Αριθμός 776/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 και 22 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Θ. Ρ. του Ν., Έλληνα υπηκόου, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Λαδή, κατά της υπ' αριθμ. 1/2013 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Βορείου Αιγαίου. Το Συμβούλιο Εφετών Βορείου Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό 40 LB54045/10/29-1-2013 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από την Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Δικαστικής Περιφέρειας Αμβέρσας Βελγίου σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε τις με ημερομηνία 15 Μαρτίου 2013 και 19 Μαρτίου 2013 δύο εφέσεις, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτές, οι οποίες συντάχθηκαν ενώπιον των Γραμματέων του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Βορείου Αιγαίου Μαρίας Γιαννακάκη και Ελένης Χριστοφορίδου αντίστοιχα και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 348/2013. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκζητουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες εκθέσεις έφεσης του εκζητουμένου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κ.λπ." σε περίπτωση συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον Άρειο Πάγο, από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως η υπό κρίση 1/15.3.2013 νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του Εφετείου Βορείου Αιγαίου ασκηθείσα έφεση κατά της υπ' αριθμό 1/15.3.2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Βορείου Αιγαίου με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης υπ' αριθμό 40 LB54045/10 από 29-1-2013 του Ανακριτή του Πρωτοδικείου Δικαστικής Περιφέρειας Αμβέρσας του Βελγίου κατά του εκκαλούντος Θ. Ρ. του Ν., Έλληνα υπηκόου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Αντιθέτως, όσον αφορά την μεταγενέστερη υπ' αριθμό εκθέσεως 2/2013 έφεση κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως 1/2013 του Συμβουλίου Εφετών Βορείου Αιγαίου που ασκήθηκε στις 19.3.2013 ενώπιον της ως άνω γραμματέως του Εφετείου Βορείου Αιγαίου από τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χαρίλαο Λαδή, από τον οποίο και υπογράφεται η συνταχθείσα σχετική έκθεση ως πληρεξούσιο του αυτού ως άνω εκκαλούντος, δυνάμει της από 18.3.2013 εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου, παρατηρείται κατ' αρχάς ότι η έγγραφη δήλωση περί διορισμού από τον εκκαλούντα του ανωτέρω ως πληρεξουσίου δικηγόρου για την άσκηση εφέσεως για λογαριασμό του κατά της ως άνω αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Βορείου Αιγαίου σε σχέση με την αποφασισθείσα από αυτό εκτέλεση του πιο πάνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης δεν έχει γίνει σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις των άρθρων 464 παρ.1, 96 παρ.1 και 42 παρ.2β ΚΠοινΔ, καθόσον δεν έχει βεβαιωθεί από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο η γνησιότητα της υπογραφής του εκκαλούντος, ως εξουσιοδοτούντος τους αναφερόμενους στο έγγραφο χορηγήσεως της σχετικής εντολής αντιπροσώπους του ως προς την άσκηση της εφέσεως. Επιπροσθέτως η δεύτερη αυτή έφεση δεν ασκήθηκε εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως που έγινε παρόντος του ήδη εκκαλούντος όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά την 19/3/2013 ημέρα Τρίτη και δεν αναφέρονται στην έκθεση εφέσεως περιστατικά που να δύνανται να εκτιμηθούν ως λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να διήρκεσαν μέχρι την άσκηση αυτής της δεύτερης έφεσης και να δικαιολογούν την καθυστερημένη άσκηση της. Για τους ανωτέρω επισημαινομένους λόγους η μεταγενέστερη από 19/3/2013 έφεση ως ασκηθείσα παρά μη δικαιουμένου προσώπου και εκπροθέσμως είναι κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ απορριπτέα ως απαράδεκτη και δεν είναι δυνατό, παρά το ότι κατά το χρόνο ασκήσεως της δεν είχε ερευνηθεί και δεν είχε εκδοθεί απόφαση ούτε επί της παραδεκτώς ασκηθείσης πρώτης εφέσεως, να θεωρηθεί η δεύτερη έφεση κατά της ίδιας αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Βορείου Αιγαίου ως συμπληρωματική της πρώτης και να συνερευνηθεί και συνεκδικασθεί με την πρώτη υπό την εκτίμηση ότι το σύνολο των λόγων τους θεωρείται ενιαίο κείμενο. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ.1 του άνω Ν. 3251/2004, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προκειμένου στο πρόσωπο αυτό κατά το αίτημα των αρμοδίων Αρχών του Κράτους εκδόσεως του εντάλματος, στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας να ασκηθεί ποινική δίωξη για ήδη αποδοθείσα σ' αυτό αξιόποινη πράξη είτε να εκτελεσθεί κατ' αυτού επιβληθείσα ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία του στερούν την ελευθερία. Κατά τα οριζόμενα περαιτέρω στην παράγραφο 2 του ιδίου ως άνω άρθρου του αυτού Νόμου η εφαρμογή των διατάξεων του δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά το οποίο, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και στην ασφάλεια. Στο άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που περιέχει ειδικότερα α)την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β)το όνομα, διεύθυνση αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής Αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ)μνεία της εκτέλεστης δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ)φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε)περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ)την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπει για την αξιόποινη πράξη η νομοθεσία του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ)στο μέτρο του δυνατού κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Στο άρθρο 9 παρ.3 του ιδίου Νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άρθρο 22 παρ.1 του ιδίου νόμου κατά της παραπάνω αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον Άρειο Πάγο κατά τα προαναφερθέντα. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών...Κατά το άρθρο 10 παρ.1 στοιχ.α' του Ν. 3251/2004, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 και 13 αυτού το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκτελείται, εφόσον η αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί τούτο συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ... Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ.2 του ανωτέρω άρθρου 10 του ν.3 251/2004, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών ειδικότερα δε μεταξύ άλλων και για απαγωγή, παράνομη κατακράτηση, αρπαγή και ομηρία (περίπτωση ιστ' παρ.2 του άρθρου 10). Περαιτέρω με το άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση υπό στοιχείο η' του ανωτέρω άρθρου, κατά την οποία απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του αρνείται την εκτέλεσή του "αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σε αυτό τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος". Στο άρθρο 12 του ιδίου νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα ελληνικά δικαστήρια ως δικαστική αρχή εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ελέγχουν την νομιμότητα του εντάλματος από άποψη νομοτύπου εκδόσεως και για αξιόποινες πράξεις ή ποινές που επιτρέπουν παράδοση του εκζητουμένου και ακολούθως ελέγχουν αν συντρέχει λόγος υποχρεωτικής ή δυνητικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς και με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004 ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις. Η απαγόρευση της έκδοσης ή παράδοσης των ημεδαπών σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεν προκύπτει από το Σύνταγμα ούτε από άλλη συνταγματικού χαρακτήρα διάταξη ή έθιμο εφόσον δεν τίθεται ζήτημα δίωξης ημεδαπού για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας, η άρση δε της έκδοσης ημεδαπών με το Ν. 3251/2004, δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις της ΕΣΔΑ ή της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και ως ειδική υπερισχύει της αντίθετης διάταξης του άρθρου 438 στοιχ.α' του ΚΠοινΔ καθόσον στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης στηριζόμενες στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του Κράτους δικαίου και δεν δικαιολογείται πλέον δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές και προστασία των υπηκόων εντός κράτους μέλους της Ε.