ΑΡΙΘΜΟΣ 762/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Ζ. του Γ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Τριπόλεως, που εκπροσωπείται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Σπύρο Φυτράκη και Φίλιππο Φίλια, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 54, 55, 56, 57, 58, 78, 155, 237, 238, 285, 303, 398 και 399/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2012 αίτησή του καθώς και στο από 3 Σεπτεμβρίου 2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 466/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ (όπως το τελευταίο ετροποποιήθη και ισχύει, με το άρθρο 2 παρ.5 Ν. 2408/1996) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η κατά τ' άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική, δηλαδή, ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή εάν η έκδοσή τους αφίεται στη διακριτική, ανέλεγκτη ή ελεύθερη κρίση του δικαστού που τις εξέδωσε. Ούτως η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατ' άρθρον 352 ΚΠΔ η διά διενέργεια αυτοψίας παρεμπίπτουσα απόφαση, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, με αναφορά των περιστατικών και των συλλογισμών, με τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε την απορριπτική του κρίση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η υποβολή ενός τοιούτου αιτήματος έγινε σαφώς και ορισμένως, με όλα τα αναγκαία περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για την θεμελίωσή του ώστε να τα κρίνει το δικαστήριο, άλλως αυτό δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένως. Εάν δηλαδή το δικαστήριο παραλείψει να απαντήσει σε ορισμένο αίτημα ή δεν αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απορριπτική του κρίση, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άνω άρθρου 510§1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 7/2005) και εάν μετά ταύτα εχώρησεν εις την κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκη του κατηγορουμένου, δημιουργείται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. περί υπερβάσεως εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του εζήτησε την διάταξη της διενεργείας αυτοψίας στο χώρο του παιδικού σταθμού ως και της προβολής του βίντεο, που έλαβε και αφορά την βιντεοσκόπηση του χώρου αυτού. Το δικαστήριο απέρριψε τα άνω αιτήματά του ως εξής: "Το αίτημα για τη διενέργεια αυτοψίας στο χώρο του παιδικού σταθμού πρέπει να απορριφθεί, διότι το Δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδίως τις καταθέσεις των μαρτύρων, όσα προέκυψαν από την προβολή των βιντεοκασετών (4), το σχεδιάγραμμα του παιδικού σταθμού που συνέταξε ο ίδιος ο κατηγορούμενος και τις φωτογραφίες του χώρου του παιδικού σταθμού και των τάξεων αυτού. Συνακόλουθα, δεν κρίνεται απαραίτητη ούτε η προβολή βίντεο που έλαβε ο κατηγορούμενος σχετικά με το χώρο του παιδικού σταθμού". Επίσης εζήτησε να κληθούν και εξετασθούν ως μάρτυρες οι αναφερόμενες ως παθούσες δύο ανήλικες με την προστατευτική μάλιστα διαδικασία του άρθρου 226Α ΚΠΔ. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό ως εξής: "Το ανωτέρω αίτημα πρέπει κατά την κρίση του δικαστηρίου να απορριφθεί διότι μία εξέταση των ανηλίκων σήμερα, δεν πρόκειται να προσφέρει κάτι αξιόλογο στη δίκη ενόψει του ότι από τον φερόμενο χρόνο τελέσεως του αδικήματος (Δεκέμβριο 2000 έως 11/7/2001) μέχρι σήμερα (2011) είναι προφανώς βέβαιο ότι δεν θα ενθυμούνται οι ανήλικες συγκεκριμένα περιστατικά για την υπόθεση λόγω της νηπιακής ηλικίας, κατά την οποία φέρεται ότι τελέστηκε η πράξη". Περαιτέρω ο κατηγορούμενος (διά των συνηγόρων του) υπέβαλε και το αίτημα να κληθεί και εξετασθεί ως μάρτυς η Ρ. Λ. για να καταθέσει "πότε έκανε τη μετάφραση και πότε της εστάλησαν τα έγγραφα". Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό ως εξής: "Το αίτημα" αυτό μαζί με άλλα σκέλη "πρέπει να απορριφθεί διότι οι περιεχόμενοι ισχυρισμοί" (στα έγγραφα αυτά), "μπορούν να συνεκτιμηθούν με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Ούτε κρίνεται αναγκαία η εξέταση ως μάρτυρα της Ρ. Λ., διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν θα προσφέρει κάτι ουσιώδες στη δίκη, ώστε να είναι απαραίτητη η εξέτασή της για τα ζητήματα που θέτουν οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου". Εντεύθεν όλα τα ανωτέρω αιτήματα απερρίφθησαν δια των σχετικών παρεμπιπτουσών αποφάσεων (υπ' αριθμ. 