Αριθμός 819/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Αυγούστου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 611/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 54/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 10 Νοεμβρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Επομένως, η κρινόμενη, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 611/2007 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, επί της κατά της οποίας έφεσης, μετά από εξέταση της ουσίας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 54/2009 του Εφετείου Ναυπλίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. 2. Tο από το άρθρο 933 ΚΠολΔ προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα της ανακοπής αποτελεί το μόνο μέσο ακύρωσης των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ακύρωση των πράξεων αυτών, δεν μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ή ένσταση κατά τη διάρκεια άλλης δίκης, ούτε το κύρος τους μπορεί να αμφισβητηθεί σε δίκη αποζημίωσης ή αδικαιολόγητου πλουτισμού ή ενώπιον διαιτητών. Η άσκηση, λοιπόν, αναγνωριστικής αγωγής με αντικείμενο το κύρος πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης δε μπορεί να έχει επιρροή στην εξέλιξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Η κρίση η σχετική με το κύρος της πράξης της εκτέλεσης μπορεί να επηρεάσει μόνο τις αξιώσεις που προβλέπονται στο ουσιαστικό δίκαιο, με την έννοια της παρεμπίπτουσας κρίσης σε δίκη σχετικά με τις αξιώσεις αυτές. Με το σύστημα αυτό ο νομοθέτης επέλεξε να προασπίσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της διαδικασίας της εκτέλεσης, και ιδίως του πλειστηριασμού, όχι μόνο για το συμφέρον των δανειστών και του υπερθεματιστή, αλλά και του κοινωνικού συνόλου με την ενίσχυση της πίστης, δίχως ωστόσο να παραβλέπει και την εύλογη αξίωση του οφειλέτη για παροχή δικαιώματος άμυνας. Άλλωστε, και κατά το σύστημα της διαγνωστικής δίκης, το κύρος των διαδικαστικών πράξεων δε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διάγνωσης με αναγνωριστική αγωγή. Σε κάθε δηλαδή περίπτωση δε μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής έννομες σχέσεις του δικονομικού δικαίου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις δε, του άρθρου 1005 ΚΠολΔ, προκύπτουν: 1) ότι από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του χορηγεί περίληψη της έκθεσης με την κατακύρωση και αφού μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου η εκτέλεση. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται ρητά η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και συνακόλουθα ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ' ου η εκτέλεση του οποίου διαδέχεται το δικαίωμα. Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει συμβάσεως" όπως είναι η εκποίηση από αναγκαστικό πλειστηριασμό που αποτελεί, όπως από τη διάταξη του άρθρου 1005 παρ 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1017 παρ 2 του ίδιου Κώδικα και 199,513,1192 και 1198 του ΑΚ σαφώς ενεργείται με το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση με την οποία γίνεται αποδεκτή η τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή. Και 2) η χορήγηση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στον υπερθεματιστή, παράλληλα με τη λειτουργία της ως νομίμου τίτλου για τη μετάθεση της κυριότητας, αποτελεί επίσης διαδικαστική πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, που έχει μάλιστα αυτοτέλεια απέναντι στην έκθεση του πλειστηριασμού και αποτελεί ιδιαίτερη πράξη. Εξάλλου, κατά το άρθρο, 943 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση. Η εκτέλεση αυτή πραγματώνεται με τις πράξεις της αποβολής του καθού και της εγκατάστασης του υπέρ ου, για τις οποίες συντάσσεται σχετική έκθεση, η αποβολή και η εγκατάσταση, συνήθως ενώνονται σε μια και μόνη έκθεση και μια πράξη εκτελέσεως, που αποτελεί την πρώτη, αλλά και την τελευταία, μετά την επιταγή, πράξη. Ενόψει λοιπών του όλου συστήματος των ακυροτήτων που διέπει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης στον ΚΠολΔ, η προσβολή της περίληψης της κατακυρωτικής εκθέσεως, ή των πράξεων αποβολής και εγκατάστασης, είναι νοητή μόνο με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εντός των προθεσμιών του άρθρου 934 του ίδιου Κώδικα. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, τότε επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης, η οποία πλέον καθίσταται απρόσβλητη, το δε ελάττωμά τους δεν επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων, εκτός αν λόγω του ελαττώματος προβλέπεται τέτοια συνέπεια (όπως στα άρθρα 960 παρ. 2 και 999 παρ. 4 ΚΠολΔ). Έτσι λοιπόν, αυτοδικαίως επερχόμενη ακυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης, υπό το ισχύον δίκαιο δεν αναγνωρίζεται. Αγωγή με αντικείμενο την αναγνώριση των εν λόγω ακυροτήτων, η οποία ασκείται εκτός του πλαισίου άρθρου 933 του ΚΠολΔ πρέπει να θεωρείται απαράδεκτη και δε μπορεί να επηρεάσει τα έννομα αποτελέσματα της ως πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας. Δεν αποκλείεται πάντως η παρεμπίπτουσα κρίση κατά τη διάρκεια τακτικής δίκης ως προς την ακυρότητα οποιασδήποτε πράξης για την οποία δεν ασκήθηκε ανακοπή, μόνο όμως προς θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης του καθ' ου η εκτέλεση. Είναι, λοιπόν, δυνατή η άσκηση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής με αίτημα την αποζημίωση για την παράνομη επίσπευση της εκτέλεσης, η οποία δε μπορεί πλέον να προσβληθεί, συντρεχόντων των όρων του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς όμως κατά τη διάρκεια της σχετικής δίκης να είναι δυνατό να αμφισβητηθεί το κύρος της αναγκαστικής εκτέλεσης. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιωδούς συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Τέτοιος κανόνας περιλαμβάνεται και στο άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, ήτοι τη γενόμενη κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Ως εκ τούτου, η εκ μέρους του συμβαλλομένου γενόμενη, κατά προφανή υπέρβαση των αξιολογικών αυτών ορίων, άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος της καταγγελίας συμβάσεως δημιουργεί υποχρέωση αυτού προς αποζημίωση του αντισυμβαλλομένου, αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, όπως είναι κυρίως η ύπαρξη υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) στο πρόσωπο του πρώτου, οπότε, με τη συνδρομή και του στοιχείου της ζημίας, θα είναι δυνατή η καταφυγή του δευτέρου στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.. Η ίδια υποχρέωση αποζημιώσεως γεννάται κατά το άρθρο 919 ΑΚ αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Το δικαίωμα, ωστόσο του συμβαλλόμενου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσεως, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών όταν η συνέπεια της, δηλονότι η λύση της συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του. Ωστόσο, η άσκηση του εν λόγω διαπλαστικού δικαιώματος του συμβαλλομένου δεν είναι καταχρηστική, όταν η επερχόμενη με αυτή λύση της συμβάσεως, συνδέεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του και μπορούσε αντικειμενικώς να προβλεφθεί από τον αντισυμβαλλόμενο. Επίσης, η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά καταχρηστική την καταγγελία, ενόψει και του ότι η συμπεριφορά αυτή ανταποκρίνεται στην καθιερούμενη με το άρθρο 288 ΑΚ αρχή της καλόπιστης εκπληρώσεως της ενοχής (Ολ.ΑΠ 12 και 13/2004, 1831/2011, 1920/2008). Για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 281, 914 επ. 919, 932 του ΑΚ, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή, πραγματικά περιστατικά τέτοια, από τα οποία αληθή υποτιθέμενα να συνάγεται, εκτός των άλλων, ότι αφενός ο υπόχρεος επί μακρό χρονικό διάστημα είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση στον δικαιούχο ότι δεν θα επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του και τις δυσμενείς επιπτώσεις από την ενέργεια αυτή, αφετέρου δε ότι η υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών έγιναν υπαιτίως, με