Ε. από την παραπομπή τους ενώπιον των διωκτικών και δικαστικών αρχών άλλου κράτους μέλους αυτής. Τέλος οι διατάξεις του άρθρου 6 της Συμβάσεως της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα (ν.δ. 53/1974), σύμφωνα με τις οποίες κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δικαίως δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο νομίμως λειτουργούν και θα αποφασίσει επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως και επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως, θεωρούμενο σε περίπτωση που κατηγορείται για αδίκημα ότι είναι αθώος μέχρι της αποδείξεως της ενοχής του και ειδικότερη έκφραση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του οποίου είναι και αυτό της σιωπής και τη μη αυτοενοχοποιήσεώς του, αφορούν σε δικαιώματα που γεννιούνται υπέρ του συλληφθέντος προσώπου μετά την εκτέλεση του εκδοθέντος σε βάρος του ευρωπαϊκού εντάλματος και την προσαγωγή του ενώπιον της αρμοδίας δικαστικής αρχής του κράτους που ζήτησε την παράδοση του και αφού ασκηθεί σε βάρος του η ποινική δίωξη όταν και θα ετοιμάσει την υπεράσπιση του κατά της εναντίον του κατηγορίας. Έτσι τα ανωτέρω υπερασπιστικά δικαιώματα του συλληφθέντος και τελούντος υπό παράδοση σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως εκζητουμένου, δεν μπορεί να ελέγχονται από το Κράτος που εκτελεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αλλά εμπίπτει στον έλεγχο των δικαστικών αρχών του κράτους που ζήτησε την έκδοσή του η παροχή δυνατότητας ασκήσεως ή η παραβίαση αυτών των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του εκζητουμένου προσώπου ως κατηγορουμένου μετά την παράδοση του στο κράτος που εξέδωσε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και από όσα εξέθεσε στο παρόν δικαστήριο ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον εκκαλούντα προέκυψαν τα εξής: Το Συμβούλιο Εφετών Βορείου Αιγαίου με την εκκαλουμένη 1/2013 απόφασή του, διέταξε την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης με αριθμό 40 LB54045/10/29-1-2013 του Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αμβέρσας (Antwerpen) του Βελγίου κατά του εκκαλούντος έλληνα υπηκόου Ρ. Θ. του Ν. και Α., γεννηθέντος την 17.10.1953 στο ..., προκειμένου ο εκζητούμενος να προσαχθεί και παραδοθεί στις αρμόδιες δικαστικές Αρχές του Βελγίου για να δικασθεί για την πράξη της ομηρίας σύμφωνα με το άρθρο 347 bis παρ.1 και παρ.2 του Βελγικού Ποινικού Νόμου. Περαιτέρω με την ίδια απόφαση αναβλήθηκε η προσαγωγή του ανωτέρω στις Βελγικές Αρχές μέχρι πέρατος της ποινικής δίκης για την πράξη της μεταφοράς, κατοχής και εισαγωγής σε τόπους ομαδικής εργασίας ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης) στην οποία αναφέρεται το με αριθμό 38/27-11-1998 ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από την Ανακρίτρια του 29ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με την 224/23.2.1999 διάταξη του Προέδρου Εφετών Αθηνών, που εκκρεμεί στην Ελλάδα και μέχρι πέρατος καθ' οιονδήποτε τρόπο της έκτισης τυχόν επιβληθησομένης ποινής. Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης φέρει στο πρωτότυπό του ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή της Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Δικαστικής Περιφέρειας Αμβέρσας Βελγίου Β.MELIS και περιέχει στο πρωτότυπο και στην μετάφραση από την ολλανδική στην ελληνική γλώσσα από ορκωτό μεταφραστή όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004, δηλαδή την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία επικοινωνίας της δικαστικής Αρχής εκδόσεως του εντάλματος φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιοποίνου πράξεως που αποδίδεται στον εκζητούμενο, περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως αυτής της αξιοποίνου πράξεως στις οποίες περιλαμβάνονται και ο χρόνος και ο ακριβής τόπος τελέσεως του εγκλήματος καθώς και η ειδικότερη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην εν λόγω αξιόποινη πράξη μνεία του άρθρου του Βελγικού Ποινικού Νόμου που προβλέπει και τιμωρεί το εν λόγω έγκλημα και άλλες πληροφορίες σχετικά με την ανωτέρω πράξη. Κατά συνέπεια το ανωτέρω ένταλμα πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 