285, 155, 238/2011), οι οποίες, κατά τ' άνω, έχουν την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω αναφορά πραγματικών περιστατικών, όπως περί αυτού αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ., περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας των ανωτέρω παρεμπιπτουσών αποφάσεων και της εντεύθεν υπερβάσεως εξουσίας εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Η' Κ.Π.Δ.), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, προς δε αβάσιμοι και απορριπτέοι, και οι συναφείς Γ', των προσθέτων, λόγος, επίσης περί αναιτιολογήτου απορρίψεως του αιτήματος να εξετασθούν στο ακροατήριο οι παθούσες και Δ', περί αναιτιολογήτου απορρίψεως του αιτήματος αυτοψίας. Καθ' ό μέρος υπό την επίκληση του άνω Γ' λόγου (των προσθέτων λόγων) επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Κατ' άρθρο 142Α ΚΠΔ, το οποίο προσετέθη με το άρθρο 9 Ν. 3346/2005 §1 "Ενώπιον των δικαστηρίων που εκδικάζουν κακουργήματα, μπορεί να εφαρμοστεί και το σύστημα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία" και § 2 "Η φωνοληπτική τήρηση των πρακτικών γίνεται από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου και υπό τις οδηγίες του Δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση με μαγνητοφώνηση και απομαγνητοφώνηση ή άλλες τεχνικές φωνοληψίας που διενεργούνται με τη χρήση κατάλληλων μηχανικών μέσων και, εφ' όσον παρίσταται αναγκαίο, με την συνδρομή βοηθητικού προσωπικού". Εν προκειμένω ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του εζήτησε να εφαρμοσθεί το σύστημα τήρησης των πρακτικών με φωνοληψία. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την εξής αιτιολογία: "Καθίσταται σαφές" από την άνω διάταξη την παρ. 1 της οποίας ανέφερε ότι για την εφαρμογή της διάταξης αυτής πρέπει να υπάρχει η αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή. Στην προκειμένη περίπτωση, στο Εφετείο Αθηνών δεν υπάρχει τέτοια υποδομή, άλλωστε ούτε ο γραμματεύς του Δικαστηρίου έχει γνώσεις τήρησης πρακτικών με αυτό τον τρόπο. Συνεπώς το αίτημα πρέπει να απορριφθεί". Ούτω (και) το σχετικό αίτημα απερρίφθη διά της υπ' αριθμ. 57/2011 παρεμπιπτούσης αποφάσεως, η οποία και έχει την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία, χωρίς να απαιτείται η αναφορά αποδεικτικών μέσων, από τα οποία προκύπτει η επικαλουμένη έλλειψη σχετικής υλικοτεχνικής υποδομής, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων και χωρίς να έχει σημασία (δια την αιτιολογία) το ότι εζήτησεν ο κατηγορούμενος δια των συνηγόρων του υπερασπίσεως ότι "αναλαμβάνουν όλα τα έξοδα που απαιτούνται", αφού τοιούτο τι δεν προβλέπει η ως άνω διάταξη. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ., περί ελλείψεως αιτιολογίας της ανωτέρω παρεμπιπτούσης αποφάσεως και της εντεύθεν υπερβάσεως εξουσίας εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Η' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' άρθρο 143§1 Κ.Π.Δ. "Σε περίπτωση που υπάρχει ειδικός στενογράφος γραμματέας τηρούνται στενογραφημένα πρακτικά ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή ενός από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως. Η σχετική αίτηση μπορεί να υποβληθεί ακόμη και όσο διαρκεί η αποδεικτική διαδικασία στο δικαστήριο, που αποφαίνεται αμέσως και αμετακλήτως. Αν το δικαστήριο δεχτεί την αίτηση, καθορίζει το ποσό της δαπάνης που πρέπει να καταβληθεί αμέσως στο γραμματέα του δικαστηρίου. Με έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να μετακληθεί για ορισμένη δίκη στενογράφος γραμματέας από άλλο δικαστήριο". Εν προκειμένω, μετά την απόρριψη του αμέσως ανωτέρω αιτήματος, οι συνήγοροι υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, υπέβαλαν αίτημα, για τήρηση των πρακτικών της δίκης από ειδικό στενογράφο Γραμματέα. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση", (μετά την αναφορά της §1 του άρθρου 143 εδ.α' Κ.Π.Δ.) "από την όλη διαδικασία προέκυψεν ότι δεν υπάρχει στο Εφετείο ειδικός στενογράφος γραμματέας, αλλά ούτε και σε άλλο δικαστήριο της χώρας. Επίσης ούτε το Υπουργείο Δικαιοσύνης διαθέτει ειδικό στενογράφο γραμματέα όπως προέκυψε από την τηλεφωνική επικοινωνία του Δικαστηρίου με τον αρμόδιο υπάλληλο αυτού. Κατόπιν αυτού πρέπει να απορριφθεί το συναφές αίτημα". Δι' ο και το σχετικόν αίτημα απερρίφθη δια της υπ' αριθμ. 