Αριθμός 1308/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ... που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Σ. Κ., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Τ. του Α., 2) Χ. Τ. του Α., 3) Π. Τ. του Α., 4) Α. Τ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γρίνο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-7-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 27.07.2016 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 170/2014 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο απέρριψε την από 20.02.2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 14/2009 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ..., το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 30.11.2006 αναγνωριστική (συγ)κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι, με την από 30.11.2006 αγωγή τους που απηύθηναν στο Ειρηνοδικείο ... και έστρεψαν κατά του αναιρεσείοντος, επικαλούμενοι κτήση δικαιώματος (συγ)κυριότητας των περιγραφομένων ακινήτων με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως (έκτακτη χρησικτησία) και αμφισβήτηση του δικαιώματός τους από το αναιρεσείον, ζήτησαν να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι αυτού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 14/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Ακολούθως, το αναιρεσείον άσκησε την από 20.02.2012 έφεσή του την οποία απηύθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και έστρεψε κατά των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως προς τον σκοπό της απορρίψεως της ως άνω αγωγής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συζητήσεως γενομένης, εκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, την ως άνω έφεση και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 170/31.10.2014 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το αναιρεσείον, με την από 27.07.2016 αίτησή του, την οποία απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο, ζήτησε την αναίρεσή της. Για να καταλήξει στην προαναφερόμενη κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) του περιεχομένου της, κατ' αντιγραφήν, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ. 6085/20.01.1999 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Δ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως διορθώθηκε με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του θανόντος την 12.12.1996 πάππου τους Σ. Τ. του Χ., ο οποίος τους κατέλιπε με την υπ' αριθ. ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Σ' αυτήν συμπεριλαμβάνονταν: α) ...", αποτελούμενος από: Ι) τμήμα, εμβαδού 1656,12 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. και Κ. Τ., δυτικά με δασική έκταση, βόρεια με κοινοτική έκταση και νότια με αγροτικό δρόμο και ΙΙ) τμήμα, εμβαδού 8.006 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. και Κ. Τ., δυτικά με δασική έκταση, βόρεια με αγροτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Σ., β) αγρός στην ίδια θέση, εμβαδού 5 στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά με κοινοτική έκταση, βόρεια με αγρό Κ. Ν. και Γ. Τ. του Ι. και νότια με κληρονόμους Μ., σύμφωνα με τα προσαρτηθέντα στο δεύτερο τοπογραφικά διαγράμματα της πολ. μηχανικού Κ. Μ.. Παράλληλα με τις διαδικασίες αποδοχής κληρονομιάς οι ενάγοντες ζήτησαν την πράξη χαρακτηρισμού από το ..., ο οποίος με τις υπ' αριθ. 785/08.03.00 και 970/23.03.00 πράξεις του, χαρακτήρισε τα προαναφερόμενα ακίνητα ως δημόσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις. Σύμφωνα με αυτές και τις από 25.01.00 εκθέσεις φωτοερμηνείας του Δασολόγου Β. Ν., από 08.03.00 έκθεση αυτοψίας του Δασολόγου Α. Π. και από 22 και 30.05.07 εκθέσεις φωτοερμηνείας και αυτοψίας της Δασολόγου Ι. Α., τα προαναφερόμενα ακίνητα, όπως απεικονίζονται στα ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα, που έχουν προσαρτηθεί στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο, καθώς και στο από 06.08.81 του πολ. μηχανικού Π. Δ., έχουν εμβαδόν 10006,46, 1656,12 και 3175,50 τ.