Αριθμός 857/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Β., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπελογιάννη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζύγου Γ. Μ., το γένος Α. Π., 2) Μ. Μ. του Γ., 3) Θ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευστρατία Λέφα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Β. Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. συζύγου Γ. Μ., το γένος Α. Π., 2) Μ. Μ. του Γ., 3) Θ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευστρατία Λέφα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπελογιάννη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/5/2011 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 19/9/2011 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 60/2017 μη οριστική και 25/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 17/6/2021 αίτησή της και οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσες με την από 8/4/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της από 17/6/2021 αιτήσεως, την απόρριψη της από 8/4/2021 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους και επειδή έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, των: Α) από 17-6-2021 (20/17-6-2021) και Β) 8-6-2021 (12/16-4-2021) αιτήσεων για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας, 25/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 παρ. 3Β περ. δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και, συνεκδικαζόμενες, πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθ. 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου... η Ε. Κ. απέκτησε κατά ψιλή κυριότητα, λόγω γονικής παροχής από την μητέρα της Π. ..., η οποία παρακράτησε ισοβίως το δικαίωμα επικαρπίας του, ένα οικόπεδο μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας, κτισμένης προ του έτους 1955, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης της ... στη θέση " ", εμβαδού του όλου οικοπέδου... 276,25 τ.μ.... και κατά νεότερη καταμέτρηση 296,99 τ.μ... Από το 2008 που το απέκτησε η Ε. Κ. κατά ψιλή κυριότητα με νόμιμο τίτλο το νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίας, συνεχίζοντας τη νομή της δικαιοπαρόχου μητρός της, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες σε κυρία και αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου εμφανείς διακατοχικές πράξεις, ενδεικτικές της βούλησής της να νέμεται το ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό της και ειδικότερα το επέβλεπε συντηρώντας τις περιφράξεις του, χρησιμοποιούσε την επ' αυτού πέτρινη οικία ως κύρια οικία της, φρόντιζε τον αύλειο χώρο της... συνυπολογίζοντας στο δικό της χρόνο (τακτικής) χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας της εγγύτερης δικαιοπαρόχου της. Την 14 Σεπτεμβρίου 2011, οπότε και απεβίωσε η δικαιοπάροχός της, Π. ..., το ανήκον σε αυτήν εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας αποσβέστηκε και ενώθηκε αυτοδίκαια στην ψιλή κυριότητα της Ε. Κ., καταστάσα η τελευταία έκτοτε πλήρης κυρία του ακινήτου. Από την άλλη πλευρά, η Ε. συζ. Γ. Μ., σε ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου 100/1000, η Μ. Μ. του Γ. σε ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου 450/1000 και η Θ. Μ. του Γ. σε ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου 450/1000, τυγχάνουν συγκύριες μιας οριζοντίου ιδιοκτησίας με την κάθετη μορφή της (κάθετη ιδιοκτησία-τμήμα οικοπέδου), επιφανείας 162,81 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας 500/1000 επί του όλου οικοπέδου, εκτάσεως του όλου οικοπέδου κατά νεώτερη καταμέτρηση 330 τ.μ., κειμένου στη θέση "... ή ..." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου ......, επί της οδού .... Στο όλο οικόπεδο η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία με κάθετη μορφή αποτελεί το νότιο τμήμα του, συστάθηκε με την υπ' αριθμ. ... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας... Η ανωτέρω οριζόντια ιδιοκτησία με την κάθετη μορφή της υπό στοιχεία "ΤΜΗΜΑ ..." με τα αναλογούντα σε αυτήν ποσοστά συγκυριότητας 500/1000 εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου περιήλθε στην Ε. συζ. Γ. Μ. κατά τα 3/32 ή 6/64 ποσοστά εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο, αιτία εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος την 2.12.1989 πατρός της ......, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 10/32 ή 20/64 αιτία γονικής παροχής της μητρός της Μ. χας ......, τα 3/64 ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου με δωρεά εν ζωή από την αδελφή της Κ.Π., συζ. Δ. Λ.... και κατά τα λοιπά 3/64 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας λόγω δωρεάς εν ζωή από την έτερη αδελφή της Δ. Π.... Εκάστη δε εκ των Μ. και Θ. Μ. απέκτησε τη συγκυριότητα 450/1000 εξ αδιαιρέτου επί της υπό στοιχεία 'ΤΜΗΜΑ ...' κάθετης ιδιοκτησίας αιτία γονικής παροχής από τη μητέρα τους, Ε. συζ. Γ. Μ.... Στην πιο πάνω κάθετη ιδιοκτησία οι ανωτέρω προέβησαν στην ανέγερση τριώροφης οικοδομής, η οποία υπήχθη στο καθεστώς της οριζοντίου ιδιοκτησίας... Οι δύο ιδιοκτησίες κείνται σε διαφορετικές υψομετρικές στάθμες και συνορεύουν γύρωθεν, η μεν ιδιοκτησία Μ. δυτικά με την οδό ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Π., νότια με ιδιοκτησία Κ. και βόρεια με την υπό στοιχεία ...' κάθετη ιδιοκτησία του όλου οικοπέδου (ανήκει στην οικογένεια ...), η δε ιδιοκτησία Κ. βόρεια με ιδιοκτησία Μ. και σε μικρό τμήμα με ιδιοκτησία Π., δυτικά με την οδό ..., νότια με την οδό ... και ανατολικά με ιδιοκτησία ..., δηλαδή συνορεύει το νότιο τμήμα της ιδιοκτησίας Μ. με το βόρειο τμήμα της ιδιοκτησίας Κ.. Από την επισκόπηση όλων των προσκομιζόμενων φωτογραφιών, παλαιότερων και νεότερων, φαίνεται ότι ο τοίχος διαχωρισμού των δύο ιδιοκτησιών αποτελείται από ένα υπερυψωμένο τοιχίο από ξερολιθιά (πέτρες) και ένα χαμηλότερου ύψους πέτρινο τοιχίο με ψευτοεπικάλυψη τσιμέντου, τα οποία δύο τοιχία δεν συμπίπτουν ακριβώς καθώς το τσιμέντινο (πέτρινο) τοιχίο κείται και εκτός της ξερολιθιάς προς το ακίνητο Μ., με συνέπεια οι εκκαλούσες Ε. συζ. Γ. Μ., Μ. και Θ. Μ. να θεωρούν την ξερολιθιά ως όριο των δύο ιδιοκτησιών, ενώ η εκκαλούσα Ε. Κ. να θεωρεί ως σύνορο των δύο ιδιοκτησιών το πέτρινο τοιχίο... Από τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις... καταρχήν βγαίνει το συμπέρασμα ότι το όριο των δύο ιδιοκτησιών είναι το με ψευτοεπικάλυψη τσιμέντου τοιχίο και όχι η ξερολιθιά... Περαιτέρω... προκύπτει σαφώς ότι το κοινό όριο μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών είναι ευθεία γραμμή... προκύπτει η ύπαρξη μιας παλαιάς ισόγειας αποθήκης, ιδιοκτησίας Κ., της οποίας η ΒΔ γωνία ανήκει στην οριογραμμή των οικοπέδων των δύο ιδιοκτησιών και αποτελεί το ανατολικό άκρο αυτής. Ακόμη, σύμφωνα με όλους τους προσκομιζόμενους τίτλους του όλου οικοπέδου ...