58/2011 παρεμπιπτούσης αποφάσεως, η οποία και κατά τ' άνω έχει την ειδική αιτιολογία, χωρίς να απαιτείται και εδώ η αναφορά περαιτέρω πραγματικών περιστατικών, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, αφού η διάταξη απαιτεί να υπάρχει ειδικός στενογράφος γραμματέας ενώ, τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι εκ του γεγονότος ότι αναφέρει η αιτιολογία, ότι υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία με αρμόδιο υπάλληλο του Υπουργείου, η οποία και βεβαίως έλαβε χώραν εκτός ακροατηρίου, κατ' ουδέν σημαίνει ότι πρόκειται περί μη νομίμως ληφθέντος αποδεικτικού μέσου, όπως επίσης όλως αβασίμως, προκειμένου να θεμελιώσει και ακυρότητα, αιτιάται ο αναιρεσείων. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ. περί ελλείψεως αιτιολογίας της ανωτέρω παρεμπιπτούσης αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος συναφώς δε και ο λόγος περί υπερβάσεως εξουσίας εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. Κατ' άρθρο 510§1 στοιχ.Β' Κ.Π.Δ. ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 κατ' αυτό "Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση". Για να επέλθει όμως ακυρότης της διαδικασίας δι' έλλειψη ακροάσεως απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και επί πλέον σε περίπτωση μη αποδοχής τούτου από τον διευθύνοντα την συζήτηση άμεση προσφυγή των εις (ολόκληρο) το δικαστήριο και απόρριψη, παρά το νόμο, επ' αυτού της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί επ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Μ.Ο.Ε. Αθηνών, οι συνήγοροι υπερασπίσεως του κατηγορουμένου εζήτησαν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση να κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας η Σ. Ε.-Κ. προκύψασα εκ της διαδικασίας, "αν έχει πει αυτά που είπε η μάρτυρας και αν έχει δει τον κατηγορούμενα να περιφέρεται στο χώρο του παιδικού σταθμού", και ο διευθύνων την συζήτηση παρέλειψε να απαντήσει επ' αυτού. Όμως το μεν ούτως υποβληθέν το άνω αίτημα ήτο αόριστο αφού δεν προσδιόριζε εις τι ακριβώς θα συνετέλουν τα ανωτέρω για την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο πράξη, ώστε ο δικαστής να κρίνει εάν η μαρτυρία της ήτο ουσιώδης για την διερεύνηση της υποθέσεως, το δε ο κατηγορούμενος δεν προσέφυγε στο δικαστήριο, ώστε αυτό να αποφασίσει επί της ανωτέρω αιτήσεως. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Β' σε συνδ. με το 170§2 ΚΠΔ περί ελλείψεως ακροάσεως εκ της επικαλουμένης παραλείψεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρο 233 Κ.Π.Δ. §1 "Όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα" και § 2 "Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από τον πίνακα που καταρτίζεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών ..." όπως αναλυτικώς προβλέπει η διάταξη αυτή ... . "Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφ' όσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διοριστεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν" (όπως η §2 προσετέθη με το άρθρο 2§1 Ν. 2408/1996. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά την συγκρότηση του δικαστηρίου, οι συνήγοροι των πολιτικώς εναγόντων εδήλωσαν ότι η M. L. η οποία επρόκειτο να εξετασθεί ως μάρτυς χρειάζεται οπωσδήποτε διερμηνέα της εβραϊκής γλώσσας. Μετά από την 24-1-2011 βεβαίωση της Βασιλικής Τσαπαλιάρη, Προϊσταμένης του Τμήματος ΜΟΔ-ΜΟΕ της Eισαγγελίας Εφετών Αθηνών, ότι προκύπτει από το υπ' αριθμ. 3015/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ότι δεν υπάρχει διερμηνέας της εβραϊκής γλώσσης, το εκ Τακτικών Δικαστών δικαστήριο διόρισε διερμηνέα της εβραϊκής γλώσσης για την ανωτέρω την ευρισκομένη εις το ακροατήριο Μ. Τ., η οποία γνωρίζει την γλώσσα αυτή και η οποία άλλωστε είχε κληθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ως διερμηνεύς. Το ότι όμως ο διορισμός της διερμηνέως αυτής έγινε εκ περισσού από το Δικαστήριο και όχι από μόνο τον αρμόδιο προς τούτο διευθύνοντα την συζήτηση Πρόεδρο, ουδεμία ακυρότητα επιφέρει και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί καθ' ύλην αναρμοδιότητος του δικαστηρίου, εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Ζ' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρο 365§1 Κ.Π.Δ. "Στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος (άρθρ. 219 παρ.2) ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, ή ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία ...". Εκ της διατάξεως του άρθρου αυτού προκύπτει ότι ακυρότης της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Α' Κ.Π.