Αριθμός 1559/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρείας Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορική και Αντιπροσωπειών" και τον δ.τ. "... Α.Ε." πρώην "... Α.Ε", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γάτσιου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2)παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Γ. Κ. του Γ.,κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 16563/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1361/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθ. 249 εδ. α` KΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης, εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγήν έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθ. 573 § 1 KΠολΔ μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται, εν όλω ή εν μέρει, από την επίλυση του νομικού ζητήματος που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού (ΑΠ 271/2020, 901/2017). Κατά το άρθρο 8 παρ. 2 και 3 του ν. 1876/1990 οι υπόλοιπες, πλην των εθνικών γενικών, συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του νόμου αυτού (παρ. 2). Εφ' όσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της ισχύουν υποχρεωτικά και στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων που απασχολούνται από τον εν λόγω εργοδότη (παρ. 3). Κατά δε το άρθρο 9 του ίδιου νόμου 1876/1990, όπως αυτό ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 4046/2012 και της κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτή εκδοθείσης υπ' αριθ. 6/2012 ΠΥΣ, "1. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε συλλογική σύμβαση εργασίας, που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος. 2. Η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. 3. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν για τη συλλογική σύμβαση εργασίας αναδρομική ισχύ έως την ημέρα της λήξης ή της καταγγελίας της προηγούμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας, από την οποία αρχίζει να υπολογίζεται η διάρκειά της και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει προηγούμενη συλλογική σύμβαση εργασίας, από την έναρξη των διαπραγματεύσεων. 4. Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8. 5. Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, με αριθμό 6/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του 4046/2012" (Φ.Ε.Κ. Τεύχος Α' 38/28.2.2012): "1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν, 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι από τις ΣΣΕ δεσμεύονται κατ' αρχήν οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τους εργαζομένους και τους εργοδότες αυτούς καταλαμβάνει και η μετενέργεια των ΣΣΕ. Από την διάταξη δε της παραγράφου 4 της ως άνω ΠΥΣ υπ' αριθ. 6/2012 συνάγεται επίσης ότι οι ΣΣΕ, που έληξαν ή καταγγέλθηκαν εντός του τελευταίου εξαμήνου, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012, εξακολουθούν να ισχύουν για ένα τρίμηνο, ήτοι από τις 14.2.2012 έως τις 14.5.2012 και δεσμεύουν όπως προαναφέρθηκε τους εργαζομένους και τους εργοδότες που συμβλήθηκαν σ' αυτές. Εξ άλλου σύμφωνα με τη γενική "αρχή της εύνοιας" υπέρ των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, η προσπάθεια αναζήτησης της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εκμισθωτή της εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στο συσχετισμό μεταξύ συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν εν δυνάμει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε συγκεκριμένη περίπτωση (π.χ. νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης κ.λπ.). Με βάση, λοιπόν, την "αρχή της εύνοιας" υπέρ των μισθωτών, που ήδη προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, "οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους". Αυτό συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΣΣΕ) περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας και, ως εκ τούτου, απαγορεύουν την τυχόν δυσμενέστερη ρύθμιση με μια ατομική σύμβαση, όχι, όμως, και την δι' αυτής βελτίωση της προστασίας των εργαζόμενων. Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων". Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ολΑΠ 1/2007, ΑΠ 692/2014). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη, η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την εργασία που παρέχει στον πρώτο την αμοιβή, που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ που καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 773/2017, 692/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του KΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117- 118 του ίδιου Κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύµφωνα µε τον νόµο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτηµα. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, µε την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από την εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις, όπως προσαυξήσεις αμοιβής υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας, καταβολή επιδομάτων που προβλέπονται από ΣΣΕ ή απόφαση διαιτησίας κλπ, πρέπει να διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο ως στοιχεία θεμελιωτικά των αξιώσεων του ενάγοντος η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, η παροχή της εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 1561/2011). Εφόσον δε με την αγωγή διώκεται η καταβολή διαφορών αποδοχών κλπ που προκύπτουν από τη μη εφαρμογή συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, για το ορισμένο αυτής πρέπει να γίνει διάκριση περί του εάν η ως άνω ΣΣΕ ή ΔΑ, έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή όχι. Στην πρώτη περίπτωση οι υποχρεωτικά δεσμευτικές ΣΣΕ ή ΔΑ αποτελούν στην ουσία νόμο του κράτους, η δε εφαρμογή ή μη αυτών στην επίδικη διαφορά αποτελεί το κατ` εξοχήν δικαιοδοτικό έργο του δικαστή και, εφόσον αναφέρονται στην αγωγή τα περιστατικά (είδος εργασίας, χρόνος κατάρτισης της εργασιακής σχέσης, ο συμφωνηθείς μισθός, είδος επιχείρησης όπου παρέχεται η εργασία), από τα