συνέπεια τη ζημία του ενάγοντος. Αν τα περιστατικά αυτά δεν περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο η αγωγή είναι αόριστη και πρέπει να απορρίπτεται. Περαιτέρω, με το άρθρο 30 του Ν 2787/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του Ν 2873/2000 και το άρθρο 42 του Ν 2912/2001, δημιουργήθηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν καταγγελθεί ή λήξει μέχρι την 31-122000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα "πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων" τα οποία περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος. Ειδικότερα, το άρθρο 30 παρ. 4 του Ν 2789/2000 καθιερώνει διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αναπροσαρμογή ή επαναρρύθμιση, η οποία (διαδικασία) κινείται με την υποβολή σχετικής αίτησης από τον οφειλέτη και λήγει με την γνωστοποίηση στον οφειλέτη από το πιστωτικό ίδρυμα του ύψους της επανακαθοριζόμενης οφειλής κατά κεφάλαιο και τόκους. Η υποχρέωση επανακαθορισμού των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων επιβάλλεται ως γενικός όρος για την ικανοποίηση αυτών (απαιτήσεων), ενώ οι προβλεπόμενες από το άρθρο 30 παρ 9 του Ν 2789/2000 εξαιρέσεις από τη διαδικασία αυτή προβλέπονται περιοριστικά και ως τέτοιες πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Έτσι, οι απαιτήσεις αυτές των πιστωτικών ιδρυμάτων έχουν καταστεί, από τον προαναφερόμενο νόμο, ex lege απαιτήσεις υπό όρο, εξαρτώμενες από τη διαδικασία του επανακαθορισμού τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε , με αποτέλεσμα οι απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, που απορρέουν από τραπεζικές δανειακές συμβάσεις να καταστούν μη βέβαιες με την έννοια του άρθρου 915 του ΚΠολΔ ως απαιτήσεις εξαρτώμενες από την πραγματοποίηση όρου. Από την άποψη της αναγκαστικής εκτέλεσης, αυτό σημαίνει ότι η επισπεύδουσα Τράπεζα δεν μπορεί να επισπεύσει έγκυρα αναγκαστική εκτέλεση, αν δεν αποδείξει το βέβαιο της εκτελούμενης απαίτησής της με έγγραφο, όπως επιτάσσει το άρθρο 915 του ΚΠολΔ και αν δεν συγκοινοποιήσει με την επιταγή της το έγγραφο αυτό κατά το άρθρο 924 εδ. α' του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 5-8-2004 αγωγή του, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη Τράπεζα, ήδη αναιρεσίβλητη, μετά από καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού, επέσπευσε σε βάρος της περιουσίας του προς ικανοποίηση της κατ' αυτού υφισταμένης απαίτησης της αναγκαστική εκτέλεση, κατάσχοντας αναγκαστικά το αναφερόμενο σ' αυτή (αγωγή) ακίνητο του, το οποίο, εκπλειστηριασθέν την 24-5-2000 κατακυρώθηκε στην εφεσίβλητη στην οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού Χρήστος Χλέπας, Συμβολαιογράφος Ναυπλίου, χορήγησε την νομίμως μεταγραφείσα 384/21/6/2000 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Ότι με βάση την υπ' αρ. 621/1-10-01 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου ... και σε εκτέλεση της προαναφερόμενης περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης αποβλήθηκε από τη νομή του εν λόγω πλειστηριασθέντος ακινήτου, στο οποίο εγκαταστάθηκε η υπερθεματίστρια εφεσίβλητη. Επικαλούμενος περαιτέρω ότι η ως άνω αναγκαστική εκτέλεση επισπεύθηκε από την εφεσίβλητη υπαιτίως, παρανόμως και καθ' υπέρβαση των από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ προβλεπομένων ορίων, ενόψει του ότι η χρηματική απαίτηση για την οποία επισπεύθηκε ως μη επανακαθορισθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 ν. 2787/2000 δεν ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη, ζήτησε μετά τον παραδεκτό κατ' αίτημα περιορισμό να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρες η 584/21-6-2000 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και η 621/1-10-01 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης β) ότι είναι κύριος του ακινήτου που αποτέλεσε το αντικείμενο της κατάσχεσης και γ) ότι η εφεσίβλητη της οφείλει, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το ποσό του 1.000.