Αριθμός 1051/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη, και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2007 , με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλεβίτη, περί αναιρέσεως της 12227/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 582/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρ. 375 παρ. 1 β - α ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει)κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", σαφώς προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου σε αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαιτείται: α΄) ξένο, ολικά ή μερικά, κινητό πράγμα, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το οποίο, ως τέτοιο, θεωρείται εκείνο, που ανήκει σε αλλότρια, αναφορικά με τον δράστη, κυριότητα, β΄) να περιήλθε αυτό, κατά οποιονδήποτε τρόπο και να βρίσκεται, κατά τον χρόνο της πράξης, στη κατοχή του υπαίτιου, γ΄) παράνομη ιδιοποίησή του από τον τελευταίο, δηλαδή, χωρίς την συναίνεση του κυρίου αυτού πράγματος ή δίχως άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία και δ΄) δόλος του δράστη, ο οποίος εμφανίζεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που φανερώνει εξωτερίκευση της βούλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του το υπό την κατοχή του ευρισκόμενο, ξένο κινητό πράγμα. Στα παραστατικά αξίας έγγραφα, όπως είναι οι πιστωτικοί τίτλοι, αντικείμενο της ιδιοποιήσεως είναι η ενσωματωμένη σε αυτή αξία. Έτσι, η αξία ενός ή περισσότερων πιστωτικών τίτλων, όπως είναι οι επιταγές, έγκειται στην αξία που αυτές ενσωματώνουν, από την οποία και εξαρτάται, αν το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης θα χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ωστόσο, αντικείμενο της υπεξαιρέσεως μπορούν να αποτελέσουν και οι άκυροι πιστωτικοί τίτλοι, δηλαδή αυτοί που δεν έχουν κάποιο στοιχείο του νόμου, όπως οι επιταγές, οι οποίες, κατά το άρθρ. 2 του ν. 5.960/1933, δεν ισχύουν ως τέτοιες, όταν στο κείμενό τους δεν εμπεριέχονται τα οριζόμενα στο άρθρ. 1 του άνω νόμου τυπικά στοιχεία τους, μεταξύ των οποίων και η εντολή για την πληρωμή ορισμένου χρηματικού ποσού. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, πλην όμως είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της στην απόφαση, όταν το έγκλημα της υπεξαιρέσεως έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράγμα που κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας και ασκεί επιρροή στην ποινική μεταχείριση του δράστη. Περαιτέρω, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ενώ περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έχει δεχθεί στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 12.227/2005 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος και του κατηγορουμένου υπήρχε πολύχρονη γνωριμία και συνεργασία, στα πλαίσια της οποίας ο κατηγορούμενος αναλάμβανε να μεταφέρει χρήματα, αξιόγραφα ή άλλα πράγματα, κατ' εντολή και για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να έχει εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Υπό τις συνθήκες αυτές ο πολιτικώς ενάγων κατά το μήνα Ιούλιο 2000 παρέδωσε στον κατηγορούμενο 2 φακέλους, περιέχοντες ο μεν ένας, 14, ο δε άλλος, 10 επιταγές, προκειμένου να τις παραδώσει, αντιστοίχως, στους Ψ2 και ..... Τις εν λόγω όμως επιταγές, οι οποίες αναφέρονται στο διατακτικό (της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και τις οποίες είχε υπογράψει ο πολιτικώς ενάγων, χωρίς να τις έχει συμπληρώσει κατά τα λοιπά, ο κατηγορούμενος δεν τις μετέφερε και δεν τις παρέδωσε στους ανωτέρω παραλήπτες, αλλά τις παρακράτησε και τις ιδιοποιήθηκε παρανόμως, αφού δε τι συμπλήρωσε, αναγράφοντας σε αυτές διάφορα ποσά, τα οποία συμποσούμενα ανέρχονται στο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ποσό των 23.000.000 δρχ., τις χρησιμοποίησε για λογαριασμό του....". Στο δε διατακτικό, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό, ότι ο κατηγορούμενος "στην Αθήνα τον Ιούλιο του 2000, παράνομα ιδιοποιήθηκε ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα, ενώ ο εγκαλών Ψ1 νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "...... ΟΕ", το τέλος Ιουνίου 2000, του εμπιστεύτηκε και του παρέδωσε (τις προσδιοριζόμενες με τα ατομικά τους στοιχεία) είκοσι τέσσερις (24) επιταγές υπογεγραμμένες και ασυμπλήρωτες ως προς το ποσό, προκειμένου να τις παραδώσει στο συνέταιρο του εγκαλούντα Ψ2 και στο ..... έμπορο αυτοκινήτων, αυτός (κατηγο-ρούμενος) δεν τις παρέδωσε σ' αυτούς, όπως όφειλε να κάνει, αλλά τις κατακράτησε και τις ιδιοποιήθηκε παράνομα, συμπληρώνοντας δε σ' αυτές διάφορα ποσά, το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχεται σε 23.000.000 δραχμές, τις χρησιμοποίησε για λογαριασμό του, το δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας". 3.- Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρ. 375 παρ. 1 β - α ΠΚ) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών. Η ανωτέρω, όμως, αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής και αντιφατική, διότι, ενώ από το αιτιολογικό προκύπτει ότι η ιδιοποίηση από τον κατηγορούμενο όλων των επιταγών, με εξωτερίκευση της βουλήσεώς του να ενσωματώσει αυτές στην περιουσία του, έλαβε χώρα πριν ο ίδιος να προβεί στη συμπλήρωση των λευκών στοιχείων τους και ιδίως του πληρωτέου για καθεμία ποσού και συνακολούθως ότι οι επιταγές αυτές, κατά το χρόνο της παράνομης ιδιοποιήσεώς τους, δεν ίσχυαν ως τέτοιες και δεν ενσωμάτωναν καμία χρηματική αξία, είχαν δε όποια αξία μπορούσαν να έχουν ως έγγραφα - άκυροι πιστωτικοί τίτλοι, παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, διότι το Δικαστήριο δέχθηκε τελικά ότι η συνολική αξία των 24 επιταγών που υπεξαιρέθηκαν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ανερχόμενη ενόλω σε 23.000.000 δραχμές, ήτοι στο προκύπτον, με την επιγενόμενη της παράνομης ιδιοποιήσεώς τους συμπλήρωση των λευκών στοιχείων αυτών, συνολικό ποσό. Η αντίφαση αυτή και εντεύθεν η ασάφεια ως προς την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, την οποία τελικά δέχεται το Εφετείο και χαρακτηρίζει ως ιδιαίτερα μεγάλη, όχι μόνο στερεί την απόφαση από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά και δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του άρθρου 375 παρ. 1 β - α του ΠΚ, οπότε η απόφαση δεν έχει και νόμιμη βάση. Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, είναι ουσιαστικά βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 12.227/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