Αριθμός 390/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Λ. του Γ., 2) Π. Λ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γερασιμούλα Σιμωνετάτου και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζύγου Δ. Ρ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κανελλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2005 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 326/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 29/6/2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 651/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 326/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 2/2022 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/4/2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 06.04.2022 και με αύξ. αριθ. κατάθ.... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2/14.01.2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της έφεσης της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ.81/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 651/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου, που είχε αναιρέσει την υπ' αριθ. 326/2015 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία είχε απορριφθεί η έφεση της αναιρεσίβλητης και επικυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση που είχε κάνει δεκτή, κατά την επικουρική της βάση, την αγωγή της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας, στη θέση της οποίας υπεισήλθαν, ως καθολικοί διάδοχοι, οι ήδη αναιρεσείοντες, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ανάκλησης της προς αυτήν γενομένης δωρεάς του αποβιώσαντος ήδη δωρητή της, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η αναιρεσίβλητη. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο Πατρών δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την προαναφερόμενη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, κατά το μέρος που είχε κάνει δεκτή την επικουρική βάση της αγωγής, και επαναδικάζοντας την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγό του ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Από την πιο πάνω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι για την ανάκληση της δωρεάς απαιτείται παράπτωμα του δωρεοδόχου, το οποίο να είναι βαρύ και να συνιστά αχαριστία αυτού. Ως αχαριστία, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που κρατούν στην κοινωνία, η οποία πρέπει να οφείλεται σε υπαιτιότητά του και είναι δυνατόν να του καταλογιστεί. Πρέπει, δηλαδή, ο δωρεοδόχος να εξέλθει από την παθητική απλώς κατάσταση της αγνωμοσύνης και να προβεί έναντι του δωρητή σε ενέργειες ένοχες, που συνιστούν βαρύ παράπτωμα έναντι αυτού και των λοιπών ως άνω προσώπων, η αντικοινωνική δε συμπεριφορά ή διαγωγή του να προσβάλλει άμεσα αγαθά αυτών, ώστε να μαρτυρεί έναντι αυτού αχαριστία. Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια. Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 39/2021, ΑΠ 515/2020, ΑΠ 35/2020,ΑΠ 1439/2017,ΑΠ 726/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 655/2014, AΠ 1429/2013). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε(ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που κατά το νόμο είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της αποφάσεώς του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε(ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013). Η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή (ΟλΑΠ 24/1992,ΑΠ 590/2019, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 951/2013). Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου(ΑΠ 335/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι, προκειμένου το Εφετείο Πατρών να αιτιολογήσει αν πληρούται στην υπό κρίση περίπτωση το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, και ως εκ τούτου αν συνέτρεχαν ή μη οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 505 ΑΚ, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές παραδοχές. Από δε την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος της τα ακόλουθα "Δυνάμει της υπ` αριθµ... πράξης δωρεάς εν ζωή οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Δ. Α. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο αρχικώς εναγόμενος, Κ. Μ., (ήδη αποβιώσας, στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος, η ήδη αναιρεσίβλητη), ο οποίος συμβλήθηκε δια του Π. Λ. του Γ. και της Π., που ενεργούσε ως πληρεξούσιος αυτού, δυνάμει ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας (που του χορηγήθηκε με το υπ' αριθμ. ..πληρεξούσιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου), μεταβίβασε στην ενάγουσα και εν προκειμένω εφεσίβλητη, Π. Λ.