Αριθμός 1150/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Α) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Α. Σ. Α. Ε." και το δ.τ. "Φ. Α. Σ. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευτυχίας Κατσαρού-Πετράκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Π., 2) Κ. Π. του Ν. και 3) Γ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λουκέρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Β) Των αναιρεσειόντων:1) Ν. Κ. του Π., 2) Γ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λουκέρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Α. Σ. Α. Ε." και το δ.τ. "Φ. Α. Σ. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευτυχίας Κατσαρού-Πετράκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2019 αγωγή των ήδη Α αναιρεσιβλήτων-Β αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1741/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4430/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν η Α αναιρεσείουσα με την από 23-10-2022 αίτησή της και τους από 15-11-2022 πρόσθετους λόγους αυτής και οι Β αναιρεσείοντες με την από 17-11-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια της Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της Β αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται για συζήτηση οι υπό στοιχεία (Α) και (Β), από 23.10.2022 (αριθμ. καταθ. 8199/916/24.10.2022, αριθμ. πιν. 11) και από 17.11.2022 (αριθμ. καταθ. 9104/1020/18.11.2022, αριθμ. πιν. 14), αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4430/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Με τις υπό κρίση από 23.10.2022 και από 17.11.2022 αιτήσεις αναίρεσης της εναγομένης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "Φ. Α. Σ. Α.Ε" και των υπό στοιχεία 1 και 3 εναγόντων (Ν. Κ. και Κ. Γ.), αντίστοιχα, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 4430/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 16.4.2021 και με αριθμό εκθ. καταθ. 23492/1569/19.4.2021 έφεση των άνω εναγόντων - εκκαλούντων καθώς και του υπό στοιχεία 2 ενάγοντος - εκκαλούντος (Κ. Π.) και ήδη αναιρεσιβλήτων και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 1741/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί η από 23.7.2019 και με αριθμό εκθ. καταθ. 68131/1725/26.7.2019 αγωγή λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η ως άνω αγωγή. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3). Με την υπό στοιχεία (Α) αναίρεση πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και οι από 15.11.2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15.11.2022 (βλ. την 147/2022 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό) και επιδόθηκαν στους αναιρεσιβλήτους στις 30.1.2023, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δωδεκανήσου Μ. Ν.. Κ., δηλαδή ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 3, 174, 180, 904 και 908 ΑΚ, 1 παρ. 1 ν. 1082/1980, 1 παρ. 1 και 2 και 3 παρ. 1 και 2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1 παρ. 1, 2 και 3 α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, 1 ν. 435/1976, 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 11770/1984, ΦΕΚ Β' 81) και 4 ν. 2874/2000, όπως το τελευταίο ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 από 1.10.2005 και πριν οι παράγραφοί του 1, 3 και 5 αντικατασταθούν και πάλι, με την παράγραφο 10 του άρθρου 74 ν. 3863/2010, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκύπτουν τα εξής: 1) Επί παροχής εργασίας υπό άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε (από την εργασία του μισθωτού), η οποία συνίσταται στον μισθό (αποδοχές) που αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος και υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός από τις παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου, όπως είναι τα επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κ.λπ., εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν, αναγκαίως, στο πρόσωπο του δυναμένου ν' απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού, και η οποία (αποδοτέα από τον εργοδότη ωφέλεια) δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες ΣΣΕ ή ΔΑ (ΑΠ 950/2014, 5/2012). Το ύψος του μισθού αυτού, τον οποίο δέχεται το δικαστήριο ότι θα κατέβαλλε ο εργοδότης σε άλλον μισθωτό και αποτελεί, ως εκ τούτου, την (αποδοτέα) ωφέλεια που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, είναι ζήτημα πραγματικό και κατά συνέπεια η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι κατ' άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτός από την περίπτωση που το δικαστήριο δέχεται ως ωφέλεια μισθό που υπολείπεται των ως άνω ελαχίστων νομίμων ορίων, διότι τα ελάχιστα αυτά όρια αποτελούν περιεχόμενο οποιασδήποτε σύμβασης εργασίας, άρα και εκείνης που θα κατάρτιζε ο εργοδότης για την παροχή των αυτών υπηρεσιών (ΑΠ 950/2014). 2) Οι αποδοχές και το επίδομα άδειας καθώς και τα επιδόματα εορτών, καταβάλλονται σε όλους τους μισθωτούς που απασχολούνται και με απλή σχέση εργασίας, καθόσον οι αξιώσεις τους αυτές θεμελιώνονται απευθείας στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 131/2015, 950/2014, 1824/2011), υπολογίζονται δε με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες (τακτικές) αποδοχές, που περιλαμβάνουν τον καταβαλλόμενο συμβατικό ή νόμιμο μισθό (ή ημερομίσθιο) και οποιαδήποτε άλλη παροχή τακτικά καταβαλλομένη ως αντάλλαγμα της εργασίας (ΑΠ 768/2018, 790/2017, 950/2014). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 § 2 του Συντάγματος και 3 § 1, 7, 8 §2, 9 § 1, 10 § 2 και 11 § 2 ν.1876/1990 συνάγεται ότι (α) κατά την σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ (ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, άρθ.16 ν.1876/1990) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 446/2015, ΑΠ 127/2012) και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (β) οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας (γ) οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν τους εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, έκτοτε δε η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, με την επιφύλαξη ότι μία κλαδική ΣΣΕ (ή ΔΑ) υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική, ΣΣΕ (ΑΠ 132/2016, 1409/2014, 56/2012), ενώ για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζομένη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από τον χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής (ΑΠ 723/2011). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 9 §§ 4 και 5 ν.1876/1990, που ορίζουν αντίστοιχα ότι "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8" και "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας" συνάγεται ότι μετά τη λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη της ισχύος της επόμενης ΣΣΕ, η εν λόγω όμως εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών ως κανονιστικών ή ενοχικών δεν επεκτείνεται επί συμβάσεων εργασίας στις οποίες ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΑΠ 493/2019). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθρου 8 §§ 1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει, ότι η καθιερουμένη ως άνω μετενέργεια των ΣΣΕ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 § 3 του νόμου αυτού, ενώ ως προς τους εργοδότες και εργαζομένους που δεν είναι μέλη αυτών (ισχύει), εάν αυτές είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, όπως συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθ. 9 § 4 του ως άνω νόμου. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής ΠΥΣ), η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012 και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 § 6 του ν. 4046/2012 ''Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας'' και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (Ολ ΣΤΕ 2307/2014) ορίσθηκε ότι ''Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν''. Στις εν λόγω καταργηθείσες διατάξεις ορίζονταν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 ότι ''Οι ΣΣΕ συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε ΣΣΕ που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος''. Στην παρ. 4 ότι ''Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8''. Και στην παρ. 5 ότι ''Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας''. Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28.02.2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη". Στην παρ. 2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν (την) 14.2.2013". Στην παρ. 3 "ΣΣΕ που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης (της) ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/ 1990". Και στην παρ. 4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία (της). Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28.02.2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα κατά τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο. Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14.2.2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας". Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους. Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες της ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του ν. 4046/2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας". Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεως στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (ΑΠ 1066/2019, 1335/2018, 876/2018). Με το ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (Α 222/12.11.2012). Ο νόμος αυτός, μεταξύ άλλων, θέσπισε νέο σύστημα "διαμόρφωσης νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου ημερομισθίου" για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και καθόρισε τον κατώτατο μισθό των υπαλλήλων και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών "μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών". Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.11 με τίτλο "ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΝΟΜΙΜΟΥ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ (ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΛΑΙΣΙΟ), ΚΑΤΩΤΑΤΟΣ ΝΟΜΙΜΟΣ ΜΙΣΘΟΣ ΚΑΙ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ" προβλέπονται τα ακόλουθα: "1. Με την παρούσα διάταξη θεσπίζεται νέο σύστημα καθορισμού νόμιμου κατωτάτου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών, το οποίο τίθεται σε ισχύ την 1.4.2013. Εντός του πρώτου τριμήνου του 2013 θεσπίζεται με πράξη υπουργικού συμβουλίου η διαδικασία διαμόρφωσης νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, της αγοράς εργασίας (ιδίως ως προς τα ποσοστά ανεργίας και απασχόλησης) και τη διαβούλευση της κυβέρνησης με εκπροσώπους κοινωνικών εταίρων, εξειδικευμένους επιστημονικούς, ερευνητικούς και λοιπούς φορείς. Κατά το Α' τρίμηνο του 2014 το σύστημα αυτό αξιολογείται ως προς την απλότητα και αποτελεσματικότητα της εφαρμογής, τη μείωση της ανεργίας, την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. 2.α. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990 αντικαθίσταται ως εξής: "Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλόμενων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου." β. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν. 1876/1990 προστίθενται οι λέξεις ", σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 8 του νόμου.". 3. Μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών καθορίζεται ο νόμιμος κατώτατος μισθός υπαλλήλων και το ημερομίσθιο εργατοτεχνιτών ως εξής: (α) Για τους υπαλλήλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 586,08 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 26,18 ευρώ, (β) Για τους υπαλλήλους κάτω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 510,95 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες κάτω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 22/83 ευρώ, (γ): i) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 18 ετών και άνω. ii) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για μία τριετία προϋπηρεσίας και για προϋπηρεσία 3 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως δύο τριετίες και συνολικά 10% για προϋπηρεσία 6 και άνω ετών. δ) Οι ως άνω προσαυξήσεις προϋπηρεσίας καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιοσδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά τη συμπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14.2.2012. ε) Πέραν της μηνιαίας τακτικής προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας καμία άλλη προσαύξηση δεν περιλαμβάνεται στο νομοθετικός καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο, στ) Έως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία, που συμπληρώνεται μετά την 14.2.2012. ζ) Ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίες τακτικές αποδοχές ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης κατώτερο, από το νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο. 4. Κάθε αναφορά της ισχύουσας νομοθεσίας γενικά στον ελάχιστο μισθό ή στο ελάχιστο ημερομίσθιο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) νοείται ο νόμιμος νομοθετημένος κατώτατος μισθός και κατώτατο ημερομίσθιο". Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 11770/20.3.1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1.1.1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας, δηλαδή απασχολήσεως του μισθωτού πέρα από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών ανώτατης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς, ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, νόμιμης ή παράνομης, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια απασχόληση του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν.δ. 515/1970, αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (ΑΠ 732/2018, ΑΠ 684/2017, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 534/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (με έναρξη ισχύος από 1.10.2005) και 74 παρ.10 του ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 15.7.2010), ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση και πέραν των 48 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε εξαήμερη βάση. Ο νόμιμος χρόνος ημερήσιας απασχόλησης και μετά τη νέα ρύθμιση, παραμένει η κύρια βάση του υπολογισμού των υπερωριών, αφού στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο (8ωρο για εξαήμερη και 9ωρο για πενθήμερη απασχόληση) διατηρούνται σε ισχύ. Συνεπώς, η απασχόληση πέραν των εννέα ή οκτώ ωρών ημερησίως (υπό το σύστημα του πενθημέρου ή εξαημέρου, αντίστοιχα) είναι πάντα υπερωρία, είτε νόμιμη είτε παράνομη, διότι υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας του νομίμου ημερήσιου ωραρίου. Το ύψος της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση προσδιορίσθηκε αρχικά, με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 2874/2000, στο 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου και, στη συνέχεια, καθορίσθηκε η αποζημίωση για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (άρθρο 1 ν. 3385/2005). Με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.10 του ν. 3863/2010, η οποία ισχύει από 15.7.2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010), το ωρομίσθιο της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας μειώθηκε ως ακολούθως: α) για τις ώρες της υπερεργασίας (από την 41η έως και την 45η ώρα κάθε εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως), η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, β) για τις ώρες της νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως ανέρχεται σε ποσοστό 40% και για την πέραν των 120 ωρών ετησίως σε ποσοστό 60% και γ) για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας η δικαιούμενη αποζημίωση του εργαζομένου ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (ΑΠ 1582/2018, ΑΠ 288/2018, ΑΠ 1109/2017). Για τον προσδιορισμό της αμοιβής του εργαζομένου, σε περίπτωση παροχής από αυτόν υπερεργασίας ή υπερωριακής εργασίας, θα πρέπει να εξευρεθεί το ωρομίσθιο. Για την εξεύρεση του ωρομισθίου ακολουθείται η μέθοδος που καθορίζει η Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., της 26.2.1975 (άρθρο 5). Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, το ωρομίσθιο, μετά την καθιέρωση, με τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., των 40 ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης, υπολογίζεται ως εξής: α) Για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό διαιρούμε τις εβδομαδιαίες αποδοχές, δηλαδή τα 6/25 του μηνιαίου μισθού, συμφωνημένου ή νομίμου με το 40, που είναι ο αριθμός των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας. Απλούστερα, το ωρομίσθιο μπορεί να βρεθεί πολλαπλασιάζοντας το μηνιαίο μισθό με το συντελεστή 0,006. Ο συντελεστής αυτός είναι το πηλίκο της διαίρεσης του 6/25 με το 40. Για όσους εργαζόμενους ισχύει και εφαρμόζεται εβδομαδιαίο ωράριο μικρότερο των 40 ωρών, ο διαιρέτης ορίζεται ίσος προς τον αριθμό των λιγότερων αυτών ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, β) Για τους εργαζόμενους που αμείβονται με ημερομίσθιο, πολλαπλασιάζουμε το ημερομίσθιο με τον αριθμό των εργασίμων ημερών της εβδομάδας που είναι 6, και στη συνέχεια το διαιρούμε με το 40. Μπορεί δε, να βρεθεί απλούστερα, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο με τον αριθμό 0,15, που είναι ο συντελεστής αναγωγής του ημερομισθίου σε ωρομίσθιο για 40 ώρες απασχόλησης. Εάν η εβδομαδιαία απασχόληση είναι μικρότερη των 40 ωρών, ισχύει ότι και για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό. Ο τρόπος αυτός υπολογισμού του ωρομισθίου ισχύει τόσο για τους μισθωτούς με απασχόληση 6 ημερών των εβδομάδα όσο και για εκείνους για τους οποίους εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, ΑΠ 2/2013, ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013). Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη είναι φαρμακαποθήκη που αρχικά είχε την έδρα της στην περιοχή Γ. Χώρας ... και από το έτος 2018 στη .... Την 13.03.2008 οι πρώτος και τρίτος των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης προκειμένου να εργασθούν ως φαρμακοϋπάλληλοι με πλήρη απασχόληση με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας επί οκτώ ώρες ημερησίως (διακεκομμένα) ήτοι τέσσερις ώρες το πρωί και τέσσερις ώρες το απόγευμα, οι όροι δε αμοιβής και εργασίας τους διέπονταν και καθορίζονταν από τις διαδοχικά ισχύουσες κάθε φορά συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ίσχυαν για τους υπαλλήλους φαρμακευτικών και συναφών επιχειρήσεων, ο δε δεύτερος προσλήφθηκε την 27.05.2008 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού-διανομέας με πλήρη απασχόληση με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας επί οκτώ ώρες ημερησίως (διακεκομμένα) και 40 ώρες εβδομαδιαίως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην εναγομένη, ήταν επιφορτισμένος με την παραλαβή και τακτοποίηση των εμπορευμάτων - φαρμάκων, την τιμολόγηση των φαρμάκων, την καταγραφή των ελλείψεων της αποθήκης, επίσης ήλεγχε τα παραστατικά των εμπορευμάτων, όταν δε χρειαζόταν και κατόπιν συνεννόησης με τα αρμόδια όργανα της εναγομένης προέβαινε σε πληρωμή μετρητών και αξιογράφων, παρακολουθούσε τις χρεοπιστώσεις και τις συναλλαγές της αποθήκης και ενημέρωνε το λογιστήριο της εναγομένης που βρίσκεται στο .... Ο τρίτος ενάγων ήταν υπεύθυνος της αποθήκης και ειδικότερα επιμελείτο της προετοιμασίας των παραγγελιών των φαρμάκων, της καταγραφής τους στις καταστάσεις διαθεσιμότητας της αποθήκης, της λήψης παραγγελιών από τα φαρμακεία και τέλος τιμολογούσε από κοινού με τον πρώτο ενάγοντα τα φάρμακα. Οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων καταγγέλθηκαν από την ενάγουσα και ειδικότερα του πρώτου εξ αυτών καταγγέλθηκε την 30.11.2018, του δευτέρου την 31.10.2018 και του τρίτου την 10.08.2018 (βλ. τις νομίμως μετ' επικλήσεως προσαγόμενες από την εναγομένη καταγγελίες συμβάσεων εργασίας των εναγόντων). .... Περαιτέρω, όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις των πρώτου και τρίτου των εναγόντων απορρέουσες από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για καταβολή διαφοράς δεδουλευμένων, επιδομάτων εορτών (Πάσχα, Χριστουγέννων), επιδόματος αδείας και υπερεργασιακής απασχόλησης, και του δευτέρου ενάγοντος όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις που αφορούν την καταβολή επιδομάτων εορτών (Πάσχα, Χριστουγέννων) και επιδόματος αδείας για το επίδικο χρονικό διάστημα 2009 έως και 2013 έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 6, 17 ΑΚ καθόσον η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη την 05.08.2019, όπως προκύπτει από την νομίμως μετ' επικλήσεως προσαγόμενη από τους ενάγοντες ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Ο. Μ., η δε παραγραφή των ως άνω αξιώσεων άρχισε κατ' άρθρο 253 ΑΚ μόλις έληξε το έτος εντός του οποίου γεννήθηκαν οι εν λόγω αξιώσεις. Επομένως οι αξιώσεις που αφορούν το έτος 2009 άρχισαν να παραγράφονται την 01.01.2010 και η πενταετία συμπληρώθηκε την 01.01.2015, όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις που αφορούν το έτος 2010, η παραγραφή άρχισε την 01.01.2011 και η πενταετία συμπληρώθηκε την 01.01.2016, αναφορικά με τις ένδικες αξιώσεις που γεννήθηκαν το έτος 2011 η παραγραφή τους άρχισε την 01.01.2012 και η πενταετία ολοκληρώθηκε την 01.01.2017, περαιτέρω κάθε ένδικη αξίωση που γεννήθηκε το έτος 2012 άρχισε να παραγράφεται την 01.01.2013 και η πενταετία συμπληρώθηκε την 01.01.2018 και τέλος κάθε αξίωση που γεννήθηκε το έτος 2013 άρχισε να παραγράφεται την 01.01.2014 και η πενταετία συμπληρώθηκε την 01.01.2019. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, γενομένης δεκτής και ως κατ' ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων που αφορούν το ανωτέρω χρονικό διάστημα, η αγωγή είναι απορριπτέα για τις ένδικες αξιώσεις που αφορούν το χρονικό διάστημα 2009 έως και 2013, επειδή έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 6 και 17 ΑΚ. Εξάλλου, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε απασχόληση των 1ου και 3ου των εναγόντων, πέραν του οκταώρου ημερησίως και 40ωρου εβδομαδιαίως, καθ' όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα της εργασίας τους στην εναγομένη, από το έτος 2014 και εντεύθεν μέχρι την καταγγελία των εργασιακών τους συμβάσεων, συνεπώς, τα σχετικά αιτούμενα κονδύλια των εναγόντων αυτών (υπερεργασίας), για το προεκτεθέν χρονικό διάστημα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Ειδικότερα, το δικαστήριο τούτο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή περί του αντιθέτου δικανική κρίση από τις ένορκες καταθέσεις των Κ. Κ., Μ. Γ. φαρμακοποιών σε φαρμακεία της ... και Α. Τ., φαρμακοποιού στην ... και μέλους του συνεταιρισμού φαρμακοποιών, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Περικλή Χατζηδάκη (περιλαμβάνονται στην ... ένορκη βεβαίωση) καθόσον είναι αόριστες ως προς την αναγκαιότητα της υπέρβασης της οκτάωρης εργασίας των εναγόντων καθημερινά και της 40ωρης εβδομαδιαίως και μάλιστα ανελλιπώς μέχρι την καταγγελία των επιδίκων εργασιακών συμβάσεών τους δεδομένου ότι περιορίζονται στην επανάληψη αυτών που εκθέτουν οι ενάγοντες στην ένδικη αγωγή τους, ήτοι ότι αυτοί εργάζονταν το πρωί από ώρα 08.30 έως 14.00 και το απόγευμα από ώρα 17.00 έως 21.00. Επιπροσθέτως, ούτε η ένορκη κατάθεση της Ν. Π., πρώην εργαζόμενης στην εναγομένη και αδελφής του δευτέρου ενάγοντος που περιλαμβάνεται στην ... ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Περικλή Χατζηδάκη, κατά το μέρος που επιχείρησε να επιβεβαιώσει την ένδικη αγωγή ως προς την πραγματοποίηση υπερεργασίας από τους 1ο και 3ο των εναγόντων, κρίνεται πειστική διότι η ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ασαφώς ότι η τροφοδοσία της αποθήκης εξαρτιόταν από τα ακτοπλοϊκά δρομολόγια, τα οποία δεν ήταν σταθερά, αλλά ούτε και συνέπιπταν με το ωράριο της εργασίας των εργαζομένων και ότι για το λόγο αυτό οι υπάλληλοι της αποθήκης εργάζονταν πέραν του συμφωνημένου ωραρίου τους για να εξυπηρετήσουν τις σχετικές ανάγκες, ωστόσο ουδόλως προσδιόρισε αφενός μεν με ποιο τρόπο αποδεικνύεται η ώρα προσέλευσης και αναχώρησης των ως άνω εναγόντων από την εργασία τους, αφετέρου δε, με ποια συχνότητα γινόταν η τροφοδοσία της αποθήκης, ώστε να απαιτείται η καθημερινή υπέρβαση του ωραρίου τους κατά 1 ώρα και 30 λεπτά. Επιπροσθέτως, η ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ότι ο 1ος ενάγων είχε την ευθύνη της καταγραφής σε αρχείο των ωρών εισόδου και εξόδου των υπαλλήλων καθώς και την ευθύνη καταγραφής των υπερωριών τους και ότι στο τέλος κάθε μήνα έστελνε τις καταστάσεις στο λογιστήριο της εναγομένης που βρίσκεται στο ... και στον Προϊστάμενο της αποθήκης στη ..., διότι η εναγομένη δεν είχε τοποθετήσει σύστημα με κάρτες για την καταγραφή των ωρών εργασίας των εργαζομένων σ' αυτήν. Ωστόσο, οι ενάγοντες ούτε επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν τις ανωτέρω καταστάσεις, αντίγραφα των οποίων είχε τη δυνατότητα να τηρεί ο 1ος ενάγων, σύμφωνα με την προαναφερόμενη κατάθεση της μάρτυρός του Ν. Π. και μάλιστα όταν κατά τους ισχυρισμούς τους, η εναγομένη ουδέποτε τους κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για την παρασχεθείσα υπερεργασία τους. Αντ' αυτών προσκομίζουν τιμολόγια που εξέδιδε ο πρώτος ενάγων για λογαριασμό της εναγομένης και φορτωτικές που αφορούν τη φόρτωση εμπορευμάτων, στα οποία αποτυπώνονται οι ώρες έκδοσης αυτών. Από τα ανωτέρω όμως έγγραφα, ουδόλως αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες καθημερινά υπερέβαιναν το συμφωνηθέν οκτάωρο και εβδομαδιαίως το 40ωρο καθόσον από τα ανωτέρω έγγραφα δεν προκύπτει η ακριβής ώρα προσέλευσής τους στην εργασία τους και αναχώρησής τους από αυτήν κατά τις συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες. Σημειωτέον ότι λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τούτο, όλα τα τιμολόγια που νομίμως με τις προτάσεις τους επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη, με την προσθήκη-αντίκρουση που κατέθεσε νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η οποία ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη γιατί δεν αναφέρουν τον τρόπο κτήσης αυτών των παραστατικών και ότι πρόκειται περί παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων. Όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, τα ως άνω έγγραφα αποκτήθηκαν από τους ενάγοντες στα πλαίσια των επαγγελματικών τους καθηκόντων, είναι δε συνδεδεμένα με την επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης και δεν εμπίπτουν στην έννοια της ιδιωτικής ζωής, ούτε των προσωπικών δεδομένων. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι οι 1ος και 3ος των εναγόντων ουδέποτε καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας τους είχαν γνωστοποιήσει στην εναγομένη εργοδότρια ότι είχαν υπερβεί το νόμιμο ωράριο, ούτε διαμαρτυρήθηκαν για την μη καταβολή αμοιβών για παρασχεθείσα υπερεργασία, ούτε καν κατέγραψαν σε πρόχειρα χειρόγραφα σημειώματα την υπερωριακή τους απασχόληση, πράγμα που ασφαλώς θα έπρατταν εάν είχαν εργαστεί υπερωριακά και επομένως εάν πραγματοποιούσαν υπερεργασία στην εναγομένη, δοθέντος μάλιστα ότι ο 1ος ενάγων ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, υπεύθυνος καταγραφής των ωρών εισόδου στην εργασία και εξόδου από αυτήν των υπαλλήλων της εναγομένης ενώ επίσης είχε και την ευθύνη καταγραφής των υπερωριών τους. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η παραπάνω από 06.07.2009 ΣΣΕ είναι αόριστης διάρκειας, καθόσον δεν καθορίζεται ρητά ο χρόνος λήξης της, παρά μόνο ο χρόνος έναρξης της ισχύος την 1.1.2009 (βλ. άρθρο 9 της από 06.07.2009 ΣΣΕ). Η παραπάνω ΣΣΕ στις 14.2.2012 (χρόνος έναρξης της ισχύος του ν.4046/2012) βρισκόταν σε ισχύ περισσότερο από 24 μήνες και συγκεκριμένα τρία (3) έτη και σαράντα τέσσερις (44) ημέρες. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε (βλ. υπό στοιχ. ΙΙΒ), η παραπάνω αορίστου χρόνου ΣΣΕ έληξε στις 14.02.2013, αλλά οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι αυτής, εξακολούθησαν να ισχύουν (άλλως να μετενεργούν) μέχρι ένα τρίμηνο από την ως άνω λήξη της ήτοι μέχρι την 14.5.2013. Ωστόσο, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι μεταξύ καθενός εκ των 1ου και 3ου των εναγόντων και της εναγομένης υπήρξε ατομική συμφωνία, ότι η από 6.7.2009 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις φαρμακευτικές και συναφείς επιχειρήσεις όλης της χώρας για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του κλάδου που αυτή αφορά και καταρτίστηκε μεταξύ των εκπροσώπων των εργοδοτών (Σ. και Ε. Φ. Ε.) και της Ο. Ε. Φ. και Σ. Ε. Ε., η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική το έτος 2010 δυνάμει της ΥΑ με αριθμό 486/75/12.1.2010 (ΦΕΚ 558/2010) και ίσχυε κατά τη θέση σε εφαρμογή της ΠΥΣ 6/28.02.2012, θα εξακολουθήσει να ισχύει στις μεταξύ τους εργασιακές σχέσεις και μετά την 14.05.2013. Τούτο αποδεικνύεται από τις νομίμως μετ' επικλήσεως προσαγόμενες από την εναγομένη αποδείξεις πληρωμής αποδοχών των ως άνω εναγόντων στις οποίες ο βασικός μισθός τους καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα (2014-2018) ανερχόταν στο ποσό των 898,12 ευρώ, (ήτοι αποδοχές οι οποίες υπερέβαιναν τα κατώτατα όρια των αποδοχών της ΕΓΣΣΕ όπως αυτά διαμορφώθηκαν με το Ν 4093/2012 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/2012). Επιπροσθέτως, από τις ίδιες ως άνω αποδείξεις πληρωμής αποδοχών αποδεικνύεται ότι η εναγομένη εξακολούθησε και μετά τη λήξη της μετενέργειας της ως άνω ΣΣΕ (ήτοι μετά την 14.05.2013) να καταβάλει στους πρώτο και τρίτο των εναγόντων, τα επιδόματα χειριστή Η/Υ, ανθυγιεινής εργασίας, γάμου (στον 3ο ενάγοντα), η χορήγηση των οποίων προβλεπόταν από την ως άνω από 06.07.2009 ΣΣΕ, γεγονός που καταδεικνύει ότι η εναγομένη-εργοδότρια συμφώνησε η ως άνω ΣΣΕ να αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα των ενδίκων ατομικών συμβάσεων εργασίας των ως άνω εναγόντων ακόμα και μετά τη λήξη της μετενέργειας της ως άνω ΣΣΕ που έλαβε χώρα την 14.05.2013, δεδομένου ότι στην περίπτωση που δεν επιθυμούσε να εφαρμοστεί η ως άνω ΣΣΕ εργασίας μετά την 14.05.2013, θα διέκοπτε τη χορήγηση των παραπάνω επιδομάτων σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/2012, η οποία προέβλεπε πλέον τη χορήγηση μόνο των επιδομάτων ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σ' αυτές επίδομα, η ως άνω δε προσαρμογή των συμβάσεων, σύμφωνα πάντα με την ως άνω διάταξη, γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Ενόψει των ανωτέρω, αναιρείται ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ελλείψεως οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ της ίδιας και των ως άνω εναγόντων (1ου και 3ου) για εξακολούθηση εφαρμογής της από 6.7.2009 ΣΣΕ μετά τη λήξη της μετενέργειάς της. Επιπροσθέτως, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι λόγω πλάνης κατέβαλε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας στους ανωτέρω ενάγοντες ενώ επιβεβαιώνει την καταβολή σ' αυτούς του επιδόματος Η/Υ. Ο ισχυρισμός ότι εκ πλάνης κατέβαλλε επί τέσσερα έτη το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, δεν κρίνεται πειστικός καθόσον η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία, διαθέτει οργανωμένο λογιστήριο, στελεχομένο από έμπειρους λογιστές, οι οποίοι γνωρίζουν επακριβώς τις αμοιβές που δικαιούται ο κάθε εργαζόμενος στην επιχείρηση. Επίσης, ο ανωτέρω ισχυρισμός περί πεπλανημένης καταβολής του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας αναιρείται και από το γεγονός ότι η εναγομένη εξακολούθησε να καταβάλλει στους πρώτο και τρίτο των εναγόντων το επίδομα Η/Υ, καθώς και το επίδομα γάμου στον τρίτο εξ αυτών, ενώ εάν δεν προέβαινε στην ως άνω συμφωνία περί εφαρμογής της από 6.7.2009 ΣΣΕ και μετά την 14.5.2013, ουδείς λόγος υπήρχε να καταβάλλει τα εν λόγω επιδόματα, γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των πρώτου και τρίτου των εναγόντων από τη μία πλευρά και της εναγομένης από την άλλη, ότι η εργασιακή τους σχέση θα εξακολουθήσει να διέπεται και μετά την 14.05.2013 από την ως άνω ΣΣΕ. Η εναγομένη με τις νόμιμα κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας καταβάλλεται μόνο στους εργαζόμενους που υπάγονται στις υπηρεσίες παραγωγής και συσκευασίας και ότι στην φαρμακαποθήκη της που διατηρούσε στην ..., όπου εργάζονταν οι πρώτος και τρίτος των εναγόντων, δεν λάμβανε χώρα ούτε παραγωγή αλλά ούτε και συσκευασία καθώς τα φάρμακα διακινούνταν ήδη συσκευασμένα από την κεντρική αποθήκη της ..., συνεπώς οι ως άνω ενάγοντες και για τον ανωτέρω λόγο δεν δικαιούνται το ανωτέρω επίδομα. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, προβάλλεται εν προκειμένω αλυσιτελώς, αφού, όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη συνέχισε κατόπιν της προεκτεθείσας συμφωνίας που σύναψε με τους πρώτο και τρίτο των εναγόντων, να καταβάλλει το ανωτέρω επίδομα (που προβλεπόταν στην από 6 Ιουλίου 2009 ΣΣΕ η ισχύς της οποίας έληξε την 14.05.2013) και μάλιστα καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, μέχρι την καταγγελία εκ μέρους της των επιδίκων εργασιακών συμβάσεων. Περαιτέρω, η εναγομένη διατείνεται δια των προτάσεών της , ότι ο 1ος ενάγων δεν την ενημέρωσε ότι είναι πτυχιούχος ... ΑΕΙ. Ο ισχυρισμός της αυτός αναιρείται αφενός μεν από το νομίμως μετ' επικλήσεως προσαγόμενο από αμφότερες τις διάδικες πλευρές από 13.03.2008 έγγραφο αναγγελίας πρόσληψης του ως άνω ενάγοντος στον ΟΑΕΔ ..., στην οποία ρητά αναφέρεται ότι είναι πτυχιούχος Ανωτάτης Σχολής αλλά και από την ένορκη κατάθεση του Δ. Α., γενικού διευθυντή του Ομίλου ... που περιλαμβάνεται στην ... ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., ο οποίος κατέθεσε σαφώς ότι ο ενάγων τους είχε ενημερώσει ότι κατείχε πτυχίο Ανωτάτης Σχολής, πλην όμως, όπως ισχυρίζεται ο ανωτέρω μάρτυρας, αυτό δεν ήταν συναφές με την εργασία για την οποία προσλήφθηκε στην εναγομένη. Ωστόσο το γεγονός ότι το πτυχίο που κατέχει ο πρώτος ενάγων, δεν είναι συναφές με την εργασία του στην εναγομένη, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στη χορήγηση αυτού που προβλέπεται από την ως άνω ΣΣΕ από 6.7.2009. Επομένως, ο πρώτος ενάγων δικαιούται το προβλεπόμενο από την ως άνω ΣΣΕ επίδομα πτυχίου ανερχόμενο (σύμφωνα με την ως άνω ΣΣΕ) σε ποσοστό 18%. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων εκτελούσε καθήκοντα ταμία ώστε να δικαιούται το επίδομα διαχειριστικών λαθών 5% που προβλέπεται στην ως άνω ΣΣΕ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ίδιος δια της ένδικης αγωγής. Το γεγονός δε και μόνο ότι κατόπιν συνεννόησης με τα αρμόδια όργανα της εναγομένης και ειδικότερα τον υπεύθυνο της φαρμακαποθήκης Γ. Δ., ο οποίος κατοικοεδρεύει στη ... και το λογιστήριο της εναγομένης που βρίσκεται στο ..., προέβαινε περιστασιακά σε πληρωμή μετρητών και αξιογράφων, παρακολουθούσε τις χρεοπιστώσεις και τις συναλλαγές της αποθήκης, πλήρωνε τα τιμολόγια συντηρήσεων και βλαβών της αποθήκης και συγκέντρωνε οικονομικές προσφορές εάν χρειαζόταν οτιδήποτε να επισκευαστεί ή να αγοραστεί, δεν του προσδίδει την ιδιότητα του ταμία. Εξάλλου, ούτε ο τρίτος ενάγων δικαιούται το αιτούμενο δια της ένδικης αγωγής επίδομα διαχειριστικών λαθών 3%, η χορήγηση του οποίου προβλέπεται στην ανωτέρω ΣΣΕ, στους εργαζόμενους στους οποίους έχει ανατεθεί με οποιονδήποτε τρόπο το καθήκον διαχείρισης χρημάτων ή αξιογράφων με εξουσιοδότηση ή πληρεξούσιο, καθόσον με βάση τα προεκτεθέντα, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, ήτοι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι εξουσιοδοτήθηκε από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης να προβαίνει στη διαχείριση χρημάτων ούτε περιστασιακά. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο πρώτος ενάγων δικαιούται σύμφωνα με την προεκτεθείσα ΣΣΕ από 6.7.2009 τα κάτωθι ποσά για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και για επιδόματα Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας, τα οποία αποδείχθηκε ότι δεν του κατέβαλε η εναγομένη για το χρονικό διάστημα 2014 έως 30.11.2018 και ειδικότερα: 1) Για το έτος 2014 δικαιούται το ποσό των 4.005,26 ευρώ [δηλαδή 960,89 ευρώ ο βασικός μισθός σύμφωνα με την από 6.7.2009 ΣΣΕ + 393,97 ευρώ μηνιαίως τα επιδόματα που δικαιούταν σύμφωνα με την ίδια ως άνω ΣΣΕ (18% επίδομα πτυχίου + 5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 5% επίδομα χειριστή υπολογιστή + 13% επίδομα τριετιών, αναλυόμενο σε 9% για την πρώτη τριετία + 4% για τη δεύτερη τριετία) = 1.354,86 ευρώ μηνιαίως - 1.068,77 ευρώ που λάμβανε μηνιαίως = 286,09 ευρώ η οφειλόμενη μηνιαίως διαφορά x 14 μήνες = 4.005,26 ευρώ η οφειλόμενη για όλο το έτος 2014 διαφορά], 2) Για το έτος 2015 δικαιούται το ποσό των 4.005,26 ευρώ [δηλαδή 960,89 ευρώ ο βασικός μισθός σύμφωνα με την από 6.7.2009 ΣΣΕ + 393,97 ευρώ μηνιαίως τα επιδόματα (18%επίδομα πτυχίου + 5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 5% επίδομα χειριστή υπολογιστή + 13% επίδομα τριετιών αναλυόμενο σε 9% για την πρώτη τριετία + 4% για τη δεύτερη τριετία) = 1.354,86 ευρώ μηνιαίως - 1.068,77 ευρώ που λάμβανε μηνιαίως = 286,09 ευρώ η οφειλόμενη μηνιαίως διαφορά x 14 μήνες = 4.005,26 ευρώ], 3) Για το έτος 2016 δικαιούται το ποσό των 4.793,04 ευρώ [δηλαδή 1.000,80 ευρώ ο βασικός μισθός + 410,33 ευρώ μηνιαίως τα επιδόματα (18% επίδομα πτυχίου + 5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 5% επίδομα χειριστή υπολογιστή + 13% επίδομα τριετιών, αναλυόμενο σε 9% για την πρώτη τριετία + 4% για τη δεύτερη τριετία) = 1.411,13 ευρώ μηνιαίως - 1.068,77 ευρώ που λάμβανε μηνιαίως = 342,36 ευρώ η οφειλόμενη μηνιαίως διαφορά x 14 μήνες = 4.793,04 ευρώ], 4) Για το έτος 2017 δικαιούται το ποσό των 4.793,04 ευρώ [δηλαδή 1.000,80 ευρώ ο βασικός μισθός μηνιαίως σύμφωνα με την από 6.7.2009 ΣΣΕ + 410,33 τα επιδόματα μηνιαίως (18% επίδομα πτυχίου + 5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 5% επίδομα χειριστή υπολογιστή + 13% επίδομα τριετιών, αναλυόμενο σε 9% για την πρώτη τριετία + 4% για τη δεύτερη τριετία) = 1.411, 13 ευρώ μηνιαίως - 1.068,77 ευρώ που λάμβανε μηνιαίως = 342,36 ευρώ η οφειλόμενη μηνιαίως διαφορά x 14 μήνες = 4.793,04 ευρώ], 5) Για το έτος 2018 δικαιούται το ποσό των 5.859,95 ευρώ [δηλαδή 1.025,61 ευρώ ο βασικός μισθός μηνιαίως σύμφωνα με την ως άνω από 6.7.2009 ΣΣΕ + 420,50 ευρώ τα επιδόματα που δικαιούταν μηνιαίως (18% επίδομα πτυχίου + 5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 5% επίδομα χειριστή υπολογιστή + 13% επίδομα τριετιών, αναλυόμενο σε 9% για την πρώτη τριετία + 4% για τη δεύτερη τριετία) = 1.446,11 ευρώ ο μισθός που δικαιούταν συνολικά μηνιαίως - 1.068,77 ευρώ ο μισθός που λάμβανε μηνιαίως = 377,34 ευρώ η οφειλόμενη μηνιαίως διαφορά x 12 μήνες (συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων Πάσχα και αδείας έτους 2018) = 4.528,08 ευρώ + 1.331,87 ευρώ η αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων για το διάστημα από 1η Μαΐου έως 30.11.2018 που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του [1.446,11 ευρώ ο μηνιαίος μισθός που δικαιούται x 2/25 = 115,69 ευρώ, 210 ημέρες : 19 = 11,052 δεκαεννιαήμερα x 115,69 ευρώ = 1.278,60 ευρώ το επίδομα Χριστουγέννων προσαυξημένο με την αναλογία του συντελεστή επιδόματος αδείας που είναι 0,041666 = 53,27ευρώ + 1.278,60 ευρώ = 1.331,87 ευρώ]. Εξάλλου, όσον αφορά το έτος 2019 (από 01.01 έως 30.6), η εναγομένη ουδέν ποσό οφείλει στον πρώτο ενάγοντα για διαφορές αποδοχών, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον ίδιο δια της ένδικης