Δ., προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικού αιτήματος, δεν αναγνωσθούν ένορκοι κατά την προδικασία καταθέσεις μαρτύρων, των οποίων η εμφάνιση δια τους εις το άρθρο αυτό λόγους είναι ανέφικτος όχι δε και αν ανεγνώσθησαν τοιαύται καταθέσεις έστω και παρά την προς τούτο εναντίωση του κατηγορουμένου και χωρίς να αιτιολογηθεί και βεβαιωθεί από του δικαστηρίου, η συνδρομή των λόγων αυτών, του θ' όπερ εις ουδένα των εκ του άρθρου 510§1 Κ.Π.Δ. λόγων αναιρέσεως περιλαμβάνεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ανεγνώσθησαν, οι καταθέσεις τις οποίες και ο αναιρεσείων επικαλείται, οι οποίες εδόθησαν στην προδικασία, και για την ανάγνωση των οποίων ουδεμία εναντίωση αυτού υπήρξε. Κατά συνέπειαν ουδεμία ακυρότης προεκλήθη της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ανάγνωση των καταθέσεων αυτών και ούτε συνεπώς το δικαστήριο όφειλε να αιτιολογήσει τη σχετική του απόφαση. Μετά ταύτα ο σχετικός λόγος αναιρέσεως υποστηρίζων τα αντίθετα, ήτοι περί απολύτου ακυρότητος, εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., λόγω της ανωτέρω πλημμελείας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Για την κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ. απαιτείται, ως προανεφέρθη, να εκτίθενται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα περιστατικά υπό της αποφάσεως. Σε σχέση με αυτά αρκεί η κατ' είδος αναφορά των, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαιτέρα μνεία εντός εκάστου αυτών, ούτε η έκθεση του τι προέκυψεν κεχωρισμένως εξ αυτών, ούτε να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη η κάθε παραδοχή. Πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177§1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005), ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα, αφού δεν εξηρέθησαν. Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η παράλειψη της αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά ως και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των, διότι εις την περίπτωση αυτή, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής αποφάσεως παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως δόλου που απαιτείται κατ' άρθρο 26§1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος) αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά, τα οποία όμως δεν απαιτούνται στο αδίκημα της αποπλανήσεως παίδων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατεδικάσθη, για την πράξη της αποπλανήσεως παίδων ηλικίας τριών ετών, κατ' εξακολούθηση με την αναγνώριση της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 περ.α'και ε' Π.Κ., εις συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών. Για να καταλήξει το άνω δικαστήριο στην κρίση του αυτή έλαβεν υπ' όψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα της δικογραφίας και όσα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ο κατηγορούμενος και οι πολιτικώς ενάγοντες, τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, όσα προέκυψαν από την προβολή στο ακροατήριο των επιδίκων βιντεοκασετών, την απολογία του κατηγορουμένου και τη διαδικασία γενικά". Ούτως έλαβεν υπ' όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρει και τα αξιολόγησεν και εις ουδεμία επιλεκτική εκτίμηση προέβη ορισμένων μόνον αποδεικτικών μέσων και δη μόνον των καταθέσεων των γονέων των παθουσών ανηλίκων θηλέων, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, ενώ δεν απητείτο να προβεί εις συγκριτική αξιολόγηση και συσχέτιση όλων των ενώπιον του ΜΟΕ εξετασθέντων μαρτύρων και να εκθέσει το τι κατέθεσεν έκαστος αυτών, όπως επίσης αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, αξιολόγησε δε και την απολογία του κατηγορουμένου εις αμφοτέρους τους βαθμούς (την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την ανάγνωση της εκκαλουμένης αποφάσεως). Επίσης συνεξετίμησε τις ανώμοτες καταθέσεις των γονέων των ανηλίκων, οι οποίοι τα εξεπροσώπησαν ως πολιτικώς ενάγοντες, λόγω της ανηλικότητός των και οι οποίες (καταθέσεις), εντεύθεν, ουδεμία ακυρότητα πάσχουν όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, ενώ ουδεμία διάκριση ποιείται το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι θεωρεί δηλαδή περισσότερον αξιόπιστους τους ανωτέρω γονείς παρά τους λοιπούς μάρτυρες, όπως και πάλιν αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων. Εντεύθεν ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ. περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν (προκύπτει ότι) έχουν αναγνωσθεί, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει, τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.