Αριθμός 738/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2020 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 13-4-2021 αίτηση του Ελλ. Δημοσίου για την αναίρεση της υπ' αριθ. 32/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η από 4-3-2019 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και της υπ' αριθ. 42/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η από 14-12-2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 14-4-2021, ήτοι εντός της προβλεπομένης καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθ.495, 552, 553, 556,558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 του Ν.4549/2018, ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπομένη Υποεπιτροπή. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ανωτέρω νόμου επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό πιστωτικά ιδρύματα (όπως ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες κλπ) για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που αυτά χορηγούν, μεταξύ άλλων, σε ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων. Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου "Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς. Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς, διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες". Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ίδιου ως άνω άρθρου του ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης , της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: ϊ) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ΐΐ) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή...... γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 παρ.1, 4 και 5 του αυτού ως άνω νόμου "1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.... 3.... 4. Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων - και Αξιών - (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5. Τα αναγκαία, δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. -Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών". ΙΙ. Με την υπ' αριθμόν 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ 16/τ.Β/13.1.2006) Υπουργική Απόφαση "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο". που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 5 του ως άνω ν. 2322/1995 και του ν. 2362/1995 "Περί Δημόσιου Λογιστικού", ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα από την παρ. Β της ίδιας Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η τελευταία, αφού διενεργήσει το σχετικό έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλει πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δ/νση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης. Μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση, δύναται να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Η Δ.Ο.Υ., η οποία, σε περίπτωση που κρίνει, ότι δεν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για τη βεβαίωση του συνόλου του ποσού υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών, υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και λοιπές διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες. Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί, ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί, ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση, ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενότητα Β` της ως άνω αναφερόμενης ΥΑ 2/478/0025/4-1-2006, για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την 25η Διεύθυνση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει: 1) Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, 2) αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση, 3) αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν "συμφωνίες" των πιστωτών με τα πιστωτικά ιδρύματα) και είναι εφικτή η διαπίστωση αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών - διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, 4) ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών. Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) Tα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής. δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους, ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων, αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείου, αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την σύμβαση με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος, ή πρόσθετες πράξεις, εγγυήσεις (προσωπικές και εμπράγματες) που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση και ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης. ΙΙΙ. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται καταρχήν από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ. του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγυήσεως του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση. Τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία ως αναγκαίες προϋποθέσεις είτε για την έγκυρη παροχή της εγγύησης του Δημοσίου είτε για τη συνέχιση ισχύος της, αποτελούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, με βάση το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προχωρούν στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (δανειστή-εγγυητή και δανειστή - οφειλέτη), η δε συνδρομή τους ελέγχεται αρμοδίως. Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει δια της συμβάσεως εγγυήσεως την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση), υποβάλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο. Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 181/2021, ΑΠ 82/2008, ΑΠ 1000/2006). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της συνεπεία κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, εν πρώτοις, αν όντως συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης. Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου εξετάζεται (άρθρα 1 § 7 και 11 § 4 του ν. 2322/1995 καθώς και παρ. Α,6 της Υ.Α 2/478/0025/4.1.2006), αν δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης ή από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ (ΑΠ 1000/2006, ΑΠ 1179/2004, ΑΠ 757/2003). Επομένως, προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση είναι: α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) να συντρέχει υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, συνιστάμενη στο ότι η εξαρχής ή μεταγενέστερη μη συνδρομή μίας ή περισσοτέρων από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας Τράπεζας. Ως υπαιτιότητα νοείται εν προκειμένω όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλεια, αλλά και η ελαφρά αμέλεια του δανειστή ή πιστωτή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης, χωρίς, βεβαίως, να αποκλείονται περιστατικά που στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων ( άρθ. 281 ΑΚ και άρθ. 862, 914 ΑΚ). Στην περίπτωση που συντρέξουν οι προϋποθέσεις, η διοίκηση επιβάλλεται να ανακαλέσει όλες τις σχετικές διοικητικές πράξεις που έχει εκδώσει (ΑΠ 757/2003). Αντιθέτως, σε περίπτωση υποβολής από τη δανείστρια τράπεζα, μετά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης, ελλιπών δικαιολογητικών, για τη βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο αυτό έχει εγγυηθεί, το Δημόσιο δεν ελευθερώνεται, αλλά απλώς η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα. IV. Κατ` εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 1 του ν. 2322/1995, εκδόθηκε η ΥΑ 2/19605/0025/19-4-2006 (ΦΕΚ Β579/2006): "Εγγύηση Δημοσίου στις Τράπεζες για ρύθμιση οφειλών δανείων, επιχειρήσεων στους Ν. ... ...", όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις 2/43028/0025/1.9.2008 και οικ. 2/3757/0025/16.1.2009 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία ορίστηκε ότι "παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια και πιστώσεις που χορηγήθηκαν για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης στους Νομούς ..., ... και .... Επίσης ορίστηκε ότι το προϊόν της ρύθμισης θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του Α` εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30.6.2009 και τελευταία την 31.12.2016". Ορίστηκε επίσης ότι "Σε κάθε περίπτωση το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν δύναται να υπερβαίνει το σύνολο των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα και το 80% των συνολικών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα ανωτέρω, οφειλών των εταιρειών προς αυτά" και ότι "Σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο ολόκληρες τοκοχρεολυτικές δόσεις, και μέσα σ ? ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ16/τ.Β ?/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Ορίστηκε επίσης ότι σε περίπτωση που κατά την 31.12.2010, και μέσα στο επόμενο τρίμηνο από τη λήξη της πρώτης χρεολυτικής, με τους αναλογούντες τόκους, ή τοκοχρεολυτικής δόσης, οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν τη δόση αυτή και κάθε άλλη οφειλή απορρέουσα από τις προηγούμενες εξαμηνιαίες υποχρεώσεις καταβολής της προμήθειας 0,4% και του 20% των τόκων περιόδου, ολόκληρο το ποσό των οφειλών καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής και κάθε επόμενης χρεολυτικής ή τοκοχρεολυτικής δόσης. Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες της ληξιπρόθεσμης εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο δόσης, με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού... Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση στα πλαίσια αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών ( Γ.Λ.Κ.? Δ.25 -Τμ. Δ ?) ". V. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ.8027 και υπό μεταγενέστερη αρίθμηση 4350080276, συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που η ενάγουσα τραπεζική εταιρία (αναιρεσίβλητη) συνήψε την 10-7-1997 στην Ξάνθη με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", μετονομασθείσα εν συνεχεία σε "I. Α. Ε.", η πρώτη χορήγησε στην τελευταία έντοκη πίστωση μέχρι του ποσού των 100.000 δρχ., ήδη 293,48 ευρώ, η οποία με την υπ' αριθμ. 8027/1/23-7-1997 αυξητική σύμβαση ανήλθε στο ποσό των 280.100.000 δρχ., ήδη 822.010,28 ευρώ. Με τις δύο πρόσθετες πράξεις της ανωτέρω σύμβασης που υπεγράφησαν η πρώτη στις 14-5-2004 με αριθμό 10423 και η δεύτερη στις 17-5-2007, τροποποιήθηκαν οι όροι του άρθρου 2 της συμβάσεως πιστώσεως και προστέθηκε άρθρο με αριθμό 18. Για την διασφάλιση των απαιτήσεών της εκ της άνω συμβάσεως η ενάγουσα ενέγραψε επί του επιχειρηματικού ακινήτου της πιστούχου (αγροτεμάχιο 5.040 τ. μ. στη Βιοτεχνική περιοχή ..., μετά των επ' αυτού κτισμάτων - βιομηχανοστασίου και διώροφου κτιρίου γραφείων) και των μηχανικών εγκαταστάσεών της υποθήκη για ποσό 100.000 δρχ. η οποία ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ... την 22-7-1997, στον τόμο 387, φύλλο 75, και προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 260.000.000 δρχ., η οποία ενεγράφη στα ίδια ως άνω βιβλία υποθηκών την 28-7-1997 στον τόμο 387, φύλλο 96. Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2/19605/0025/19-6-2006 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 ν. 2322/1995 παρασχέθηκε υπό τους εκεί αναφερόμενους όρους και προϋποθέσεις η εγγύηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου για την ρύθμιση σε ένα νέο δάνειο των μέχρι την 30-6-2006 οφειλών των αναφερομένων σε αυτή επιχειρήσεων Νομών ..., ... και ..., εφόσον υπέβαλαν αιτήσεις μέχρι την 31-12-2006. Κατόπιν αιτήσεως που υποβλήθηκε από την ανωτέρω πιστούχο εταιρία, εγκρίθηκε, κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, η παροχή της εγγύησης του εναγομένου Δημοσίου σε ποσοστό 80% στις υφιστάμενες κατά την 30-6-2006 μη εγγυημένες οφειλές της, η έγκριση δε αυτή γνωστοποιήθηκε τόσο στην πιστούχο όσο και στα ενδιαφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα με την υπ' αριθμ. πρωτ. 2/57521/0025/26-2-2007 επιστολή της 25ης Διευθύνσεως (Κιν. Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών) του Δ' Τμήματος, της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία κοινοποιήθηκε και προς την ενάγουσα τράπεζα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής αυτής το αρμόδιο Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου ενέκρινε την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου σε ποσοστό 80% στις υφιστάμενες την 30-6-2006 μη εγγυημένες οφειλές της ανωτέρω ανωνύμου εταιρίας: 1) προς την ενάγουσα τράπεζα ποσού 118.118,52 ευρώ, με διατήρηση των υφισταμένων ενοχικών εξασφαλίσεων και περιορισμό της υφισταμένης προσημείωσης Γ' σειράς επί του επιχειρηματικού ακινήτου στο ποσό των 120.000 ευρώ, 2) προς την Εμπορική Τράπεζα ποσού 365.259,89 ευρώ με διατήρηση των υφισταμένων εμπραγμάτων εξασφαλίσεων, 3) προς την Τράπεζα Αττικής ποσού 90.000 ευρώ με διατήρηση των υφισταμένων ενοχικών εξασφαλίσεων και με τον όρο εγγραφής προσημείωσης ποσού 90.000 ευρώ επί του επιχειρηματικού ακινήτου, 4) προς την Eurobank ποσού 99.710,45 ευρώ με διατήρηση των υφισταμένων ενοχικών εξασφαλίσεων και με τον όρο εγγραφής προσημείωσης πoσού 100.000 ευρώ επί του επιχειρηματικού ακινήτου και 5) προς την Εγνατία Τράπεζα ποσού 29.423,73 ευρώ με διατήρηση των υφισταμένων ενοχικών εξασφαλίσεων και με τον όρο εγγραφής προσημείωσης ποσού 30.000 ευρώ επί του επιχειρηματικού ακινήτου. Κατόπιν τούτων υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και της ανωτέρω ανωνύμου εταιρίας (και των Β. Π. και Π. Β. ως εγγυητών) η υπ' αριθμ. 4357012659/18-5-2007 σύμβαση δανείου και η από 22-5-2007 πρόσθετη πράξη αυτής σε εφαρμογή της άνω Υ.Α., την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα (άρθρο 3.01 της σύμβασης), για ρύθμιση συνολικής οφειλής της πιστούχου εταιρίας ποσού 337.252,70 ευρώ, εκ των οποίων 118.118,52 ευρώ από την ένδικη σύμβαση πιστώσεως και 219.134,18 ευρώ για τις άνω οφειλές της προς τις τράπεζες Αττικής, Eurobank και Εγνατία, οι οποίες μεταφέρθηκαν στην ενάγουσα, σε ένα νέο δάνειο εξοφλητέο, κατά τους όρους της άνω Υ.Α. και σύμφωνα με το αντίστοιχο άρθρο 7 της νέας δανειακής σύμβασης, σε 18 διαδοχικές εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καταβλητέες την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, με πρώτη δόση καταβλητέα την 30-6-2008 και τελευταία καταβλητέα την 31-12-2016, υπό την εγγύηση του καθ' ου Δημοσίου. Στο άρθρο 9.01 της ανωτέρω σύμβασης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση ολικής ή μερικής καθυστέρησης κάποιας δόσης του δανείου ή τόκων μη περιλαμβανομένων στις υπό το άρθρο 7.01 τοκοχρεωλυτικές δόσεις ή και εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων του άρθρου 13, ο δανειζόμενος καθίσταται υπερήμερος και οφείλει στην τράπεζα τόκο υπερημερίας, κατά τα εκεί περαιτέρω οριζόμενα, στο δε άρθρο 9.02 ότι στην παραπάνω υπό 9.01 περίπτωση η Τράπεζα δικαιούται είτε να επιδιώξει την είσπραξη των καθυστερούμενων ποσών είτε, αφού καταγγείλει τη σύμβαση του δανείου, και το κηρύξει αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, να αξιώσει την εξόφληση ολόκληρου του ανεξόφλητου ποσού του κεφαλαίου με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις. Επίσης στο άρθρο 10 της σύμβασης ορίστηκε ότι η Τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση του δανείου και να κηρύξει τούτο αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, αξιώνοντας την εξόφληση ολόκληρου του ανεξόφλητου ποσού του κεφαλαίου με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις, μεταξύ άλλων και, στην περίπτωση μη εξόφλησης δύο ολόκληρων τοκοχρεωλυτικών δόσεων (περίπτ. ι'). Σύμφωνα με την προσκομιζομένη από την ενάγουσα αναλυτική κατάσταση με την κίνηση του τηρηθέντος προς εξυπηρέτηση της δανειακής αυτής συμβάσεως, υπ' αριθμ. ..., λογαριασμού, η δανειολήπτρια εταιρία κατέβαλε μόνον τις δύο πρώτες δόσεις και συγκεκριμένα την δόση της 30-6-2008 στις 22-7-2008 και την δόση της 31-12-2008 στις 28-1-2009, ενώ δεν κατέβαλε τις επόμενες δύο δόσεις της 30-6-2009 και της 31-12-2009. Για τον λόγο αυτό η ενάγουσα, κατ' ενάσκηση του κατά τα άνω σχετικού συμβατικού δικαιώματός της, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 100212389-10/27-4-2010 έγγραφό της που επέδωσε στην πιστούχο και στους εγγυητές την 27-4-2010 (βλ. υπ' αριθμ. 