6 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος της Ελλάδος και συντρέχουν οι κατά το Ν. 3251/2004 όροι τυπικής νομιμότητας αυτού του εντάλματος. Μετά τη λήψη του ενδίκου εντάλματος από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών εκδόθηκε από τον τελευταίο η υπ' αριθμό 1/26.2.2013 εντολή προσωρινής συλλήψεως του εκζητουμένου, ο οποίος συνελήφθη αυθημερόν και ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Βορείου Αιγαίου στον οποίο προσήχθη στις 27/2/2013 ο εκζητούμενος μετά την ενημέρωσή του για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του ως άνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και για τα δικαιώματα του προσφυγής σε υπηρεσίες νομικού παραστάτη και διερμηνέα δήλωσε κατά τη σύνταξη της υπ' αριθμό 1/2013 εκθέσεως δικαστικής Αρχής ότι δεν συγκατατίθεται για την προσαγωγή του στις αρμόδιες δικαστικές Αρχές του Βελγίου και διαβιβάστηκε το ευρωπαϊκό αυτό ένταλμα σύλληψης μαζί με όλα τα συνοδευτικά έγγραφα ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Βορείου Αιγαίου ως αρμόδιας δικαστικής Αρχής στην περιφέρεια της οποίας συνελήφθη, προκειμένου να αποφανθεί για την εκτέλεση του εντάλματος. Η αξιόποινη πράξη της ομηρίας που αποδίδεται στον εκζητούμενο και για την οποία ζητείται η προσαγωγή του στην αρμόδια δικαστική Αρχή του Βελγίου φέρεται ότι έχει τελεσθεί από αυτόν στο έδαφος της Βελγικής Επικράτειας στις 21 Απριλίου 2010. Ειδικότερα την 21.00 ώρα της 21.4.2010 στην περιοχή Αμβέρσας του Βελγίου ο εκζητούμενος ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ε. Π. ο οποίος λίγο αργότερα έπεσε θύμα απαγωγής με τη βίαιη επιβίβασή του από τρία άτομα ύστερα από διαπληκτισμό σε αυτοκίνητο BMW με ολλανδικές πινακίδες κυκλοφορίας που αποχώρησε από τον τόπο του επεισοδίου στην οδό KoolKaai προς άγνωστη κατεύθυνση μέσω της οδού Gorterstaat. Έγινε έρευνα τηλεπικοινωνιών σε συναφή υπόθεση όσον αφορά τηλεφωνικές επαφές αναφερόμενου βελγικού αριθμού σύνδεσης με συγκεκριμένους ολλανδικούς αριθμούς σύνδεσης ένας από τους οποίους κατά τις ώρες πριν την απαγωγή μετακινήθηκε από το Άμστερνταμ προς την Αμβέρσα και κατά την έρευνα ο εκζητούμενος φέρεται να είχε επικοινωνία με τον Π. Ε. καθώς και ότι κατά τις ενδείξεις που αναφέρονται πρέπει ο ίδιος (ο εκζητούμενος) να ήταν επιφορτισμένος με τις ενέργειες που συνίσταντο στην προσέλκυση του θύματος προς το σημείο της πόλεως της Αμβέρσας Βελγίου από όπου έγινε περί ώρα 21.00 της 21.4.2010 η απαγωγή του Π. από τους συναυτουργούς που ήταν μέλη της Ολλανδικής ομάδας δραστών, ορισμένος αριθμός τηλεφωνικών συνδέσεων των οποίων, εντοπίσθηκαν από την ανάλυση της έρευνας τηλεπικοινωνιών να είναι κατά τον κρίσιμο χρόνο της ημέρας και της ώρας της απαγωγής στην περιοχή, κοντά στην τοποθεσία όπου έγινε αυτή. Επομένως, ο εκζητούμενος φέρεται στο ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να συμμετείχε στην πιο πάνω αξιόποινη πράξη όπως στο ένταλμα προσδιορίζεται, ενώ η πράξη αυτή για την οποία ζητείται η προσαγωγή του στις Βελγικές Δικαστικές Αρχές και χαρακτηρίζεται κατά το Βελγικό δίκαιο ως ομηρία τιμωρείται στο Κράτος εκδόσεως του ενδίκου εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικού της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι 30 ετών φυλάκιση. Συνεπώς το έγκλημα στο οποίο συμμετείχε ο εκζητούμενος ανήκει σε εκείνες τις πράξεις για τις οποίες κατά το άρθρο 10 παρ.2 του ν. 3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και χωρίς το διττό έλεγχο του αξιοποίνου. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω και κατά τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους η πράξη αυτή είναι αξιόποινη με τη μορφή της αρπαγής κατά τα οριζόμενα με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών. Συνεπώς το ως άνω ένταλμα περιέχει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν. 3251/2004 στοιχεία, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επιτρεπτού της εκδόσεως του εντάλματος καθώς και οι προβλεπόμενες στο άρθρο 10 του ιδίου νόμου προϋποθέσεις για να επιτραπεί η εκτέλεσή του και δεν επέρχεται από την κατ' εφαρμογή του νόμου εκτέλεση του παραβίαση συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων του εκζητουμένου ούτε παραβίαση του δικαιώματος του στην ελευθερία και την ασφάλεια που διατυπώνεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με την από 13.12.2007 συνθήκη της Λισσαβόνας που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 3671/2008 και ισχύει από 1.12.2009 μετά την κύρωση της από όλα τα συμβληθέντα Κράτη της Ε.