Α' του Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητος, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, ποίο έγγραφο ανεγνώσθη. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητος του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητος, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο ανεγνώσθη στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι εδόθη η δυνατότης στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ.), τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του. Ο προσδιορισμός δε αυτός, είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότης του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότης. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου η οποία δημιουργεί την άνω ακυρότητα υπάρχει και όταν το έγγραφο ήτο συντεταγμένο σε ξένη γλώσσα και ανεγνώσθη, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήτο σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή πάντως πρέπει, για να επέλθει απόλυτη ακυρότης, να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε συγκεκριμένη ξένη γλώσσα και ότι ανεγνώσθησαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο και έγγραφα που προσδιορίζονται (στα πρακτικά), με την αναφορά: "Φωτ/φα έξι Υπευθύνων Δηλώσεων -Φωτ/φα εννέα δηλώσεων -Τρεις βεβαιώσεις της εταιρείας ΟΞΟΠΟΙΪΑ ΠΑΝ -Φωτ/φο αναγγελίας πρόσληψης της ως άνω εταιρείας (εις το φύλλο 49β'της προσβαλλομένης), άλλα τρία έγγραφα με τις εκτυπώσεις αποστολέα και λήπτη να έχουν τις ίδιες ακριβώς διαφορές στα στοιχεία ημερομηνίας και ώρας, εν τέλει του φύλλου 50β' της προσβαλλομένης, δεκαεπτά (17) φωτογραφίες στο φύλλο 52α'της προσβαλλομένης". Ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός της ταυτότητος των εγγράφων είναι επαρκής και ουδεμία αμφιβολία καταλείπει ως προς το ποία έγγραφα της δικογραφίας ανεγνώσθησαν, εν όψει του ότι άλλα έγγραφα με τον προσδιορισμόν αυτόν δεν ανεγνώσθησαν, (ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τοιούτον τι), με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά εις τον τελευταίον, ο οποίος ούτως είχε την δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρονται αυτά στα πρακτικά, τέλος δε οι 17 φωτογραφίες, οι οποίες, ειρήσθω, δεν αναγιγνώσκονται, αλλ' επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, εις τους οποίους επιδεικνύονται, προσεκομίσθησαν υπό του ιδίου του κατηγορουμένου και δη των συνηγόρων υπερασπίσεώς του. Περαιτέρω οι ως επίδικες αναφερόμενες βιντεοκασέτες προεβλήθησαν κατά την ανάγνωση των εγγράφων, σύμφωνα με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθμ. 155/2011 απόφαση του Μ.Ο.Ε. και είναι σαφές ότι πρόκειται περί των δύο (2) βιντεοκασετών των οποίων εζητήθη η προβολή και αυτές μόνον ελήφθησαν υπόψη χωρίς να δημιουργείται αμφιβολία περί του αριθμού των, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, εκ του ότι εις την υπ' αριθμ. 285/2011 παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου αναφέρεται ο αριθμ. 4. Τέλος, όπως προκύπτει επίσης από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ανεγνώσθηκαν και "Σελίδες 2, 3 και 4 συνέχεια της κατάθεσης της ανήλικης D. I. με ημερομηνία 15/7/01. - Συνέχεια της κατάθεσης - σελίδα 5 D. I. άνευ ημερομηνίας (εν τέλει φύλλου 48β') επισκοπήθηκε έγγραφο πέντε σελίδων στην Αγγλική γλώσσα, το οποίο παρελήφθη από την εισαγγελέα της έδρας την 22/2/2011 από τον μάρτυρα L. ... (φύλλο 49β'), έγγραφο στην Αγγλική γλώσσα και δύο (2) έγγραφα στην Εβραϊκή και Αγγλική γλώσσα (έν αρχή φύλλου 52α' της προσβαλλομένης). Από τον προσδιορισμό των άνω καταθέσεων δεν προκύπτει ότι αυτές είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και ποια και σε κάθε περίπτωση ότι τόσο αυτές όσο και τα άνω έγγραφα ανεγώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί ότι ο αναιρεσείων εστερήθη του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις ή εξηγήσεις επ' αυτών, διότι δεν ηδύνατο να κατανοήσει το περιεχόμενό των, κατά δε την ανάγνωσή των ουδεμία αντίρρηση προεβλήθη από τον αναιρεσείοντα, όπως ασφαλώς θα εγένετο, εάν ούτος δεν αντελαμβάνετο το περιεχόμενό τους, ενώ τέλος όσον αφορά τα εκ των άνω τελευταία έγγραφα, ειρήσθω ακόμη ότι αυτά προσεκομίσθησαν υπό των συνηγόρων υπερασπίσεως του κατηγορουμένου. Μετά πάντα ταύτα ο σχετικός λόγος αναιρέσεως υποστηρίζων τα αντίθετα, ήτοι απόλυτον ακυρότητα εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. εκ του μη προσδιορισμού της ταυτότητας των εγγράφων ως και των