6.040, 6.039 και 6.038/27-4-2010 εκθέσεις επίδοσης δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Δημητρίου Βασιλακάκη) κατήγγειλε τη σύμβαση. Κατά τον χρόνο της καταγγελίας ο λογαριασμός της συμβάσεως παρουσίαζε χρεωστικό σε βάρος της δανειολήπτριας εταιρίας υπόλοιπο ύψους 369.070,38 ευρώ, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στο σύνολό του και μεταφέρθηκε σε οριστική καθυστέρηση. Εκ του ποσού αυτού η παρασχεθείσα από το εναγόμενο εγγύηση κάλυπτε ποσοστό 80% ήτοι ποσό 295.256,30 ευρώ. Εν συνεχεία η ενάγουσα συμφώνως προς τα προβλεπόμενα στην ανωτέρω υπουργική απόφαση...., απέστειλε προς την ανωτέρω 25η Διεύθυνση/Τμ. Δ' την υπ' αριθμ. πρωτ. 100667709-10/13-12-2010 επιστολή της με την οποία ζητούσε την καταβολή του ποσού των 295.316,30 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 276.085,03 ευρώ αφορούσε το κεφάλαιο και ποσό 19.171,27 ευρώ τους τόκους της ανωτέρω καλυπτόμενης από την εγγύηση απαίτησής της (276.085,03 + 19.171,27 = 295.256,30 ευρώ) και 60 ευρώ το αντίστοιχο ποσοστό (80%) των εξόδων καταγγελίας της σύμβασης εκ συνολικού ποσού 75 ευρώ. Με την ίδια επιστολή η ενάγουσα συνυπέβαλε προς την ανωτέρω υπηρεσία του εναγομένου και τα εξής, όπως κατά λέξη αναφέρεται στην επιστολή, δικαιολογητικά: I) την υπ' αριθμ. 4350080276/10-7-1997 σύμβαση ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού (παλαιά αρίθμηση: 8027), II) την υπ' αριθμ. 4357012659/18-5-2007 σύμβαση ρύθμισης δανείου, προβλεπομένης από την ανωτέρω Υ.Α., III) τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης οφειλών (εις τριπλούν), IV) μία κατάσταση με τα βεβαιούμενα ποσά, V) μία ανακεφαλαιωτική κατάσταση του ανεξόφλητου υπολοίπου, VI) δύο αντίγραφα λογαριασμών (ρυθμισθείσας οφειλής και εξόδων). Επίσης, ως αναφέρεται στο κείμενο της επιστολής, η ενάγουσα συνυπέβαλε και αντίγραφα των περιλήψεων εγγραφής των ανωτέρω βαρών που διασφάλιζαν την απαίτησή της από την αρχική σύμβαση και των πιστοποιητικών εγγραφής τους. Η 25η Διεύθυνση με το υπ' αριθμ. πρωτ.2/12447/0025/4-2-2011 έγγραφό της απάντησε στην ενάγουσα ότι με την υπ' αριθμ. 2/31728/0025/30-6-2010(ΦΕΚ Β' 986/30-6-2010) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, παρεχόταν η ευχέρεια στις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγήθηκαν δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της ανωτέρω 2/19605/0025/19-4-2006 Υπουργικής Απόφασης, να ζητήσουν την αναστολή καταβολής των οφειλομένων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως και 31-12-2013 δόσεων, με αντίστοιχη επιμήκυνση της συνολικής διάρκειας των δανείων μέχρι την 31-12-2022, και ότι στις διατάξεις της εν λόγω απόφασης μπορούσαν να υπαχθούν και περιπτώσεις συμβάσεων δανείων που είχαν καταγγελθεί, ότι συνεπώς και η επιχείρηση "..." είχε τη δυνατότητα να υπαχθεί στην ανωτέρω τροποποιητική απόφαση, με καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για την υπαγωγή στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους την 31-12-2011. Με την αιτιολογία αυτή δε επέστρεψε τα δικαιολογητικά που της είχε αποστείλει η ενάγουσα, αρνούμενη κατ' ουσίαν την καταβολή του ποσού της εγγύησης από μέρους του εναγομένου Δημοσίου. Ωστόσο τέτοια απάντηση από καμία εκ των ανωτέρω υπουργικών αποφάσεων ούτε από έτερη διάταξη νόμου προβλέπεται να δοθεί από την προαναφερομένη υπηρεσία του εναγομένου, ούτε και προβλέπεται οιαδήποτε εμπλοκή της υπηρεσίας αυτής στην από μέρους της οφειλέτιδος εταιρίας υπαγωγή ή μη στην τροποποιητική ΥΑ, που ανάγεται αποκλειστικώς και μόνον στη σφαίρα επιλογής της τελευταίας, παρεκτός του ότι ήδη στην προαναφερομένη επιστολή της προς την 25η Διεύθυνση η ενάγουσα ενημέρωνε την εν λόγω υπηρεσία ότι η οφειλέτιδα εταιρία δεν είχε εκδηλώσει την επιθυμία να ενταχθεί σε κάποια από τις τροποποιητικές αποφάσεις της ΚΥΑ περί παροχής της εγγύησης του Δημοσίου (2η σελίδα επιστολής), μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν ασφαλώς και η ανωτέρω αναφερόμενη στην απαντητική επιστολή ΥΑ 2/31728/0025/30-6-2010, εφόσον είχε ήδη τότε εκδοθεί. Αντιθέτως, αποκλειστική αρμοδιότητα της παραπάνω υπηρεσίας του εναγομένου αποτελεί, κατά τα προβλεπόμενα στην Υ.Α. 2/478/0025/4-1-2006, ο έλεγχος των δικαιολογητικών που υποβάλλει το πιστωτικό ίδρυμα, προς το σκοπό ελέγχου της τήρησης των όρων της υπουργικής απόφασης με την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση, και η εν συνεχεία αποστολή, για την βεβαίωση του ποσού της εγγύησης, πλήρους φακέλου με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία και έχει την ευχέρεια να κρίνει εάν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για την βεβαίωση και να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, μετά δε την βεβαίωση του ποσού από την Δ.