μ. και βρίσκονται στη θέση "..." κτηματικής περιφέρειας .... Τα δύο πρώτα βρίσκονται στην νοτιοανατολική πλαγιά συμπλέγματος λοφίσκων βορείως της πόλης του ..., και της επαρχιακής οδού ... - ..., σε απόσταση 240 μ. από αυτή. Συνορεύουν βόρεια και ανατολικά με δασική έκταση, πρώην χορτολιβαδική, στην οποία εγκαταστάθηκαν και αναπτύχθηκαν άγρια φυτά με ξυλώδη κορμό, νότια με δασική έκταση, εν μέρει πρώην χροτολιβαδική, στην οποία εγκαταστάθηκαν και αναπτύχθηκαν άγρια φυτά με ξυλώδη κορμό και εν μέρει με τεχνητό δασύλλιο πεύκης, δυτικά με τεχνητό δασύλλιο πεύκης και βορειοδυτικά με έκταση σχεδόν γυμνή βλαστήσεως, με βραχώδεις σχηματισμούς. Εμφανίζουν νότια, νοτιοανατολική έκθεση στον ορίζοντα, έντονη κλίση έως 60% και ανώμαλο ανάγλυφο. Το έδαφός τους είναι αβαθές, με μεγάλη αναλογία λίθων και βραχωδών εξάρσεων, κυρίως στο πρώτο. Το πρώτο καλύπτεται σποραδικά, σε ποσοστό 10%, από άγρια φυτά με ξυλώδη κορμό (γκορτσιές, αγριελιές, ασπάλαθους) και σε ποσοστό 30% από φρυγανική βλάστηση σε ποσοστό κάλυψης 30% και κατά τα λοιπά είναι ακάλυπτο λόγω της βραχώδους μορφής του, ενώ το δεύτερο καλύπτεται από άγρια φυτά με ξυλώδη κορμό (αγριελιές, γκορτσιές, ξυλοκερατιές, ασπάλαθους), ποικίλου ύψους (1-3 μ.), σε ποσοστό κάλυψης 50%, καθώς και από φρυγανική βλάστηση (ασφάκες και θυμάρι) σε ποσοστό κάλυψης 30%. Κατά μήκος του βορείου ορίου του πρώτου τμήματος υπάρχει μανδρότοιχος ύψους 60 εκ., ο οποίος προεκτείνεται ως το μέσο της βόρειας πλευράς του δεύτερου. Τα δύο πρώτα στις αεροφωτογραφίες έτους 1945 συνορεύουν βόρεια, ανατολικά και νοτιοανατολικά με χορτολιβαδική έκταση, νοτιοδυτικά, δυτικά και βορειοδυτικά με έκταση κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της γυμνή βλάστησης, με κατά τόπους έντονες βραχώδεις εξάρσεις και κατά τόπους σημάδια διάβρωσης και αποσάθρωσης του εδάφους. Το δεύτερο καλύπτεται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό του από φρυγανική βλάστηση (ασφάκα - θυμάρι), ενώ το πρώτο εμφανίζει μεγάλο ποσοστό βραχωδών εξάρσεων και γυμνού βραχώδους εδάφους, καλύπτεται δε κατά το υπόλοιπο τμήμα του από την ίδια φρυγανική βλάστηση. Αμφότερα δεν εμφανίζουν ξυλώδη βλάστηση, κανένα ίχνος καλλιέργειας, ενώ δεν διαχωρίζονται με σαφή όρια από την υπόλοιπη πλαγιά του λοφίσκου, ούτε εμφανίζουν διαφορετική βλάστηση από αυτήν. Το έτος 1960 η γειτονική των επιδίκων περιοχή διατρέχεται από μονοπάτια, πιθανότατα από τη διέλευση αιγοπροβάτων, η πυκνότητα της βλάστησης έχει αυξηθεί, τόσο στα επίδικα όσο και στην ευρύτερη περιοχή ενώ στο πρώτο διακρίνονται ακόμα βραχώδεις εξάρσεις και γυμνό βραχώδες έδαφος, χωρίς και πάλι να εμφανίζεται κανένα ίχνος καλλιέργειας ή ανθρώπινης κατασκευής. Στις αεροφωτογραφίες έτους 1972 το δεύτερο εμφανίζει διάσπαρτα άτομα άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό (αγριελιά, γκορτσιά, ασπάλαθο), σε ποσοστό 15%, ενώ κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της επιφάνειάς του καλύπτεται από την ίδια φρυγανική βλάστηση. Βορειοδυτικά και βόρεια οι όμορες εκτάσεις εμφανίζουν τη μορφή που είχαν, ενώ νοτιοανατολικά εμφανίζονται άγρια φυτά με ξυλώδη κορμό, στο ίδιο ποσοστό κάλυψης με τα επίδικα. Τα δυτικά και νοτιοδυτικά όμορα τμήματα έχουν περιφραχθεί και πιθανότατα έχει αρχίσει η