(ήδη αποβιώσασα, στη θέση της οποίας υπεισήλθαν, ως καθολικοί διάδοχοι, οι ήδη αναιρεσείοντες), τα κατωτέρω περιγραφόμενα ακίνητα και συγκεκριμένα: α) το υπό στοιχεία Α - 2 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο που βρίσκεται στο ... ... , εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Χαλανδρίου, στο υπ` αριθµ….., επί των οδών ... επιφάνειας 105 τ.µ. ... και β) το υπό στοιχεία …διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο πού βρίσκεται στο ..., στο υπ` αριθµ…., επί της διασταύρωσης των οδών …(πρώην Χολαργού) και ... αρ. .. , επιφανείας 56,51 τ.µ., ... Από την επισκόπηση της ανωτέρω πράξης δωρεάς προκύπτει ότι ο αφενός συμβληθείς, όπως κατά τα ανωτέρω εκπροσωπήθηκε, δήλωσε ότι δώριζε τις προηγουμένως περιγραφείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, λόγω δωρεάς εν ζωή, ισχυρής και αμετάκλητης, στην αφετέρου συμβληθείσα, Π. σύζυγο Γ. Λ., το γένος Γ. και Χ. Μ. (ενάγουσα), καθώς και ότι η δωρεά αυτή γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για λόγους ευπρέπειας και επιπλέον σε ένδειξη ιδιαίτερης αγάπης και ευγνωμοσύνης του δωρητή προς την δωρεοδόχο, ενώ η τελευταία (ενάγουσα) δήλωσε ότι αποδεχόταν με ευγνωμοσύνη τη δωρεά που της έγινε, ευχαριστώντας τον δωρητή της και δηλώνοντας ότι παρέλαβε την κυριότητα των παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, αναλαμβάνοντας παράλληλα τα σχετικώς απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις, σύμφωνα με όσα σχετικώς διελήφθησαν στο πιο πάνω συμβόλαιο. Όμως λίγους μήνες αργότερα και συγκεκριμένα την 3/1/2005, ο προαναφερόμενος δωρητής προέβη στην ανάκληση της συσταθείσας κατά τα ανωτέρω δωρεάς, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης ανακλήσεως δωρεάς εν ζωή οριζοντίων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Αιγίου Γ. Σ., που έχει κατ` ακριβή μεταφορά του οικείου τμήματός της το ακόλουθο περιεχόμενο: "Ο δωρητής Κ. Μ. μέχρι του χρόνου συστάσεως της ως άνω δωρεάς εν ζωή ήτο μόνιμος κάτοικος ..., ενώ η δωρεοδόχος ανεψιά του Π. σύζυγος Γ. Λ. ήταν και παραμένει μόνιμος κάτοικος .... Ο σκοπός για τον οποίο συστήθηκε η ως άνω δωρεά εν ζωή ήτο όπως η δωρεοδόχος αναλάβει τον υπέργηρο δωρητή θείο της στην οικία της μετά το πέρας του θέρους του περασμένου έτους 2004 αναλαμβάνουσα την υποχρέωση της παροχής προς αυτόν συνεχούς φροντίδας και συγκεκριμένα αναλαμβάνουσα την υποχρέωση να μεριμνά γι' αυτόν, να τον φροντίζει, να του παρέχει στέγη, τροφή, συμπαράσταση, να νοιάζεται για την υγεία του, την ψυχαγωγία του, την συμπεριφορά του και γενικά την ευπρεπή διαβίωσή του έως το τέλος του βίου του. Με τις εν λόγω υποσχέσεις συστήθηκε η δωρεά συνεπεία του γεγονότος ότι ο δωρητής στερείται κατιόντων και συζύγου και από τις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου του περασμένου έτους 2004 η ως άνω δωρεοδόχος θα έπρεπε κατά τη συμφωνία με το θείο της να τον παραλάβει από την οικία του στο ... και να τον φέρει στο σπίτι της στην .... Αντί να τηρήσει αυτή την υπόσχεσή της κατά τρόπο περίεργο και απαράδεκτο μετέφερε τον ως άνω δωρητή θείο της στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο Αθηνών για να νοσηλευτεί δήθεν για τις ασθένειες από τις οποίες πάσχει (πάρκινσον και ζάχαρο), πράγμα αναληθές αφού αυτός προς το παρόν δεν χρειάζεται νοσοκομειακής περίθαλψης και διαβιώνει με τη χορήγηση των απαραίτητων φαρμάκων. Έγκλειστος και απομονωμένος ο δωρητής για χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών περίπου στο παραπάνω Νοσοκομείο με τη συνδρομή μόνο μιας αποκλειστικής νοσοκόμας και χωρίς να δεχτεί καμιά επίσκεψη από τη δωρεοδόχο ή άλλο προσφιλές άτομο και χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα και συμπαράσταση περιήλθε σε κατάσταση απόγνωσης και έντονης μελαγχολίας με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να καλέσει τον Σεβασμιότατο Α., Μητροπολίτη της Ιεράς Μητροπόλεως … με σκοπό να τον παραλάβει από το παραπάνω Νοσοκομείο - αφού η κατάσταση της υγείας του κλονίστηκε σοβαρά και επιδεινώθηκε από το αίσθημα της εγκατάλειψης και της απομόνωσης που του δημιουργήθηκε και να τον μεταφέρει στο Γηροκομείο της Μητρόπολης που βρίσκεται στο …και συγκεκριμένα στο Εκκλησιαστικό Ίδρυμα "…." για να τύχει σχετικής φροντίδας και ζεστασιάς όπερ και εγένετο έως τούδε, που κάνει την ανάκληση της δωρεάς, την οποία είχε συστήσει λόγω παραπλανήσεώς του από τις υποσχέσεις της δωρεοδόχου. Ακόμα ο ως άνω εμφανισθείς δήλωσε, ότι καίτοι η ως άνω δωρεά είχε συσταθεί µε τον όρο της αδιάκοπης περιποιήσεως και φροντίδας αυτού υπό της παραπάνω δωρεοδόχου ανεψιάς του, οπότε αυτή είχε αναλάβει έναντι αυτού, όπως προαναφέρθηκε, την