συντεταγμένων σε άλλη γλώσσα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος και κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπαρχουσών των επικαλουμένων υπό του αναιρεσείοντος ελλείψεων και ακυροτήτων, κατ' ουδέν παρεβιάσθησαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, ούτε παρεβιάσθη το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. οι διατάξεις του οποίου, άλλωστε, δεν έχουν ουσιαστικό ποινικό περιεχόμενο (ανεξαρτήτως εάν η παράβασή των καθ' ευατή σήμερα μετά τον Ν. 3904/2010 ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως). Δι' ο και ο σχετικός τελευταίος λόγος του δικογράφου της δηλώσεως αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η διάταξη του άρθρου 339§1 Π.Κ. αποπλάνηση παιδιών κατά την οποίαν "Όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί για άλλη βαρύτερη αξιόποινη πράξη ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών ...", προστατεύει τη γενετήσια ελευθερία, την αγνότητα της παιδικής ηλικίας και ειδικότερα προφυλάσσει το παιδί από πρόωρες σεξουαλικές εμπειρίες ώστε να προφυλαχθεί η αδιατάρακτη εξέλιξη του φύλου του. Ενεργητικό υποκείμενο μπορεί να είναι άρρεν ή θήλυ, ομοίως και παθητικό, χωρίς να είναι ανάγκη το παιδί να έχει συνείδηση των πραττομένων, ούτε να έχει συνείδηση της σημασίας της πράξεως. Το αδίκημα τελεί όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο των 15 ετών ή το παραπλανά να ενεργήσει ή να υποστεί ασελγή πράξη. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε πράξη που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα, που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινόν αίσθημα της αιδούς και των ηθών όπως η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων αποκρύφων μερών του σώματος του παιδιού και υποκειμενικώς κατευθύνεται στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας. Η πράξη του άρθρου 339 Π.Κ. διαστέλλεται από εκείνη του άρθρου 337 Π.Κ. της προσβολής ήτοι της γενετήσιας αξιοπρέπειας, διότι στην πρώτη απαιτείται να ενεργηθεί η ασελγής πράξη "με" το θύμα ή "από" το θύμα, ενώ στη δεύτερη ο νομοθέτης αρκείται σε ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις "που αφορούν ασελγείς πράξεις". Απαιτείται δόλος αρκεί και ενδεχόμενος και καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος δι' ο και πρέπει στην καταδικαστική για αποπλάνηση απόφαση να αναφέρεται η ηλικία του παθόντος και να αιτιολογείται η γνώση της ηλικίας του από τον δράστη. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση το ΜΟΕ Αθηνών με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβεν υπ' όψη του, όπως ανωτέρω εκτενώς ανελύθη, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος διατηρούσε με τον πατέρα του και την μητέρα του οικογενειακή επιχείρηση παιδικού σταθμού στο ..., με το διακριτικό τίτλο "...", όπου φοιτούσαν παιδιά τόσο Ελληνικής όσο και αλλοδαπής καταγωγής. Μεταξύ αυτών και οι ανήλικες I. D. του O., που γεννήθηκε στις 5-6-1998 και η C. L. του M., που γεννήθηκε 25-9-1998, ισραηλινής καταγωγής και οι δύο. Ο κατηγορούμενος προσέφερε στον παιδικό σταθμό και τις προσωπικές του υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και εκείνη του οδηγού λεωφορείου, με το οποίο μετέφερε παιδιά από και προς τον παιδικό σταθμό. Επίσης παρείχε βοηθητικές εργασίες σε δουλειές γραφείου, στην πισίνα που διέθετε ο σταθμός και σε διάφορες άλλες. Οι ανήλικες διέμεναν με τους γονείς τους στην ίδια οικοδομή. Η οικογένεια της μικρής C. διέμενε στο δεύτερο όροφο και της μικρής I. στον πρώτο. Το Δεκέμβριο του 2000 οι γονείς της C. διαπίστωσαν ότι η κόρη τους δεν μιλούσε καλά, τραύλιζε και δεν τους επέτρεπε να της αγγίξουν τα γεννητικά όργανα, όταν την κάνανε μπάνιο. Τον Ιούνιο του 2001, όταν επιχείρησε να της κάνει μπάνιο ο πατέρας της αυτή άρχισε να κλαίει, αρνήθηκε να την αγγίξει και του είπε: "θέλεις να μου κάνεις τη θεραπεία που έκανε ο Γ.;". Παρενέβη η μητέρα της και τη ρώτησε τι είναι αυτή η θεραπεία. Τότε η μικρή έβαλε το χέρι της στα γεννητικά της όργανα και άρχισε να κάνει τριβή σε αυτά με κίνηση του χεριού πάνω-κάτω, λέγοντας στον πατέρα της "θέλεις να μου κάνεις τη θεραπεία που έκανε ο Γ.;". Οι γονείς ανησύχησαν και επικοινώνησαν με τη μητέρα της I., η οποία ούτε αυτή γνώριζε κάτι. Στις 11 Ιουλίου του 2001 ή C. και η I. έκαναν μπάνιο με τους πατεράδες τους στο σπίτι της C.. Όταν αυτοί έβαλαν τα κορίτσια στο μπάνιο αυτά άρχισαν να αντιδρούν και να κλαίνε. Ο O., πατέρας της I., κατέβηκε