δενδροφύτευση του δασυλλίου, με αποτέλεσμα την αύξηση της πυκνότητας της προϋπάρχουσας βλάστησης λόγω της προστασίας από τη βόσκηση. Στο βόρειο όριο του πρώτου τμήματος εμφανίζεται το πρώτον ο μανδρότοιχος ύψους 60 εκ., που επεκτείνεται και ως το μέσον της βόρειας πλευράς του δεύτερου τμήματος, καθώς και περιφραγμένος χώρος (μαντρί) στη δυτική πλευρά τους και στρογγυλός ακάλυπτος χώρος διαμέτρου 20 μ. περίπου, άγνωστης χρήσης, ενώ και πάλι δεν διακρίνεται κανένα ίχνος καλλιέργειας. Το έτος 1986 έχει διανοιχθεί η επαρχιακή οδός ... - ..., το δασύλλιο δυτικά έχει ήδη διαμορφωθεί, ενώ δεν έχουν επέλθει αλλαγές εκτός από τη διάνοιξη δύο αγροτικών οδών, ανάμεσα στα δύο τμήματα η πρώτη και εντός του δεύτερου η δεύτερη. Επιπλέον έχει αυξηθεί η βλάστηση άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό σε ποσοστό 25 - 30% στο δεύτερο τμήμα, με λίγα άτομα εμβολιασμένα. Τα μονοπάτια που υπήρχαν στις προηγούμενες αποτυπώσεις είναι λιγότερο έντονα, ενώ δεν διακρίνεται και πάλι κανένα ίχνος καλλιέργειας. Τέλος το έτος 1996 δεν παρατηρούνται αλλαγές, στα επίδικα και τα γειτονικά αυτών. Το τρίτο από αυτά βρίσκεται στις νοτιοανατολικές απολήξεις του ίδιου συμπλέγματος λοφίσκων, σε απόσταση 6 μόλις μ. από την ίδια επαρχιακή οδό. Συνορεύει βόρεια και ανατολικά με δασική έκταση, πρώην χορτολιβαδική, στην οποία εγκαταστάθηκαν και αναπτύχθηκαν άγρια φυτά με ξυλώδη κορμό, βορειοανατολικά με αγροτική οδό, νότια με ζώνη απαλλοτρίωσης Επαρχικής Οδού ... - ... και δυτικά με δασική έκταση. Εμφανίζει νοτιοδυτική έκθεση στον ορίζοντα και ανώμαλο ανάγλυφο (σχεδόν επίπεδο στη νοτιοδυτική γωνία του και με έντονη κλίση ως 60% στην υπόλοιπη έκτασή του). Το έδαφός του παρουσιάζει μεγάλη αναλογία λίθων και βραχωδών εξάρσεων, κυρίως στο ανατολικό κομμάτι με τις έντονες κλίσεις. Καλύπτεται από άγρια φυτά με ξυλώδη κορμό (αγριελιά, γκορτσιά, ασπάλαθο, λυγαριά), ποικίλου ύψους (0,50 - 3μ.) σε ποσοστό κάλυψης 30%, καθώς και από φρυγανική βλάστηση (ασφάκα και θυμάρι), σε ποσοστό κάλυψης 30%. Κατά τόπους το έδαφος είναι γυμνό από την υπερβόσκηση, ενώ φέρει, από το έτος 1997 περίπου, συρμάτινη περίφραξη περιμετρικά και δεν φέρει ίχνη καλλιέργειας, αλλά χρησιμοποιείται ως βοσκότοπος. Στις αεροφωτογραφίες έτους 1945 συνορεύει βόρεια, ανατολικά και νοτιοανατολικά με χορτολιβαδική έκταση, νοτιοδυτικά, δυτικά και νοτιοδυτικά με λωρίδα δασικής βλάστησης. Καλυπτόταν με φρυγανική βλάστηση (ασφάκα και θυμάρι) σε ποσοστό κάλυψης 70%, είχε ίδια μορφή με την υπόλοιπη πλαγιά και δεν εμφάνιζε κανένα ίχνος καλλιέργειες ή ανθρώπινης επέμβασης. Το έτος 1960 φέρει την ίδια βλάστηση και μονοπάτια, λιγότερο έντονα από της γύρω περιοχής, λόγω της βόσκησής της, χωρίς ίχνη καλλιέργειας ή ανθρώπινης επέμβασης. Το έτος 1972 εμφανίζονται διάσπαρτα άτομα άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό (αγριελιά, γκορτσιά, ασπάλαθο, λυγαριά), χαμηλού ύψους, σε ποσοστό 10%, ενώ κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της επιφάνειάς του καλύπτεται από την ίδια φρυγανική βλάστηση. Τα μονοπάτια εξακολουθούν να διακρίνονται, σ' αυτό και στην ευρύτερη περιοχή, δεν παρατηρείται αλλαγή στα όριά του, αλλά η ευρύτερη περιοχή δυτικά αυτού παρουσιάζει γραμμική αλλαγή του φωτογραφικού τόνου, επειδή έχει περιφραχθεί, με αποτέλεσμα μικρότερη βόσκηση και πιθανότατα έναρξη της δενδροφύτευσης του δασυλλίου εντός της περιφραγμένης έκτασης. Ίχνη καλλιέργειας ή άλλης ανθρώπινης επέμβασης δεν εντοπίζονται. Το έτος 1986 έχουν διαμορφωθεί οι ανωτέρω οδοί και το δασύλλιο και στις όμορες βόρεια εκτάσεις έχει αυξηθεί η βλάστηση άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, σε ποσοστό 15 - 