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, στο δικόγραφο της αγωγής αυτής, σωρεύονται: αναγνωριστική αγωγή της ακυρότητας των αναφερομένων σ' αυτήν πράξεων εκτελέσεως, αναγνωριστική της κυριότητας του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, αλλά και αγωγή αναγνώρισης της υποχρέωσης καταβολής χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών. Η αγωγή αυτή: 1) για το πρώτο αίτημά της, με το οποίο διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού οι πράξεις αυτές προσβάλλονται μόνο, με ανακοπή κατά της εκτέλεσης, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 933 ΚΠολΔ. 2) για το δεύτερο αίτημά της, είναι μη νόμιμη. Τούτο διότι με την μεταγραφή της αναφερομένης σ' αυτήν, κατακυρωτικής εκθέσεως, η οποία δεν ακυρώθηκε, η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου από τον αναιρεσείοντα-καθ' ου η εκτέλεση, την οποία και απώλεσε ο τελευταίος. Και 3) για το τρίτο αίτημά της, με το οποίο διώκεται η αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, την οποία υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, 1) αν και επικαλείται ότι η κατ' αυτού απαίτηση, δεν ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη, ως μη υποβληθείσα στην από το άρθρο 30 του ν. 2789/2000 διαδικασία του επανακαθορισμού, δεν εκθέτει παράλληλα και τα παραγωγικά, της μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης καταρτισθείσας σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού από την οποία απορρέει η απαίτηση, περιστατικά (χρόνος κατάρτισης, ύψος απαίτησης, χρόνος καταγγελίας αυτής), αλλά και αν υποβλήθηκε εκ μέρους του προς την δανείστρια αίτηση για επανακαθορισμό της οφειλής του, 2: α) δεν εξειδικεύει τις ενέργειες και πράξεις που μετήλθε η αναιρεσίβλητη, για να κριθεί αν αυτές υπερβαίνουν τα όρια των χρηστών ηθών και της καλής συναλλακτικής πίστης, και β) δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά, από τα οποία αληθή υποτιθέμενα, αφενός να συνάγεται ότι εξαιτίας της προηγηθείσης, της ασκήσεως της ένδικης αξίωσης, συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση στον αναιρεσείοντα ότι η αντισυμβαλλομένη του δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της και ποια ακριβώς κατάσταση διαμορφώθηκε γι' αυτόν (αναιρεσείοντα), αφετέρου δε, ότι οι πράξεις αυτές της εναγομένης έγιναν υπαιτίως (από δόλο ή αμέλεια). Επιπροσθέτως, δεν εκθέτει ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ των ως άνω πράξεων της εναγομένης και της ζημίας του, αφού δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά, τα οποία υποτιθέμενα αληθή, να συνάγεται ότι, η συμπεριφορά της αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επήλθε. Με την παράλειψη επίκλησης των εν λόγω κρίσιμων περιστατικών, καθίσταται αδύνατη η κρίση του δικαστηρίου, Α) για το αν η ένδικη απαίτηση, για την οποία επισπεύθηκε η προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση, υπαγόταν ή όχι στη ρύθμιση της προαναφερόμενης διάταξης, αν συνέτρεχαν οι όροι του επανακαθορισμού καθώς και αν η διαδικασία αυτή κινήθηκε με την υποβολή της σχετικής αίτησης, και Β) αν η απ' αυτόν επικαλούμενη κατ' άρθρο 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης, συνιστά παράνομη πράξη, που έγινε υπαίτια και προκάλεσε ζημία. Η από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα επίκληση των όρων της τελευταίας διάταξης, δεν αρκεί για τη θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης, χωρίς να εκτίθενται παράλληλα και πραγματικά περιστατικά (τα οποία ελλείπουν στην κρινόμενη υπόθεση), από τα οποία να συνάγεται ότι η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος συνιστά και παράνομη πράξη. Επομένως το Εφετείο, με το απορρίψει την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, πρέπει να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα ως ηττώμενο διάδικο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-12-2009 αίτηση για αναίρεση των υπ' αριθ. 54/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και 611/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