υποχρέωση να μεριμνά και να φροντίζει γι` αυτόν, να του παρέχει στέγη, τροφή, συμπαράσταση, να νοιάζεται για την υγεία του, την ψυχαγωγία του, την συμπεριφορά του και γενικά την ευπρεπή διαβίωσή του, απεναντίας αυτή (η δωρεοδόχος) ουδέποτε έπραξε τούτο, αλλά µε τις προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις της που είναι κοινωνικά αποδοκιμαστέες και αντίθετες προς τους κανόνες δικαίου και τις κοινωνικές αντιλήψεις για την ηθική και την ευπρέπεια, εδείχθη αχάριστη και έτσι παρέβη τις υποχρεώσεις της που είχε αναλάβει µε τη σύμβαση της δωρεάς. Κατόπιν τούτου ο εμφανισθείς Κ. Μ. δηλώνει ρητά ότι ανακαλεί την παραπάνω δωρεά εν ζωή, θεωρώντας αυτή άκυρη, ανίσχυρη και σαν να µην έγινε ποτέ ... . Η συγκεκριμένη πράξη ανακλήσεως επιδόθηκε στην ενάγουσα-εφεσίβλητη την 7.1.2005, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του επιδόσαντος αυτή δικαστικού επιμελητή, Α. Δ.. Από την παράθεση των διαληφθέντων στη συσταθείσα µε την προαναφερόμενη υπ' αριθµ. ... πράξη δωρεάς, αποδεικνύεται ότι κανένας από τους παραπάνω όρους ή άλλος συναφής µε αυτούς δεν συμπεριλαμβανόταν στο συνταχθέν σχετικώς συμβόλαιο, µε αποτέλεσμα η παραπάνω δωρεά να µην τελεί υπό οποιαδήποτε αίρεση ή τρόπο, καθόσον κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν συμφωνήθηκε στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο, ενώ εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι η κύρια βάση της αγωγής, περί ανέκκλητου της επίδικης δωρεάς, ως συσταθείσας από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 81/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, η οποία δέχθηκε ότι η εν λόγω δωρεά δεν είχε την έννοια της εκπλήρωσης από το δωρητή κάποιου ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντός του προς τη δωρεοδόχο, παρά τα σχετικώς αναγραφόμενα κατά το τυπικό στην ανωτέρω πράξη, η δε κρίση αυτή δεν πλήττεται με σχετικό λόγο έφεσης και ως εκ τούτου κατά το μέρος αυτό, η ως άνω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη. Κατόπιν της ανωτέρω ανάκλησης ο αρχικός εναγόμενος με την από 19/4/2005 εξώδικη δήλωση πρόσκληση και γνωστοποίηση (το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στη µεταγενέστερη με ημερομηνία από 26/4/2005 εξώδικη έγγραφη δήλωση πρόσκληση της αρχικώς ενάγουσας) ενέμεινε στην ανάκληση της συσταθείσας κατά τα παραπάνω δωρεάς, θέτοντας παράλληλα προθεσμία για την απόδοση των δωρηθέντων ακινήτων και δηλώνοντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα στρεφόταν δικαστικώς εναντίον της αρχικώς ενάγουσας. Σε απάντηση της εν λόγω εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης του αρχικώς εναγόμενου η ενάγουσα κοινοποίησε σε αυτόν στις 4/5/2005 την από 26/4/2005 εξώδικη έγγραφη δήλωση - πρόσκληση, όπου, προς αποκατάσταση της αλήθειας, όπως η εν λόγω διάδικος ισχυριζόταν, αντέτεινε ότι: α) ουδέποτε η συσταθείσα κατά τα ανωτέρω δωρεά - εξαρτήθηκε από τον όρο ή την υπόσχεση να του παράσχει στέγη, τροφή, συμπαράσταση και εν γένει φροντίδα, καθώς, σύμφωνα µε τα αναφερόμενα στο έγγραφο αυτό, την ηθική αυτή υποχρέωση έναντί του την είχε αναλάβει αυτοβούλως από πολλών ετών, χωρίς ποτέ να εξαρτήσει την παροχή αυτή από οποιουδήποτε είδους "αντιπαροχή", β)ουδέποτε τέθηκε θέμα μεταφοράς ή παραλαβής του στην οικία της στην Αθήνα, διότι αυτός (αρχικώς εναγόμενος) κάθε χρόνο, είτε επ` ευκαιρία των περιόδων των εορτών, είτε και οποτεδήποτε άλλοτε, μετέβαινε στην Αθήνα, όπου διέμενε για όσο χρονικό διάστημα επιθυμούσε, λογιζόµενος ως µέλος της οικογένειάς της, µε την επιπρόσθετη μνεία ότι χάριν της άνεσής του και της ανεξαρτησίας του, του είχε παραχωρήσει μέσα στο χώρο της οικίας της, ανεξάρτητο και πλήρως επιπλωμένο διαμέρισμα, επιφάνειας 60 τ.µ. περίπου, εξοπλισμένο, έτσι ώστε να βρίσκεται κοντά τους, όντας συγχρόνως αυτεξούσιος και ανενόχλητος, γ) ουδέποτε παρέμεινε έγκλειστος και απομονωμένος στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο, καθόσον όπως προκύπτει και από τα αρχεία του παραπάνω Νοσοκομείου, µε δική της μέριμνα, είχε στη διάθεσή του όχι µία αλλά τρεις αποκλειστικές νοσοκόμες, που εκτελούσαν οκτάωρη βάρδια, καλύπτοντας κατ` αυτόν τον τρόπο ολόκληρο το 24ωρο ενώ παραλλήλως δεν υπήρξε μέρα που να έλειψε η ίδια (ενάγουσα) ή κάποιο από τα παιδιά της από κοντά του, δ) ουδέποτε τον μετέφερε χωρίς την θέλησή του στο Νοσοκομείο αλλά ότι, αντιθέτως, ο ίδιος ζήτησε την εισαγωγή του, επειδή τις ημέρες εκείνες,ενώ ακόμα βρισκόταν στην οικία του στο Διακοπτό, παρουσίασε αδιαθεσία, δυσφορία και γενικότερη αδυναμία, έχοντας ήδη νοσηλευτεί σε πρόσφατο χρόνο στο Νοσοκομείο Αιγίου για τους ίδιους λόγους. Συνεχίζοντας στην ίδια, ως