-Μ...., που περιέχουν αναλυτική περιγραφή των ορίων με μήκη πλευρών και με όλα τα τοπογραφικά διαγράμματα που τα συνοδεύουν, καθώς και από το τοπογραφικό διάγραμμα σύμφωνα με το οποίο έχει εκδοθεί η οικοδομική άδεια της οικοδομής Μ., προκύπτει ότι το μήκος του προσώπου του ενιαίου οικοπέδου προς την οδό ... διαχρονικά αναφέρεται ως 20,30 μ., το δε σημείο που είναι το κοινό όριο του όλου οικοπέδου ...-Μ. με το οικόπεδο Α., κειμένου επί της οδού ..., δεν έχει αμφισβητηθεί διαχρονικά από τους όμορους ιδιοκτήτες και είναι υλοποιημένο επί του εδάφους. Το ως άνω δε σημείο είναι το σημείο αρχής για τη μέτρηση του προσώπου, μήκους 20,30 μ. του όλου οικοπέδου επί της οδού .... Συνεπώς, ως οριογραμμή μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών ορίζεται η νοητή ευθεία γραμμή που ενώνει το σημείο της βορειοδυτικής γωνίας της ισόγειας αποθήκης, ιδιοκτησίας Κ., με το σημείο επί της οδού ..., το οποίο σημείο απέχει απόσταση 20,30 μέτρων από το κοινό όριο επί της ιδίας οδού των ιδιοκτησιών ...-Μ. και Α.... η οριογραμμή αυτή συμπίπτει με μία από τις πλευρές του επιδίκου τοιχίου (μάνδρας) των 6,60 μ. και ειδικότερα με την εξωτερική βόρεια πλευρά του, γεγονός που σημαίνει ότι το επίδικο τοιχίο κείται εντός της ιδιοκτησίας Κ.... Τέλος, όταν η οικοδομή της οικογένειας Μ. βρισκόταν στο στάδιο της κατασκευής ξυλοτύπων για τη στήριξη και κατασκευή του νότιου τοιχίου της οικοδομής και της πρώτης πλάκας-οροφής του ημιυπόγειου που εφάπτεται με τη βόρεια πλευρά της ιδιοκτησίας Κ., τοποθετήθηκαν από το συνεργείο τεχνιτών εννέα σιδηροί κοιλοδοκοί με βάσεις από μπετόν, επί των οποίων στήριξαν τους ξυλοτύπους. Ενόψει τούτου, η εν ζωή τότε Π. ......, ως αποκλειστική ακόμη κυρία του ακινήτου, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προς προστασία της νομής της, θεωρώντας ότι καταλήφθηκε εδαφική λωρίδα από τη βόρεια πλευρά της ιδιοκτησίας της. Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της Π. ... και της Ε. Κ. άσκησε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου και η οικογένεια Μ. για ρύθμιση κατάστασης κατά τις διατάξεις του γειτονικού δικαίου... Κατά τη συζήτηση των παραπάνω εκατέρωθεν αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, οι διάδικες πλευρές συμβιβάστηκαν, συνταχθέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. ... πρακτικού συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου .... Με το συμβιβασμό αυτό συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων και "Α) Ότι το όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών Μ. και Π. ... είναι η νοητή ευθεία που ξεκινάει από την βορειοδυτική γωνία της ισόγειας αποθήκης που βρίσκεται στην βορειοανατολική γωνία της ιδιοκτησίας Π. ... α' των καθών και καταλήγει σε σημείο της οικοδομικής γραμμής της οδού ... που απέχει τρία (3) μέτρα βόρεια της βορειοδυτικής γωνίας της υπάρχουσαν ισόγειας οικίας της ιδιοκτησίας Π. ..."... Όπως όμως προελέχθη, το σημείο αυτό επί της οδού ..., κατά ασφαλέστερη μέτρηση, είναι το σημείο που απέχει 20,30 μέτρα από το κοινό όριο των ιδιοκτησιών ...-Μ. και Α.. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να ειπωθούν τα κάτωθι για το κύρος του εν λόγω συμβιβασμού... αν και δεν ασκεί έννομη επιρροή εν προκειμένω, αφού το Δικαστήριο δεν εξαρτά αποκλειστικά την κρίση του σε αυτόν. Η οικογένεια Μ. είχε αναθέσει την εκπροσώπησή της στο Γ. Μ.., προς τούτο δε η σύζυγός του Ε. και οι θυγατέρες του Μ. και Θ. του είχαν χορηγήσει το με αριθμ. ... πληρεξούσιο της συμβ/φου ..., με το οποίο, μεταξύ άλλων "Δίνουν επίσης στον ανωτέρω εντολοδόχο τους την ειδική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα να τις εκπροσωπήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την 18-4-2008 ή σε οποιοδήποτε δικάσιμο από αναβολή, όπου δικάζεται η από 7-4-2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που έχει ασκηθεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...... κατά της Π. ... του Φωτίου και της Ε. Κ.. Επίσης να διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο να αναπτύσσει τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του δικαστηρίου και να συμβιβάζεται κατά την κρίση του επί του περιεχομένου της παραπάνω αίτησης, υπογράφοντας σχετικό πρακτικό ενώπιον του δικαστηρίου, καθώς και οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο απαιτηθεί. Τέλος δήλωσαν ότι αναγνωρίζουν από τώρα όλες τις πράξεις του ανωτέρω πληρεξουσίου τους, που έχουν ενεργηθεί και θα ενεργηθούν μέσα στα πλαίσια των παραπάνω εντολών ως έγκυρες, νόμιμες και απρόσβλητες και σαν να έγιναν από τις ίδιες". Η πιο πάνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την οποία είχε δοθεί ειδική πληρεξουσιότητα προς αντιπροσώπευση αλλά και προς σύναψη οποιουδήποτε συμβιβασμού, κατόπιν δύο αναβολών, συνεκδικάστηκε με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Π. .... Παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες... ο Γ. Μ. είχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να συμβιβαστεί και στα πλαίσια συνεκδίκασης των προαναφερόμενων αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, όπως και έπραξε, υπογράφοντας το εν λόγω με αριθμό ... πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου .... Και σε κάθε περίπτωση, η οικογένεια Μ. ενέκρινε εκ των υστέρων το συμβιβασμό που για λογαριασμό της προέβη ο Γ. Μ.. Η οικογένεια Μ. διόρισε γενικό και ειδικό πληρεξούσιό της πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης της, λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης. Γι' αυτό, εξάλλου, ανεγράφη στο εν λόγω πληρεξούσιο να παραμείνει απρόσβλητη κάθε πράξη του, ακόμη και στο μέλλον ενεργούμενη, ως έγκυρη και ισχυρή. Ουδέποτε δε η οικογένεια Μ., μετά την κατάρτιση του συμβιβασμού, ανακάλεσε το πληρεξούσιο, εφόσον πίστευε ότι ο αντιπρόσωπός της ενήργησε εκτός των ορίων της πληρεξουσιότητάς του, τη στιγμή μάλιστα που επακολούθησαν και άλλες δικαστικές διαμάχες με τους αντιδίκους της. Αντιθέτως, η οικογένεια Μ. είχε προβεί σε αναγνώριση των συνόρων, έτσι όπως περιγράφονται στο πρακτικό συμβιβασμού στην με αριθμ. 