Αριθμός 194/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" (ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ) που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτού, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Γεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) T. G. του B., κάτοικος … και 423)Ψ.Α. του Ι., κατοίκου …. Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος - Ελευθέριος Τάγαρης δήλωσε ότι : 1)η 11η (...) απεβίωσε στις 25-4-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο ..., 2)ο 19ος (...) απεβίωσε στις 4-5-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι: α. ..., β. ... και γ...., 3)ο 24ος (...) απεβίωσε στις 14-2-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι: α...., β. ... και γ. ..., 4)ο 87ος (...) απεβίωσε στις 7-8-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η ..., 5)ο 120ος (...) απεβίωσε στις 23-2-2022 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η ..., 6)ο 122ος (...) απεβίωσε στις 10-8-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι α...., β. ... και γ. ..., 7)ο 161ος (...) απεβίωσε στις 16-8-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι: α.... και β...., 8)η 163η (...) απεβίωσε στις 22-7-2022 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι: α...., β...., γ...., δ.... και ε...., 9)ο 216ος (...) απεβίωσε στις 25-12-2020 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι α.... και β...., 10)ο 263ος (...) απεβίωσε στις 19-6-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι: α...., β...., και γ...., 11)η 275η (...) απεβίωσε στις 23-11-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο ..., 12)ο 322ος (...) απεβίωσε στις 11-12-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι α.... και β...., 13)ο 330ος (... απεβίωσε στις 8-3-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η ..., 14)ο 332ος (...) απεβίωσε στις 22-5-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι α.... και β. ..., οι οποίοι έχουν προβεί στε δήλωση αποποίησης περιουσίας, 15)η 364η ... απεβίωσε στις 16-10-2022 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η ..., 16)ο 407ος (...) απεβίωσε στις 25-12-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο ..., και 17)ο 414ος (...) απεβίωσε στις 22-11-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι: α.... και β..... Οι αναιρεσίβλητοι και οι ως άνω κληρονόμοι των αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος προέβη στις παρακάτω δηλώσεις ταυτοπροσωπίας: 1)ως προς τους 1ο και 362ο ..., 2)ως προς τους 6ο και 312ο ..., 3)ως προς τους 37η και 38η ..., 4)ως προς τους 59ο και 208ο ..., 5)263ο και 264ο ... και στην παρακάτω διόρθωση ως προς την ορθογραφία του επωνύμου του 332ου στο ορθό ... αντί του εσφαλμένου ... και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1855/2019 και 2387/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 4-1-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 5/2001). Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί τη δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση από αυτόν ή από τον αντίδικο του αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ.1β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευση τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών άσκησης της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 1543/2018), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 329/2019). Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση (ΑΠ 44/2022, ΑΠ 816/2020, ΑΠ 1289/2018). Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΑΠ 44/2022, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 1289/2018). Τέλος, κατά το άρθρο 554 του ΚΠολΔ αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ 44/2022, ΑΠ 1281/2018). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 5.5.2015 με αριθμ. καταθ. 2478/54/28.5.2015 αγωγή τετρακοσίων είκοσι τριών (423) σε αριθμό εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είναι ιατροί, ότι είχαν προσληφθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με ειδική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, ασκώντας καθήκοντα σε υγειονομικούς σχηματισμούς αυτού και ειδικότερα σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας, ότι από 1.1.2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. δυνάμει των διατάξεων του ν. 3918/2011 και ότι ακολούθως μεταφέρθηκαν δυνάμει των διατάξεων του ν. 4328/2014 στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (2η ΔΥΠΕ), όπου και υπηρετούν. Ότι διαδοχικά υπήχθησαν στις μισθολογικές διατάξεις των νόμων 1505/1984, 2470/1997, 3205/2003 και 4024/2011. Ότι, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 του ν. 4024/2011, με το οποίο ορίζεται ότι εκτός από το βασικό μισθό υπαλλήλου δύναται να χορηγηθεί επίδομα ανθυγιεινής εργασίας μέχρι του ποσού των εκατό πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. οικ. 2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 465/2012) με την οποία αποφασίσθηκε η χορήγηση από 1.5.2012 επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας σε μια σειρά ειδικότητες εργαζομένων μεταξύ των οποίων και στο προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, καθώς και στους οδηγούς και βοηθούς ασθενοφόρων μονάδων υγείας. Ότι αυτοί ως υπηρετούντες κατά πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους προαναφερθέντες υγειονομικούς σχηματισμούς δικαιούνται το ως άνω επίδομα κατ' εφαρμογή των συνταγματικών αρχών της ισότητας και ίσης μεταχείρισης, όπως ορίζονται στα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ. εδ. β του Συντάγματος. Ζητούσαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς από την ως άνω αιτία και για το χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 15.12.2014 το ποσό των 4.725 ευρώ (150 ευρώ Χ 31,5 μήνες) με το νόμιμο τόκο. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 112/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε στο σύνολό της δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα το ποσό των 4.725 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Επί της από 19.10.2017 με αριθμ. καταθ. 10088/185/2017 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ 1855/24.5.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος. Επί της από 2.8.2019 με αριθμ. καταθ. 10088/185/2019 ανακοπής ερημοδικίας του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η, επίσης, αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 2387/3.11.2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η ανακοπή ερημοδικίας. Ακριβές αντίγραφο της ως άνω απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας (2387/2021) επιδόθηκε από τους καθών η ανακοπή ερημοδικίας και ήδη αναιρεσίβλητους στο ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο στις 7.12.2021, όπως προκύπτει από την επισημείωση σ' αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 139 του ΚΠολΔ, του δικαστικού επιμελητή, μέλους της εταιρείας "...". Συνακόλουθα, η ένδικη από 4.1.2022 με αριθμ. κατάθ. 61/4/5-1-2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά α) της υπ' αριθμ. 2387/3.11.2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που απέρριψε την ως άνω ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ και β) της υπ' αριθμ. 1855/24.5.2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δικάσαντος ως Εφετείου, που απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, ως ανυποστήρικτη και στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 894/2022, ΑΠ 1824/2017), καθότι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1824/2017), ασκήθηκε εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ), που άρχισε, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, από την 8.12.2021, δηλαδή από την επομένη της ημερομηνίας επίδοσης (7.12.2021) από τους αναιρεσίβλητους στο αναιρεσείον της ως άνω προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2387/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 και 118 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία, και το όνομα, το επώνυμο και το πατρώνυμο όλων των διαδίκων, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή ενός από τα στοιχεία αυτά στο δικόγραφο, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου αυτού (ΑΠ 575/2020, ΑΠ 938/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης α) το ονοματεπώνυμο του 332ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως ... ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι ..., β) το ονοματεπώνυμο του 1ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως ..., όπως και του 362ου αναιρεσίβλητου, καθότι πρόκειται περί του ιδίου διαδίκου, γ) το ονοματεπώνυμο του 6ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως ..., όπως και του 312ου αναιρεσίβλητου, καθότι πρόκειται περί του ιδίου διαδίκου, δ) το ονοματεπώνυμο της 37ης αναιρεσίβλητης αναγράφεται ως ..., όπως και της 38ης αναιρεσίβλητης, καθότι πρόκειται περί της ιδίας διαδίκου, ε) το ονοματεπώνυμο του 59ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως ..., όπως και του 208ου αναιρεσίβλητου, καθότι πρόκειται περί του ιδίου διαδίκου και στ) το ονοματεπώνυμο του 263ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως ..., όπως και του 264ου αναιρεσίβλητου, καθότι πρόκειται περί του ιδίου διαδίκου (διπλοεγγραφές διαδίκων). Παρά την εσφαλμένη αυτή αναγραφή (λόγω προφανούς παραδρομής) στο δικόγραφο της αναίρεσης των στοιχείων του ως άνω 332ου αναιρεσίβλητου και την διπλοεγγραφή ως διαδίκων των λοιπών ως άνω αναιρεσίβλητων, εν τούτοις δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτών, κατά τα εκτεθέντα και έτσι, συναφώς, δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αναίρεσης από την εσφαλμένη διπλή εγγραφή καθώς και από την εσφαλμένη αναγραφή σ' αυτό των προαναφερθέντων στοιχείων των ως άνω αναιρεσίβλητων, οι οποίοι στο εξής θα προσδιορίζονται με τα ορθά ως άνω στοιχεία τους. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κ.λπ. προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 24/2016). Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 533/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, στην ορισθείσα δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (8.11.2022), άπαντες οι αναιρεσίβλητοι και οι κληρονόμοι θανόντων αναιρεσίβλητων, φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς α) τη 21η αναιρεσίβλητη Μ. Α., β) τον 83ο αναιρεσίβλητο Θ. Έ., και γ) τον 97ο αναιρεσίβλητο Ε. Θ., αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης που επιδόθηκε σ αυτό στις 28.3.2022, με την επ' αυτού από 23.3.2022 παραγγελία προς επίδοση του Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσίβλητων προς αυτό (αναιρεσείον) και με την επ' αυτού σημείωση της ως άνω ημερομηνίας επίδοσης εκ μέρους του δικαστικού επιμελητή μέλους της εταιρείας "...", σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 139 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Όμως, οι ως άνω 21η, 83ος και 97ος αναιρεσίβλητοι, δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσίβλητων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς το αναιρεσείον με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις αυτών προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν από το αναιρεσείον, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς τους αναιρεσίβλητους, για να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Κατά συνέπεια ακύρως οι ως άνω 21η, 83ο και 97ο αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή τους, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς. Κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, που σκοπεί τον καθορισμό των προσώπων που μπορούν να είναι υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα διαδίκου ρυθμίζεται με άμεση συνάρτηση προς το ουσιαστικό δίκαιο και δη τις διατάξεις των άρθρων 34, 35, 61, 72 και 784 ΑΚ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 35 ΑΚ, το φυσικό πρόσωπο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατό του. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, αγωγή μπορεί να ασκήσει μόνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υπάρχει. Το δικόγραφο της αγωγής που φέρει ως ενάγοντα πρόσωπο ανύπαρκτο, όπως φυσικό πρόσωπο, το οποίο πράγματι δεν υπήρξε ποτέ ή που έχει αποβιώσει πριν από το χρόνο άσκησής της, είναι απαράδεκτο (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 641/2006). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι και η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 492/2019) και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του ή κατά των κληρονόμων του (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο (ΑΠ 598/2020, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016). Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης. Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτηση της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ. ΑΠ 27/1987, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 433/2017). Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 906/2020, ΑΠ 1014/2017). Σε περίπτωση, δε, απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 193/2018, ΑΠ 382/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με το από 11.11.2022 σημείωμα δήλωσε το θάνατο αναιρεσίβλητων με τη συνακόλουθη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτούς και την επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους τους και ειδικότερα δήλωσε ότι α) η 11η αναιρεσίβλητη Ε. Α. απεβίωσε στις 25.4.2014 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από το νόμιμο κληρονόμο της Κ. Σ., τέκνο της, β) ο 19ος αναιρεσίβλητος Α. Α. απεβίωσε στις 4.5.2017 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νομίμους κληρονόμους του Ι. Α., σύζυγό του, Ι. Α. και Χ. Α. ενήλικα τέκνα του, γ) ο 24ος αναιρεσίβλητος: Κ. Β. απεβίωσε στις 14.2.2021 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νόμιμους κληρονόμους του Δ. Μ., σύζυγό του και Α. Β. και Α. Β., τέκνα του, δ) ο 87ος αναιρεσίβλητος Π. Ζ. απεβίωσε στις 7.8.2016 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τη νόμιμη κληρονόμο του Κ. Κ., σύζυγό του, ε) ο 120ος αναιρεσίβλητος Ι. Κ. απεβίωσε στις 23.2.2022 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τη νόμιμη κληρονόμο του Π. Κ., αδελφή του, στ) ο 122ος αναιρεσίβλητος Μ. Κ. απεβίωσε στις 10.8.2018 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νόμιμους κληρονόμους του Χ. Π., σύζυγό του, Α. Κ. και Ά. Κ., τέκνα του, ζ) ο 161ος αναιρεσίβλητος Μ. Κ. απεβίωσε στις 16.8.2015 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νόμιμους κληρονόμους του Π.-Β. Κ. και Δ. Κ., τέκνα του, η) η 163η αναιρεσίβλητη Φ. Κ. απεβίωσε στις 22.7.2022 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νόμιμους κληρονόμους της Ε. Κ., Π. Γ., Π. Μ., Σ. Γ.-Γ. και Σ. Κ., αδελφούς της, θ) ο 216ος αναιρεσίβλητος Π. Μ. απεβίωσε στις 25.12.2020, και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τους νομίμους κληρονόμους του Ν. Κ., σύζυγό του και Ό. Μ. τέκνο του, ι) ο 263ος αναιρεσίβλητος Β. Π. απεβίωσε στις 19.6.2016 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τους νομίμους κληρονόμους του Α. Τ., σύζυγό του και Γ. Π. και Φ. Π., τέκνα του, ια) η 275η αναιρεσίβλητη Ι. Π. απεβίωσε στις 23.11.2014 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από το νόμιμο κληρονόμο της Γ. Π., αδελφό της, ιβ) ο 322ος αναιρεσίβλητος Π. Σ. απεβίωσε στις 11.12.2015 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τους νόμιμους κληρονόμους του Α. Α., σύζυγό του και Ε. Σ., τέκνο του, ιγ) ο 330ος αναιρεσίβλητος Ν. Σ. απεβίωσε στις 8.3.2017 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από την νόμιμη κληρονόμο του, Κ. Σ., τέκνο του, ιδ) ο 332ος αναιρεσίβλητος Σ. Σ. απεβίωσε στις 22.5.2016 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τους νομίμους κληρονόμους του Β. Σ. και Α. Σ., τέκνα του, που έχουν προβεί σε αποποίηση κληρονομίας, ιε) η 364η αναιρεσίβλητη Ε. Τ. απεβίωσε στις 16.10.2022 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη νόμιμη κληρονόμο της Φ. Τ., αδελφή της, ιστ) ο 407ος αναιρεσίβλητος Γ. Χ. απεβίωσε στις 25.12.2021 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από το νόμιμο κληρονόμο του Γ. Χ., τέκνο του και ιζ) ο 414ος αναιρεσίβλητος Μ. Χ. απεβίωσε στις 22.11.2021 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τις νόμιμες κληρονόμους του Ν. Θ. και Ε. Θ., ανιψιές του. Από τα προσκομισθέντα στοιχεία προς απόδειξη της κληρονομικής ιδιότητας των ως άνω δηλούντων τη συνέχιση της δίκης κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, προκύπτουν τα εξής: Α) Ως προς την 11η αναιρεσίβλητη Ε. Α. που απεβίωσε στις 25.4.2014 και ως προς την 275η αναιρεσίβλητη Ι. Π. που απεβίωσε στις 23.11.2014, αμφότερες απεβίωσαν πριν την άσκηση της από 5.5.2015 με αριθμ. καταθ. 2478/54/28.5.2015 αγωγής των εναγόντων κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς. Από την επισκόπηση α) της υπ' αριθμ. 112/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιώς (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), β) της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμ. 1855/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), και γ) της επίσης αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμ. 2387/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (που δίκασε την ανακοπή ερημοδικίας του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), προκύπτει ότι οι ως άνω αποβιώσασες πριν από την άσκηση της αγωγής, εμφανίσθηκαν ως διάδικοι στις σχετικές δίκες, χωρίς να δηλωθεί ο θάνατός τους. Συνακόλουθα αμφότερες οι ως άνω προσβαλλόμενες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς είναι ανύπαρκτες (ανίσχυρες) ως προς τις ως άνω αποβιώσασες πριν την άσκηση της από 5.5.2015 αγωγής διαδίκους και κατά συνέπεια ως προς αυτές δεν επάγονται κανενός είδους αποτελέσματος (εκτελεστότητα, δεδικασμένο). Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των 11ης και 275ης αναιρεσίβλητων είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης του υποκειμένου της δίκης. Το ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ γνώριζε το θάνατο των 11ης και 275ης αναιρεσίβλητων κατά το χρόνο κατάθεσης της άνω αίτησης αναίρεσης στις 5.1.2022, η οποία στρέφεται και κατ' αυτών, αφού το ζήτημα αυτό ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στο αναιρεσείον, ενώ μάλιστα κατά τις ως άνω διεξαχθείσες δίκες, δηλώθηκε, όπως προεκτέθηκε, εκπροσώπηση τους από πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν ασκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση έννομη επιρροή, εφόσον δεν καταλείπεται έδαφος συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους τους, αφού δεν γεννάται ζήτημα βίαιης διακοπής της δίκης μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας. Επισημαίνεται ότι η εκ μέρους α) του Κ. Σ. ως κληρονόμου της 11ης αναιρεσίβλητης και β) Γ. Π. ως κληρονόμου της 275ης αναιρεσίβλητης και υπό την ιδιότητά τους αυτή παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον παραστάντα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πληρεξούσιο δικηγόρο, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης και την παράσταση αυτών κατά τη συζήτησή της και για την έγκριση των γενομένων από τον ορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο διαδικαστικών πράξεων, δεν καθιστά έγκυρη την ανοιγείσα με την αγωγή δίκη, αφού, λόγω του προηγηθέντος θανάτου των ως άνω "εναγουσών", δεν ιδρύθηκε έννομη σχέση δίκης. Ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στην πληρωμή δικαστικών εξόδων, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τις 11η και 275η αναιρεσίβλητες, κατ' άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ δεν γεννάται, εφόσον οι "δικαιούχοι" αυτών ως άνω αναιρεσίβλητοι είναι ανύπαρκτα πρόσωπα (ΑΠ 492/2019). Β) Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος των ως άνω 19ου, 24ου, 87ου, 122ου, 161ου, 216ου, 263ου, 322ου, 330ου, 332ου, 407ου, και 414ου αναιρεσίβλητων έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης από 4.1.2022 με αριθ. καταθ. 61/4/5.1.2022 αίτησης αναίρεσης. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο αυτών. Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των ως άνω αναιρεσίβλητων που είχαν αποβιώσει πριν την άσκησή της. Περαιτέρω, εφόσον ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους, που είχαν αποβιώσει, είτε κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (28.4.2017), είτε κατά τη συζήτηση της από 19.10.2017 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (24.9.2018), είτε, τέλος, κατά τη συζήτηση της από 2.8.2019 ανακοπής ερημοδικίας του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (20-9-2021), δεν δηλώθηκε ο θάνατός τους, δεν επήλθε ως προς αυτούς βιαία διακοπή της δίκης, οι δε αποφάσεις που εκδόθηκαν είναι υποστατές και ως προς αυτούς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε. Γ) Ως προς τον 332ο αναιρεσίβλητο Σ. Σ. που απεβίωσε στις 25.5.2016 και δηλώθηκε η βιαία διακοπή και η επανάληψη της διακοπείσας δίκης από τους Β. Σ. και Α. Σ., τέκνα του, αυτά (τέκνα) έχουν αποποιηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα την κληρονομία του 332ου αναιρεσίβλητου, εντός της προθεσμίας των τεσσάρων (4) μηνών από την επαγωγή σ' αυτούς (άρθρο 1847 ΑΚ), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. .../15.9.2016 και .../19.9.2016 εκθέσεις καταχώρησης δήλωσης αποποίησης του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών του Β. Σ. και της Α. Σ., αντίστοιχα. Συνακόλουθα, εφόσον αυτοί αποποιήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα την κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα τους, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι δηλώσεις συνέχισης της δίκης από αυτούς, καθότι, λόγω της αποποίησης, δεν έχουν την ιδιότητα των κληρονόμων του 332ου αναιρεσίβλητου, ως προς τον οποίο, απλό ομόδικο των λοιπών αναιρεσίβλητων, επίσης, πρέπει, επίσης, να χωρισθεί η υπόθεση, λόγω της επελθούσας, εκ του θανάτου του, βιαίας διακοπής της δίκης. Δ) Περαιτέρω από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορεί να βεβαιωθεί η κληρονομική ιδιότητα των δηλούντων ως κληρονόμων τη συνέχιση της δίκης των εξής αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων: α) ως προς 19ο αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους φερόμενους ως νόμιμους κληρονόμους του Ι. Α., σύζυγό του και Ι. Α. και Χ. Α. ενήλικα τέκνα του, από το υπ' αριθμ. .../7-5-2019 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Μαραθώνος προκύπτει ότι με το υπ' αριθμ. .../2017 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Μαραθώνος, έχει δημοσιευθεί διαθήκη του που καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών στον τόμο 9 με αύξοντα αριθμό 50, η οποία δεν προσκομίζεται και ως εκ τούτου δεν προκύπτει ότι οι ως άνω δηλούντες είναι εκ διαθήκης κληρονόμοι του, ούτε προσκομίζονται πιστοποιητικά από τα οποία να προκύπτει αν υφίσταται αμφισβήτηση ή αποποίηση του κληρονομικού δικαιώματος, β) ως προς τον 120ο αναιρεσίβλητο ως προς τον οποίο επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από αδελφή του Π. Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, προσκομίζεται το υπ' αριθμ. ...2022 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντος, αλλά δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών από το οποίο να προκύπτουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, γ) ως προς τον 330ο αναιρεσίβλητο ως προς τον οποίο επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από την Κ. Σ., τέκνο του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, προσκομίζεται μόνο το υπ' αριθμ. .../11.5.2017 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Περάματος από το οποίο προκύπτει ότι ο θανών άφησε ως πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγό του Γ. Τ. και το εκτός γάμου τέκνο του Κ. Σ., ενώ δεν προσκομίζονται πιστοποιητικά από τα οποία να προκύπτει αν έχει δημοσιευθεί διαθήκη του αποβιώσαντος και αν υπάρχει αποποίηση ή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος, δ) ως προς την 364η αναιρεσίβλητη ως προς την οποία επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από την Φ. Τ., αδελφή της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της, δεν προσκομίζονται πιστοποιητικά από τα οποία να προκύπτει αν έχει δημοσιευθεί διαθήκη της αποβιώσασας και αν υπάρχει αποποίηση ή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος, ε) ως προς τον 414ο αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τους Ν. Θ. και Ε. Θ., ανιψιές του, ως εκ διαθήκης κληρονόμους του, δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, ενώ προσκομίζεται η από 14.12.2021 με αριθμ. καταθ. .../20.12.2021 αίτηση προς το Ειρηνοδικείο Πειραιώς των ως άνω δηλουσών τη συνέχιση της δίκης περί δημοσίευσης διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντος θείου τους, την οποία προσκομίζουν σε φωτοτυπία, όπου αναγράφεται ότι αφήνει ως κληρονόμους του τις ως άνω δηλούσες και ότι αποκληρώνει τη θυγατέρα του Μ.-Ε. Χ., χωρίς να προσκομίζονται πιστοποιητικά από τα οποία να προκύπτει αν έχει δημοσιευθεί η ως άνω διαθήκη ή και τυχόν άλλη διαθήκη του αποβιώσαντος και αν υπάρχει αποποίηση ή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος. Εφόσον δε από τα ως άνω εκτεθέντα, δεν βεβαιώνεται η κληρονομική ιδιότητα των ως άνω δηλούντων τη συνέχιση της δίκης, πρέπει, και ως προς αυτούς, κατ' άρθρο 576 παρ.3 εδ. β του ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση και να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 254 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 573 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης (ΑΠ 906/2020), προκειμένου να προσκομισθούν, με την επιμέλεια τους τα προαναφερόμενα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, που είναι αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς τους νομίμους κληρονόμους των ως άνω 19ου, 120ου, 330ης, 364ης και 414ου αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, Ε) Τέλος ως προς 24ο, 87ο, 122ο, 161ο, 163η, 216ο, 263ο, 322ο και 407ο αποβιώσαντες αναιρεσίβλητους, προσκομίζονται από τους προαναφερθέντες δηλούντες τη συνέχιση της δίκης κληρονόμους τους όλα τα αναγκαία προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεδομένου δε ότι το παριστάμενο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, η ημερομηνία του θανάτου εκάστου των οποίων αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες οικείες ληξιαρχικές πράξεις, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτών. Α) Ως προς τους λόγους αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ 2387/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Κατά το άρθρο 673 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη κατ' άρθρο 674 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, στις εργατικές διαφορές (άρθρα 663-676 ΚΠολΔ) ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε σιωπηρά από 1 1.2016, αφού με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκε το ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ του ΚΠολΔ που περιείχε τα άρθρα 591 έως 681Δ και περιέχει πλέον τα άρθρα 591 έως 645, με συνέπεια την σιωπηρή κατάργηση των άρθρων 646 έως 681 Δ του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 162/2021, ΑΠ 642/2019). Στην παράγραφο 2 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016". Ακόμη, κατά το άρθρο 591 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο της άσκησης της από 2-8-2019 με αριθμ. καταθ. 