άνω, εξώδικη δήλωσή της, η ενάγουσα παρέθετε τη μετά τις διεξαχθείσες εξετάσεις διάγνωση, σύμφωνα µε την οποία "ο ασθενής πάσχει από πνευμονική ίνωση- λοίμωξη του αναπνευστικού - χρόνια νεφρική ανεπάρκεια - αρτηριακή υπέρταση αποφρακτικού τύπου ήπια σακχαρώδη διαβήτη -ηπατική διαταραχή" και δήλωνε ότι δε προέβαινε σε καμία ενέργεια όσον αφορά τα δωρηθέντα ακίνητα, αλλά θα ανέμενε την έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης, προτρέποντας τον αρχικό εναγόμενο να πράξει το ίδιο και να σταματήσει την ανταλλαγή εξωδίκων, ενώ παράλληλα δήλωνε διατεθειμένη να παραμερίσει τα αισθήματα στεναχώριας που της προκάλεσε η αναίτια και αδικαιολόγητη συμπεριφορά του, την οποία απέδιδε σε τρίτους, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την ηλικία και την ιεροσύνη του, τον έστρεψαν εναντίον της, καλώντας τον να επιστρέψει στην οικογένειά τους. Με τη μεταγενέστερη, από 24/5/2005, εξώδικη δήλωση του αρχικώς εναγόμενου, κατά το μέρος που αυτή αφορά στην επίδικη διαφορά, αναφορικά µε την ανώγειο οικία που βρίσκεται στο Διακοπτό, επιφανείας 100 τ.μ. όπου διέμενε εκείνος και εντός της οποίας βρισκόταν η οικοσκευή του, αυτός της γνωστοποιούσε ότι λόγω της επιδεικνυόμενης ανάρμοστης συμπεριφοράς της προς το πρόσωπό του, τόσο εκ μέρους της ίδιας, όσο και εκ μέρους των προσώπων του στενού περιβάλλοντός της, για το υπόλοιπο του βίου του, της απαγόρευε ρητώς να εισέλθει καθ` οιονδήποτε τρόπο στην παραπάνω οικία... και να πλησιάσει σ` αυτή μόνον μετά το θάνατό του, αφού προηγουμένως αφαιρούνταν από την εν λόγω οικία τα προσωπικά του αντικείμενα και υπάρχοντα, μεταφερόμενα σε σημείο της αρεσκείας του. Τελικά, ο αρχικώς εναγόμενος-δωρητής παρέμεινε στο ανωτέρω Ίδρυμα μέχρι τον Ιούνιο 2005(οπότε και αποχώρησε προκειμένου να διαμείνει στην οικία της εκκαλούσας), όπου συμμετείχε ενεργά σε όλες τις εκδηλώσεις αυτού, ενώ ταυτόχρονα είχε τη δυνατότητα να εξέρχεται όποτε ήθελε, προκειμένου να συμμετέχει σε κοινωνικές εκδηλώσεις, να επιτηρεί την προαναφερόμενη οικία του στο Διακοπτό, να συναλλάσσεται με πιστωτικά ιδρύματα και να διατηρεί τις κοινωνικές επαφές του στον τόπο όπου είχε διαβιώσει όλα τα προηγούμενα έτη, αλλά και να ιερουργεί σε διάφορες εκκλησίες της περιοχής του Διακοπτού, μέχρι το τέλος της ζωής του. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο αρχικώς εναγόμενος-ιερωμένος που δεν είχε κατιόντες, καθόσον δεν είχε αποκτήσει παιδιά από το γάμο του µε την σύζυγό του, ..., ήταν ευκατάστατος, διαθέτοντας μεγάλη ακίνητη και κινητή περιουσία. Επιπροσθέτως επρόκειτο για έναν άνθρωπο αυτάρκη και κοινωνικό, ο οποίος είχε την δυνατότητα να διάγει τη ζωή του, όπως εκείνος επιθυμούσε και στο μέτρο που του το επέτρεπαν η φυσική του κατάσταση και η ηλικία του (είχε γεννηθεί το έτος 1916). Μολονότι είχε και άλλους συγγενείς και πέραν του ότι αυτός (ο αρχικώς εναγόμενος) διέθετε τις οικονομικές δυνάμεις για να αυτοδιατρέφεται αλλά και να καλύπτει τις λειτουργικές ανάγκες της οικίας του και της εν γένει διαβίωσής του, η αρχικώς ενάγουσα, η οποία τύγχανε ανεψιά αυτού εξ αγχιστείας, ήδη από πολλών ετών, πριν ακόμη από τη σύσταση της επίμαχης δωρεάς, συνέβαλε παραπληρωµατικά στην εν γένει φροντίδα του, καλύπτοντας ενίοτε τις πρακτικές αλλά κυρίως τις συναισθηµατικές του ανάγκες, που ήταν αυξημένες λόγω της χηρείας του και της έλλειψης άμεσων κατιόντων. Ειδικότερα, η συγκεκριμένη διάδικος διατηρούσε στενές οικογενειακές σχέσεις µε τον δωρητή, τη σύζυγό του (πρεσβυτέρα ...) και την αδελφή αυτού (αρχικώς εναγόμενου), η οποία ήταν άτομο µε ειδικές ανάγκες, καθώς μετέβαινε στο Διακοπτό, συνδράμοντάς τους ποικιλοτρόπως, λόγος για τον οποίο η σύζυγος του αρχικώς εναγομένου κατέλειπε, δια δημόσιας διαθήκης, στην αρχικώς ενάγουσα την ψιλή κυριότητα της οικίας που διέμενε με τον εναγόμενο στο ..., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία για λογαριασμό της, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Α. Π. Α. - Α.. Μετά το θάνατο της συζύγου του αρχικώς εναγόμενου, περί τα έτη 1993-1994, η ενάγουσα μερίμνησε ώστε ο τελευταίος να επικουρείται σε τακτική βάση για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της οικίας του καθώς και των εν γένει πρακτικών αναγκών του (καθαριότητα, παρασκευή φαγητού, υγιεινή κλπ) σε καθημερινή βάση από την Α. Κ............... ενώ η ίδια (ενάγουσα) συνέχισε να επισκέπτεται τον αρχικώς εναγόμενο σε χρονικά διαστήματα, αδιευκρίνιστης διάρκειας, κυρίως, Σαββατοκύριακα, τριήμερα σε περιόδους εορτών, όπως και για κάποιες μέρες κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών της ιδίας, κατά τις οποίες διέμενε στην οικία του αρχικώς εναγομένου στο Διακοπτό, της οποίας είχε την ψιλή κυριότητα, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω. Από την πλευρά του, ο αρχικώς εναγόμενος επισκεπτόταν την οικία της αρχικώς ενάγουσας όσο συχνά ο ίδιος προέκρινε και μπορούσε, διαμένοντας σε ανεξάρτητο και πλήρως εξοπλισμένο διαμέρισμα εντός αυτής (της οικίας της ενάγουσας), επιφάνειας 60 τ.