Ο.Υ., η ανωτέρω υπηρεσία του εναγομένου προβαίνει στην πληρωμή της βεβαιωμένης εγγυημένης οφειλής με βάσει το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης που της αποστέλλει η Δ.Ο.Υ.. Στην προκειμένη περίπτωση, με την καταγγελία της συμβάσεως του δανείου από την εναγομένη και το κλείσιμο και την κήρυξη ληξιπροθέσμου του σχετικού λογαριασμού ανέκυψε η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, εφόσον πληρούνταν και η προϋπόθεση της καθυστέρησης στην καταβολή δύο ολόκληρων τοκοχρεωλυτικών δόσεων από την δανειολήπτρια εταιρία, κατά τα προβλεπόμενα στην άνω υπουργική απόφαση, οπότε νομίμως η ενάγουσα τράπεζα, μετά την καταγγελία, προέβη στην έναρξη της διαδικασίας εξόφλησης από το Δημόσιο της εγγυημένης απαίτησή της με την υποβολή των ανωτέρω δικαιολογητικών στην αρμόδια υπηρεσία του (βλ. Α.Π. 1000/2006 ό.π.). Καθόσον αφορά εξάλλου την πληρότητα των δικαιολογητικών που υποβλήθηκαν, από τα αναφερόμενα στην σχετική υπουργική απόφαση 2/478/0025/4.1.2006 έγγραφα δεν περιλαμβάνονταν στα υποβληθέντα δικαιολογητικά οι παρεπόμενες συμβάσεις της αρχικής σύμβασης πιστώσεως (αυξητική σύμβαση και πρόσθετες πράξεις) και η πρόσθετη πράξη της δανειακής σύμβασης ρύθμισης καθώς και αναλυτική κίνηση του λογαριασμού της αρχικής σύμβασης πιστώσεως. Ωστόσο ούτε στην ανωτέρω υπουργική απόφαση αλλ' ούτε και σε έτερη διάταξη νόμου, γενική ή ειδική, προβλέπεται ότι η έλλειψη αυτή συνεπάγεται την ελευθέρωση του εναγομένου Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη ή την έκπτωση της ενάγουσας από το δικαίωμά της να απαιτήσει το ποσό της εγγύησης από το εναγόμενο. Και το εναγόμενο Δημόσιο εξάλλου ουδόλως διά της αρμοδίας ως άνω υπηρεσίας του (25ης Διεύθυνσης) προέβαλε την παραπάνω έλλειψη ως αιτία της αρνήσεώς του να καταβάλει το ποσό της εγγύησης, αλλ' ούτε και επικαλέστηκε την έλλειψη αυτή στην παρούσα δίκη, περιοριζόμενο να ισχυριστεί ότι η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά διότι η ενάγουσα αφενός δεν τήρησε την προδικασία της Υ.Α. 2/478/0025/4.1.2006, αφετέρου δεν απέδειξε ότι συνέτρεχαν οι όροι κατάπτωσης της εγγύησής του, αφού πριν την άσκηση της αγωγής δεν ενημέρωσε την ανωτέρω αρμόδια υπηρεσία του μετά την καταληκτική ημερομηνία της 31-12-2011 για την ένταξη ή μη της οφειλέτιδος εταιρίας στην ανωτέρω τροποποιητική υπουργική απόφαση και δεν απέστειλε εκ νέου τα δικαιολογητικά προς εξέταση του αιτήματός της, τέλος ισχυρίστηκε ότι εξαιτίας της μη τήρησης από την ενάγουσα των υποχρεώσεών της αυτών η ικανοποίηση της απαίτησης κατέστη αβέβαιη (αν όχι αδύνατη) από πταίσμα της τελευταίας, ισχυρισμοί που, αξιολογηθέντες διά της εκκαλουμένης αποφάσεως υπό το πρίσμα των άρθρων 862 Α.Κ., 11§4 ν. 2322/1995, 281 Α.Κ., απερρίφθησαν ως νόμω αβάσιμοι σε όλες τις περιπτώσεις. Η προαναφερομένη έλλειψη των δικαιολογητικών εξάλλου θα μπορούσε να συμπληρωθεί κατόπιν σχετικού αιτήματος της ανωτέρω υπηρεσίας του εναγομένου ή της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. στην οποία θα αποστελλόταν ο φάκελος και ουδόλως αναιρεί την συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης του εναγομένου Δημοσίου οι οποίες, σύμφωνα με όλα όσα προεκτέθηκαν, συνέτρεχαν εν προκειμένω, με συνέπεια το εναγόμενο να υποχρεούται σε καταβολή του εγγυηθέντος μέρους της οφειλής, ήτοι του αιτηθέντος με την αγωγή ποσού των 295.316,30 ευρώ που καλύπτει το 80% της ληξιπρόθεσμης απαίτησης της εναγομένης από την ανωτέρω σύμβαση και των εξόδων καταγγελίας της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, παρότι δέχθηκε ότι υπήρξε εν προκειμένω νόμιμος λόγος κατάπτωσης της εγγύησης του εναγομένου, που ήταν η καθυστέρηση στην εξόφληση δύο ολόκληρων τοκοχρεωλυτικών δόσεων από την δανειολήπτρια εταιρία, και ότι δεν προβλέπεται επιστροφή των δικαιολογητικών από την ανωτέρω Διεύθυνση του εναγομένου ούτε και εμπλοκή αυτής στην αίτηση της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας να υπαχθεί στην τροποποιητική υπουργική απόφαση για αναστολή πληρωμής των δόσεων, απέρριψε τελικώς την αγωγή ως ουσία αβάσιμη λόγω μη τήρησης από την ενάγουσα της προδικασίας της Υ.