αγωγής, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε την 30.11.2018 και πέραν της ανωτέρω ημεροχρονολογίας, ο πρώτος ενάγων ουδόλως αποδείχθηκε ότι εργάσθηκε στην εναγομένη. Επομένως, η τελευταία οφείλει στον πρώτο ενάγοντα για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών καθώς και για επιδόματα Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας για τα έτη 2014 έως και 30.11.2018 το ποσό των 23.456,55 ευρώ (4.005,26 ευρώ + 4.005,26 ευρώ + 4.793,04 ευρώ + 4.793,04ευρώ + 5.859,95 ευρώ). Αναφορικά με τον τρίτο ενάγοντα, αυτός δικαιούται σύμφωνα με την προεκτεθείσα ΣΣΕ από 6.7.2009 τα κάτωθι ποσά για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας για το χρονικό διάστημα 2014 έως 10.08.2018: 1) Για το έτος 2014 δικαιούται το ποσό των 1.671,6 ευρώ [δηλαδή 960,89 ευρώ ο βασικός μισθός μηνιαίως σύμφωνα με την από 6.7.2009 ΣΣΕ + 317,094 ευρώ τα επιδόματα που δικαιούταν μηνιαίως σύμφωνα με την ίδια ως άνω ΣΣΕ (5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 5% επίδομα χειριστή υπολογιστή + 10% επίδομα γάμου + 13% επίδομα τριετιών, αναλυόμενο σε 9% για την πρώτη τριετία + 4% για τη δεύτερη τριετία) = 1.277,98 ευρώ δικαιούταν μηνιαίως - 1.158,58 ευρώ που έλαβε = 119,4 ευρώ η οφειλόμενη μηνιαίως διαφορά x 14 μήνες = 1.671,6 ευρώ, η συνολικά οφειλόμενη για όλο το έτος 2014 διαφορά], 2) Για το έτος 2015 δικαιούται το ποσό των 1.671,6 ευρώ [δηλαδή 960,89 ευρώ ο βασικός μισθός σύμφωνα με την από 6.7.2009 ΣΣΕ + 317,094 ευρώ τα επιδόματα μηνιαίως (5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 5% επίδομα χειριστή υπολογιστή + 10% επίδομα γάμου + 13% επίδομα τριετιών, αναλυόμενο σε 9% για την πρώτη τριετία + 4% για τη δεύτερη τριετία) = 1.277,98 ευρώ δικαιούταν μηνιαίως - 1.158,58 ευρώ που έλαβε = 119,4 ευρώ η οφειλόμενη μηνιαίως διαφορά x 14 μήνες = 1.671,6 ευρώ, η συνολικά οφειλόμενη για όλο το έτος 2015 διαφορά) 3) Για το έτος 2016 δικαιούται το ποσό των 2.414,72 ευρώ [δηλαδή 1.000,80 ευρώ ο βασικός μισθός μηνιαίως + 330,264ευρώ τα επιδόματα μηνιαίως (5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 5% επίδομα χειριστή υπολογιστή + 10% επίδομα γάμου + 13% επίδομα τριετιών, αναλυόμενο σε 9% για την πρώτη τριετία + 4% για τη δεύτερη τριετία) = 1.331,064 ευρώ δικαιούταν μηνιαίως - 1.158,58 ευρώ που έλαβε = 172,48 ευρώ η οφειλόμενη μηνιαίως διαφορά x 14 μήνες = 2.414,72 ευρώ, η συνολικά οφειλόμενη για όλο το έτος 2016 διαφορά, 4) Για το έτος 2017 δικαιούται το ποσό των 2.414,72 ευρώ [δηλαδή 1.000,80 ευρώ ο βασικός μισθός μηνιαίως σύμφωνα πάντα με την από 6.7.2009 ΣΣΕ + 330,264 ευρώ τα επιδόματα που δικαιούταν μηνιαίως σύμφωνα με την ως άνω ΣΣΕ (5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 5% επίδομα χειριστή υπολογιστή + 10% επίδομα γάμου + 13% επίδομα τριετιών, αναλυόμενο σε 9% για την πρώτη τριετία + 4% για τη δεύτερη τριετία) = 1.331,064 ευρώ δικαιούταν μηνιαίως - 1.158,58 ευρώ που έλαβε = 172,48 ευρώ η οφειλόμενη μηνιαίως διαφορά x 14 μήνες = 2.414,72 ευρώ, η συνολικά οφειλόμενη για όλο το έτος 2017 διαφορά), 5) Για το έτος 2018 δικαιούται το ποσό των 2.241, 72 ευρώ [δηλαδή 1.025,61 ευρώ ο βασικός μισθός μηνιαίως που δικαιούταν σύμφωνα με την ως άνω από 6.7.2009 ΣΣΕ + 338,45 ευρώ τα επιδόματα μηνιαίως (5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 5% επίδομα χειριστή υπολογιστή + 10% επίδομα γάμου + 13% επίδομα τριετιών, αναλυόμενο σε 9% για την πρώτη τριετία + 4% για τη δεύτερη τριετία) = 1.364,06 ευρώ δικαιούταν μηνιαίως - 1.158,58 ευρώ που έλαβε = 205,48 ευρώ η οφειλόμενη μηνιαίως διαφορά x 8 μήνες = 1.643,84 ευρώ δικαιούται διαφορά αποδοχών για επτά μήνες ήτοι από Ιανουάριο 2018 έως και Ιούλιο 2018 + ένα (1) μήνα συνολικά για επίδομα Πάσχα και για επίδομα αδείας (ήτοι) 8 μήνες + 597,88 ευρώ η αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων για το χρονικό διάστημα από 1η Μαΐου έως 10.08.2018 που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του [1.364,06 ευρώ ο μηνιαίος μισθός που δικαιούται x 2/25 = 109,12 ευρώ, 100 ημέρες : 19 =5,26δ εκαεννιαήμερα x 109,12 ευρώ = 573,97ευρώ + 23,91 ευρώ (573,97 ευρώ επίδομα Χριστουγέννων προσαυξημένο με την αναλογία του συντελεστή επιδόματος αδείας που είναι 0,041666 = 23,91 ευρώ+ 573,97 = 597,88 ευρώ)]. Σημειωτέον, όπως ο τρίτος ενάγων εκθέτει στην ένδικη αγωγή, η εναγομένη για τον μήνα Αύγουστο 2018 του κατέβαλε για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 1.158,58 ευρώ , ενώ για τις δέκα (10) ημέρες εργασίας δικαιούταν το ποσό των 545,6 ευρώ [1.364,06 ευρώ ο μηνιαίος μισθός : 25 ημέρες= 54,56 ευρώ το ημερομίσθιο x 10 ημέρες = 545,6 ευρώ), επομένως ουδέν ποσό οφείλεται σ' αυτόν για την εργασία του το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Αυγούστου 2018. Όσον αφορά δε το έτος 2019 (από 01.01έως 30.06.2019), η εναγομένη ουδέν ποσό οφείλει στον τρίτο ενάγοντα για διαφορές αποδοχών, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα, η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε την 10.08.2018 και πέραν της ανωτέρω ημεροχρονολογίας, ο τρίτος ενάγων δεν αποδείχθηκε ότι εργάσθηκε στην φαρμακαποθήκη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από τον ως άνω ενάγοντα ως ουσιαστικά αβάσιμων. Επομένως, η εναγομένη οφείλει στον τρίτο ενάγοντα για διαφορές αποδοχών για τα έτη 2014 έως και 10.08.2018 το ποσό των 10.414,36 ευρώ (1.671,6 + 1.671,6 + 2.414,72 + 2.414,72 + 2.241,72). Εξάλλου, σύμφωνα με τα παραπάνω πλήρως αποδειχθέντα, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2014 έως 31.10.2018) δεν λάμβανε επιδόματα εορτών (Πάσχα, Χριστουγέννων) και επίδομα αδείας, παρότι απασχολείτο με απλή σχέση εργασίας, καθόσον οι αξιώσεις του αυτές θεμελιώνονται απευθείας στις προεκτεθείσες στη σχετική νομική σκέψη διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τα ανωτέρω επιδόματα θα υπολογισθούν με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες (τακτικές) αποδοχές, που λάμβανε ο δεύτερος ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, που περιλαμβάνουν τον καταβαλλόμενο συμβατικό μισθό του, ο οποίος ήταν μεγαλύτερος από τα κατώτατα προβλεπόμενα της ισχύουσας τότε Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., καθώς και οποιαδήποτε άλλη παροχή τακτικά καταβαλλόμενη ως αντάλλαγμα της εργασίας του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από την εναγομένη αποδείξεις πληρωμής αποδοχών που αφορούν το επίδικο χρονικό διάστημα (2014 έως 31.10.2018), ο συνολικά καταβαλλόμενος μηνιαίως μισθός του δευτέρου ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 1.113,67 ευρώ, ο οποίος αναλύεται σε 898,12 ευρώ ο βασικός μισθός, σε 44,91 ευρώ επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, σε 80,83 ευρώ επίδομα τριετίας και σε 89,81 ευρώ επίδομα γάμου. Συνεπώς, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται για επιδόματα εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων) και επίδομα αδείας τα κάτωθι ποσά : Α) Για το έτος 2014 για επίδομα Πάσχα το ποσό των 556,835 ευρώ (1.113,67 ευρώ ο καταβαλλόμενος μισθός : 2), για επίδομα αδείας το ποσό των 556,835 ευρώ (1.113,67 ευρώ ο καταβαλλόμενος μισθός : 2), για επίδομα Χριστουγέννων το ποσό των 1.113,67 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.227,34 ευρώ (556,835 ευρώ + 556,835 ευρώ + 1.113,67 ευρώ), Β) Για το έτος 2015 για επίδομα Πάσχα το ποσό των 556,835 ευρώ (1.113,67 ευρώ ο καταβαλλόμενος μισθός : 2), για επίδομα αδείας το ποσό των 556,835 ευρώ (1.113,67 ευρώ : 2), για επίδομα Χριστουγέννων το ποσό των 1.113,67 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.227,34 ευρώ (556,835ευρώ + 556,835 ευρώ +1.113,67 ευρώ Γ) Για το έτος 2016 για επίδομα Πάσχα το ποσό των 556,835 ευρώ (1.113,67 ευρώ ο καταβαλλόμενος μισθός : 2), για επίδομα αδείας το ποσό των 556,835 ευρώ (1.113,67 ευρώ : 2), για επίδομα Χριστουγέννων το ποσό των 1.113,67 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.227,34 