Αριθμός 923/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Π. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σωτηροπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθ.209/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Π. του Ν., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Χουρμουζιάδη. Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 193/2013 Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1 και 28 του ΠΚ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μέσης συνέσεως και ευσυνείδητος άνθρωπος, που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω, όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για την κατ' αυτόν τον τρόπο τελούμενη σωματική βλάβη από αμέλεια, που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνο των όρων του άρθρου 28 ΠΚ αλλά και εκείνων του άρθρου 15 ΠΚ. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στη διακώλυση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Ιδιαίτερη θεωρείται η νομική υποχρέωση, που δεν απευθύνεται σε όλους τους αποδέκτες του σχετικού επιτακτικού κανόνα, δεν είναι δηλαδή μία γενική ή κοινή υποχρέωση αλλά μια υποχρέωση που βαρύνει ορισμένα μόνο πρόσωπα, τα οποία είτε λόγω των ξεχωριστών ιδιοτήτων που έχουν είτε λόγω των κοινωνικών σχέσεων στις οποίες εμπλέκονται, βρίσκονται σε μια εγγύτητα προς το έννομο αγαθό που απειλείται να βλαφτεί ή στην πηγή των κινδύνων που απειλούν να το βλάψουν. ), μπορεί δενα πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, εκτός αν προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, έτσι ώστε να μην είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διαταγή νόμου (ΑΠ 1530/2008). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία εκείνα προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 209/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Στις 3-8-2005, η πολιτικώς ενάγουσα, η οποία παρίσταται για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της Ι. Β. μαζί με τα ανήλικα τέκνα της Ι. Β., ηλικίας έξι ετών και το άλλο ηλικίας τριών ετών, ταξίδευε από …προς …με το πλοίο της ΑΝΕΚ … Περί ώρα 17.30 και ενώ πλησίαζαν στο λιμάνι …και δόθηκε ανακοίνωση από τα μεγάφωνα του πλοίου για ετοιμασία προς αποβίβαση, η παραπάνω μαζί με τα παιδιά της κινήθηκε μαζί με το επιβατικό κοινό προς τις σκάλες που οδηγούν στην έξοδο. Υπήρχαν δύο σκάλες μία σταθερή και μία κυλιόμενη, η οποία όμως δεν λειτουργούσε, αφού χρησιμοποιείται μόνο κατά την επιβίβαση. Κατά την αποβίβαση χρησιμοποιείται από το επιβατικό κοινό ως σταθερή σκάλα. Η μητέρα μαζί με τα ανήλικα χρησιμοποίησε για την αποβίβαση της την κυλιόμενη σκάλα, μαζί με άλλους αφού δεν υπήρχε απαγορευτικό της χρήσης της, αλλά και κανένα μέλος του πληρώματος δεν παρευρίσκετο που να καθοδηγεί τους επιβάτες η να εμποδίσει τη χρήση της. Ενώ βρισκόταν η μητέρα μαζί με τα ανήλικα σε σκαλοπάτι της κυλιόμενης σκάλας, αυτή ξαφνικά λόγω των κραδασμών του πλοίου και λόγω του υπερβολικού βάρους των επιβατών, άρχισε να κινείται, με αποτέλεσμα ο ανήλικος Ι. Β. να χάσει τη ισορροπία του και να υπoστεί κάκωση και κάταγμα γόνατος.....Ο επιβάτης και μάρτυρας Φ. Ι., ο οποίος βρισκόταν και αυτός στη σκάλα και γνωρίζοντας το μηχανισμό κίνησης της κυλιόμενης σκάλας με πολύ γρήγορες κινήσεις πάτησε το διακόπτη απενεργοποίησης και σταμάτησε την κίνηση της σκάλας προλαβαίνοντας πιθανόν περαιτέρω ατυχήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 104 ΚΔΝΔ ο πλοίαρχος έχει την εν γένει διοίκηση του πλοίου, ασκεί εξουσία στους επιβαίνοντες, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, εντός των υφισταμένων ορίων των κανονισμών, προς το σκοπό τηρήσεως της τάξης πειθαρχίας και υγιεινής και για την ασφάλεια του πλοίου, των επιβαινόντων και του φορτίου. Επομένως ο κατηγορούμενος πλοίαρχος ήταν υποχρεωμένος ως εκ της θέσης του να μεριμνήσει για τη ασφαλή αποβίβαση των επιβατών, είτε απαγορεύοντας τη χρήση της κυλιόμενης σκάλας με την τοποθέτηση απαγορευτικών μέσων κατά την κάθοδο, είτε να μεριμνήσει για την τοποθέτηση μέλους πληρώματος, το οποίο θα ρύθμιζε την ασφαλή χρήση της κυλιόμενης σκάλας ρυθμίζοντας την ομαλή χρήση αυτής με τον αναγκαίο αριθμό επιβατών, αφού η υπερφόρτωση προκαλεί την επανεκκίνηση αυτής. Ο κατηγορούμενος όμως δεν επέδειξε την επιμέλεια την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει κατά την άσκηση των καθηκόντων του, αφού δεν μερίμνησε για την ασφαλή αποβίβαση των επιβατών με αποτέλεσμα την ξαφνική κίνηση της σκάλας από την υπερφόρτωση, σε συνδυασμό με τις δονήσεις που προκαλούνται από τις συνεχείς (πρόσω-ανάποδα) κινήσεις του πλοίου κατά το χρόνο πρόσδεσης του, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ανηλίκου". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο κήρυξε ακολούθως ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Στο …στις 3-8-2005 από αμέλεια ήτοι από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που παρήγαγε η πιο κάτω πράξη του και έτσι προκάλεσε σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, καίτοι λόγω του επαγγέλματός του ήταν υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Ειδικότερα , στον ως άνω τόπο και χρόνο ως πλοίαρχος του πλοίου Ε/Γ-Ο/Γ … Νηολογίου Χανίων 24, καίτοι λόγω της παραπάνω ιδιότητάς του ήταν υπόχρεος προς τούτο, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα, ώστε να αποτραπεί η πρόσβαση στην ηλεκτροκίνητη κυλιόμενη κλίμακα του πλοίου μεγάλου αριθμού επιβατών και η υπερφόρτωσή της, κατά τον κατάπλου του πλοίου στον λιμένα Ηρακλείου. Πλέον συγκεκριμένα, δεν είχε δώσει εντολή σε συγκεκριμένο μέλος του πληρώματος του πλοίου, κατά τη διάρκεια των χειρισμών πρόσδεσης του πλοίου στο λιμάνι και πριν ανοιχτούν οι καταπέλτες, να εποπτεύει την κάθοδο των επιβατών και να μεριμνά για την ασφαλή διέλευσή τους από τις κλίμακες του πλοίου, απαγορεύοντας την πρόσβασή τους στην απενεργοποιημένη κυλιόμενη κλίμακα, που χρησιμοποιείται μόνο κατά την επιβίβαση, ούτε είχαν χρησιμοποιήσει προστατευτικό σκοινί με απαγορευτικό σήμα, που να ειδοποιεί τους επιβάτες και να αποτρέπει τη χρήση της κατά την αποβίβαση, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός επιβατών να κάνει χρήση της, λόγω δε της υπερφόρτωσής της και του υψηλού συγκεντρωμένου βάρους, σε συνδυασμό με τις δονήσεις (κραδασμούς) που προκαλούνται από τις συνεχείς (πρόσω -ανάποδα) κινήσεις του πλοίου, κατά το χρόνο πρόσδεσής του να ολισθήσει από την αρχική θέση της και να μετακινηθεί αυτή ελαφρώς. Συνεπεία δε τούτου προκλήθηκε αναστάτωση των επιβατών, που συνωστίζονταν στη σκάλα και πτώση του ανήλικου (6χρονου) Ι. Β. του Ν., ο οποίος εξ αιτίας τούτου υπέστη κάκωση και κάταγμα αριστερού γόνατος". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, τις οποίες ορθά, χωρίς παραβίασή τους, ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, στη προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται η στη συγκεκριμένη περίπτωση ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, που πηγάζει από την ξεχωριστή ιδιότητά του ως πλοιάρχου του πλοίου, δηλαδή κυβερνήτη και διοικητή αυτού και γενικά υπεύθυνου για την ασφάλεια, πλην άλλων, και των επιβαινόντων στο πλοίο, έχοντος το γενικό πρόσταγμα στο πλοίο και λόγω αυτής της ιδιότητάς του δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός ειδικής διάταξης νόμου που να προβλέπει την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτού. Σε κάθε περίπτωση όμως, το Εφετείο ρητά προσδιορίζει την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς λήψη των αναφερομένων στο σκεπτικό και στο διατακτικό μέτρων ασφαλείας για την προστασία των επιβαινόντων στο πλοίο και ειδικότερα κατά την αποβίβασή τους από αυτό, η έλλειψη των οποίων καταφάσκει την ευθύνη του, ως απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 104 του ΚΔΝΔ, που προβλέπει στα πλαίσια της διοικητικής εξουσίας του πλοιάρχου τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, πλην άλλων, και για την ασφάλεια των επιβαινόντων, διάταξη η οποία δεν λειτουργεί ως γενικού περιεχομένου, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, αλλά αφορά στο καθήκον επιμέλειας του έχοντος τη διοικητική εξουσία επί του πλοίου πλοιάρχου, στα πλαίσια του οποίου όφειλε να φροντίσει για τη λήψη των ως άνω αναγκαίων μέτρων για την ασφαλή αποβίβαση των επιβαινόντων σ' αυτό. Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η ειδικότερη αναφορά του εάν και πότε έλαβε γνώση ο αναιρεσείων για την αναγκαιότητα μη χρησιμοποιήσεως της ηλεκτρικής κυλιόμενης σκάλας κατά την αποβίβαση των επιβατών, ώστε να έχει τη δυνατότητα να προβλέψει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, όπως αβασίμως αιτιάται, δεδομένου ότι όφειλε αυτός, ενόψει της ιδιότητάς του ως πλοιάρχου, κυβερνήτη και διοικητή του πλοίου, να είναι ενήμερος για το επισφαλές της λειτουργίας της κυλιόμενης ηλεκτρικής σκάλας κατά την αποβίβαση, λόγω της υπερφόρτωσης αυτής με επιβάτες σε συνδυασμό με τους κραδασμούς του πλοίου και κατά συνέπεια και για την αναγκαιότητα μη χρησιμοποιήσεως αυτής, ανεξαρτήτως του ότι υπό τις εκτεθείσες παραδοχές προκύπτει η γνώση και οι ικανότητες αυτού, προς πρόβλεψη του αξιοποίνου αποτελέσματος που επήλθε. Επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (άρθρο 583 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24 Ιανουαρίου 2013 αίτηση του Χ. Π. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 209/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης (Πλημμελημάτων). Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