Αριθμός 1366/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ανδρέα Ξένο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου), Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά και Πάνο Πετρόπουλο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου -Κατσαβριά) -Εισηγητή , Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3102/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Με κατηγορούμενο τον Χ. Κ. του Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο το Αντώνιο Πεπελάση και πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "..." η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 10/9 Φεβρουαρίου 2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελπινίκης Τσιφτσή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 224/12. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση κάθε αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, έστω και αν αυτή, όπως απαγγέλθηκε, προσβάλλεται με έφεση. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμον όροι. Περαιτέρω κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το Ν.Δ.1325/1972): "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Κατά την παρ. 5 εδ. α του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006: "η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υπόχρεου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της". Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95 "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της Α.Ε. και επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας, Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (ΟλΑΠ 1096/76). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 4/2006). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 8 του ν 2190/1920, που προστέθηκε με το άρθρο 27 παρ. 7 του Ν 3604/2007: Τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου υπογράφονται από τον πρόεδρο ή άλλο πρόσωπο που ορίζεται προς τούτο από το καταστατικό. Αντίγραφα των πρακτικών εκδίδονται επισήμως από τα πρόσωπα αυτά, χωρίς να απαιτείται άλλη επικύρωσή τους". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι ο πρόεδρος του ΔΣ εγκύρως εκδίδει αντίγραφα των πρακτικών του ΔΣ. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, κατόπιν της από 11-2-2010 εγκλήσεως της εδρεύουσας στην …Α.Ε. με την επωνυμία "..." ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου Χ. Κ. του Π., για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην …, παραπέμφθηκε δε να δικασθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως. Το άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3102/2011 απόφασή του έπαυσε οριστικά την, κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη με την εξής αιτιολογία ""... από το αντίγραφο του με αριθμό 311/27-1-2010 πρακτικού του Δ.Σ. της εταιρίας με την επωνυμία "...", που επισυνάπτεται στην από 11-2-2010 έγκληση αυτής κατά του κατηγορουμένου Χ. Κ. του Π. για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, προκύπτει ότι τέσσερα από τα πέντε συνολικά μέλη του Δ.Σ. αυτής εξουσιοδότησαν τους δικηγόρους του Δ.Σ. Αλεξανδρούπολης Πέτρο Αλεπάκο και Χρυσούλα Αλεξάκη, ενεργώντας από κοινού ή κατά μόνας, να υποβάλλουν την άνω έγκληση. Στη συνέχεια, ο δικηγόρος Πέτρος Αλεπάκος προέβη στην υποβολή της έγκλησης, προσκομίζοντας ως νομιμοποιητικό έγγραφο το προαναφερόμενο πρακτικό του Δ.Σ, της εγκαλούσας εταιρίας, που έφερε τις υπογραφές όλων των παρόντων μελών της, πλην όμως, βεβαιωνόταν μόνον το γνήσιο της υπογραφής του Προέδρου αυτής, Ε. Π. Η κατ' αυτόν τον τρόπο χορηγηθείσα πληρεξουσιότητα είναι παράτυπη. Καθώς...όταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι ανώνυμης εταιρίας, εν προκειμένω τα μέλη του Δ.Σ. αυτής, εξουσιοδοτούν τρίτο πρόσωπο για τη διενέργεια πράξης εκπροσώπησης της εταιρίας, χωρίς σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό αυτής το πρόσωπο αυτό δεν είναι υποκατάστατο όργανο αλλά πληρεξούσιος, απαιτείται δε η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής όλων των παρεχόντων την πληρεξουσιότητα... Ακολούθως...θα πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, αφού η αρχική έγκληση δεν υποβλήθηκε νομότυπα, ενώ έχει ήδη παρέλθει διάστημα τριών μηνών από το χρόνο που εγκαλούσα πληροφορήθηκε την τέλεση της σε βάρος της άδικης πράξης και του δράστη αυτής και ειδικότερα από το χρόνο σφράγισης καθεμιάς των επίδικων επιταγών, στις 18-11-2009. στις 30-11-2009, στις 10-12-2009, στις 10-12-2009 και στις 10-12-2009 αντίστοιχα". Με τα δεδομένα αυτά, είναι φανερό, ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος (κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης) ενήργησε ως απλός εντολοδόχος του Δ.Σ. της Α.Ε. για την εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξεως που του ανατέθηκε, και όχι ως υποκατάστατος του Δ.Σ. αυτής, (ως όργανο εκπροσωπήσεως της Α.Ε), και επομένως ήταν αναγκαίο το εξουσιοδοτικό της έγγραφο, που υποβλήθηκε μαζί με τη μήνυση, να φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής τους από Αρχή ή δικηγόρο. Όμως εξουσιοδοτικό έγγραφο που υποβλήθηκε μαζί με τη μήνυση, το οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή του για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, είναι το σε ακριβές αντίγραφο σε απόσπασμα του από 27-1-2010 πρακτικού του Δ.Σ. που παρείχε την εξουσιοδότηση για την υποβολή της εγκλήσεως, το εξέδωσε δε ο Πρόεδρος του ΔΣ Ε. Π., και ο δικηγόρος Γεράσιμος Γασπαρινάτος βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής του επικυρώσαντος Προέδρου του ΔΣ και, συνεπώς, η βεβαίωση αυτή ενέχει και βεβαίωση της γνησιότητας των υπογραφών όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, διότι ο πρόεδρος του ΔΣ της ΑΕ μπορούσε, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 8 του ν 2190/1920, με την σύννομη έκδοση αντιγράφου, να βεβαιώσει το γνήσιο των υπογραφών των μελών του ΔΣ. Συνεπώς, η έγκληση υποβλήθηκε εγκύρως από τον εξουσιοδοτηθέντα με το άνω πρακτικό του Δ.Σ. δικηγόρο, και το Δικαστήριο με το να δεχθεί, με την άνω αιτιολογία, ότι η ανωτέρω έγκληση δεν είχε υποβληθεί νομότυπα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, υπερέβη την εξουσία του. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, μοναδικού λόγου αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 3102/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