32/2008 αίτησή της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων και συγκεκριμένα αναγράφει στην αίτησή της (σελ. 12) 'Ειδικότερα η οικοδομή η οποία... εφάπτεται σχεδόν με τη βόρεια αυλή της ημιανώγειας οικίας των καθ' ων, η οποία από το νότιο όριό μας μέχρι την οικία τους έχει πλάτος 3,00 μέτρα', προγενέστερα δε του ένδικου συμβιβασμού (Φεβρουάριος 2008) η επιβλέπουσα το έργο της ανέγερσης της οικοδομής της οικογένειας Μ. πολιτικός μηχανικός ... στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε στο υπόμνημά της αναφέρει '... το όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών Α (Μ.) και Β (...) ορίζεται ως το ευθύγραμμο τμήμα ΑΕ. Το σημείο Ε είναι η βορειοδυτική άκρη (γωνία) ισόγειας οικοδομής επί της ιδιοκτησίας Β και το σημείο Α της οικοδομικής γραμμής της οδού ... που απέχει τρία (3) μέτρα από τη γωνία της υπάρχουσας ισόγειας οικίας επί της ιδιοκτησίας Β'. Για πρώτη φορά η οικογένεια Μ., απευθυνόμενη προς την Ε. Κ., ισχυρίζεται ότι του ασκήθηκε ψυχολογική πίεση από αυτήν και στο άγχος τους να προχωρήσει η οικοδομή τους αναγκάστηκαν "... να αποδεχθούμε δήθεν λύση κοινού ορίου που βρίσκεται σε παγιωμένη κατάσταση νομής και κατοχής", όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στην από 25-8-2009 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση, που επιδόθηκε την 28-8-2009, ήτοι πλέον έτους από τη σύναψη του δικαστικού συμβιβασμού και αφού η οικοδομή τους είχε σχεδόν αποπερατωθεί. Και ούτε συντρέχει στον επίδικο συμβιβασμό το στοιχείο της προφανούς δυσαναλογίας των εκατέρωθεν παροχών, αφού δεν προέκυψε εκμετάλλευση της ανάγκης, κουφότητας ή της απειρίας της οικογένειας Μ., προκειμένου να παρασυρθούν και να πεισθούν να συμφωνήσουν καθορισμό ορίων σε βάρος της ιδιοκτησίας τους έναντι ανταλλάγματος την ανοχή της αντιδίκου τους για αποπεράτωση των οικοδομικών εργασιών. Ο ισχυρισμός της διάδικης πλευράς Μ. ότι οι αντίδικές τους εκμεταλλεύθηκαν την ανάγκη τους για άμεση αποπεράτωση της οικοδομής χωρίς σημαντικές χρονικές καθυστερήσεις, ώστε να αποφευχθεί υπέρογκη υπέρβαση του προϋπολογισμού κόστους κατασκευής της και καταστροφής των υλικών δεν αποδείχθηκε... Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, περί το μήνα Μάρτιο του έτους 2008, όταν η οικοδομή της οικογένειας Μ. βρισκόταν στο στάδιο της κατασκευής ξυλοτύπων πλάκας-οροφής ημιυπόγειου, η Ε. Κ. και η εν ζωή τότε μητέρα της δεν επέτρεψαν την παρουσία του συνεργείου των τεχνιτών-οικοδόμων και τη μεταφορά των αναγκαίων υλικών και εργαλείων διαμέσου της αυλής της, προκειμένου να ολοκληρωθεί το καλούπωμα των υποστηλωμάτων και τοιχίων, που προβλέπονται από την οικοδομική άδεια. Τούτο είχε ως συνέπεια την άσκηση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και από τις δύο πλευρές, που κατέληξε στη σύνταξη του επίδικου πρακτικού συμβιβασμού. Η άρνηση των ανωτέρω δεν οφείλεται σε κακοπιστία τους και σε διάθεση καθυστέρησης του έργου της οικοδομής, αλλά διότι προηγουμένως η οικογένεια Μ. τοποθέτησε αυθαίρετα... σε μήκος 10 μέτρων, εννέα σιδηρούς κοιλοδοκούς με βάσεις μπετόν, επί των οποίων στήριξαν τους ξυλοτύπους και τα υποστυλώματα για να σκυροδετήσουν το νότιο τοιχίο της οικοδομής..., για τους οποίους η οικογένεια Κ. πίστευε ότι καταλάμβαναν εδαφική λωρίδα από την βόρεια πλευρά της ιδιοκτησίας της. Επίσης, τον μήνα Μάιο του έτους 2009, όταν είχε κατασκευαστεί η τοιχοποιία της οικοδομής της οικογένειας Μ. και είχαν περατωθεί τα εξωτερικά επιχρίσματα (σοβατίσματα) στις τρεις πλευρές αυτής, εκτός από τη νότια πλευρά που συνορεύει με την ιδιοκτησία Κ., η Ε. Κ. και η εν ζωή τότε μητέρα της απαγόρευσαν στο συνεργείο των τεχνιτών να εισέλθει στον ακάλυπτο χώρο της αυλής τους για να εκτελέσουν την πιο πάνω εργασία επιχρισμάτων... εκδοθείσας... της 26/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου ... με την οποία υποχρεώθηκαν οι τότε καθών (Ε. Κ. και Π. ...) να επιτρέψουν στα συνεργεία εργατοτεχνιτών της οικοδομής Μ. την τοποθέτηση ικριωμάτων στον αύλειο χώρο της οικίας τους και την εκτέλεση εργασιών σοβατίσματος και ελαιοχρωματισμού στην νότια πλευρά της οικοδομής για χρονικό διάστημα 40 ημερών. Δεν αποδείχθηκε... ότι οι εν λόγω εργασίες έγιναν μετ' εμποδίων και δη ότι η Ε. Κ. κατάβρεχε τα καλύμματα πίσω από τα οποία εργάζονταν οι τεχνίτες, ότι τους επιτίθετο φραστικά, ότι τους φωτογράφιζε και τους βιντεοσκοπούσε... Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι καθυστέρησε η αποπεράτωση της οικοδομής Μ. εξαιτίας κακόπιστης και καταχρηστικής άρνησης της πλευράς Κ. να ανεχθούν οικοδομικές εργασίες μέσω του ακινήτου τους και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες οι ανωτέρω αξιώσεις της πλευράς Μ. για περιουσιακή ζημία (θετική και αποθετική) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης... Με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου ... συμφωνήθηκε "Οι αιτούσες (οικογένεια Μ.) αναλαμβάνουν την υποχρέωση όπως μετά το τέλος της σκυροδέτησης της πλάκας του ισογείου προβούν στις απαραίτητες ενέργειες στήριξης του εδάφους και κάλυψης του κενού προς την νοτιοανατολική πλευρά του οικοπέδου τους που εφάπτεται με την βορειοανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας της α' των καθών Π. ...". Επειδή η υποχρέωση αυτή δεν τηρήθηκε, η Ε. Κ. και η εν ζωή μητέρα της άσκησαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, έχοντας, μεταξύ άλλων, και αυτό το αίτημα, επί της οποίας αίτησης, κατόπιν συνεκδίκασης με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της οικογένειας Μ., εκδόθηκε η με αριθμό 41/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... που απέρριψε το εν λόγω αίτημα με το σκεπτικό ότι το δάπεδο της αυτής της οικίας Κ. αντέχει σημαντικότατο βάρος, δεδομένου ότι από το μήνα Μάιο του έτους 2009 έχει επιστρωθεί με μπετόν και φερόμενες επ' αυτού πλάκες Καρύστου, δεχόμενο ήδη και το βάρος του σταθμευμένου επί της αυτής αυτοκινήτου της οικογένειας Κ.... Επίσης αποδείχθηκε ότι και μετά την αποπεράτωση της οικοδομής Μ. εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να υφίστανται εμπηγμένοι πλησίον της οριογραμμής των δύο ακινήτων εννέα σιδερένιοι κοιλοδοκοί με βάση από μπετόν. Οι κοιλοδοκοί αυτοί τοποθετήθηκαν για κατασκευαστικούς λόγους και συγκεκριμένα για τη διευκόλυνση της σκυροδέτησης της θεμελίωσης των υποστυλωμάτων και των τοιχίων του υπογείου στη νότια πλευρά της οικοδομής Μ.. Σύμφωνα με την έκθεση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, οι υφιστάμενοι υπολειπόμενοι σιδηροδοκοί κείνται εντός της ιδιοκτησίας Μ.. Η κρίση αυτή της δικαστικής πραγματογνώμονος συνάδει και με την μέχρι πρότινος συμπεριφορά της Ε. Κ. και της εν ζωή τότε μητέρας της, παρά τα περί του αντιθέτου σήμερα από την εκκαλούσα Ε. Κ. περί εσφαλμένης κρίσης της δικαστικής πραγματογνώμονος. Στην από 5.5.2008 και με αριθμ. καταθ. Δικογρ. ... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Π. ... αναγράφονται και τα εξής σε σχέση με τους δοκούς "Η οικοδομή των καθ' ων σήμερα βρίσκεται στο στάδιο της κατασκευής των ξυλοτύπων (καλουπώματος) για την στήριξη και κατασκευής της πρώτης πλάκας-οροφής του ημιυπογείου, η οποία εφάπτεται με τη βόρεια πλευρά της αυλής μου, σε μήκος δέκα (10) μέτρων. Ήδη έχει θεμελιωθεί και σκυροδετηθεί το ημιυπόγειο (γκαράζ) της οικοδομής των καθ' ων, το οποίο στη νότια πλευρά του εφάπτεται με τη βόρεια πλευρά του υποκείμενου εδάφους της ιδιοκτησίας μου, δηλαδή εφάπτεται τον άσκαφτο χώρο του οικοπέδου μου στη βόρεια πλευρά του. Όμως οι καθ' ων εντελώς παράνομα και αυθαίρετα έχουν τοποθετήσει στη βόρεια πλευρά της ιδιοκτησίας μου και ειδικότερα, σε μήκος 10 μέτρων της βόρειας πλευράς της αυλής της οικίας μου, με την οποία εφάπτεται η ιδιοκτησία των καθ' ων, εννέα σιδερένιους κοιλοδοκούς, επί των οποίων πρόκειται να στηρίξουν ξυλοτύπους τοιχίου και υποστυλωμάτων, με σκοπό να στηρίξουν και να σκυροδετήσουν την ανωτέρω περιγραφόμενη πλάκα οροφής. Εκ των ανωτέρω εννέα κοιλοδοκών οι έξι σιδερένιοι κοιλοδοκοί, αρχής γενομένης από τη βορειοδυτική γωνία της ιδιοκτησίας μου με κατεύθυνση προς την βορειοανατολική γωνία της ιδιοκτησίας μου έχουν τοποθετηθεί εντός της ιδιοκτησίας μου...", είχε δε αίτημα η αίτηση, μεταξύ άλλων και την αφαίρεση από την ιδιοκτησία της των έξι κοιλοδοκών και την αφαίρεση άλλως απόκοψη και των τριών, επειδή διατάρασσαν τη νομή της. Η αίτηση αυτή, συνεκδικασθείσα με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της οικογένειας Μ., οδήγησε το μήνα Μάιο του 2008 στη σύνταξη του υπ' αριθμ. ... πρακτικού συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου .... Σε αυτό το πρακτικό, η Ε. Κ. και η εν ζωή τότε μητέρα της πρόβλεψαν μετά το τέλος της σκυροδέτησης της πλάκας του ισογείου της οικοδομής Μ., οι τελευταίες να φροντίσουν για την επιχωμάτωση του κενού κάτω από την αυλή τους, ενώ ουδέν παρόμοιο έπραξαν για τους κοιλοδοκούς εντός της ιδιοκτησίας τους, εάν πράγματι πίστευαν ότι οι επίδικοι κοιλοδοκοί κείντο εντός της ιδιοκτησίας τους θα είχαν υποχρεώσει με το εν λόγω πρακτικό την οικογένεια Μ., μετά την κατασκευή των υποστυλωμάτων του ισογείου της νότιας πλευράς της οικοδομής, να τους αποκόψουν, αφού πλέον είχε επιτευχθεί ο σκοπός, για τον οποίο τοποθετήθηκαν... Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια της αντιδικίας των διαδίκων πλευρών, η Ε. Κ. κατασκεύασε στέγαστρο υπαίθριου χώρου στάθμευσης (γκαράζ) στην είσοδο του αύλειου χώρου της από την οδό ..., κατόπιν της υπ' αριθμ. 238/2008 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου .... Η κατασκευή αυτή έχει φέροντα οργανισμό από σιδερένιους στύλους και στέγη από φύλλα αλουμινίου. Οι σιδερένιοι στύλοι απέχουν δέκα εκατοστά από τον τοίχο της οικοδομής Μ. και η στέγη του έχει την κατάλληλη κλίση για την απορροή των όμβριων υδάτων. Το μόνο σημείο επαφής είναι ο σωλήνας υδρορροής όμβριων υδάτων που είναι στερεωμένος με μεταλλικά δεσίματα πάνω από το νότιο τοίχο της οικοδομής Μ. και εν μέρει η στήριξη της πόρτας του υπαίθριου γκαράζ, ενώ ο αύλειος χώρος της ιδιοκτησίας Κ. έχει σκυροδετηθεί από την είσοδο του υπαίθριου γκαράζ μέχρι το επίδικο τοιχίο των 6,60 μ. Τα ανωτέρω περιγράφονται στο με ημερομηνία 4.2.2013 πόρισμα του πολιτικού μηχανικού ..., που διορίστηκε πραγματογνώμονας από το Τ.Ε.Ε. ... κατόπιν αιτήσεως της Ε. Κ.. Τέλος δεν προέκυψε ότι η τσιμεντένια ράμπα του υπαίθριου γκαράζ της Κ. και το σκαλοπάτι, που εκτείνονται στο κοινόχρηστο πεζοδρόμιου της οδού ... με αναβαθμίδα σε μήκος 0,80 μ. περίπου έμπροσθεν του ακινήτου της και ο κάτωθι αυτής πλαστικός αγωγός, που παροχετεύει τα ύδατα της αυτής της στο ρείθρο του πεζοδρομίου, παρεμποδίζει την οικογένεια Μ. στη χρήση της ιδιοκτησίας της και κατ' αποτέλεσμα διαταράσσει την κυριότητά τους. Άλλωστε, λόγω της κατωφέρειας του πεζοδρομίου επί της οδού ... τα νερά από τις όμορες οικίες δεν λιμνάζουν έμπροσθεν αυτών, αλλά "κινούνται" χωρίς δυσκολία στο ρείθρο του πεζοδρομίου...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, τις δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 7-11-2014 (37/2014) έφεση, ενώ δέχθηκε κατ' ουσία την από 6-11-2014 (36/2014) τοιαύτη και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση, συνεκδίκασε τις προαναφερόμενες αγωγές των αντιδίκων, τις οποίες δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμες. Το άρθρο 871 του Α.Κ. ορίζει ότι "με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία του ή αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση". Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι ο συμβιβασμός αποτελεί αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία, αν μεν γίνεται στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης, υπό του όρους της παρ. 1 του άρθρου 293 του Κ.Πολ.Δ., επιφέρει αυτοδικαίως κατάργηση της εκκρεμούς δίκης, ενώ, αν έγινε εκτός εκκρεμούς δίκης (εξώδικος) κρίνεται, ως προς το κύρος του, κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Βασική προϋπόθεση για τη συγκρότηση του συμβιβασμού είναι η αμοιβαία υποχώρηση των μερών. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν λαμβάνεται με τη στενή τεχνική έννοια του όρου, αλλά, υπό την ευρεία έννοια των εν γένει συναλλαγών. Αρκεί ότι ο διάδικος ή το ένα συμβαλλόμενο μέρος προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Κατά το άρθρο 293 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. "οι διάδικοι μπορούν σε κάθε στάση της δίκης να συμβιβάζονται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Ο συμβιβασμός γίνεται με δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου ή του εισηγητή δικαστή ή ενώπιον συμβολαιογράφου και επιφέρει αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης". Τόσο από τη ρηματική διατύπωση της διατάξεως όσο και από το σκοπό που επιδιώκει και που είναι η διευκόλυνση των διαδίκων να επιλύουν τις εκκρεμείς ενώπιον δικαστηρίων διενέξεις των με τον αμεσότερο, συντομότερο, ολιγοδαπανότερο και ασφαλέστερο, λόγω των εγγυήσεων που παρέχει η παρουσία δικαστή, κατά τρόπο, ώστε με τη διάλυση της διενέξεως να αποκαθίσταται η δικα...