Ε. με τελευταία την Τσεχία. Επί πλέον δεν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του Ν. 3251/2004 περιπτώσεις υποχρεωτικής ή δυνητικής απαγορεύσεως εκτελέσεως του ενδίκου εντάλματος. Προκύπτει από το μεταφρασμένο από 28/2/2013 μήνυμα που διαβιβάσθηκε μέσω της Διεύθυνσης Διεθνούς Αστυν. Συνεργασίας - 3ο Τμήμα SIRENE της Ελληνικής Αστυνομίας προς την Εισαγγελία Εφετών Βορείου Αιγαίου και εστάλη από το Γραφείο SIRENE Βελγίου, ότι από την Εισαγγελία Αμβέρσας Βελγίου δόθηκαν διαβεβαιώσεις ότι ο εκκαλών - εκζητούμενος, που είναι έλληνας υπήκοος και κατά του οποίου δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην Ελλάδα για την ίδια πράξη για την οποία ζητείται να παραδοθεί στις Βελγικές Δικαστικές Αρχές μέχρι την εκδίκαση της εφέσεως του από τον Άρειο Πάγο, θα διαμεταχθεί στην Ελλάδα για να εκτίσει την τυχόν επιβληθησόμενη σε βάρος του ποινή στο Βέλγιο κατά τα αναφερόμενα στην 2002/584/JHA/Απόφαση - πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 περ.η' του Ν. 3251/2004. Επομένως, το δικάσαν Συμβούλιο Εφετών Βορείου Αιγαίου που αποφάσισε την εκτέλεση του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και ανέβαλε την προσαγωγή του στις Βελγικές Αρχές μέχρι πέρατος της ποινικής δίκης για άλλη πράξη παραβάσεως της περί ναρκωτικών νομοθεσίας που εκκρεμεί στην Ελλάδα, και την έκτιση της ποινής που τυχόν θα του επιβληθεί γι' αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του ν.3251/2004 δεν έσφαλε με το να κρίνει ότι περιλαμβάνονται στο πιο πάνω ένταλμα όλα τα προβλεπόμενα από το άρθρο 2 του ως άνω νόμου στοιχεία και ότι δεν συντρέχουν νόμιμοι λόγοι που να μην επιτρέπουν την εκτέλεση του εντάλματος αυτού. Αρκούν αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι σχετικά με την περιγραφή στο ως άνω ένταλμα της αξιοποίνου πράξεως που αποδίδεται στον εκζητούμενο τα στοιχεία που αναφέρονται προέρχονται από αξιοποίηση όσων λήφθηκαν από την έρευνα τηλεφωνικών επικοινωνιών του εκζητουμένου, του θύματος και των δραστών της απαγωγής δεν επεκτείνεται δε ο έλεγχος του Συμβουλίου Εφετών πέραν της νομιμότητας του ως άνω εντάλματος και σε εξέταση της βασιμότητας της κατηγορίας. Εναπόκειται στον εκζητούμενο και ήδη εκκαλούντα να προτείνει ενώπιον των Δικαστικών Αρχών του Κράτους εκδόσεως του ως άνω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μετά την εκτέλεσή του, όπως μη ληφθούν υπόψη και μη αξιοποιηθούν αποδεικτικώς σε βάρος του όσα αναφέρονται στο ένδικο ένταλμα σε σχέση με την υπόθεση της απαγωγής ότι κατέθεσε ο ίδιος ο εκζητούμενος εξεταζόμενος ως μάρτυρας στην Ελλάδα πριν την έκδοση του ανωτέρω εντάλματος στα πλαίσια της έρευνας των βελγικών Αρχών που αφορούσε την σε βάρος του O. C. C. ανθρωποκτονία, εάν παραβιάσθηκαν δικαιώματα του από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και από το άρθρο 14 παρ.3 εδαφ.δ' και ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Κατόπιν αυτών όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με την από 15.1.2013 έφεσή του, επικαλούμενος πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Συμβούλιο Εφετών είναι απορριπτέα ως αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η παραπάνω έφεση και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις α) από 15/3/2013 (υπ' αριθμ. εκθέσεως 1/2013) και β) από 19/3/2013 (υπ' αριθμ. εκθέσεως 2/2013) εφέσεις του εκκαλούντος Θ. Ρ. του Ν., έλληνα υπηκόου, κατοίκου ... κατά της υπ' αριθμό 1/2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Βορείου Αιγαίου, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του με αριθμό 40 LB54045/10/29-1-2013 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε σε βάρος του εκκαλούντος από την Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Δικαστικής Περιφέρειας Αμβέρσας Βελγίου. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