δ. του Ν. και Μ. Μ. του Π. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3183/10-4-2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Και Επιβάλλει σε κάθε ένα από τους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