οποία το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ποια ΣΣΕ είχε καταστεί υποχρεωτική και αν αυτή καταλαμβάνει την επίδικη σχέση, ο ενάγων δεν απαιτείται να αναφέρει ειδικά αυτή. Στην περίπτωση όμως που η ΣΣΕ ή η ΔΑ δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, εάν ο εργαζόμενος επικαλείται την ισχύ αυτής και την εφαρμογή της στην επίδικη εργασιακή σχέση, η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω μη υποχρεωτικών ΣΣΕ και ΔΑ, αποτελεί προϋπόθεση της γέννησης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής (ΑΠ 921/2020). Και το στοιχείο αυτό όμως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των ΣΣΕ, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ, που δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του. Στην περίπτωση που ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη ΣΣΕ, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται να επικαλεσθεί, κατ` επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ. β`του KΠολΔ και να αποδείξει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 του KΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αυτό όμως δεν απαιτείται, στην περίπτωση που η ισχύς της ΣΣΕ ή ΔΑ, στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα ανωτέρω, με την κήρυξή της ως γενικά υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή της, όπως είναι η υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, το επάγγελμα ή ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, οπότε στην περίπτωση αυτή η αγωγή δεν πάσχει αοριστίας (ΑΠ 921/2020, ΑΠ 723/2011, ΑΠ 74/2009). Τα ανωτέρω δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, αφού οι κανονιστικοί όροι αυτής ισχύουν υποχρεωτικά για όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησης του ιδίου εργοδότη, ανεξαρτήτως δηλαδή της ιδιότητας αυτών ως μελών του επιχειρησιακού σωματείου, κατ` άρθρο 8 παρ. 3 Ν 1876/1990 (ΑΠ 1465/2022, 127/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δυο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα κατ` επίκληση παραβιάσεων από τους αρ. 14 και 8 του άρθρου 559 του KΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες; α) ότι εσφαλμένα απέρριψε αυτή τον ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής για τις μισθολογικές αξιώσεις των επίδικων ετών 2010 και 2011 και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, εφόσον δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε ειδικά την ιδιότητα αυτής και της ενάγουσας ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων ώστε να έχει εφαρμογή η ΔΑ 51/2010 και η τελευταία δεν συμπλήρωσε επιτρεπτά την αγωγή της, ότι αυτή και η αναιρεσείουσα είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ούτε, περαιτέρω, επικαλέσθηκε η ενάγουσα στην αγωγή της ότι η επίμαχη ΔΑ είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας της, εφόσον για να καταστεί συγκεκριμένος όρος ΣΣΕ και όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, β) ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως ορισμένη την εναντίον της αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη του πράγματα για τη θεμελίωση του δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου, που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και συγκεκριμένα τη θεώρησε ορισμένη, ενώ δεν αναφέρεται σε αυτή για την πληρότητά της ότι υπήρχε συμφωνία, κατ` άρθρο 361 ΑΚ, μεταξύ των διαδίκων μερών, ως προς τον τρόπο μισθοδοσίας της αναιρεσιβλήτου, κατά τα κρίσιμα έτη 2010 και 2011, με παραπομπή στην έχουσα κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ΔΑ 11/2008, ήτοι η ενάγουσα δεν αναφέρει στην αγωγή της ότι οι όροι της ΔΑ 11/2008 είχαν καταστεί με κοινή συμφωνία τους, όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας και κατά συνέπεια, μετά τη λήξη της ως άνω ΔΑ στις 31-12-2009 με καταγγελία, οι κανονιστικοί όροι αυτής δεν μπορούσαν πλέον να εφαρμοσθούν στην επίδικη ατομική εργασιακή σχέση της αναιρεσιβλήτου, τόσο κατά τη διάρκεια του αρχικού εξαμήνου, όσο και κατά το στάδιο της μετενέργειας, αφού η αναιρεσίβλητη δεν πρότεινε πρωτοδίκως, κατ` επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, ότι ήταν μέλος της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κατήρτισε την ως άνω με αριθ. 11/2008 Δ.Α. Εν προκειμένω, ως προς την ερμηνεία των άρθρων 8 παρ. 2, 9 παρ. 4 και 5 και 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, αναφορικά με το ζήτημα της ισχύος και εφαρμογής των κανονιστικών όρων έχουσας κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικής ΣΣΕ ή ΔΑ, η οποία έχει λήξει καθοιονδήποτε τρόπο, τόσο κατά τη διάρκεια του αρχικού εξαμήνου από τη λήξη αυτής, όσο και μετά την πάροδο αυτού κατά τη διάρκεια της μετενέργειας στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, (και) στις περιπτώσεις όπου ο εργαζόμενος ή ο εργοδότης ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατήρτισαν αυτές, μέχρι την καθοιονδήποτε τρόπο λύση ή τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας, χωρίς ν` απαιτείται κατά νόμο η κατάρτιση ειδικής περί τούτου συμφωνίας (άρθρο 361 ΑΚ) για το στάδιο αυτό, ζήτημα από το οποίο εξαρτάται η ευδοκίμηση ή μη των ως άνω λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, εν όψει των διακυμάνσεων της αναιρετικής νομολογίας, εκδόθηκε η 1465/2022 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε το σχετικό ζήτημα, ως ενέχον γενικότερο ενδιαφέρον, στην πλήρη ολομέλεια αυτού, η οποία δεν έχει αποφανθεί ακόμη. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 KΠολΔ και πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της (πρβλ. ΑΠ 355/2014). Συνεπώς, συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής (αναστολής), κατ` άρθ. 249 KΠολΔ, της συζήτησης της ένδικης αίτησης, εωσότου εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει τη συζήτηση της, από 15-12-2020, αίτησης αναίρεσης της 1361/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ` αυτήν με την 1465/2022 απόφαση του Β2` Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