κή ειρήνη, που αποτελεί πρωταρχικό μέλημα του νομοθέτη, προκύπτει ότι προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, η διάταξη, με την επιφύλαξη τηρήσεως των προβλεπόμενων από το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεων για το κύρος της δικαιοπραξίας, υποκαθιστά ισοδυνάμως τον τύπο, στον οποίο το ουσιαστικό δίκαιο υποβάλλει τη δικαιοπραξία με εκείνο που θεσπίζει η διάταξη για τον επιφέροντα αυτοδίκαια κατάργηση της δίκης δικαστικό συμβιβασμό. Ο σκοπός αυτός θα εματαιούτο ή, πάντως, θα εξυπηρετείτο ατελώς, αν ο νομοθέτης επέτρεπε να εξαρτηθεί το κύρος του δικαστικού συμβιβασμού από αίρεση και δη από την εκ μέρους των συμβιβαζομένων επιγενόμενη τήρηση του από το ουσιαστικό δίκαιο επιβαλλόμενου τύπου. Τέτοια αίρεση θα ήταν ασυμβίβαστη ως αναβλητική, λόγω της αμεσότητας του αποτελέσματος που ο νομοθέτης επιδιώκει ως συνέπεια του συμβιβασμού και που είναι η αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης, ως διαλυτική δε, γιατί όχι μόνον δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό η δυνατότητα αναβιώσεως της αντιδικίας, σε περίπτωση, που εκ των υστέρων δεν θα ετηρείτο ο από το ουσιαστικό δίκαιο επιβαλλόμενος τύπος, αλλά και γιατί μια τέτοια λειτουργία αιρέσεως θα επανέφερε τους διαδίκους στην αφετηρία του δικαστικού αγώνα και μάλιστα θα τον καθιστούσε οξύτερο, αφού θα είχε φορτιστεί με τις επιγενόμενες διαφωνίες των μερών, λόγω της αρνήσεως του ενός ή όλων να τηρήσουν και τον από το ουσιαστικό δίκαιο προβλεπόμενο τύπο (Ολ.Α.Π.2092/1986, Α.Π. 770/2019, Α.Π. 937/2006). Ο δικαστικός συμβιβασμός, που επιτεύχθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, παρότι, κατά τη διαδικασία αυτή δεν είναι αντικείμενο διάγνωσης το ουσιαστικό δικαίωμα, επιφέρει τις ίδιες συνέπειες, δηλαδή, την κατάργηση της δίκης. Περιορίζεται βέβαια στα πλαίσια της δίκης αυτής, εκτός αν έχει ήδη ρυθμιστεί με το συμβιβασμό αυτό και η κύρια διαφορά, είτε είναι εκκρεμής είτε όχι, οπότε είναι έγκυρος και επιφέρει και ως προς αυτή τα ίδια ανωτέρω αποτελέσματα και ειδικά ως προς την κύρια διαφορά που δεν είναι εκκρεμής, καθιστά αβάσιμη τη μεταγενέστερη γι' αυτήν αγωγή, δεδομένου ότι ο δικαστικός συμβιβασμός δεν αναπτύσσει αρνητική ενέργεια δεδικασμένου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 871 του Α.Κ., 293 και 904 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ο δικαστικός συμβιβασμός αποτελεί μια ενότητα, στην οποία αλληλεξαρτώνται η διαδικαστική πράξη και η δικαιοπραξία του ουσιαστικού δικαίου. Ως εκ τούτου, αν η τελευταία πάσχει από κάποιο ελάττωμα, ο δικαστικός συμβιβασμός είναι άκυρος και δεν παράγει κάποιο δικονομικό ή ουσιαστικό αποτέλεσμα (Α.Π. 74/2017, Α.Π. 571/1994, Α.Π. 47/1987). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 871, 211, 216 και 219 του Α.Κ., απαραίτητο στοιχείο για την κατάρτιση συμβιβασμού είναι, πλην των άλλων, η εξουσία για απαλλοτρίωσης αξίωσης και ανάληψη υποχρέωσης, ανάλογα με το εάν η υποχώρηση του ενός συμβιβαζομένου προς τον άλλο αποτελεί απαλλοτρίωση ή υπόσχεση αντιπαροχής. Ο συμβιβαζόμενος, αν έχει πλήρη ικανότητα για δικαιπραξία, μπορεί να συμβιβάζεται είτε ο ίδιος προσωπικά είτε με πληρεξούσιο, ο οποίος πρέπει να έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα. Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 229, 236 και 238 του Α.Κ. συνάγεται με σαφήνεια ότι ο δικαστικός συμβιβασμός, που καταρτίζεται από πληρεξούσιο, χωρίς πληρεξουσιότητα ή καθ' υπέρβαση ή κατά κατάχρηση της δοθείσας πληρεξουσιότητας, δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρεωτική ισχύ για τον αντιπροσωπευόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άκυρος, αλλά, απλώς, είναι ατελής και μετέωρος και η δεσμευτικότητά του εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευθέντος, η οποία αναγομένη στο χρόνο καταρτίσεως του συμβιβασμού, αναπληρώνει την έλλειψη εξουσίας αντιπροσώπευσης. Η έγκριση, εξάλλου, του αντιπροσωπευομένου συνάγεται από πράξεις τούτου (εγκρίνοντος) ή από περιστάσεις, που καθιστούν αναντίρρητη τη βούληση της έγκρισης (Α.Π. 313/2013), ενώ ειδικώς η έγκριση γενόμενου δικαστικού συμβιβασμού, που έγινε από πληρεξούσιο βάσει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, έχει ουσιαστικά χαρακτήρα αποδοχής του από τον διάδικο που αντιπροσωπεύθηκε ανάλογο με τον χαρακτήρα αποδοχής δικαστικής απόφασης, η οποία μπορεί να συνάγεται επίσης και σιωπηρώς από τις πράξεις του διαδίκου αυτού και τις περιστάσεις (πρβλ. ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 823/2017, 1273/2010). Α) Επί της από 17-6-2021 (20/17-6-2021) αίτηση αναίρεσης της Ε. Κ.: Κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Στα γεγονότα αυτά εντάσσονται οι βεβαιώσεις για τον τόπο και χρόνο συντάξεως του εγγράφου, για την εμφάνιση και παρουσία των μερών, για την ανάγνωση και παρουσία των μαρτύρων. Έτι περαιτέρω, τα ανωτέρω έγγραφα αποτελούν, κατ' άρθρο 441 του Κ.Πολ.Δ., πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης της ανταπόδειξης, ως προς όλους εν σχέσει με το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, όπως είναι τα έγγραφα διαθέσεως, που αφορούν σε συμφωνία των μερών για μεταβίβαση. Κατά το άρθρο 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε κάποιο (από τα ανφερόμενα στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ.) αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος, όπως λ.χ., όταν αποδίδει σε δημόσιο έγγραφο, όπως είναι το πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού μικρότερη ή και καμία αποδεικτική δύναμη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση (Α) αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, αγνόησε τη δεσμευτικότητα του ... πρακτικού δικαστικού συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου ... που καταρτίστηκε επί αντίθετων συνεκδικασθεισών αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων των ιδίων διαδίκων. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκτίμησε ελευθέρως και συναξιολόγησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων το ανωτέρω πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου ... στο οποίο περιλήφθησαν ρυθμίσεις που καταλαμβάνουν και την κύρια, εκκρεμούσα μεταξύ τους διαφορά, δηλαδή, προσέδωσε σ' αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη, από όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος, ως δημόσιο έγγραφο, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα. Συνεπώς, ο λόγος αυτός τυγχάνει βάσιμος, ως δε εκ της αναιρετικής εμβέλειάς του, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3Β εδα... δ' του Κ.Πολ.Δ.), να καταδικαστούν δε οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 191 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα. Β) Επί της από 8-4-2021 (12/16-4-2021) αίτηση αναίρεσης των 1) Ε. Μ., 2) Μ. Μ. και 3) Θ. Μ.: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 11/2017, Α.Π. 1165/2019). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση. ...) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, η οποία συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 15/2006). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 269/2020, Α.Π. 109/2019). Τέλος, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 53/2022, Α.Π. 736/2019, Α.Π. 667/2016). ...Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως, λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή τα αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 510/2022, Α.Π. 391/2022, Α.Π. 76/2022, Α.Π. 526/2011, Α.Π. 185/2002). V. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή, λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό, χωρίς τη σχετική παράλειψη (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 57/2022). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρισίμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 47/2020, Α.Π. 466/2019, Α.Π. 1557/2018, Α.Π. 1349/2017). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία. Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια για εκείνον που ομολογεί (Α.Π. 587/2020, Α.Π. 1014/2010, Α.Π. 462/2008, Α.Π. 1573/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών, που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή. VI. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1165/2019, Α.Π. 575/2015). VII. Σε περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε δύο επάλληλες αιτιολογίες, καθεμία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό αυτής, ο λόγος αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την απόφαση αυτή, ως προς τη μία αιτιολογία της, ενώ η άλλη (επάλληλη) αιτιολογία είτε δεν πλήττεται είτε πλήττεται ανεπιτυχώς, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς του, πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής (Ολ.Α.Π. 25/1994, Α.Π. 4/2022). Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, στα τρία επιμέρους σκέλη τούτου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, αντίστοιχα: α) ότι το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι με το ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο παρασχέθηκε στο Γ. Μ.. η ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και δικαίωμα να τις εκπροσωπήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... κατά τη συζήτηση της από 7-4-2008 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, να διορίζει δικηγόρο, να αναπτύσσει τους ισχυρισμούς τους και να συμβιβάζεται κατά την κρίση του, εν τούτοις, δέχθηκε ότι με το ανωτέρω πληρεξούσιο χορηγήθηκε από αυτές στον προαναφερόμενο Γ. Μ.. η πληρεξουσιότητα να προβεί στον επίδικο δικαστικό συμβιβασμό, ο οποίος εξέφευγε του περιεχομένου της ως άνω αίτησης, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 211, 216 και 871 του Α.Κ., χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, β) ότι το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησής τους, όπως αποτυπώθηκε στο προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, διαπιστώνοντας έμμεσα κενό και αμφιβολία, χωρίς, όμως, να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. και γ) ότι το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες ενέκριναν τις πράξεις του προαναφερόμενου πληρεξουσίου τους, χωρίς να διαλάβει ότι τηρήθηκε ο απαιτούμενος κατά νόμο τύπος για τέτοια έγκριση, παραβιάζοντας, εντεύθεν, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 229, 238, 871 και 293 παρ. 1 του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του και με επάλληλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει επαρκώς την κρίση του περί εγκυρότητας του επίμαχου δικαστικού συμβιβασμού, δέχθηκε ότι, σε κάθε περίπτωση, οι αναιρεσείουσες ενέκριναν, εκ των υστέρων, τον ως άνω δικαστικό συμβιβασμό, δεδομένου ότι ουδέποτε ανακάλεσαν το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο (ανάκληση, η οποία για την εγκυρότητά της θα έπρεπε να περιβληθεί τον ίδιο συμβολαιογραφικό τύπο, ενώ δεν είναι νοητή η έγκριση πρακτικού δικαστικού συμβιβασμού δια τηρήσεως του τύπου νέου δικαστικού συμβιβασμού, παρά μόνον η έγκρισή του διά της αποδοχής του, κατά τα προαναφερόμενα) ούτε αμφισβήτησαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τον επίδικο δικαστικό συμβιβασμό, στον οποίο προέβη ο πληρεξούσιός τους, επί ένα και πλέον έτος μέχρι την αποπεράτωση της οικοδομής τους, οπότε και μόνον άρχισαν να προβάλουν αιτιάσεις κατ' αυτού, ενώ, επιπροσθέτως, αναγνώρισαν τα οριζόμενα στο εν λόγω πρακτικό συμβιβασμού όρια του ακινήτου τους με αυτό της αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου της μεταγενεστέρως ασκηθείσας υπ' αυτών 32/2008 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (ήτοι δια νομότυπων δηλώσεών τους, βάσει του περιεχομένου της αίτησής τους, ενώπιον δικαστηρίου και πάλι). Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, το οποίο, με την ως άνω επάλληλη αιτιολογία, δέχθηκε ότι υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις συνάγεται αναντίρρητα η βούληση των αναιρεσειουσών να εγκρίνουν την κατάρτιση του επίμαχου δικαστικού συμβιβασμού και του περιεχομένου του και, συνακόλουθα, δέχθηκε την εγκυρότητα τούτου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 229 του Α.Κ. και, συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς το τρίτο σκέλος του, τυγχάνει αβάσιμος. Μετά ταύτα, οι αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, οι οποίες διατυπώθηκαν στο πρώτο και δεύτερο σκέλος τούτου, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς τους, τυγχάνουν αλυσιτελείς. Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, το οποίο, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι, με το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, οι αναιρεσείουσες χορήγησαν εγκύρως στον αντιπρόσωπό τους την πληρεξουσιότητα να καταρτίσει τον επίδικο δικαστικό συμβιβασμό, με συνέπεια να παραβιάσει εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 158, 159, 179, 180, 871, 211, 216, 229 και 238 του Α.Κ., τυγχάνει, με το ίδιο ως άνω σκεπτικό, αλυσιτελής. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, το οποίο, με ελλιπείς αιτιολογίες, απέρριψε αφενός μεν τον ισχυρισμό τους περί ακυρότητας του επίδικου συμβιβασμού, λόγω της συνδρομής του στοιχείου της προφανούς δυσαναλογίας των εκατέρωθεν παροχών, αφετέρου δε του ισχυρισμού τους περί εκμετάλλευσης της ανάγκης τους να μην υποστούν δυσβάστακτη οικονομική ζημία από την καθυστέρηση των εργασιών της οικοδομής, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 179 του Α.Κ. Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν απαράδεκτες, καθόσον, με την πρόφαση της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας, προσβάλλουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, τυγχάνουν και αβάσιμες, καθόσον, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, δεδομένου ότι διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία ανταποκρίνεται στο πραγματικό της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, που εφαρμόστηκε εν προκειμένω και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της. Και τούτο διότι στην απόφαση αναφέρονται με σαφήνεια, έστω και συνοπτικά, τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία και θεμελιώνουν το διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα περί του ότι δεν συντρέχει το στοιχείο της προφανούς δυσαναλογίας των εκατέρωθεν παροχών στον επίδικο δικαστικό συμβιβασμό καθώς και ότι δεν συνέτρεξε περίπτωση εκμετάλλευσης της ανάγκης τους να μην υποστούν δυσβάστακτη οικονομική ζημία από την καθυστέρηση των εργασιών της οικοδομής τους. Ακολούθως, με το δεύτερο και τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, προκειμένου να διαμορφώσει τη κρίση του σχετικά με την εγκυρότητα του δικαστικού συμβιβασμού, δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης περί έλλειψης ειδικής πληρεξουσιότητας του αντιπροσώπου τους για την κατάρτιση του επίδικου δικαστικού συμβιβασμού, όπως διατυπώθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε επί της από 19-9-2011 αγωγής τους. Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες ιδρύουν, πράγματι, την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, όπως διατυπώνονται στον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και όχι αυτήν από τον αριθμό 8β' του άρθρου τούτου, απορριπτομένου, εντεύθεν, ως απαραδέκτου του δεύτερου λόγου αυτής, πρέπει ν' απορριφθούν ως αλυσιτελείς, καθόσον, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς τους, δεν επηρεάζουν την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα, όπως προαναφέρεται, ερείδεται αυτοτελώς και στην επάλληλη αιτιολογία της εκ μέρους των αναιρεσειουσών εγκρίσεως του επίδικου δικαστικού συμβιβασμού. Περαιτέρω, με τον ένατο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν συνάγεται αδιστάκτως ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση της κρίσης του επί του στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο σωρευθέντος αιτήματος περί αναγνωρίσεως της κυριότητας των αναιρεσειουσών επί ενός τσιμεντένιου τοιχίου περίφραξης, μήκους 6,50 μ. και πλάτους 15 εκατοστών καθώς και του αντιθέτου ομοίου αιτήματος της αγωγής της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που οι αναιρεσείουσες νομίμως προσεκόμισαν και α) την 4044/9-3-2011 ένορκη βεβαίωση καθώς και β) την από 5-10-2018 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Η. Η.. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως παρατίθενται αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικάσαν Εφετείο, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω, ενώ, από τις αιτιολογίες που παρατίθενται σ' αυτήν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν για τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης επί του ανωτέρω αιτήματος. Συνεπώς, ο ένατος λόγος της αίτησης αναίρεσης τυγχάνει αβάσιμος. Εξετέρου, με τον όγδοο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 999, 1000, 1033, 1041, 1045, 1051, 1108, 1113, 1116, 1192 του Α.Κ. και του ν.δ/τος 1024/1971. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, αποφάνθηκε ότι το ως άνω τοιχίο κείται εντός της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, κάνοντας δεκτό το σχετικό αναγνωριστικό αίτημά της και απορρίπτοντας το αντίστοιχο αναγνωριστικό αίτημα αυτών (αναιρεσειουσών). Ο λόγος αυτός τυγχάνει, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει ευθέως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος, καθόσον, το Εφετείο, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις, συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδείξεων, που επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι, παρέθεσε όλα τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία καλύπτουν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Με τον πέμπτο και έκτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη, αντίστοιχα, τις αναιρετικές πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, απορρίποντας τη σωρευόμενη στο αγωγικό δικόγραφο διεκδικητική αγωγή, με το οποίο ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριες εξ αδιαιρέτου επί της εδαφικής λωρίδας, μήκους 12 μέτρων και πλάτους 25 εκατοστών, ήτοι συνολικού εμβαδού 3 τ.μ. καθώς και του τσιμεντένιου τοιχίου θεμελίωσης της οικοδομής τους, μήκους 10 μ. και πλάτους 0,10 μ. και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τα αποδώσει, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 999, 1000, 1033, 1041, 1051, 1094, 1113, 1116, 1192 του Α.Κ. και του ν.δ/τος 1024/1971. Οι λόγοι αυτοί τυγχάνουν απαράδεκτοι, καθόσον, υπό την επίφαση των εν λόγω αναιρετικών πλημμελειών, βάλλουν εν τοις πράγμασι κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων και της περί των πραγμάτων κρίσης του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν και αβάσιμες, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προεκτίθεται, προκύπτει ότι το Εφετείο παρέθεσε, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις, όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και συνεπώς, δεν συνάγεται ερμηνευτικό ή επαγωγικό σφάλμα ως προς τις ανωτέρω διατάξεις ή εκ πλαγίου παραβίασή τους. Με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, στο πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε, όπως επί λέξει παρατίθεται στο αναιρετήριο α) ότι η πρώτη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησαν οι αναιρεσείουσες κατά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης δεν οφειλόταν σε κακοπιστία της τελευταίας, διότι αυτές είχαν τοποθετήσει αυθαίρετα εννέα (9) κοιλοδοκούς στην ιδιοκτησία της, ενώ, σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης, δέχεται ότι οι κοιλοδοκοί κείνται εντός της ιδιοκτησίας τους, β) ότι η καθυστέρηση αποπεράτωσης της οικοδομής των αναιρεσειουσών δεν οφείλεται σε καταχρηστική, αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και της δικαιοπαρόχου της, αναφέροντας μόνο τη με αριθμό 26/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... που δέχθηκε τη σχετική αίτησή τους για ανοχή εργασιών, χωρίς να μνημονεύει πόσες συνολικά τέτοιες αιτήσεις αναγκάστηκαν να υποβάλουν (πρόκειται για τις από 5-5-2008, 25-9-2009 και 24-11-2010, τρεις κατά σειρά αιτήσεις) και γ) ότι δεν αιτιολογεί πως ήταν δυνατόν να εξακολουθήσουν κανονικά οι οικοδομικές