Α. 2/478/0025/4.1.2006, εξαιτίας της προαναφερομένης έλλειψης των υποβληθέντων δικαιολογητικών (που σημειώνεται ότι δεν αφορούσε, ως εσφαλμένως δέχθηκε η εκκαλουμένη, και τα σχετικά με τα ασφαλίζοντα την απαίτηση εμπράγματα βάρη, καθώς τούτα απεστάλησαν ως προεκτέθηκε), έσφαλε ως προς την ερμηνεία και §εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από την εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο της ενδίκου εφέσεώς της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνουσα πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 11 ν.2322/1995, την υπ'αριθ. 2/19605/0025/19-4-2006 ΥΑ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις οικ. 2/43028/0025/1.9.2008 και οικ. 2/3757/0025/16.1.2009 ΥΑ και την υπ'αριθ.2/478/0025/04-01-2006 ΥΑ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η πιστούχος εταιρεία καθυστέρησε να καταβάλει δύο τοκοχρεωλυτικές δόσεις (της 30-6-2009 και 31-12-2009), με συνέπεια η αναιρεσίβλητη τράπεζα να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση δανείου, κηρύσσοντας ληξιπρόθεσμο το σχετικό λογαριασμό, όπως είχε δικαίωμα με βάση την ΥΑ 2/19605/0025 και τους όρους της σύμβασης, και να ανακύψει, έτσι, η εγγυητική ευθύνη του αναιρεσείοντος Δημοσίου, νομίμως δε η αναιρεσίβλητη, μετά την καταγγελία, προέβη στην έναρξη της διαδικασίας εξόφλησης από το Δημόσιο της εγγυημένης απαίτησής της με την υποβολή των ανωτέρω δικαιολογητικών στην αρμόδια υπηρεσία του, η μη πληρότητα των οποίων δεν αναιρεί, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης του αναιρεσείοντος και δεν επιφέρει την ελευθέρωση αυτού, αλλά υποχρεώνει απλώς την ως άνω υπηρεσία του να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από την αναιρεσίβλητη, ενέργεια, στην οποία αυτή δεν προέβη, όπως ανελέγκτως δέχεται η προσβαλλομένη, αλλά επέστρεψε το σχετικό φάκελο στην αναιρεσίβλητη, με άλλη αιτιολογία και για άλλη αιτία, μη προβλεπόμενη από το νόμο ως λόγος ελευθέρωσης του αναιρεσείοντος, ενώ επί πλέον, δεν συνέτρεξαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, ώστε να προκύψει ελευθέρωση του αναιρεσείοντος κατά το άρθρο 11 § 4 ν. 2322/1995, αφού μάλιστα τέτοια περιστατικά δεν επικαλέστηκε το αναιρεσείον ούτε ετέθησαν στο δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ. α' Ν. 2362/1995 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", όπως ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους με τη διάταξη του άρθρου 177 § 1 περ. α' Ν. 4270/2014 "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις" (όμοιες των οποίων εισήχθησαν με τις διατάξεις των άρθρων 140 § 1 και 141 Ν.4270/2014, τυγχάνουν δε εφαρμογής σε όσες περιπτώσεις οι απαιτήσεις του Δημοσίου βεβαιώνονται προς είσπραξη μετά την 1η Ιανουαρίου 2015, καθώς και σε όσες περιπτώσεις οι απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου γεννώνται μετά την ως άνω ημεροχρονολογία (άρθρο 183 § 2 περ. γ' εδ. α' Ν.4270/2014 ), ορίζεται ότι "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, εφόσον από άλλη διάταξη, γενική ή ειδική, δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του Ν. 2362/1995, από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης. Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο, υπερισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξίωσης αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' Ν. 2362/1995 ορίζεται ότι "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2362/1995 συνάγεται ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει παραδεκτά και νόμιμα ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, ενώ δεν μπορεί να τη λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο (ΑΠ 570/2018). Βέβαια, η έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 94 εδ. δ' Ν. 2362/1995 είναι ότι, προκειμένου να λάβει το Δικαστήριο υπόψη οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαίτησης, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αφενός μεν η γέννηση της αξίωσης και εντεύθεν η έναρξη του χρόνου της παραγραφής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, αφετέρου