µ. περίπου, προκειμένου να αισθάνεται ανεξάρτητος και αυτόνομος, όπως επιθυμούσε. Συγκεκριμένα, ο αρχικώς εναγόμενος-δωρητής κατά το παρελθόν μετέβαινε περιστασιακά και διέμενε στην οικία της αρχικώς ενάγουσας, καθώς το κέντρο των βιοτικών συμφερόντων του αλλά και των κοινωνικών του ενδιαφερόντων βρισκόταν στην περιοχή του Διακοπτού, όπου ανέκαθεν ζούσε και ιερουργούσε και μετά την συνταξιοδότησή του, ακόμη και μέχρι το θάνατό του... Το γεγονός δε ότι ο δωρητής ουδέποτε είχε ανάγκη την οικονομική αρωγή της ενάγουσας ή της οικογένειάς της, δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός λόγω του γήρατος, των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και της εξ αυτών δύσκολης ψυχοσωματικής του κατάστασης είχε ανάγκη ιδιαίτερης μέριμνας, φροντίδας, συμπαράστασης, αλλά και εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος, ειδικά κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο που έλαβε χώρα η επίδικη δωρεά, κατά την οποία αυτός διήγε το 88ο έτος της ηλικίας του. Για το λόγο αυτό ο αρχικώς ενάγων προέβη στη σύσταση της επίδικης δωρεάς, κατόπιν υπόσχεσης που έλαβε από την αρχικώς ενάγουσα να μεριμνά και να φροντίζει αυτόν και επιπλέον να του παρέχει στέγη στην οικία της στην ..., ήτοι αυτός πριν τη σύσταση της επίδικης δωρεάς έλαβε υπόσχεση μετεγκατάστασής του στην Αθήνα και διαμονής στην οικία της αρχικώς ενάγουσας, με την οικογένειά της, προκειμένου να διαβιώσει μόνιμα πλέον σε ένα οικογενειακό και ασφαλές περιβάλλον, που θα του παρείχε φροντίδα για την υγεία του, συμπαράσταση στα προβλήματα που αντιμετώπιζε και αμέριστο ενδιαφέρον και εκδηλώσεις αγάπης, ούτως ώστε να αισθάνεται ήρεμος και ασφαλής. Κατόπιν τούτου, ο αρχικώς εναγόμενος το καλοκαίρι του έτους 2004 είχε ήδη δρομολογήσει τη μετεγκατάστασή του στην Αθήνα στην οικία της ενάγουσας, λόγο για τον οποίο προέβη στην επίδικη δωρεά ... Μετά τη σύσταση της δωρεάς ο δωρητής και η δωρεοδόχος εξακολουθούσαν να έχουν αρχικά καλές σχέσεις, καθώς οι επαφές αυτών συνεχίστηκαν και μετά το Μάιο του έτους 2004, αφού και το καλοκαίρι του έτους αυτού η τελευταία τον επισκέφτηκε και διέμεινε στην οικία του, στο ..., καθώς ο δωρητής προσδοκούσε να μετεγκατασταθεί στην οικία της ανηψιάς του από τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους. Ακολούθως και λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ο αρχικώς εναγόμενος, τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, κατά τον οποίο ο εναγόμενος ήδη ανέφερε σε συνομιλίες με συγχωριανούς του ότι θα φύγει και θα εγκατασταθεί πλέον στην Αθήνα, στην οικία της ανηψιάς του-ενάγουσας, ο ίδιος και η ενάγουσα μετέβησαν στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο της Αθήνας, προκειμένου ο αρχικώς εναγόμενος να υποβληθεί σε επιβεβλημένες ιατρικές εξετάσεις, κατόπιν της διενέργειας των οποίων, σύμφωνα με την τελική διάγνωση του από 24/9/2004 εγγράφου του εν λόγω νοσοκομείου, διαπιστώθηκαν πνευμονική ίνωση, λοίμωξη αναπνευστικού, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, αρτηριακή υπέρταση αποφρακτικού τύπου ήπια και σακχαρώδης διαβήτης. Κατά την διάρκεια της δεκαήμερης περίπου παραμονής του στο πιο πάνω νοσοκομείο, η ενάγουσα μερίμνησε ώστε αυτός να έχει στη διάθεση του τρεις αποκλειστικές νοσοκόμες, που εναλλάσσονταν σε 8ωρες βάρδιες η καθεμία, εξυπηρετώντας τις αυξημένες πρακτικές του ανάγκες και φροντίζοντας για την υγιεινή του, ενώ η ίδια η ενάγουσα επισκέπτονταν τον αρχικώς εναγόμενο επί μία ώρα με δύο ώρες κάθε ημέρα και αυτές όχι συνεχόμενα και κάποιες φορές όχι με την παρουσία της ίδιας, αλλά των παιδιών της, ήτοι προέβαινε σε τυπικές επισκέψεις, ως απλή επισκέπτης, χωρίς να παραμένει κάποιες ώρες πλησίον του και να αναλαμβάνει την εξ ολοκλήρου φροντίδα του, δεδομένου ότι αυτή δεν εργαζόταν, ούτε είχε άλλες επαγγελματικές υποχρεώσεις που θα καθιστούσαν αδύνατο κάτι τέτοιο, παρά μόνο είχε την φροντίδα της οικογένειάς της, απασχόληση όμως που δεν εμπόδιζε την ενασχόλησή της με τη φροντίδα του υπέργηρου δωρητή της, ο οποίος μάλιστα με την επίδικη δωρεά είχε προσβλέψει σε αυτήν. Έτσι και ενώ στο από 24/9/2004 έγγραφο του Σισμανόγλειου Νοσοκομείου συστηνόταν η περαιτέρω παρακολούθησή του αρχικώς εναγομένου από παθολόγο καρδιολόγο όσον αφορά τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, το σακχαρώδη διαβήτη