εργασίες, μετά την άρνηση της αναιρεσίβλητης και της δικαιοπαρόχου της να τις ανεχθούν πριν εκδοθούν δικαστικές αποφάσεις. Επί των ανωτέρω αιτιάσεων λεκτέα τα ακόλουθα: Οι υπό στοιχείο (α) αιτιάσεις τυγχάνουν αβάσιμες, καθόσον, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία παρατίθεται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το αίτημα της αγωγής των αναιρεσειουσών περί επιδικάσεως αποζημιώσεως για τη θετική και αποθετική ζημία που αυτές υπέστησαν, λόγω της κακόπιστης και καταχρηστικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, που είχε ως συνέπεια την καθυστέρηση της αποπερατώσεως της οικοδομής της, κονδύλια, τα οποία απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμα, ειδικά δε αυτά, που αφορούσαν στη θετική ζημία, δευτερευόντως και ως απαράδεκτα, λόγω αοριστίας, δέχθηκε, επί λέξει, ότι "... περί το Μάρτιο του έτους 2008, όταν η οικοδομή της οικογένειας Μ. βρισκόταν στο στάδιο της κατασκευής ξυλοτύπων για τη στήριξη και κατασκευή του νότιου τοιχίου της οικοδομής και της πρώτης πλάκας-οροφής του ημιυπογείου, η Ε. Κ. και η εν ζωή τότε μητέρα της δεν επέτρεψαν την παρουσία του συνεργείου των τεχνιτών-οικοδόμων και τη μεταφορά των αναγκαίων υλικών και εργαλείων διαμέσου της αυλής της, προκειμένου να ολοκληρωθεί το καλούπωμα των υποστυλωμάτων και τοιχίων... Η άρνηση των ανωτέρω δεν οφείλεται σε κακοπιστία τους και σε διάθεση καθυστέρησης του έργου της οικοδομής, αλλά διότι προηγουμένως η οικογένεια Μ. τοποθέτησε αυθαίρετα, μέσω του προσληφθέντος συνεργείου τεχνιτών, σε μήκος 10 μέτρων, εννέα σιδηρούς κοιλοδοκούς με βάσεις από μπετόν, επί των οποίων στήριξαν τους ξυλοτύπους ... για τους οποίου η οικογένεια Κ. πίστευε ότι καταλάμβαναν εδαφική λωρίδα από τη βόρεια πλευρά της ιδιοκτησίας της...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε από την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 914, 919, 932, 281 και 346 του Α.Κ., που εφαρμόστηκαν εν προκειμένω και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής τους και, εντεύθεν, δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου. Και τούτο διότι, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφατικές κρίσεις, παρατίθενται στην προσβαλλομένη τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία και θεμελιώνουν το διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα. Οι υπό στοιχ. (β) και (γ) αιτιάσεις τυγχάνουν απαράδεκτες, καθόσον οι αποδιδόμενες πλημμέλειες αφορούν σε πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων, τα οποία σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν αιτιολογία ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (έβδομου) άρθρου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε ως αόριστα τα κονδύλια της θετικής ζημίας των 5.000 ευρώ, ως επιπλέον αμοιβή της επιβλέπουσας μηχανικού, των 800 ευρώ ως πρόσθετη αμοιβή επιχρισμάτων και ελαιοχρωματισμού και των 5.850,50 ευρώ ως αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων και των επιμελητών, στα πλαίσια της αντιδικίας. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αλυσιτελής, καθόσον η απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου των ως άνω κονδυλίων ερείδεται σε επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό και συγκεκριμένα, τα εν λόγω κονδύλια απορρίφθηκαν προεχόντως ως αβάσιμα, αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης. Με τους δέκατο και ενδέκατο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 19 του άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το μεν το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η τσιμεντένια ράμπα του υπαίθριου γκαράζ της αναιρεσίβλητης, το σκαλοπάτι, που εκτείνεται στο κοινόχρηστο πεζοδρόμιο της οδού ... ως και ο πλαστικός αγωγός, που παροχετεύει τα ύδατα της αυλής της δεν παρεμποδίζουν τις αναιρεσείουσες στη χρήση της ιδιοκτησίας τους ούτε διαταράσσουν την κυριότητά τους, χωρίς να αναφέρει πόσο είναι το ύψος του σκαλοπατιού, γιατί δεν παρεμποδίζεται η ακώλυτη διέλευσή τους, γιατί η ράμπα και ο κάτωθι αυτής πλαστικός αγωγός ομβρίων υδάτων πρέπει να εκτείνεται πέραν του ορίου της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης και γιατί οι ενέργειες αυτές δεν είναι διαταρρακτικές του δικαιώματος κυριότητάς τους, το δε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες υποχρεούνται να επιχωματώσουν το δημιουργηθέν εξαιτίας της εκσκαφής των θεμελίων της οικοδομής τους υπόγειο κενό στη βόρεια πλευρά της αυλής της αναιρεσίβλητης, ενώ έκρινε ότι το όρυγμα δεν ταυτίζεται, κατά το μέγιστο μήκος του, με το χώρο, στο οποίο σταθμεύει το όχημα της η αναιρεσίβλητη, δεν αιτιολογεί πότε λήφθηκαν οι φωτογραφίες του ορύγματος, δεν αιτιολογεί αν η 41/2011 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου ... που απέρριψε σχετική αίτηση της αναιρεσίβλητης, αφορά σε άλλο όρυγμα και δεν αιτιολογεί γιατί το επίδικο όρυγμα δεν βρίσκεται στη βορειοδυτική γωνία του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, από όπου αρχίζει η πρόσοψη της οικοδομής των αναιρεσειουσών, αλλά στη βορειοανατολική τοιαύτη, όπου δεν εκτείνεται η οικοδομή τους. Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί τυγχάνουν απαράδεκτοι, καθόσον, υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται, εν τοις πράγμασι, η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του Δικαστηρίου, ενώ, επιπροσθέτως, οι αποδιδόμενες ανεπάρκειες της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν επιχειρήματα των αναιρεσειουσών, άμεσα σχετιζόμενα με την αξιολόγηση των αποδείξεων, τα οποία δεν θεμελιώνουν την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 παρ. 3Β εδα... δ' του Κ.Πολ.Δ.), οι οποίες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρο 106, 176, 180 παρ. 1, 182, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις α) από 17-6-2021 (20/17-6-2021) αίτηση της Ε. Κ. και β) την από 8-4-2021 12/16-4-2021 αίτηση των 1) Ε. Μ., 2) Μ. Μ. και 3) Θ. Μ. για αναίρεση της 25/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Δέχεται την από 17-6-2021 (20/17-6-2021) αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί την 25/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, στη σύνθεση του οποίου θα μετέχουν δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου κατά την άσκηση της αμέσως παραπάνω αίτησης αναίρεσης στην αναιρεσείουσα και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Απορρίπτει την από 8-4-2021 12/16-4-2021 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου κατά την άσκηση της αμέσως παραπάνω αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