7319/556/2019 ανακοπής ερημοδικίας του ανακόπτοντος ΝΠΔΔ κατά της υπ' αριθμ. 1855/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δικάσαντος ως Εφετείου, μετά, δηλαδή, την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 39 του Ν. 4842/2021 (Α190), ορίζεται στην παρ.1 αυτού ότι "Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών" και στην παρ. 7 ότι "κατά την εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για την εκδίκαση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο. Η αναίρεση εκδικάζεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στις διατάξεις των άρθρων 591 έως 645". Περαιτέρω, με το άρθρο 501 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας". Ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 1115/2019, ΑΠ 741/2016). Αποτελεί, δηλαδή, η δικονομική ανώτερη βία, έννοια, που συμπίπτει με την ομώνυμη έννοια της κατ' άρθρο 152 παρ. 1 ΚΠολΔ ανώτερης βίας και ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1115/2019, ΑΠ 484/2010). Κατά το περιεχόμενό της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της αδυναμίας του διαδίκου ή και του πληρεξουσίου του να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο (ΑΠ 1115/2019). Γεγονότα ανώτερης βίας είναι δυνατόν να θεωρηθούν, μεταξύ άλλων, η αιφνίδια ασθένεια ή τυχόν ατύχημα, υπό ορισμένες περιστάσεις, του διαδίκου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, όπως και κάθε άλλο, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανιστεί στο δικαστήριο ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκτέλεσης της εν λόγω πράξης, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επί πλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 544/2016, ΑΠ 1568/2013, ΑΠ 1778/2013). Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1115/2019, ΑΠ 741/2016, ΑΠ 764/2013) και οι σχετικές πλημμέλειες ελέγχονται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ και την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 816/2020, ΑΠ 1540/2017, ΑΠ 741/2016, ΑΠ 219/2016), αλλά και με τη διάταξη του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 560 παρ.6 του ιδίου Κώδικα (ΑΠ 741/2016). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ.α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 1/2021). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013, ΑΠ 1289/2021). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 1289/2021, ΑΠ 1158/2015). Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016) αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019). Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δε επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο παρών λόγος ιδρύεται και εάν οι αποδείξεις προσκομίσθηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο. Δεν αρκεί η προσκόμιση του εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται η ταυτότητα του εγγράφου, η δε επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όχι δε με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, εκτός εάν προσκομίζεται για την απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 1381/2019, ΑΠ 759/2018). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη, όπως συνάγεται και από τη χρησιμοποίηση της λέξεως "μόνο" (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 705/2022, ΑΠ 1371/2021, ΑΠ 366/2019), μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνεται ο λόγος αναίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 391/2022) Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 2387/2021 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 2-8-2019 ανακοπή ερημοδικίας του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1855/2019 απόφασης του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...Με την με αριθμό 112/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών εργατικών διαφορών) που δίκασε ερήμην του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) απορρίφτηκε η από 19-10-2017 και με αριθμ. Εκθ. Καταθ. Δικ. 11110/5488/2017 έφεση του και έγινε δεκτή η με αριθμό Εκθ. Καταθ. 54/28/5/2015 αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής το εκκαλούν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, με την οποία υποστήριζε ότι η ερημοδικία του οφειλόταν σε γεγονότα ανώτερης βίας, τα οποία αναφέρονται με λεπτομέρεια στην παραπάνω ανακοπή του. Από το δικόγραφο της ανακοπής προκύπτει ότι τα γεγονότα ανώτερης βίας που επικαλέστηκε ο εκκαλών για τη θεμελίωση της ανακοπής του ήταν το ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Ε.Σ. διευθυντής της Νομικής του Υπηρεσίας πάσχει χρονίως από σκλήρυνση κατά πλάκας και την συγκεκριμένη ημέρα της δικασίμου της 24-9-2018 αδυνατούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι του διότι δεν υπάκουαν τα πόδια του. Ο προαναφερθείς δικηγόρος του ανακόπτοντος ενημέρωσε την γραμματεία της ΔΥΠΕ για το κώλυμα εμφάνισης του στο Δικαστήριο του Πειραιά η οποία τηλεφώνησε σε όλους τους συνεργαζόμενους της δικηγόρους της Αθήνας και του Πειραιά οι οποίοι αδυνατούσαν να παρουσιαστούν αντί αυτού στο Δικαστήριο του Πειραιά την ώρα έναρξης της δίκης στις 9.00. Ο ίδιος τηλεφώνησε και στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εφεσίβλητων πλην όμως αυτός είχε καταθέσει δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ και είχε προκαταθέσει προτάσεις, έγγραφα και φάκελο. Τα παραπάνω αναγράφονται στο δικόγραφο της ανακοπής προκειμένου να στηρίξουν την έννοια της ανωτέρας βίας και επιβεβαιώθηκαν από τον ίδιο τον μάρτυρα στην ενώπιον του Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του. Όμως δεν αποδεικνύεται ότι ο ίδιος πληρεξούσιος δικηγόρος του ανακόπτοντος είχε χρεωθεί από την υπηρεσία την κατάθεση προτάσεων και την παράσταση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά στην κατ' έφεση δίκη των καθ' ων η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητων), καθόσον η ασκηθείσα έφεση του ανακόπτοντος υπογράφεται από άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο του ανακόπτοντος και δη τον Η.Π. του Δ.Σ.Π, καθώς επίσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς στην δικάσιμο της 28-4-2017 παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Π.Σ.. Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε το ανυπέρβλητο κώλυμα που συνέβη στον μάρτυρα του ανακόπτοντος και πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Ε. Σ. δηλαδή η αδυναμία του να προσέλθει στο ανειλημμένο Δικαστήριο που είχε στις 24 Σεπτεμβρίου 2018 διότι δεν προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό που να βεβαιώνει την αδυναμία του να προσέλθει στο Δικαστήριο την συγκεκριμένη ημερομηνία. Γεγονός είναι ότι προσκομίζονται από το ανακόπτον οι από 27-5- 2016, 9-8-2016, 4-11-2016, 2-2-1017, 6-12-2017, 13-6-2018, 25-2-2019, 3-11-2020, 20-3-2020 ιατρικές γνωματεύσεις του καθηγητή νευρολογίας Κ. Β., καθώς επίσης και την προσκομισθείσα από 31-10-2012 ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή νευρολογίας Μ. Δ. του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών, με τις οποίες βεβαιώνεται ότι αυτός πάσχει από χρόνια σκλήρυνση κατά πλάκας, πλην όμως δεν προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός συνεπεία της ανωτέρω ασθένειας του αδυνατούσε να μετακινηθεί είτε την συγκεκριμένη ημέρα της δικασίμου, είτε τις προγενέστερες, είτε τις μεταγενέστερες ημέρες. Συνεπώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν πιθανολογείται η επικαλούμενη ανώτερη βία του πληρεξουσίου δικηγόρου του ανακόπτοντος (απρόβλεπτη ασθένεια του) πλην της μαρτυρικής κατάθεσης του ίδιου δικηγόρου, η οποία όμως δεν συνδυάζεται και με άλλα αποδεικτικά μέσα και δη ιατρικό πιστοποιητικό ασθένειας του και ως εκ τούτου αυτή από μόνη της δεν μπορεί να στηρίξει το κώλυμα του ανωτέρω δικηγόρου του ανακόπτοντος να το εκπροσωπήσει στο δικαστήριο την δικάσιμο της 24-9-2018. Ενόψει των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω μοναδικός λόγος της ένδικης ανακοπής ως ουσία αβάσιμος και η τελευταία στο σύνολό της..." Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση (2387/2021) την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 673 του ΚΠολΔ, αληθώς, όμως της ταυτόσημης κατά περιεχόμενο διάταξης του άρθρου 501 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι κατά το χρόνο άσκησης της από 2.8.2019 ανακοπής ερημοδικίας είχε καταργηθεί σιωπηρά η διάταξη του άρθρου 673 του ΚΠολΔ, ότι με αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε ο λόγος ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του και ως εκ τούτου αδυναμία του να το εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο της έφεσής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (πρώτο σκέλος) και δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά στην έννοια της ανωτέρας βίας (δεύτερο σκέλος). Ειδικότερα το αναιρεσείον ισχυρίζεται α) ότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι τα αναγραφόμενα στην ανακοπή αυτού (αναιρεσείοντος), προς θεμελίωση του λόγου ανωτέρας βίας περιστατικά επιβεβαιώθηκαν από το μάρτυρά του κατά την ένορκή εξέτασή του, ακολούθως, δέχεται αντιφατικά ότι δεν αποδείχθηκε το ανυπέρβλητο κώλυμα του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτού (ανακόπτοντος) δηλαδή η αδυναμία του να προσέλθει στο Δικαστήριο στις 24.9.2018 εφόσον δεν προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό, β) ότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι "είναι γεγονός ότι προσκομίζονται από το ανακόπτον οι από 27-5- 2016, 9-8-2016, 4-11-2016, 2-2-1017, 6-12-2017, 13-6-2018, 25-2-2019, 3-11-2020, 20-3-2020 ιατρικές γνωματεύσεις του καθηγητή νευρολογίας Κ. Β., καθώς επίσης και την προσκομισθείσα από 31-10-2012 ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή νευρολογία Μ. Δ. του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών με τις οποίες βεβαιώνεται ότι αυτός πάσχει από χρόνια σκλήρυνση κατά πλάκας πλην, όμως, δεν προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός συνεπεία της ανωτέρω ασθένειας του αδυνατούσε να μετακινηθεί, είτε την συγκεκριμένη ημέρα της δικασίμου, είτε τις προγενέστερες, είτε τις μεταγενέστερες ημέρες" ακολούθως δέχεται αντιφατικά ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν πιθανολογήθηκε η επικαλούμενη ανωτέρα βία του πληρεξουσίου δικηγόρου του, πλην της μαρτυρικής κατάθεσης του ιδίου του δικηγόρου η οποία δεν συνδυάζεται και με άλλα αποδεικτικά μέσα και δη με ιατρικό πιστοποιητικό νοσηλείας του, γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από αυτό και ότι δεν έλαβε υπόψη την από 21.9.2021 ιατρική γνωμάτευση της νευρολόγου Γ. Κ. που αυτό προσκόμισε με την προσθήκη επί των προτάσεών του. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του (2387/2021) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ ως προς την έννοια της ανώτερης βίας, γιατί, υπό τα περιστατικά που δέχτηκε ότι πιθανολογήθηκαν, δεν συνέτρεξε ανυπέρβλητο κώλυμα αδυναμίας εκπροσώπησης του αναιρεσείοντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στις 24.9.2018, δηλαδή γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν και δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί στη συγκεκριμένη περίπτωση με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Συνεπώς, δεν υφίσταται η επικαλούμενη από το αναιρεσείον ευθεία παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου με την μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι πιθανολογήθηκαν στην έννοια της ανώτερης βίας. Δεν υφίσταται επίσης ούτε εκ πλαγίου παραβίαση της ως άνω διάταξης, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις παραπάνω παραδοχές, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ανώτερης βίας στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν πιθανολογήθηκε ανυπέρβλητο κώλυμα αδυναμίας εκπροσώπησης του αναιρεσείοντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στις 24.9.2018. Η, δε, παραδοχή της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν πιθανολογήθηκε ανυπέρβλητο κώλυμα του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, δηλαδή αδυναμία του να προσέλθει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στη δικάσιμο στις 24.9.2018, διότι δεν προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό που να βεβαιώνει την αδυναμία του να προσέλθει στην ως άνω δικάσιμο, δεν έρχεται σε αντίφαση με την ετέρα παραδοχή της ότι ο μάρτυρας του αναιρεσείοντος και πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού επιβεβαίωσε τα αναγραφόμενα στην ανακοπή περιστατικά, ούτε, επίσης, με την ετέρα παραδοχή της ότι προσκομίσθηκαν από το αναιρεσείον οι προαναφερθείσες ιατρικές γνωματεύσεις με τις οποίες αποδεικνύεται ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας. Και τούτο διότι η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν πιθανολογήθηκε η επικαλούμενη ανωτέρα βία του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του ανακόπτοντος να εκπροσωπήσει αυτό, αφορούσε τη συγκεκριμένη ημερομηνία εκδίκασης της έφεσης του αναιρεσείοντος (24.9.2018) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για την οποία δέχθηκε, ότι, ανεξαρτήτως της ως άνω ασθένειας αυτού (πληρεξουσίου δικηγόρου), που βεβαιώνεται από τις προσκομισθείσες ιατρικές βεβαιώσεις, δεν προσκομίσθηκε ιατρικό πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός συνεπεία της ανωτέρω ασθένειας του αδυνατούσε να μετακινηθεί είτε την συγκεκριμένη ημέρα της δικασίμου, είτε τις προγενέστερες, είτε τις μεταγενέστερες ημέρες και ότι δεν αρκούσε από μόνη της η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρος του ιδίου δικηγόρου του ανακόπτοντος για να στηρίξει το κώλυμα αυτού να εκπροσωπήσει το εκκαλούν στο Δικαστήριο στη δικάσιμο στις 24.9.2018, εφόσον δεν συνδυάζεται με άλλα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα από σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Περαιτέρω, καθό μέρος, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση (2387/2021) την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την από 21.9.2021 ιατρική γνωμάτευση της νευρολόγου Γ. Κ., που προσκόμισε με την προσθήκη επί των προτάσεών του και ότι ως εκ τούτου δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτό και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι το προσκομισθέν από το ανακόπτον αποδεικτικό αυτό μέσο δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, όπως προεκτέθηκε. Τέλος, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, που το αναιρεσείον επικαλέστηκε και προσκόμισε με την προσθήκη των προτάσεών του, ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως αυτό προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως με την προσθήκη-αντίκρουση, εφόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι το προσκόμισε προς αντίκρουση ισχυρισμού των καθών η ανακοπή ερημοδικίας, αλλά, αντίθετα, επικαλείται ότι το προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η απουσία του κατά την εκδίκαση της από 8-11-2017 έφεσής του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου οφείλεται σε ανωτέρα βία και συγκεκριμένα σε ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του (οπότε όφειλε να το επικαλεσθεί με τις προτάσεις), αυτή (η αναιρετική πλημμέλεια) προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, που, όμως, δεν υφίσταται στους επιτρεπόμενους, κατ' άρθρο 560 ΚΠολΔ, περιοριστικά, λόγους αναίρεσης στις υποθέσεις ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς ως εκ τούτου ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Συνακόλουθα και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις του ο πρώτος (και μοναδικός) λόγος αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2387/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Β) Ως προς τους λόγους αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1855/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δικάσαντος ως Εφετείου. Κατά το άρθρο 4 παρ, 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια, ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1124/2019, ΑΠ 957/2018) Εξάλλου, με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κ.λπ." ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1.1.2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ' του ν. 2470/1997). Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λπ.", σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του ν. 2150/1993 ορίζεται ότι "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/6792/0022/1997 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022/1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 1.1.1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997, αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993. Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ.3 περ. δ του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997.. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, κρίθηκε ότι παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος), διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφ' ενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφ' ετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, πρέπει να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 506/2019, ΑΠ 957/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014). Ακολούθως και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18.2.2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 957/2018, ΑΠ 1312/2017). Περαιτέρω, με το ήδη καταργηθέν με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015 (που ισχύει από 1.1.2016) άρθρο 15 του ν. 4024/2011 (εφαρμογή ενιαίου μισθολογίου), που ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ορίστηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως. Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Κατ' εξουσιοδότηση της παραπάνω διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθ. Οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24.02.2012) "καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α/27.10.2011)", που όρισε μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Α και Β βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β) Κατηγορία Β' σε εβδομήντα (70) ευρώ. γ) Κατηγορία Γ σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2. Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) Το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι αποκλειστικά σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία.... 3. Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες.... 4. Στην κατηγορία Γ' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες ...5. Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 1 της παρούσας απόφασης δεν καταβάλλεται στο διοικητικό προσωπικό των φορέων που αναφέρονται σε αυτήν. 6. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του.... Η απόφαση αυτή, που ισχύει από 1/5/2012, να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Όπως προεκτέθηκε, υπό το προγενέστερο καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας κλπ. δεν λάμβανε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αλλά το χαρακτηριζόμενο ως νοσοκομειακό επίδομα (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019). Ακολούθως, στο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 (που καταλαμβάνει και τους ιατρούς, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στο ΙΚΑ ακολούθως στον ΕΟΠΠΥ, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 ν. 3918/2011, και στη συνέχεια στο ΠΕΔΥ, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014), δεν περιλήφθηκε το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα παρά μόνο τα ειδικά αναφερόμενα στο ν. 4024/2011 επιδόματα, μεταξύ των οποίων και αυτό του άρθρου 15 παρ. 1 του νόμου (επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας). Με βάση τα παραπάνω, λαμβανομένου υπόψη ότι το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο δικαιούνταν και οι ιατροί των Τοπικών Μονάδων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, αφ' ενός μέχρι την 17.2.2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφ' ετέρου μετά την 18.2.2004, κατ' ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 εδ. β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003 (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 957/2018), είχε αντικαταστήσει, μεταξύ άλλων, και το προβλεπόμενο στο άρθρο 10 παρ. 1 α' αα' του ν. 2470/1997 για το προσωπικό των νοσοκομείων επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019,) πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 ν 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε ως προς τους δικαιούχους του με την οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24/02/2012), στους οποίους (δικαιούχους) περιλαμβάνεται και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας κλπ., αποτελεί στην ουσία, ως προς το παραπάνω προσωπικό, μετεξέλιξη του καταργηθέντος νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο λάμβανε τόσο το ιατρικό όσο και το νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019). Ως εκ τούτου, ο αποκλεισμός με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του ιατρικού προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ (μετέπειτα ΕΟΠΠΥ και στη συνέχεια ΠΕΔΥ) από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, αγροτικών ιατρείων κλπ., έρχεται σε αντίθεση με την καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνακόλουθα επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και στο προσωπικό αυτό του εν λόγω επιδόματος (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κ.λπ. (ΑΠ 306/2020, ΣτΕ 806/2015). Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ΑΠ 306/2020). Επακολούθησε ο Ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών Περιφερειών (Δ.Υ.Π.Ε.), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών. Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας. Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.9 εδ. α, β και γ του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε. και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Π.Υ (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 1324/2020, ΑΠ 306/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Πειραιώς) με την υπ'αριθμ. 112/2017 απόφασή του, που, όπως προεκτέθηκε, έχει ενσωματωθεί στην υπ' αριθμ. 1855/2019 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ως ανυποστήρικτη, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής "...Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), που είναι όλοι ιατροί Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, είχαν προσληφθεί κατά τις ημερομηνίες και με την ειδικότητα που αναφέρεται στην αγωγή ο καθένας από το ΙΚΑ με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άρθρ. 10 ν.δ. 1204/1972, το οποίο από 11-7-2002 μετονομάσθηκε σε ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και υπηρετούσαν ασκώντας τα συναρτημένα με την ειδικότητα εκάστου εκ αυτών καθήκοντα στους ασφαλισμένους αυτού, απασχολούμενοι στους αναφερόμενους υγειονομικούς σχηματισμούς του (Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας και Τοπικές Μονάδες Υγείας), αμειβόμενοι με τις αποδοχές που προβλέπονται από το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο για το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης, ενώ από 1-1-2012 μεταφέρθηκαν άπαντες στον ΕΟΠΠΥ δυνάμει των σχετικών διατάξεων του ν. 3918/2011, μετατασσόμενοι από 31-3-2014 δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014 στο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον), όπου όλοι τους συνεχίζουν να υπηρετούν μέχρι σήμερα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014 το εναγόμενο συνεχίζει χωρίς διακοπή τις εκκρεμείς δίκες του προσωπικού που μεταφέρθηκε σ' αυτό, επομένως, νομιμοποιείται αποκλειστικά και για τις αγωγές που εγείρονται από 1-4-2014 από το προσωπικό που μετατάχθηκε σ' αυτό ανεξάρτητα από το εάν οι επίδικες απαιτήσεις αφορούν στο επίδικο διάστημα πριν από την 31-3-2014. Ωστόσο οι ενάγοντες δεν έλαβαν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρ. 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997, του άρθρ. 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο από 1-11-2011 και εφεξής στο πεδίο εφαρμογής του προβλεπόμενου από τα άρθρ. 4 επ. και 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και του ισχύοντος ν. 4238/2014 εξομοιώθηκε με το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξάλλου ομολογεί η εναγομένη, με την αιτιολογία ότι το ένδικο επίδομα χορηγείται στο υπαγόμενο στα δημόσια νοσοκομεία προσωπικό και στους ιατρούς των νοσοκομείων Ε.Σ.Υ. για την αποδοτικότερη λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Όπως όμως, αποδείχθηκε και οι ενάγοντες ιατροί, στην αναφερόμενη μονάδα του εναγόμενου που υπηρετεί ο καθένας, έρχονται καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν πολλές φορές από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (λ.χ. ηπατίτιδα, δερματικές ασθένειες, κακοήθη νεοπλάσματα, AIDS, αφροδίσιες νόσους, νόσους του αναπνευστικού, φυματιώσεις), οι οποίες έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και οι οποίες δύνανται να επιφέρουν, σε περίπτωση τυχαίας μόλυνσης ανήκεστες βλάβες της υγείας ακόμα και το θάνατο. Έτσι, και οι ενάγοντες ως ιατροί του εναγομένου έρχονται αναγκαστικώς λόγω της φύσης της εργασίας τους σε επαφή με ασθενείς, μικρόβια και τα σωματικά εκκρίματα τους (καλλιέργειες). Το προσωπικό, δε των αντιστοίχων με τους ενάγοντες ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και των κέντρων υγείας (αλλά και των νοσοκομείων του ΕΣΥ) επιτελεί τις ίδιες εργασίες με τους ενάγοντες και δη με τον ίδιο τρόπο και υπό ουσιώδεις όμοιες τοπικές, χρονικές (ωράριο κ.λπ.) και λοιπές περιστάσεις. Ενόψει δε του ότι και οι ενάγοντες, όπως οι παραπάνω υπηρετούν με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μισθοδοτούνται δε με το αυτό μισθολόγιο (ν. 2470/1997, ν. 3205/2003 και ν. 4024/2011) η μη χορήγηση και σ' αυτούς του ένδικου επιδόματος συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό και με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 και 22 του Συντάγματος), ενώ δεν δικαιολογείται από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, απορριπτόμενων ως αβασίμων των αντίθετων ισχυρισμών του εναγομένου. Κατόπιν τούτων πρέπει και για τους ενάγοντες να εφαρμοσθούν οι ανωτέρω διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό υπέρ του οποίου θεσπίσθηκε το ένδικο επίδομα...". Κατόπιν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε σε έκαστο ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 15.12.2.014 το ποσό των 4.725 ευρώ (150 ευρώ Χ 31,5 μήνες). Όπως, δε, προεκτέθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 1855/2019 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ την από 19.10.2017 έφεσή του κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης, απέρριψε αυτή ως ανυποστήρικτη. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1855/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δικάσαντος ως Εφετείου και στην οποία έχει ενσωματωθεί, όπως προεκτέθηκε, η πρωτοβάθμια απόφαση, ότι με το να κρίνει ότι οι αναιρεσίβλητοι, που, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 15.12.2014 υπάγονταν στο μισθολόγιο του ν. 4024/2011, δικαιούνταν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, ότι αυτό εξομοιώθηκε με το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 15 παρ.1 του ν. 4024/2011, ότι η μη χορήγησή του στους αναιρεσίβλητους παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας και ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία και ότι αυτοί επιτελούν τις ίδιες συνθήκες με το προσωπικό των αντιστοίχων ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και κέντρων υγείας, αλλά και των νοσοκομείων του ΕΣΥ, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997, 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003, 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία. Και τούτο διότι η μη χορήγηση στους αναιρεσίβλητους του επίδικου επιδόματος, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας διότι αυτοί δεν τελούσαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες υπηρεσιακής κατάστασης και παροχής υπηρεσιών, με τις υπό σύγκριση κατηγορίες μισθωτών, ούτε κατά το διάστημα που υπηρετούσαν στον ΕΟΠΥΥ με βάση τις ειδικές συμβάσεις του άρθρου 10 του ν. 1204/1972 (από 1.5.2012 έως 31.3.2014) ούτε κατά το διάστημα που υπηρετούσαν σ' αυτό με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου πλήρους απασχόλησης (από 1.4.2014 έως 15.12.2014), ούτε ότι μπορεί να υπάρχει σύγκριση αυτών με τους μισθωτούς που αναφέρουν στην αγωγή τους, στους οποίους χορηγήθηκε με βάση την ΚΥΑ οικ.2/16519/2022 (ΦΕΚ Β 465/2012) η συγκεκριμένη παροχή (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας), ότι το νοσοκομειακό επίδομα των άρθρων 8 παρ.7 του ν. 2470/1997 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003 είναι διακριτό επίδομα από το επίδομα της "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" και ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εξομοιώνονται μισθολογικά ούτε υπάγονται ειδικά στο ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του ΕΣΥ στους οποίους εχορηγείτο νοσοκομειακό επίδομα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Δικαστήριο της ουσίας με το να κρίνει ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί παρείχαν αρχικά τις υπηρεσίες τους σε τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ότι, στη συνέχεια, από 1.1.2012 μεταφέρθηκαν στο ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ) με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, σε μονάδες του οποίου υπηρετούσαν μέχρι 31.3.2014, οπότε όλοι μετατάχθηκαν στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1.5.2012 έως 15.12.2014) έρχονταν καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν πολλές φορές από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (λ.χ. ηπατίτιδα, δερματικές ασθένειες, κακοήθη νεοπλάσματα, AIDS, αφροδίσιες νόσους, νόσους του αναπνευστικού, φυματιώσεις) που έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και οι οποίες δύνανται να επιφέρουν, σε περίπτωση τυχαίας μόλυνσης ανήκεστες βλάβες της υγείας ακόμα και το θάνατο και ότι το προσωπικό των αντιστοίχων με τους αναιρεσίβλητους ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και των κέντρων υγείας (αλλά και των νοσοκομείων του ΕΣΥ) επιτελεί τις ίδιες εργασίες με τους αναιρεσίβλητους και δη με τον ίδιο τρόπο και υπό ουσιώδεις όμοιες τοπικές, χρονικές (ωράριο κ.λπ.) και λοιπές περιστάσεις, υπό το ίδιο καθεστώς (με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) μισθοδοτούμενοι με το ίδιο μισθολόγιο (ν. 2470/1997, ν. 3205/2003 και ν. 4024/2011), ότι η μη χορήγηση και σ' αυτούς (αναιρεσίβλητους) του ένδικου επιδόματος συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό και με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία και ότι η μη χορήγησή του δεν δικαιολογείται από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 15 παρ.1 του ν. 4024/2011, και της υπ' αριθμ. 2/16519/0022/2012 ΚΥΑ. Επιπρόσθετα, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι αρχικά απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος, παρέχοντας πρωτοβάθμια περίθαλψη, εξαιρούνταν μεν από τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999 με την οποία ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997, πλην, όμως, όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, μέχρι 17.2.2004 αυτοί δικαιούνταν το νοσοκομειακό επίδομα με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018), ενώ από 18.2.2004 δικαιούνταν αυτό κατ' ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β', του ν. 3235/2004 (ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1389/2019), του οποίου (νοσοκομειακού επιδόματος) μετά την κατάργησή του με το ν. 4024/2011, μετεξέλιξη αποτελεί το επίδικο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (άρθρο 15 του ν. 4024/2011), καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1671/2018). Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, ως προς όλες του τις ως άνω αιτιάσεις περί παραβίασης από το Δικαστήριο της ουσίας των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, 8 παρ.5 του ν. 3205/2003, 15 παρ.1 του ν. 4024/2011 και των συνταγματικών αρχών της ισότητας και ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β του ως άνω νόμου, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 502/2022, ΑΠ 707/2019, ΑΠ 216/2019) είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από τις στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019). Πρόταση του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε ερήμην (ΑΠ 1326/2021, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 268/2016, ΑΠ 498/2012, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 78/2010), όπως συμβαίνει όταν ο εκκαλών, δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο, με συνέπεια η έφεση του να απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του, έστω και αν στην έφεση του περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός, αφού το Εφετείο εμποδιζόταν να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του (ΑΠ 1215/2022, ΑΠ 1289/2018, ΑΠ 268/2016, ΑΠ 845/2012) εφόσον ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1215/2022, ΑΠ 1118/2021, ΑΠ 1478/2019, ΑΠ 1858/2014). Στον περιορισμό αυτό υπόκειται και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, η οποία παρόλο που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 63/2020, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 843/2013, ΑΠ 772/2014) Η εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση, της νομιμοποίησης των διαδίκων, συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίαση της εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αρ. 1 του άρθρου 559 και όχι στον αναιρετικό λόγο με αρ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1157/2017). Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής (562 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 1527/2021, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 63/2020) Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάζονται, με αυτά, κανόνας δικαίου ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον και υπό την επίφαση της συνδρομής της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο εκ των αριθμών 1 και 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι α) ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως προς τον 56ο αναιρεσίβλητο λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης γιατί είχε συνταξιοδοτηθεί από 3.6.2014 και ως προς τους 275η και 332ο αναιρεσίβλητους λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης αυτών, καθότι είχαν προαποβιώσει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, β) ότι η δίκη έπρεπε να διακοπεί ως προς τους 87ο, 322ο και 330ο αναιρεσίβλητους λόγω θανάτου αυτών, γ) ότι εσφαλμένα επιδικάσθηκαν τα επίδικα ποσά στους 345ο, 316ο, 301ο, 39ο, 40ο, 45ο, 64η, 69η, 107ο, 179ο, 202ο, 213ο, 262ο, 263ο, 294ο, 297ο, 309ο, 313ο, 361η, 376η, 385ο, 386ο, 413η, 33η, 42ο, 43ο, 62ο, 65ο, 70η, 73η, 93ο, 100ο, 114η, 116η, 194η, 206η, 211η, 221ο, 223ο, 224η, 229η, 232ο, 243η, 266η, 286η, 307η, 323η, 326η, 356η, 368η, 391η, 414ο, 416ο και 422ο αναιρεσίβλητους καθότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους, βάσει αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων και όχι με έγκυρες συμβάσεις εργασίας και χωρίς να έχουν αγωγική βάση επιδίκασης του επιδόματος από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και δ) ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού (αναιρεσείοντος) ως προς τους 12ο, 14η, 17η, 21η, 23η, 32ο, 34η, 35ο, 67ο, 72η, 83ο, 92η, 97ο, 99ο, 110ο, 134ο, 137ο, 164η, 169ο, 181η,, 204ο, 246ο, 253ο, 256ο, 271ο, 283ο, 290ο, 299η, 315η, 318η, 331η, 344ο, 392ο, 397ο, 403ο και 415ο αναιρεσίβλητους και ότι τους ισχυρισμούς του αυτούς προέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την εκ του αριθμού 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της "πράγματα" δηλαδή τον τέταρτο λόγο έφεσής του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του και ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εμποδιζόταν να ερευνήσει τον ως άνω λόγο έφεσης, εφόσον το εκκαλούν με την απουσία του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση, ούτε μπορούσε να ερευνηθεί ο ως άνω λόγος έφεσης από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε την ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 509 του ΚΠολΔ, αφού αυτό με την, επίσης, συμπροσβαλλόμενη απόφασή του (2387/2021) απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (1855/2019), την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης ως προς τους 87ο, 322ο και 330ο ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους και λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού (αναιρεσείοντος) ως προς τους 12ο, 14η, 17η, 21η, 23η, 32ο, 34η, 35ο, 67ο, 72η, 83ο, 92η, 97ο, 99ο, 110ο, 134ο, 137ο, 164η, 169ο, 181η,, 204ο, 246ο, 253ο, 256ο, 271ο, 283ο, 290ο, 299η, 315η, 318η, 331η, 344ο, 392ο, 397ο, 403ο και 415ο ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι τους ως άνω ισχυρισμούς περί έλλειψης ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης είχε προβάλλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, (αντίθετα στη σελίδα 68 του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αναφέρει ότι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε αρνηθεί την αγωγή και ζήτησε την απόρριψή της, χωρίς να αναφέρει ότι είχε προβάλλει ισχυρισμό περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ή παθητικής του νομιμοποίησης), ούτε θεωρείται ότι τους προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τον τέταρτο (4ο) λόγο της έφεσής του, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, εφόσον, λόγω της απουσίας αυτού ως εκκαλούντος κατά τη συζήτηση της έφεσής του και της απόρριψής της ως ανυποστήρικτης, δεν υπάρχει πρόταση του ως άνω ισχυρισμού στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την έφεση από την οποία, λόγω της ως άνω απουσίας του, θεωρείται ότι παραιτείται, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε. Σε κάθε περίπτωση ως προς την 275η αναιρεσίβλητη, αλλά και την 11η αναιρεσίβλητη, που, όπως προεκτέθηκε, είχαν προαποβιώσει της άσκησης της ένδικης αγωγής, οι αποφάσεις των Δικαστηρίων της ουσίας ως προς αυτές είναι ανύπαρκτες δεν επάγονται κανενός είδους αποτελέσματος (εκτελεστότητα, δεδικασμένο). Ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ο 332ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε πριν την άσκηση της από 5.5.2015 με αριθμ. καταθ. 2478/54/28-5-2015 αγωγής είναι αβάσιμος, καθότι, όπως προεκτέθηκε, ο ως άνω αναιρεσείων απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και συγκεκριμένα στις 22.5.2016, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 24.5.2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών. Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο της ουσίας δεν αποφάνθηκε ότι είχε επέλθει διακοπή της δίκης ως προς τους 87ο, 322ο και 330ο αναιρεσίβλητους, είναι αβάσιμος, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, δεν δηλώθηκε ο θάνατός τους (που επήλθε μετά την άσκηση της αγωγής) στα ως άνω Δικαστήρια ουσίας και ως εκ τούτου δεν επήλθε ως προς αυτούς βιαία διακοπή της δίκης, οι δε αποφάσεις που εκδόθηκαν ως προς αυτούς είναι υποστατές. Τέλος και κατά το μέρος που το αναιρεσείον με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι εσφαλμένα επιδίκασε το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας ως προς τους 345ο, 316ο, 301ο, 39ο, 40ο, 45ο, 64η, 69η, 107η, 179ου, 202ου, 213ου, 262ου, 263ου, 294ου, 297ου, 309ου, 313ο, 361η, 376η, 385ο, 386ου, 413η,, 33η, 42ου, 43ου, 62ου, 65ου, 70η, 73η, 93ου, 100ου, 114η, 116η, 194η, 206η, 211η, 221ου, 223ου, 224η, 229η, 232ου, 243η, 266η, 286η, 307η, 323η,326η, 356η, 368η, 391η, 414ου, 416ου και 422ου ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, καθότι αυτοί παρείχαν τις υπηρεσίες τους βάσει αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων και όχι με έγκυρες συμβάσεις εργασίας και χωρίς να υπάρχει στην ένδικη αγωγή τους βάση επιδίκασης του ως άνω επιδόματος από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ο λόγος αναίρεσης κατά το ως άνω σκέλος είναι απαράδεκτος, καθόσον, αφενός μεν το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι τον ως άνω ισχυρισμό τον είχε προβάλλει στο Δικαστήριο ουσίας, αφετέρου, δε, με το λόγο αυτό και υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας της υπόθεσης ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι όλοι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εργάζονταν το χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 15.12.2014 με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αρχικά στον ΕΟΠΥΥ (από 1.5.2012 έως 31.3.2014) και στη συνέχεια στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ (από 1.4.2014 ως 15.12.2014) αμειβόμενοι με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος ενιαίου μισθολογίου για το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης (ν. 2490/1997, ν. 3205/2003 και 4024/2011), κρίση που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω το αναιρεσείον με τον τέταρτο εκ των αριθμών 1 και 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (1855/2019) τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα δεν έκρινε ότι δεν νομιμοποιούταν παθητικά αυτό (αναιρεσείον), καθότι, όπως είχε προβάλλει με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δίκαζε την ανακοπή ερημοδικίας η ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ασκήθηκε στις 28.5.2015 και αφορά διεκδικούμενο από αυτούς επίδομα για την χρονική περίοδο από 1.1.2012 έως 15.12.2014, από την οποία (χρονική περίοδο), για μέρος αυτής από 1.1.2012 έως 31.3.2014 οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ και ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Ν. 4238/2014, με τη οποία ορίζεται ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις ιατρικού κ.λπ. προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται από τον ΕΟΠΥΥ στις ΔΥΠε συνεχίζεται από τις διοικήσεις των ΔΥΠΕ χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δεν καθιστά αυτό (αναιρεσείον ΔΥΠΕ) καθολικό ή οιονεί καθολικό διάδοχο του ΕΟΠΥΥ για το διάστημα από 1.1.2012 έως 31.3.2014. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης (στον οποίο προφανώς από παραδρομή το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά από 1.1.2012, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους ζητούν την επιδίκαση του ως άνω επιδόματος από 1.5.2012), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι τον ως άνω ισχυρισμό περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του, είχε προβάλλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλυσιτελώς δε ισχυρίζεται ότι είχε προβάλλει τον ισχυρισμό αυτόν με τις προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δίκαζε την ανακοπή ερημοδικίας του κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, εφόσον η ως άνω ανακοπή απορρίφθηκε κατ' ουσία και ως εκ τούτου το ως άνω Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην εξέταση των λόγων της έφεσης του ανακόπτοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος (άρθρο 509 ΚΠολΔ) και δεδομένου ότι ο ισχυρισμός ως προς τη νομιμοποίηση διαδίκου, παρότι εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 1793/2013) ώστε να μπορεί να προβληθεί παραδεκτά για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους παρισταμένους προσηκόντως αναιρεσίβλητους και τους κληρονόμους των 24ου, 87ου, 122ου, 161ου, 163ης, 216ου, 263ου, 322ου, και 407ου αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτών, που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του Ν.3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1073/2019) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 4 Ιανουαρίου 2022 με αριθμ. καταθ. 61/4/5-1-2022 αίτηση αναίρεσης ως προς την 11η αναιρεσίβλητη Ε. Α. και ως προς την 275η αναιρεσίβλητη Ι. Π.. Απορρίπτει την δήλωση του Β. Σ. και της Α. Σ. για συνέχιση της δίκης, ως προς τον 332ο αναιρεσίβλητο Σ. Σ. που απεβίωσε στις 25.5.2016 και αποφαίνεται ότι ως προς αυτόν επήλθε βιαία διακοπή της δίκης. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς α) την 21η αναιρεσίβλητη Μ. Α., β) τον 83ο αναιρεσίβλητο Θ. Έ., και γ) τον 97ο αναιρεσίβλητο Ε. Θ.. Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ως προς τους αποβιώσαντες, μετά την άσκηση αυτής 19ο αναιρεσίβλητο Α. Α., 120ο αναιρεσίβλητο Ι. Κ., 330ο αναιρεσίβλητο Σ. Ν., 364η αναιρεσίβλητη Ε. Τ. και 414ο αναιρεσίβλητο Μ. Χ., προκειμένου να προσκομισθούν, με την επιμέλεια των κληρονόμων των ως άνω αναιρεσίβλητων, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με τη νομιμοποίηση των δηλούντων τη συνέχιση της δίκης ως προς αυτούς και συγκεκριμένα από τους α) Ι. Α., Ι. Α. και Χ. Α. ως προς τον 19ο αναιρεσίβλητο, β) Π. Κ. ως προς τον 120ο αναιρεσίβλητο, γ) Κ. Σ. ως προς τον 330ο αναιρεσίβλητο, δ) Φ. Τ. ως προς την 364η αναιρεσίβλητη και ε) Ν. Θ. και Ε. Θ. ως προς τον 414ο αναιρεσίβλητο. Απορρίπτει την από 4.1.2022 αίτηση αναίρεσης α) της υπ' αριθμ. 2387/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και β) της υπ' αριθ. 1855/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δικάσαντος ως Εφετείου, ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσίβλητους και τους προσηκόντως παρισταμένους κληρονόμους των 24ου, 87ου, 122ου, 161ου, 163ης, 216ου, 263ου, 322ου και 407ου αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων. Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω προσηκόντως παριστάμενων αναιρεσίβλητων και των ως άνω προσηκόντως παριστάμενων κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