και την αρτηριακή υπέρταση και επιπλέον η επάνοδος του αρχικώς εναγόμενου στις 18/10/2004 για νέα ακτινογραφία θώρακος και εργαστηριακό έλεγχο, το πρωί της ιδίας ημέρας(24/9/2004) η αρχικώς ενάγουσα ειδοποιήθηκε από το νοσοκομείο ότι αυτός αποχώρησε οικειοθελώς συνοδευόμενος από δύο ιερωμένους. Αναφορικά με τις συνθήκες της αποχώρησής του από το νοσοκομείο όπου υποβαλλόταν σε εξετάσεις, αποδείχθηκε ότι αυτός αποτάνθηκε στον Μητροπολίτη ..., προκειμένου να μεσολαβήσει για να λάβει εξιτήριο, όπως και έγινε, ενώ μετά την έξοδό του από το ανωτέρω Νοσοκομείο ο αρχικώς εναγόμενος διέμεινε στο Ίδρυμα "….", προσφέροντας μηνιαίως ως δωρεά το ποσό των 500 ευρώ, με δική του πρωτοβουλία και επιθυμία... Η αποχώρηση του αρχικώς εναγομένου από το ανωτέρω Νοσοκομείο έλαβε χώρα λόγω της ουσιαστικής εγκατάλειψής του από την αρχικώς ενάγουσα στο προαναφερόμενο νοσηλευτικό ίδρυμα, η οποία είχε αναθέσει την αποκλειστική φροντίδα του σε τρεις αποκλειστικές νοσοκόμες, οι οποίες κάλυπταν την επί εικοσιτετραώρου βάση φροντίδα του, γεγονός από το οποίο συνάγεται η πρόθεσή της να μην ασχοληθεί ουσιαστικά με τη φροντίδα αυτού, καθώς οι προσωπικές της υποχρεώσεις δεν την εμπόδιζαν να πράξει τούτο σε μία από τις τρεις βάρδιες, να παραμείνει πλησίον του και να του παράσχει την προσήκουσα μέριμνα, ηθική συμπαράσταση και θαλπωρή που αυτός αναζητούσε από εκείνη. Επιπλέον τούτο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο αρχικώς εναγόμενος αποχώρησε από το νοσοκομείο χωρίς να αντιληφθεί τούτο η αρχικώς ενάγουσα, στην οποία ουδέν σχετικό ανέφερε, αλλά ούτε και την ειδοποίησε περί της εξόδου του από το νοσοκομείο, αντίθετα δε, τόσο την πρόθεση αυτού, όσο και το πραγματικό γεγονός της αιφνίδιας αποχώρησής του θα έπρεπε να αντιληφθεί αυτή, αν είχε ουσιαστική παρουσία πλησίον του δωρητή της. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα και μετά την έξοδο του δωρητή της από το Νοσοκομείο προσφέρθηκε να τον φιλοξενήσει στην οικία της, παραχωρώντας τη χρήση του προαναφερθέντος αυτοτελούς διαμερίσματος εντός της οικίας της, καθώς με την προσφορά αυτή θα καθιστούσε σε αυτόν σαφή την πρόθεσή της να τηρήσει την υπόσχεσή της περί μετεγκαταστάσεως αυτού στην Αθήνα, πλησίον αυτής.... Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο αρχικώς εναγόμενος, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, ουδεμία έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών είχε, ήταν δραστήριος, κοινωνικός και μέχρι το τέλος της ζωής του ιερουργούσε, όποτε μπορούσε σε διάφορες εκκλησίες της περιοχής του Διακοπτού, ενώ ταυτόχρονα μέχρι την εισαγωγή του στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο ουδείς απέδωσε σε εκείνον συμπεριφορά, από την οποία να συνάγεται ότι ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσε να άγεται και να φέρεται από τρίτους ή να επηρεάζεται στη λήψη των αποφάσεών του από αυτούς.... Επιπλέον, προέκυψε ότι από το χρονικό σημείο που ο εναγόμενος μετέβη στο ανωτέρω εκκλησιαστικό ίδρυμα (24/9/2004) και μέχρι την ανάκληση της επίδικης δωρεάς η ενάγουσα επιχείρησε να τον επισκεφτεί δύο με τρεις φορές... όμως τούτο δεν άλλαξε τη στάση του αρχικώς εναγομένου, ο οποίος παρέμεινε στο ανωτέρω Ίδρυμα... Τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα και εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, μεμονωμένα το καθένα αλλά και στο σύνολό τους αντικειμενικά εκτιμώμενα, εμπίπτουν στην έννοια του βαρέος παραπτώματος, που ανατρέχει στο χρόνο ανακλήσεως της συσταθείσας δωρεάς και θεμελιώνει δικαίωμα του αρχικώς εναγόμενου για ανάκλησή της, διότι η αρχικώς-ενάγουσα εκδήλωσε την φερόμενη ως επιδειχθείσα αξιόμεμπτη συμπεριφορά που της προσάπτεται, η οποία καταδεικνύει αχαριστία, παραμέληση της περίθαλψης του δωρητή, τη στιγμή που εκείνος είχε ανάγκη ψυχικής υποστήριξης, λόγω της δύσκολης καταστάσεως στην οποία είχε περιέλθει εξαιτίας της ηλικίας του και της βεβαρημένης καταστάσεως της υγείας του, έστω και αν αυτή δεν ανέλαβε με τη σύμβαση δωρεάς καμία τέτοια υποχρέωση, ώστε υπό τις περιστάσεις αυτές, νομίμως έγινε από τον αρχικώς εναγόμενο η ανάκληση της δωρεάς και συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι δε συνέτρεχε νόμιμος λόγος ανάκλησης της γενόμενης δωρεάς και έκανε δεκτή την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε και συνακόλουθα κατά παραδοχή των λόγων της έφεσης, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν. Ενόψει των όσων εκτέθηκαν... πρέπει α) να γίνει δεκτή η έφεση... β) να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που έκανε δεκτή την επικουρική βάση της... αγωγής... γ) να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαζομένης κατ' ουσίαν της επικουρικής βάσεως της ως άνω αγωγής, να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Υπό τις ανωτέρω, όμως, παραδοχές του το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσης του περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης αυτής. Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται (βλ. 6ο φύλλο προσβαλλομένης απόφασης)ότι κανένας από τους όρους, που διαλαμβάνονται στην επίμαχη υπ' αριθμ. ... πράξη ανακλήσεως δωρεάς εν ζωή οριζοντίων ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου Αιγίου Γ. Σ., στην οποία προέβη ο δωρητής Κ. Μ., και συγκεκριμένα ότι ο σκοπός, για τον οποίο συστάθηκε η ως άνω δωρεά εν ζωή ήταν όπως η δωρεοδόχος αναλάβει τον υπέργηρο δωρητή θείο της στην οικία της μετά το πέρας του θέρους του έτους 2004 αναλαμβάνοντας την υποχρέωση της παροχής προς αυτόν συνεχούς φροντίδας και συγκεκριμένα αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να μεριμνά γι' αυτόν, να τον φροντίζει, να του παρέχει στέγη, τροφή, συμπαράσταση, να νοιάζεται για την υγεία του, την ψυχαγωγία του, την συμπεριφορά του και γενικά την ευπρεπή διαβίωσή του έως το τέλος του βίου του, και ότι με τις εν λόγω υποσχέσεις συστάθηκε η εν λόγω δωρεά και με την πρόσθετη υπόσχεση η δωρεοδόχος να παραλάβει τον δωρητή θείο της από την οικία του στο ... και να τον φέρει στο σπίτι της στην ..., καθώς και οποιοσδήποτε άλλος συναφής με αυτούς όρους, δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος και δεν συμπεριλαμβανόταν στο συνταχθέν υπ' αριθμ. ... σχετικό δωρητήριο συμβόλαιο, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά (βλ.8ο φύλλο προσβαλλομένης απόφασης) ότι ο αρχικός εναγόμενος δωρητής (εκ παραδρομής αναφέρεται στην απόφαση ως ενάγων) "...προέβη στη σύσταση της επίδικης δωρεάς, κατόπιν υπόσχεσης που έλαβε από την αρχικώς ενάγουσα να μεριμνά και να φροντίζει αυτόν και επιπλέον να του παρέχει στέγη στην οικία της στην…, ήτοι αυτός πριν τη σύσταση της επίδικης δωρεάς έλαβε υπόσχεση μετεγκατάστασής του στην Αθήνα και διαμονής στην οικία της αρχικώς ενάγουσας, με την οικογένειά της, προκειμένου να διαβιώσει μόνιμα πλέον σε ένα οικογενειακό και ασφαλές περιβάλλον, που θα του παρείχε φροντίδα για την υγεία του, συμπαράσταση στα προβλήματα που αντιμετώπιζε και αμέριστο ενδιαφέρον και εκδηλώσεις αγάπης, ούτως ώστε να αισθάνεται ήρεμος και ασφαλής...". Περαιτέρω, και όσον αφορά στο μοναδικό συμβάν μεταξύ του αρχικώς εναγομένου και της αρχικώς ενάγουσας που φέρεται να έλαβε χώρα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και στο οποίο έχει στηρίξει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το αποδεικτικό της πόρισμα για την κατάφαση βαρέος παραπτώματος και αχαριστίας της τελευταίας προς τον αρχικό εναγόμενο, δηλαδή τη νοσηλεία του τελευταίου το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004 στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο, το Εφετείο, ενώ δέχθηκε αρχικά ότι, όπως αποδείχθηκε, "... λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ο αρχικώς εναγόμενος, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους... ο ίδιος και η ενάγουσα μετέβησαν στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο της Αθήνας, προκειμένου ο αρχικώς εναγόμενος να υποβληθεί σε επιβεβλημένες ιατρικές εξετάσεις, κατόπιν της διενέργειας των οποίων, σύμφωνα με την τελική διάγνωση του από 24/9/2004 εγγράφου του εν λόγω νοσοκομείου, διαπιστώθηκαν πνευμονική ίνωση, λοίμωξη αναπνευστικού, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, αρτηριακή υπέρταση αποφρακτικού τύπου ήπια και σακχαρώδης διαβήτης" και ότι "Κατά την διάρκεια της δεκαήμερης περίπου παραμονής του στο πιο πάνω νοσοκομείο, η ενάγουσα μερίμνησε ώστε αυτός να έχει στη διάθεση του τρεις αποκλειστικές νοσοκόμες, που εναλλάσσονταν σε 8ωρες βάρδιες η καθεμία, εξυπηρετώντας τις αυξημένες πρακτικές του ανάγκες και φροντίζοντας για την υγιεινή του, ενώ η ίδια η ενάγουσα επισκέπτονταν τον αρχικώς εναγόμενο επί μία ώρα με δύο ώρες κάθε ημέρα και αυτές όχι συνεχόμενα και κάποιες φορές όχι με την παρουσία της ίδιας, αλλά των παιδιών της...", καθώς και ότι "...