και φώναξε τη γυναίκα του G., η οποία ανέβηκε και ρώτησε την κόρη της αν υπάρχει κάποιος ενήλικας στο νηπιαγωγείο που παίζει μαζί τους. Αυτή απάντησε ότι υπάρχει κάποιος ονόματι Τ., ο οποίος τις αγγίζει στα γεννητικά όργανα με το δάκτυλό του, ενώ η C. τους είπε: "έτσι μας κάνει ο Γ." και έκανε την κίνηση με το χέρι της πάνω-κάτω στα γεννητικά της όργανα. Μάλιστα η C. περιέγραψε αυτόν ως άτομο με τρίχες στο στήθος. Ο O. D., πατέρας της I., έπαιξε στο βίντεο την κασέτα από το πάρτυ στον παιδικό σταθμό που έγινε για το τέλος της σχολικής χρονιάς και ρώτησε την I. αν βλέπει ανάμεσα στα άτομα που υπήρχαν στο πάρτυ τον Τ.. Εκείνη αμέσως αναγνώρισε και έδειξε τον κατηγορούμενο. Οι δύο οικογένειες στις 12 Ιουλίου 2001 αναχώρησαν για το Ισραήλ για να συναντήσουν ειδικούς γιατρούς που ασχολούνται με την κακοποίηση παιδιών. Επίσης κατέφυγαν και στην Ισραηλινή αστυνομία, όπου ειδικός αστυνομικός εξέτασε την μικρή I. και βιντεοσκοπήθηκε η εξέτασή της (τα σχετικά βίντεο προβλήθηκαν στο ακροατήριο). Η ανήλικη έδειξε σ' αυτόν αυθορμήτως πως θώπευε ο κατηγορούμενος τα γεννητικά της όργανα με τον τρόπο που εκτέθηκε παραπάνω. Επίσης η I. εξετάστηκε από την T. C., ειδική επιστήμονα για την κακοποίηση παιδιών σεξουαλικά, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η I. κακοποιήθηκε σεξουαλικά, ενώ με την C. δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει, επειδή αυτή δεν μιλούσε, κατέληξε όμως και γι' αυτή ότι ή έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά ή ήταν μάρτυρας σε σεξουαλική κακοποίηση. Η C. δεν μίλησε ούτε στην Ισραηλινή αστυνομία, γιατί κλείστηκε στον εαυτό της, προφανώς από φόβο. Μάλιστα η I. κατά τη στιγμή της εξετάσεώς της από την C. κατέβασε αυθορμήτως το εσώρουχό της και της είπε ότι ο Τ. με έχει αγγίξει στον κόλπο. Περαιτέρω προέκυψε ότι την ανωτέρω πράξη του, το να τοποθετήσει δηλαδή τα δάκτυλα του στην περιοχή του αιδοίου των κοριτσιών, προς ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του, επανέλαβε τουλάχιστον δύο φορές κατά το διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο του 2000 μέχρι 11 Ιουλίου 2001, εντός του χώρου του παιδικού σταθμού. Το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι ενήργησε και άλλες ασελγείς πράξεις σε βάρος των ανηλίκων, που του αποδίδονται (όπως ότι ακουμπούσε το πέος του στα γεννητικά τους όργανα και στην περιοχή του πρωκτού). Η ανωτέρω πράξη του, δηλαδή η τοποθέτηση των δακτύλων του στην περιοχή του αιδοίου των ανηλίκων κοριτσιών, που κατέτεινε στην ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του, προσέβαλε την αγνότητα της νεαρής ηλικίας αυτών. Συνεπώς συγκροτεί το έγκλημα της αποπλάνησης παιδιών (κοριτσιών) ηλικίας 3 ετών, κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή. Επομένως ο αντίθετος ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η πράξη του φέρει τον χαρακτήρα του εγκλήματος του άρθρου 337 Π.Κ., (προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας) είναι αβάσιμος διότι υπό τις ανωτέρω παραδοχές δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα αυτό. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος του ανωτέρω εγκλήματος που του αποδίδεται. Μετά ταύτα εκήρυξε τον παραπάνω κατηγορούμενο ομόφωνα ένοχο του ότι: Α) Στον ... και κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Δεκέμβριο του 2000 μέχρι την 11-7-2001, σε ημερομηνίες που δεν έχουν ακριβώς προσδιοριστεί, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση ενήργησε ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο που δεν είχε συμπληρώσει τα δέκα έτη και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εντός του χώρου του παιδικού σταθμού "...", όπου εργαζόταν σε διάφορες βοηθητικές εργασίες και ως οδηγός του σχολικού λεωφορείου του προαναφερομένου παιδικού σταθμού, επανειλημμένως, δύο τουλάχιστον φορές, με πρόθεση προέβη σε ασελγείς πράξεις σε βάρος της ανήλικης I. D. του O., (που γεννήθηκε στις 5/6/1998), γεγονός που αυτός (ο κατηγορούμενος) γνώριζε και ειδικότερα, αφού την πήγαινε σε σκοτεινό χώρο, της έβγαζε τα ενδύματά της και στη συνέχεια τοποθετούσε τα δάχτυλά του στην περιοχή του αιδοίου της προς ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του. Β) Στον ... και κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Δεκέμβριο του 2000 μέχρι την 11-7-2001, σε ημερομηνίες που δεν έχουν ακριβώς προσδιοριστεί, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση ενήργησε ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο που δεν είχε συμπληρώσει τα δέκα έτη και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο εντός του χώρου του παιδικού σταθμού "...", όπου εργαζόταν σε διάφορες βοηθητικές εργασίες και ως οδηγός του σχολικού λεωφορείου του προαναφερομένου παιδικού σταθμού, επανειλημμένως, δύο τουλάχιστον φορές, με πρόθεση προέβη σε ασελγείς πράξεις σε βάρος της ανήλικης C. L. του M., (που γεννήθηκε στις 25/9/1998), γεγονός που αυτός (ο κατηγορούμενος) γνώριζε και ειδικότερα, αφού την πήγαινε σε σκοτεινό χώρο, της έβγαζε τα ενδύματά της και στη συνέχεια τοποθετούσε τα δάχτυλά του στην περιοχή του αιδοίου της προς ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του. Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 339§1 εδ.α' Π.Κ.), για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων ως και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26§1, 27, 94, 98 και 339§1 εδ.α' Π.Κ. όπως ισχύει τις οποίες ορθώς εφήρμοσε χωρίς ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα η απόφαση αναφέρει τις ασελγείς πράξεις του δράστου που προσέβαλαν σοβαρώς την αγνότητα των παιδιών ηλικίας 2-2,5 ετών, τελώντας εν γνώσει της προφανεστάτης (νηπιότητος) αυτών, πράξεις οι οποίες έτειναν εις την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του δράστου ήτοι πράξεις με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα και οι οποίες προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη των παθουσών και δεν πρόκειται περί απλών ασελγών χειρονομιών ήσσονος σημασίας, ώστε να κριθούν ως προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ' άρθρο 337 ΠΚ, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, και, περαιτέρω, ουδεμία ενδοιαστική αιτιολογία υπάρχει ως προς το τι συνέβη στην παθούσα C. L. δηλαδή ποίες ασελγείς πράξεις υπέστη αυτή, εκ του ότι (η απόφαση) αναφέρει το πόρισμα της εξετάσεως της T. C., ειδικής επιστήμονος για την κακοποίηση παιδιών σεξουαλικά, αφού οι συγκεκριμένες πράξεις προσδιορίζονται σαφώς, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, οι ίδιες εις αμφότερα αυτά. Άλλωστε η άνω αναφορά έγινε για να αποκλεισθούν, προς όφελος του κατηγορουμένου, και άλλες ασελγείς πράξεις, και όχι για να προσδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα εις το άνω αποδεικτικό μέσο, όπως και πάλιν αβασίμως, αιτιάται κατ' εκτίμηση, ο αναιρεσείων. Συνεπώς οι σχετικοί του δικογράφου των προσθέτων λόγοι αναιρέσεως υποστηρίζοντες εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 339§1 εδ.α' Π.Κ. και ενδοιαστική αιτιολογία Α' και Β' ως και ο περί της τελευταίας ταύτης λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' άρθρον 405§1 Κ.Π.Δ. "Οι τακτικοί δικαστές του μικτού ορκωτού δικαστηρίου αποφασίζουν χωρίς τη σύμπραξη των ενόρκων: ..., ε) για τα παρεμπίπτοντα νομικά ζητήματα που εμφανίζονται και εξετάζονται κατά την διάρκεια της συζήτησης ...". Ούτω κατά την διάταξη του άνω άρθρου οι τακτικοί δικασταί του μικτού ορκωτού δικαστηρίου αποφασίζουν για θέματα προσβολής εγγράφου ως πλαστού (άρθρο 338§1 Κ.Π.Δ.). Εντεύθεν και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων ότι η απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως πλαστότητος (των γνωματεύσεων της T. C., η υπ' αριθμ. 238/2011 παρεμπίπτουσα), ελήφθη υπό των τακτικών δικαστών του ΜΟΕ "χωρίς την συμμετοχή των ενόρκων" και συνεπώς καθ' υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος δεν υπάρχει σφάλμα στην προσβαλλομένη και έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι οι εντός του χρονικού διαστήματος, από Δεκέμβριο 2000 μέχρι 11/7/2001, της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας ημερομηνίες δι' αμφότερα τα ανήλικα δεν έχουν επακριβώς προσδιορισθεί, απορριπτομένου, εντεύθεν, του σχετικού των προσθέτων (Ζ') λόγου ως αβασίμου. Κατ' ακολουθίαν όλων ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, της δηλώσεως και των προσθέτων, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η δήλωση αναιρέσεως ως και οι πρόσθετοι λόγοι, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583§1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5/3/2012 δήλωση του Ι. Ζ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54-58, 78, 155, 237, 238, 285, 303, 398, 399/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών ως και τους από 3/9/2012 προσθέτους λόγους αυτής. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250). Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