20%. Τα μονοπάτια που υπήρχαν στις προηγούμενες αποτυπώσεις υφίστανται, αλλά είναι λιγότερο έντονα, ενώ δεν διακρίνεται και πάλι κανένα ίχνος καλλιέργειας, ή ανθρώπινης επέμβασης. Τέλος το έτος 1996 δεν παρατηρούνται αλλαγές, στο επίδικο τρίτο τμήμα και στα γειτονικά αυτού. Από τις ανωτέρω φωτογραφικές απεικονίσεις συνάγεται ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα αποτελούσαν ανέκαθεν, μέχρι σήμερα, χορτολιβαδικές εκτάσεις με μόνες αλλά διαρκείς αποτυπούμενες στις ανωτέρω Α/Φ ανθρώπινες επεμβάσεις επ' αυτών, ως το έτος 1960, τις σχετικές με τη βόσκηση και το σταυλισμό ποιμνίων, ενώ μετά το έτος αυτό αποτυπώνονται και άλλου είδους παρεμβάσεις, όπως η κατασκευή τοιχείου στο βόρειο όριο των δύο πρώτων, ποιμνιοστάσιο και κυκλικός ακάλυπτος χώρος άγνωστης χρήσης, τα οποία αποτυπώνονται για πρώτη φορά στις Α/Φ έτους 1972 (χωρίς να αποκλείεται η ύπαρξή τους και προγενέστερα, αφού στην από 25.01.00 έκθεση φωτοερμηνείας του ο δασολόγος Β. Ν. αναφέρει ότι στις αεροφωτογραφίες του έτους 1972, λόγω της κλίμακας, είναι ορατές περισσότερες λεπτομέρειες, σε σχέση με τις προηγούμενες, όπως πέτρινος φράκτης, παριφραγμένος χώρος - μαντρί, στρογγυλός χώρος και ότι χρησιμοποιούνταν ως βοσκότοποι ως το 1972, ενώ μετά εμβολιάστηκαν εντός αυτών κάποιες ελιές). Συνεπώς, τα επίδικα ήταν βοσκότοποι, οι οποίοι θεωρήθηκαν δημόσια περιουσία κατά το άρθρο 1 του ΒΔ 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" και η νομή τους παρέμεινε στο Δημόσιο κατά το χρόνο εκείνο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατέστησαν ανεπίδεκτοι νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον, κατά τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο ΙΙΙ μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Σ. Τ. του Χ., που γεννήθηκε το έτος 1904, είχε αποκτήσει τη νομή των ανωτέρω ακινήτων ως εξής: Α) του τρίτου, από το έτος 1940, οπότε έλαβε χώρα, μεταξύ αυτού αφενός και της μητέρας και των αδελφών του, Α. χήρας Χ. Τ., το γένος Ν. Ν., Δ., Β. χήρας Δ. Φ., Σ. συζ. Ε. Γ., το γένος Χ. Τ., Κ. και Ε. Τ. του Χ. αφετέρου, άτυπη διανομή, Β) των άλλων δύο, από το έτος 1940, οπότε τους παραχώρησε σ' αυτόν η μητέρα του με άτυπη δωρεά. Στους κληρονόμους Χ. Τ. το τρίτο εδαφικό τμήμα είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθ. 3316/1939 συμβολαίου διανομής μεταξύ αυτών και του Α. Τ. του Σ.. Ειδικότερα οι Α. χήρα Χ. Τ., το γένος Ν. Ν., Δ., Β. χήρα Δ. Φ., Σ. συζ. Ε. Γ., το γένος Χ. Τ., Κ., Σ. και Ε. Τ. του Χ. αποδέχθηκαν την κληρονομιά του θανόντος το έτος 1918 συζύγου και πατρός τους Χ., στην οποία αναμείχθηκαν, ενεργώντας επ' αυτής πράξεις νομής. Σ' αυτήν συμπεριλαμβανόταν κατά ποσοστό 1/2 αδιαίρετα το δικαίωμα κυριότητας επί του ανωτέρω ακινήτου, το οποίο είχε περιέλθει κατ' ισομοιρία σ' αυτόν και στον αδελφό του Α. Τ. από κληρονομιά του θανόντος το έτος 1898 πατρός τους Σ. Τ., ο οποίος νεμόταν το ανωτέρω ακίνητο τουλάχιστον από το έτος 1860. Εξάλλου, στην Α. Τ., τα δύο πρώτα, που αρχικά αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο, είχαν περιέλθει αιτία πωλήσεως, από την Ο. χήρα Ν. Κ., συνταγέντος του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Φ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στην τελευταία το ενιαίο ακίνητο, εμβαδού κατά τον ανωτέρω τίτλο κτήσης 10 στρεμμάτων ως έγγιστα, είχε περιέλθει από κληρονομιά του θανόντος το έτος 1901 πατρός της Β. Δ., στην οποία αυτή αναμείχθηκε, ο τελευταίος δε νεμόταν αυτό διανοία κυρίου και με καλή πίστη τουλάχιστον από το έτος 1960. Όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και στη συνέχεια οι ίδιοι, νέμονταν αποκλειστικά, διανοία (συγ)κυρίων τα