ενώ στο από 24/9/2004 έγγραφο του Σισμανόγλειου Νοσοκομείου συστηνόταν η περαιτέρω παρακολούθησή του αρχικώς εναγομένου από παθολόγο καρδιολόγο όσον αφορά τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, το σακχαρώδη διαβήτη και την αρτηριακή υπέρταση και επιπλέον η επάνοδος του αρχικώς εναγόμενου στις 18/10/2004 για νέα ακτινογραφία θώρακος και εργαστηριακό έλεγχο, το πρωί της ιδίας ημέρας(24/9/2004) η αρχικώς ενάγουσα ειδοποιήθηκε από το νοσοκομείο ότι αυτός αποχώρησε οικειοθελώς συνοδευόμενος από δύο ιερωμένους...", στη συνέχεια κατέληξε στην αντιφατική παραδοχή ότι "... Η αποχώρηση του αρχικώς εναγομένου από το ανωτέρω Νοσοκομείο έλαβε χώρα λόγω της ουσιαστικής εγκατάλειψής του από την αρχικώς ενάγουσα στο προαναφερόμενο νοσηλευτικό ίδρυμα, η οποία είχε αναθέσει την αποκλειστική φροντίδα του σε τρεις αποκλειστικές νοσοκόμες, οι οποίες κάλυπταν την επί εικοσιτετραώρου βάση φροντίδα του, γεγονός από το οποίο συνάγεται η πρόθεσή της να μην ασχοληθεί ουσιαστικά με τη φροντίδα αυτού, καθώς οι προσωπικές της υποχρεώσεις δεν την εμπόδιζαν να πράξει τούτο σε μία από τις τρεις βάρδιες, να παραμείνει πλησίον του και να του παράσχει την προσήκουσα μέριμνα, ηθική συμπαράσταση και θαλπωρή που αυτός αναζητούσε από εκείνη...". Σημειώνεται δε ότι οι παραπάνω αντιφάσεις στις παραδοχές και αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν ότι αποτελούν, κατ' αυτή βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, δεν αίρονται από την ερμηνεία που επιχειρεί να δώσει σ' αυτά το εκδόν την απόφαση αυτή Δικαστήριο, ερμηνεύοντας δηλαδή ότι οι καθημερινές επισκέψεις της αρχικώς ενάγουσας στο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν ο αρχικώς εναγόμενος, που δέχεται κατά τα άνω το Εφετείο, ήταν "τυπικές", καθώς και το ότι η κάλυψη της ειδικής και εξειδικευμένης φροντίδας, που απαιτούσε η κατάσταση της υγείας του αρχικώς εναγομένου κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο, και η οποία έγινε από τρεις εξειδικευμένες προς τούτο αποκλειστικές νοσοκόμες με αποκλειστική μέριμνα της αρχικώς ενάγουσας, συνιστούν, ωστόσο, ένδειξη "εγκατάλειψης", διότι, δήθεν, όφειλε η ίδια να παραμένει για πολύ περισσότερες ώρες στο θάλαμο νοσηλείας του ασθενή και να του παρέχει εκείνη, και όχι η εξειδικευμένη προς τούτο αποκλειστική νοσοκόμα, τις αναγκαίες ιατρικές φροντίδες, παραλείποντας να αναφέρει, αν αποδείχθηκε, και κατά πόσο, ότι είχε εκείνη(αρχικώς ενάγουσα) τις κατάλληλες γνώσεις και ικανότητες. Τέλος, το Εφετείο δέχεται ως ένδειξη του δήθεν βαρέος παραπτώματος της αρχικώς ενάγουσας, την παραδοχή του γεγονότος ότι, μετά την αυτόβουλη έξοδο του αρχικώς εναγομένου από το νοσοκομείο, επήλθε "... διακοπή των επαφών του αρχικώς εναγόμενου με την ενάγουσα(οι καλές σχέσεις των οποίων μέχρι του κρίσιμου αυτού χρονικού σημείου δεν αμφισβητούνται από κανέναν, ούτε προκύπτει να διαταράσσονται από τρίτους)...", ενώ σε επόμενη παραδοχή της δέχεται, αντιφατικά, ότι η αρχικώς ενάγουσα και μετά την αποχώρηση του αρχικώς εναγόμενου από το νοσοκομείο, συνέχισε να επιδιώκει την επαφή και συνεννόηση μαζί του, και μάλιστα επανειλημμένα, δεχόμενη ως αποδειχθέν το γεγονός ότι "...από το χρονικό σημείο που ο εναγόμενος μετέβη στο ανωτέρω εκκλησιαστικό ίδρυμα (24/9/2004) και μέχρι την ανάκληση της επίδικης δωρεάς η ενάγουσα επιχείρησε να τον επισκεφτεί δύο με τρεις φορές... όμως τούτο δεν άλλαξε τη στάση του αρχικώς εναγομένου, ο οποίος παρέμεινε στο ανωτέρω Ίδρυμα...", και από το οποίο γεγονός καταδεικνύεται ότι ουδέποτε διακόπηκαν οι επαφές και η επικοινωνία τουλάχιστον από την πλευρά της αρχικώς ενάγουσας, η οποία δεν έπαυσε να επιδιώκει την επαφή και επικοινωνία με τον αρχικώς εναγόμενο, που αποτελεί ένδειξη ενδιαφέροντος και όχι αδιαφορίας για αυτόν. Έτσι, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 505 ΑΚ, κατά την έννοια της οποίας ως αχάριστη πρέπει να συνεκτιμάται η καθόλου συμπεριφορά του δωρεοδόχου, ήτοι από το χρόνο της υποσχέσεως της δωρεάς και εφεξής μέχρι και της ανακλήσεως της δωρεάς. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, που αποδίδει την πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλομένη απόφαση, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, παρέλκει η έρευνα του (ετέρου) εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παράβολου που κατέθεσαν αυτοί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Μετά την παραδοχή του παραπάνω λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης και την αναίρεση της προσβαλλόμενης ως άνω υπ' αριθμ. 2/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που επιλήφθηκε μετ' αναίρεση της προηγούμενης υπ' αριθμ. 326/2015 απόφασής του, κατόπιν παραπομπής από τον Άρειο Πάγο με την υπ' αριθμ. 651/2020 απόφασή του, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί από τον Άρειο Πάγο στην ουσία, κατ' άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, ώστε κατ' αυτή οι διάδικοι, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους(άρθρα 581 παρ.2 και 570 παρ.2 ΚΠολΔ, ΑΠ 1095/2021, ΑΠ 14/2021), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση, σε νέα συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