δε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης, ήτοι, κατά το συνήθως συμβαίνον, πριν από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 570/2018). Η δε εγγυητική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον συντρέχει η καθυστέρηση καταβολής από τον πιστούχο δύο ή τριών συνεχόμενων δόσεων του δανείου κατά την προπαρατεθείσα υπουργική απόφαση, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού και συνιστά και τον κρίσιμο χρόνο για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής της απαίτησης, και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπρόθεσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 181/2021, ΑΠ 1271/2014, ΑΠ 82/2008). Περαιτέρω, ο θεσμός της παραγραφής γενικά, είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, καθώς και την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων, αποτελεί δε την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο. Με την έννοια αυτή, όσον αφορά το Δημόσιο, η παραγραφή μπορεί να προταθεί με λόγο αναίρεσης, έστω και αν δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η κρίση της προσβαλλομένης σχετικά με την μη παραγραφή της αξίωσης της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, λόγος που, εφόσον αφορά θεσμό της δημόσιας τάξης που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δεν χρειάζεται να ερευνηθεί αν έχει προταθεί νόμιμα σαν ισχυρισμός ή ως πραγματικά περιστατικά, που καθορίζουν την συνδρομή του, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθ. 562 § 2 ΚΠολΔ). Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό αυτό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σημειώνεται εδώ ότι δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως, η οποία, καθόσον αφορά τις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και χωρίς την προβολή σχετικής ενστάσεως (άρθρ. 94 εδάφ. δ' ν. 2362/1995), δεδομένου ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90 και 91 ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", ο οποίος επαναλάμβανε κατ` αρχήν παρόμοιες ρυθμίσεις με εκείνες που περιείχε το ν.δ. 321/1969 "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού" και ο οποίος καταργήθηκε από το ν. 4270/2014, που ισχύει από 01-01-2015 και περιέχει όμοιες κατά περιεχόμενο διατάξεις, η παραγραφή των κάθε είδους απαιτήσεων κατά του Δημοσίου είναι πενταετής και αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης.... Στην προκειμένη δε περίπτωση η ένδικη αξίωση γεννήθηκε εντός του έτους 2010, οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση δανείου από την ενάγουσα (27-4-2010)..., συνεπώς η πενταετής παραγραφή άρχισε από 1-1-2011 και δεν είχε, ακολούθως, συμπληρωθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 21-12-2015 (βλ. υπ' αριθμ. Τ.Π.56/21-12-2015 έκθεση κατάθεσης δικογράφου) και επιδόθηκε στο εναγόμενο την 28-12-2015, σύμφωνα με την σχετική σημείωση επί του προσκομιζομένου από μέρους του αντιγράφου της τής δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Αικατερίνης Μπίσια)...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως και απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για την παραγραφή της ένδικης αξιώσεως, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η αξίωση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε εντός του έτους 2010 και συγκεκριμένα στις 27-4-2010, οπότε αυτή προέβη στην καταγγελία της σύμβασης δανείου και, ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη πενταετής παραγραφή άρχισε από το τέλος του οικονομικού έτους στο οποίο γεννήθηκε, ήτοι από 1-1-2011, χωρίς να έχει συμπληρωθεί κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής στις 21-12-2015. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο περί αυτής αίτημα που περιέχεται στο κατατεθέν υπόμνημά της (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ και άρθ. 22 του ν. 3693/1957). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-4-2021 αίτηση του Ελλ.Δημοσίου για την αναίρεση της υπ'αριθ. 32/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου .... Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