ευρώ (556,835ευρώ + 556,835 ευρώ + 1.113,67 ευρώ) Δ) Για το έτος 2017 για επίδομα Πάσχα το ποσό των 556,835 ευρώ (1.113,67 ευρώ ο καταβαλλόμενος μισθός : 2), για επίδομα αδείας το ποσό των 556,835 ευρώ (1.113,67 ευρώ : 2), για επίδομα Χριστουγέννων το ποσό των 1.113,67 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.227,34 ευρώ (556,835 ευρώ + 556,835 ευρώ + 1.113,67 ευρώ), Ε) Για το έτος 2018 για επίδομα Πάσχα το ποσό των 556,835 ευρώ (1.113,67 ευρώ ο καταβαλλόμενος μισθός : 2), για επίδομα αδείας το ποσό των 556,835 ευρώ (1.113,67 ευρώ : 2), για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων για το χρονικό διάστημα από 1η Μαΐου έως 31.10.2018 που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του το ποσό των 878,86 ευρώ (ήτοι 1.113,67 ευρώ ο μηνιαίος μισθός που δικαιούται x 2/25 = 89,093 ευρώ, 180 ημέρες: 19 = 9,47 δεκαεννεαήμερα x 89,093 ευρώ = 843,71 ευρώ το επίδομα Χριστουγέννων προσαυξημένο με την αναλογία του συντελεστή επιδόματος αδείας που είναι 0,041666 = 35,15 ευρώ + 843,71 ευρώ = 878,86 ευρώ) και συνολικά για το έτος 2018 δικαιούται το ποσό των 1.992,53 ευρώ (556,835 ευρώ + 556,835 ευρώ + 878,86ευρώ). Συνεπώς, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται για επιδόματα εορτών (Πάσχα, Χριστουγέννων) και επίδομα αδείας για το χρονικό διάστημα 2014 έως και 31.10.2018 το συνολικό ποσό των 9.788,22 ευρώ (2.227,34 ευρώ + 2.227,34 ευρώ + 2.227,34 ευρώ + 2.227,34 ευρώ + 1.992,53ευρώ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και για επιδόματα Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας για το χρονικό διάστημα 2014 έως 30.11.2018 το ποσό των 23.456,55 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα για επιδόματα Πάσχα, Χριστουγέννων και επίδομα αδείας για το χρονικό διάστημα 2014 έως 31.10.2018 το ποσό των 9.788,22 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και για επιδόματα Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας για το χρονικό διάστημα 2014 έως 10.08.2018 το ποσό των 10.414,36 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά ήτοι αυτό των 23.456,55 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα των 9.788,22 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα και των 10.414,36 ευρώ στον τρίτο ενάγοντα, πρέπει να επιδικασθούν νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ήτοι από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επιμέρους εργασίες και για το αντίστοιχο μηνιαίο ποσό ως δήλη ημέρα πληρωμής κατ' άρθρο 655 ΑΚ, για δε τα επιδικασθέντα επιδόματα Χριστουγέννων, από την επομένη της 31.12. κάθε έτους που οφείλονται, για τα επιδικασθέντα επιδόματα δώρων Πάσχα, από την επομένη της 31.04 κάθε έτους που οφείλονται, αφού γι' αυτά έχει ορισθεί (άρθρο 10 της Υ.Α. 19040/1981) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας ο εργοδότης να γίνεται υπερήμερος και να οφείλει τόκους υπερημερίας, σύμφωνα με τα άρθρα 341 και 345 ΑΚ. Επίσης, πρέπει να επιδικασθούν νόμιμοι τόκοι και για τα επιδόματα αδείας που επιδικάστηκαν από την 1.1 του επόμενου έτους, αφού γι' αυτές τις εργατικές απαιτήσεις τάσσεται από το νόμο, επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες. Υπό τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση (4430/2022), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 16.4.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 23492/1569/19.4.2021) έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 1741/2020 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η από 23.7.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 68131/1725/26.7.2019) αγωγή των αναιρεσιβλήτων λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει κατ' ουσία, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι 1ος και 3ος των αναιρεσειόντων δεν απασχολήθηκαν πέραν από τα επιτρεπόμενα ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας ήτοι πέραν του οκταώρου ημερησίως και 40ωρου εβδομαδιαίως στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, καθώς και ότι οι κανονιστικοί όροι της από 6.7.2009 ΣΣΕ και μετά τη λήξη της μετενέργειας αυτής, αποτέλεσαν αναπόσπαστο τμήμα των ατομικών συμβάσεων των αναιρεσειόντων δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648, 653, 655, άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν.435/1976, άρθρο 1 παρ. 1, 2 και 3 του ΑΝ 539/1945, άρθρου 1 παρ. 1 ν.1082/1980, 1 παρ. 1 της ΚΥΑ 19040/1981, καθώς και την από 6.7.2009 ΣΣΕ, για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις φαρμακευτικές και συναφείς επιχειρήσεις όλης της Χώρας για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του κλάδου που αφορά αυτή, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική δυνάμει της ΥΑ 486/75/12.1.2010 (ΦΕΚ 55Β/2010), καθ' όσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή α) ότι δεν προκύπτει η αναγκαιότητα της υπέρβασης της οκτάωρης εργασίας των 1ου και 3ου των αναιρεσειόντων καθημερινά και της 40ωρης εβδομαδιαίως και μάλιστα ανελλιπώς μέχρι την καταγγελία των συμβάσεών τους, β) ότι από τα τιμολόγια που εξέδιδε ο πρώτος αναιρεσείων, υπεύθυνος καταγραφής των ωρών εισόδου και εξόδου των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης εταιρείας για λογαριασμό της και φορτωτικές αφορώσες τη φόρτωση εμπορευμάτων, όπου αποτυπώνονται οι ώρες έκδοσης αυτών, δεν προκύπτει ότι υπερέβαιναν το συμφωνηθέν οκτάωρο και εβδομαδιαίως το 40ωρο, γ) ότι υπήρξε ατομική συμφωνία μεταξύ καθενός εκ των άνω αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ότι η από 6.7.2009 ΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική το έτος 2010 θα εξακολουθήσει να ισχύει στις μεταξύ τους εργασιακές σχέσεις και μετά την 14.5.2013, δ) ότι καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα (2014 έως 2018) ο βασικός μισθός τους ανερχόταν στο ποσό των 898,12 ευρώ, ο οποίος υπερέβαινε τα κατώτατα όρια των αποδοχών της ΕΓΣΣΕ , όπως διαμορφώθηκαν με το Ν.4093/2012 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/2012, ε) ότι και μετά τη λήξη της μετενέργειας της ως άνω ΣΣΕ, η αναιρεσίβλητη συνέχισε και μετά την 14.5.2013 να καταβάλει στους ως άνω αναιρεσείοντες τα επιδόματα Η/Υ, ανθυγιεινής εργασίας, γάμου (στον 3ο αναιρεσείοντα), γεγονός που καταδεικνύει ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία συμφώνησε η ως άνω ΣΣΕ να αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα των ενδίκων ατομικών συμβάσεων εργασίας των ως άνω αναιρεσειόντων ακόμα και μετά τη λήξη της μετενέργειας της εν λόγω ΣΣΕ. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπερεργασίας, υπερωρίας και της συμφωνίας των διαδίκων να αποτελέσει η από 6.7.2009 ΣΣΕ αναπόσπαστο τμήμα των ενδίκων ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων ακόμα και μετά τη λήξη της μετενέργειας αυτής, αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογεί α) την απόρριψη των αγωγικών αξιώσεων των αναιρεσειόντων για υπερεργασία και υπερωρία και β) την επιδίκαση των αγωγικών αξιώσεων για δεδουλευμένες αποδοχές και για επιδόματα Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας για το χρονικό διάστημα (2014 έως 2018), τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 και όχι 9, ως εκ παραδρομής αναγράφεται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της από 17.11.2022 αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και δεύτερος λόγος με στοιχεία (Β) της από 23.10.2022 αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, 76/2016). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 153/2019, 79/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, επικαλούνται οι αναιρεσείοντες της από 17.11.2022 αιτήσεως αναιρέσεως ότι το Εφετείο παρ' ότι δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη, ο ισχυρισμός "ότι ουδέποτε καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας τους, οι ενάγοντες, είχαν γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη-εναγομένη ότι είχαν υπερβεί το νόμιμο ωράριο, ούτε διαμαρτυρήθηκαν για τη μη καταβολή αμοιβών και παρασχεθείσα εργασία", οδηγήθηκε στην απόρριψη της απαίτησής τους για αμοιβές υπερεργασίας, σύμφωνα με ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου, έχουσα το εν λόγω περιεχόμενο. Ο λόγος αυτός, κατά το πιο πάνω σκέλος, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί καθ' όσον ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά επιχείρημα του Δικαστηρίου συναγόμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλά με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 447/2015, 1056/2014, 1663/2013). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (Ολ ΑΠ 8/2016). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, 1557/2018, 1349/2017). Περαιτέρω, με το οικείο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες της από 17.11.2022 αιτήσεως, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου του 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σε αυτή τιμολόγια, φορτωτικές και τις ένορκες βεβαιώσεις των: Κ. Κ., Μ. Γ., Α. Τ. και Π. Ν. αλλά αποσπασματικά. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, καθώς και την ειδική μνεία των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων και τα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα. Κατά δε το δεύτερο σκέλος της αυτής ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες και κατά το οικείο σκέλος της από 23.10.2022 αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα εταιρεία, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων και καταθέσεων, τα οποία είχαν προσκομίσει μετ' επικλήσεως οι διάδικοι ενώπιόν του, τα οποία, αν ορθά είχε αναγνώσει, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δικαιούνται αμοιβές για υπερεργασία. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αδιστάκτως έλαβε υπόψη το Εφετείο και σωστά ανέγνωσε, απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Ουσιαστικά με το λόγο αυτό υπάρχει παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1708/2014, 204/2011, 858/2011). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και επιδίκασε αίτηση (κεφάλαιο) της αγωγής, που όμως δεν είχε εκκληθεί και συνεπώς δεν είχε μεταβιβαστεί (άρθρ. 522 Κ.Πολ.Δ.), καθόσον η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, που προσβλήθηκαν με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής (ΑΠ 1415/2007). Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του και σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτής, αναφορικά με τον δεύτερο ενάγοντα ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο (Κ. Π.), δέχθηκε τα εξής: "ότι ο δεύτερος ενάγων (δεύτερος αναιρεσίβλητος), ο οποίος εργάσθηκε μέχρι την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης ως οδηγός φορτηγού και συγκεκριμένα του ..., μάρκας ..., ΙΧΦ, ιδιοκτησίας της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια οδήγησης για το επαγγελματικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε, όπως απαιτεί ο νόμος, καθόσον ούτε επικαλείται ότι κατείχε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, ούτε την προσκομίζει. Επομένως, λόγω της ανωτέρω έλλειψης, η μεταξύ αυτού και της εναγομένης καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ήταν άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ, φέρουσα το χαρακτήρα απλής σχέσης εργασίας. Ο ανωτέρω δε λόγος ακυρότητας επειδή αφορά τη δημόσια τάξη (δημόσια ασφάλεια), εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, παρότι η εναγομένη δεν προέβαλε την σχετική ένσταση... Συνεπώς, η μοναδική βάση της αγωγής του δευτέρου ενάγοντος την οποία επιχειρεί να θεμελιώσει στις διατάξεις περί συμβάσεως εργασίας, τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη αναφορικά με τις αιτούμενες διαφορές μεταξύ καταβαλλομένου και νόμιμου μισθού καθώς και για παρασχεθείσα υπερεργασιακή απασχόληση, δεδομένου ότι και η αξίωση για υπερεργασιακή απασχόληση έχει χαρακτήρα μισθολογικό, οι σχετικές δε αξιώσεις μπορούν να αναζητηθούν μόνο με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλην όμως τέτοια βάση, έστω και κατά δικονομική επικουρικότητα, δεν περιλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο. Ωστόσο, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται ευθέως εκ του νόμου τα οφειλόμενα σ' αυτόν επιδόματα εορτών (Πάσχα, Χριστουγέννων) και επιδόματα αδείας των κατωτέρω αναφερομένων χρονικών διαστημάτων τα οποία δεν του κατέβαλε η εναγομένη"... Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Φ. Α. Σ. Α. Ε." με τον πρώτο λόγο της από 23.10.2022 αίτησης αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος ισχυρίζεται όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο - Κ. Π. ότι το Εφετείο επιδίκασε το ποσό των 9.788,22 ευρώ, για επιδόματα Δώρων εορτών και αδείας, παρ' ότι αυτός δεν τα ζητούσε. Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος - ενάγων ζητούσε τα επιδόματα εορτών και αδείας και το Εφετείο επιδίκασε αυτά ως θεμελιούμενα ευθέως εκ του νόμου και συνακόλουθα, δεν επιδίκασε κάτι το οποίο δεν ζητήθηκε. Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, με το έτερο σκέλος του αυτού ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τις έγγραφες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, τις οποίες είχαν προσκομίσει μετ' επικλήσεως οι διάδικοι ενώπιόν του, τις οποίες, αν ορθά είχε αναγνώσει, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτές δεν αποδείκνυαν συμφωνία εξάρτησης/εφαρμογής της μισθοδοσίας των αναιρεσιβλήτων από τις κανονιστικές διατάξεις της ΣΣΕ 2009. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αδιστάκτως έλαβε υπόψη το Εφετείο και σωστά ανέγνωσε, απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Ουσιαστικά με το λόγο αυτό υπάρχει παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αν και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης αυτής έκρινε ως κατ' ουσία βάσιμη την προβληθείσα πρωτοδίκως και νόμιμα επαναφερθείσα με σχετικό λόγο εφέσεως από αυτήν, ένσταση εξόφλησης των επιδομάτων χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή καθώς και του επιδόματος τριετίας, αφορώσα τους αναιρεσιβλήτους, θα απέρριπτε τις αξιώσεις αυτών για διαφορές αποδοχών. Ο ως άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, όπως απαιτείται για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, κατά τα προεκτεθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, η κατά την αναιρεσείουσα αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την απόρριψη της προβληθείσας ένστασης εξόφλησης ως αβάσιμης. Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και όπως διευρύνθηκε η υπό στοιχείο (Α) αίτηση αναίρεσης, με τους πρόσθετους λόγους και να καταδικαστούν α) η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία επί της από 23.10.2022 αιτήσεως λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν κοινές προτάσεις και β) οι αναιρεσείοντες επί της από 17.11.2022 αιτήσεως λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (άρθρα 176,183, 189 παρ. 1 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις 1) από 23.10.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8199/916/24.10.2022) και τους από 15.11.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 147/2022) πρόσθετους λόγους και 2) από 17.11.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 9104/1020/18.11.2022) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4430/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει την από 23.10.2022 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Α. Σ. Α. Ε." και τους από 15.11.2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Φ. Α. Σ. Α. Ε." στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Απορρίπτει την από 17.11.2022 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων 1) Ν. Κ. και 2) Γ. Κ.. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