ανωτέρω ακίνητα, επιβλέποντας και επιτηρώντας τα, χρησιμοποιώντας τα για τη βόσκηση των ζώων τους, για το σταυλισμό τους, αλλά και εκμισθώνοντας αυτά σε τρίτους για τον ίδιο σκοπό, οριοθετώντας τα και κατασκευάζοντας σ' αυτά ποιμνιοστάσιο αργότερα και αποτρέποντας τις επεμβάσεις τρίτων επ' αυτών, έχοντας την άδολη πεποίθηση ότι δεν βλάπτουν με τον τρόπο αυτό δικαιώματα τρίτων, παραλαμβάνοντας τη νομή τους από τους προκατόχους τους είτε δια συμβολαιογραφικών εγγράφων, είτε με κληρονομική διαδοχή, με αποτέλεσμα με συνυπολογισμό στο χρόνο νομής τους και αυτού των δικαιοπαρόχων τους, να έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο της Ο. Κ. για τα δύο πρώτα και στο πρόσωπο των Χ. και Α. Τ. για το δεύτερο, τριακονταετής νομή, σε κάθε περίπτωση ως την 11.09.1915, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, στη συνέχεια δε στους διαδόχους των τελευταίων και τέλος στο πρόσωπο του Σ. Τ., δικαιοπαρόχου των εναγόντων, εικοσαετής νομή διανοία κυρίου, ως την 23.02.1966, ήτοι 20 έτη μετά την εισαγωγή του ΑΚ (23.02.1946). Πρέπει να σημειωθεί ότι η βόσκηση των συγκεκριμένων εκτάσεων - που ως χροτολιβαδικές περιήλθαν στη νομή του Δημοσίου, κατά το άρθρο 1 του ΒΔ 3/15.12.1833 - καθώς και η παραχώρηση της χρήσης τους σε τρίτους για βόσκηση, ή εγκατάσταση σταύλων ή ποιμνιοστασίων, αποτελούσαν διακατοχικές πράξεις οι οποίες πριν την 11.09.1915 μπορούσαν να οδηγήσουν σε χρησικτησία, ήταν δε δυνατό να ασκηθούν στην ανωτέρω χορτολιβαδική έκταση, αφήνοντας τα ίχνη (αραιή θαμνώδη - φρυγανώδη βλάστηση με μεγάλα διάκενα και μονοπάτια), που αποτυπώνονται στις ως άνω Α/Φ. Αποκτηθείσας δε αρχικά της κυριότητας, από τους Α. και Χ. Τ. αφενός και από την Ο. Κ. αφετέρου, με έκτακτη χρησικτησία πριν την 11.09.1915, δεν έχουν έδαφος εφαρμογής και δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 215 του Ν 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του Ν 1539/1938 και του άρθρου 165 του ΑΝ 192/1941, που επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ΝΔ 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των αδεσπότων και επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε σ' αυτά πράξη νομής, ότι, μεταξύ άλλων, και η βοσκή δε θεωρείται πράξη νομής στα δημόσια δάση, στις μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις ή στα λιβάδια και τα χορτολιβαδικά εδάφη και ότι νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων, με βάση άδειες της δασικής αρχής, αφού κατά το χρόνο εκείνο δεν ίσχυαν οι ανωτέρω απαγορεύσεις κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη ... . Συνεπώς οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι των ανωτέρω εδαφικών τμημάτων, αφενός με παράγωγο τρόπο, αφετέρου και με τα προσόντα της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενοι τα ανωτέρω ακίνητα από το χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου τους, διανοία συγκυρίων, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, προβαίνοντας και οι ίδιοι στην επίβλεψή τους και στη διατήρηση των ανωτέρω κατασκευασμάτων εντός αυτών, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους αυτόν των δικαιοπαρόχων τους, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν. Εξάλλου, με τις ως άνω πράξεις χαρακτηρισμού τους ως δημόσιων χορτολιβαδικών εκτάσεων το εκκαλούν αμφισβήτησε το δικαίωμα συγκυριότητάς τους επ' αυτών. ... . Με το δεύτερο λόγο έφεσής του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι τα επίδικα αποτελούν δασωμένο αγρό, παραλείποντας να ερευνήσει το ισχύον γι' αυτούς νομικό καθεστώς, το οποίο αν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε, θα έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 67 του Ν 998/1979, ούτε αυτές του άρθρου 12 του Ν 3208/2003, αφού δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη στο πρώτο δοικητική διαδικασία, δεν επικαλούνται τίτλους μεταγεγραμμένους, προ της 23.02.1946, ούτε εμφανίζονται τα επίδικα ως αγροτικές εκτάσεις στις Α/Φ ετών 1946 και 1960. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, διότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της έλλειψης κυριότητας του Δημοσίου επί εκτάσεων, που απέβαλαν τον αγροτικό τους χαρακτήρα λόγω φυσικής ή τεχνητής δασώσεως, με την έκδοση ή μη ευνοϊκών ή βλαπτικών για τους ιδιώτες διοικητικών πράξεων, χωρίς ωστόσο η προβλεπόμενη στα άρθρα αυτά διοικητική διαδικασία αναγνωρίσεως κυριότητας και η τυχόν παρεμπίπτουσα διοικητική κρίση να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για το πολιτικό δικαστήριο, στο οποίο υπάγονται οι σχετικές διαφορές, σύμφωνα με το άρθρο 94§3 του Συντάγματος ... και το οποίο θα κρίνει εφαρμόζοντας το σύνολο της νομοθεσίας που ισχύει για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου, δασικής ή μη μορφής, σύγχρονο ή προγενέστερο της εισαγωγής του ΑΚ (π.χ. βυζαντινορωμαϊκό, με το οποίο προβλεπόταν η κτήση κυριότητας ακινήτου έναντι του ... και με χρησικτησία, ως την 11.09.1915). ... .". Το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α' 87/23.07.2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 01.01.2016 και έως τις 31.12.2021 ένδικα μέσα, ορίζει ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ... . Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.". Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (Α.Π. 260/2022, Α.Π. 894/2018). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. διότι, σύμφωνα με όσα διατείνεται το αναιρεσείον, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την κατάστρωση του σκεπτικού του, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και τούτο διότι, εφόσον στην υπόψη περίπτωση, κρίνεται απόφαση μονομελούς πρωτοδικείου που δίκασε, ως εφετείο, έφεση κατ' αποφάσεως ειρηνοδικείου, στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ. δεν προβλέπεται τέτοιος λόγος αναιρέσεως, αντίστοιχος του προβλεπομένου στον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. . `Κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ, των ν. 12 πανδ. (18.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7), ν. 69 πανδ. (29.2), οι οποίες, κατ' άρθρο 92§1 του Εισ.Ν.Α.Κ., εφαρμόζονται, όταν ο κληρονομούμενος πέθανε, όπως στην υπόθεση που εκδικάζεται, πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.02.1946), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι (heredes volountarii, extranei), στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, που ορίζει ο ν. 2310/1920 "Περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής", εκτός από τους οικείους (sui), δηλαδή τα τέκνα που τελούσαν υπό την πατρική εξουσία κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αποκτούν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά (hereditas delata) με μονομερή δήλωση της βουλήσεώς τους για αποδοχή αυτής (υπεισέλευση στην κληρονομία - hereditatis aditio), που αποτελεί μη απευθυντέα δικαιοπραξία. Η δήλωση αυτή, η οποία δεν υποβαλλόταν εκ του νόμου σε κάποιας μορφής τύπο, εκτός αν γινόταν επ' ωφελεία απογραφής, μπορούσε να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, να συνάγεται, δηλαδή, από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξή (pro herede gestio) του σε αυτή και απόκτησή της, χωρίς να απαιτείται πανηγυρικός γι' αυτή τύπος. Το δικαίωμα των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν την αποδοχή της κληρονομίας με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, δεν είχε προθεσμία και, επειδή ήταν προσωπικό, χανόταν με τον θάνατο του κληρονόμου. Επίσης, κατά το ίδιο δίκαιο, αν στην κληρονομία υπήρχε ακίνητο, για την απόκτηση εμπραγμάτου δικαιώματος σε αυτό από τον κληρονόμο, δεν απαιτούνταν μεταγραφή της παραπάνω δηλώσεώς του για αποδοχή - υπεισέλευση στην κληρονομία και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (Α.Π. 752/2019). Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 (άρθρου 560 αριθμ. 1) του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσοντος προτάσεως, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 19 του προαναφερομένου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου (Α.Π. 625/2008). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 (άρθρου 560 αριθμ. 6) του Κ.Πολ.Δ. και, τούτο, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο δεν διαλαμβάνει, στις ουσιαστικές παραδοχές του, οποιαδήποτε αιτιολογία αναφορικά με τον κατά χρήση (βόσκηση) των τμημάτων των επιδίκων ακινήτων, τις μισθωτικές συμβάσεις και τα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων που κατάρτιζαν τις εν λόγω συμβάσεις. Το σκέλος αυτό του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι, προεχόντως, αόριστο και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα η διάταξη ή οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εκ πλαγίου παραβιάσθηκαν, ώστε να κριθεί αν η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια εμπόδιζε την εφαρμογή τους και τις απορρέουσες έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου αναιρέσεως, το αναιρεσείον διατείνεται ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες εφήρμοσε, παραβιάζοντας εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις τις σχετικές με τον παράγωγο τρόπο κτήσεως του δικαιώματος (συγ)κυριότητας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, αλλά και των πρωτοτύπων τρόπων, ήτοι της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας. Το σκέλος αυτό του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, αναφορικά με την εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων για τον παράγωγο τρόπο κτήσεως του δικαιώματος (συγ)κυριότητας και του πρωτοτύπου τρόπου της τακτικής χρησικτησίας είναι αόριστο και τούτο διότι δεν γίνεται ενάριθμη αναφορά των παραβιασθέντων νόμων του ουσιαστικού δικαίου, αλλά περιγραφική τέτοια (Α.Π. 651/2010). Αναφορικά τώρα με τη φερομένη εκ πλαγίου παράβαση των προπαρατεθεισών διατάξεων του βζρδ που παρατίθενται στο αναιρετήριο και συνίσταται, κατά το αναιρεσείον, στο ότι από το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται αβέβαιο αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ή όχι ότι οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων είχαν, ρητώς ή σιωπηρώς, υπεισέλθει στις κληρονομίες δια των οποίων κατέστησαν (συγ) κύριοι των επιδίκων ακινήτων πρέπει να σημειωθεί ότι οι σχετικές παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι μεν συνοπτικές, αλλά πλήρεις, δεδομένου ότι το δικαστήριο δέχεται ότι οι αναφερόμενοι στο αναιρετήριο δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων Χ. και Α. Τ., όπως και η Ο. χήρα Ν. Κ. υπεισήλθαν στις επαχθείσες σε αυτούς κληρονομίες σιωπηρώς (βλ. 2η σελίδα του 9ου φύλλου της προσβαλλομένης). Συνεπώς, η σχετική αιτίαση είναι αβάσιμη. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423 ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27.07.2016 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 170/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