Αριθμός 1952/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Μουδάτσο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, το οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 6 Σεπτεμβρίου 2013 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Της αναιρεσίβλητης: της αλλοδαπής (γερμανικής) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ING INGENIEURE Aktiengesellschaft (A.G)", η οποία εδρεύει στη ... και η οποία διατηρεί νομίμως υποκατάστημα στην Ελλάδα, με την επωνυμία "NG A.G HELLAS", στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μεγάλη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Μαΐου 2011 αγωγή ακυρώσεως του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Αθηνών. Εκδόθηκαν η απόφαση 2601/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 26 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των άρθρων 867 και 869 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υφιστάμενες ή μέλλουσες να προέλθουν από ορισμένη έννομη σχέση, πλην των αναφερομένων στο άρθρο 663 ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολόγησαν, έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Κατά το άρθρο 898 του ΚΠολΔ, αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης είναι το εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η απόφαση. Η αγωγή αυτή ακύρωσης οδηγεί σε κατασταλτικό δικαστικό έλεγχο της εξουσίας κρίσης των διαιτητών και αποτελεί διαπλαστική αγωγή με αίτημα την ακυρωσία της διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 217/2004), το δε δικαίωμα προς ακύρωσή της έχει χαρακτήρα ουσιαστικού διαπλαστικού δικαιώματος (ΑΠ 686/1999). Εξάλλου, οι λόγοι ακύρωσης διαιτητικής απόφασης προβλέπονται κατά τρόπο αποκλειστικό (άρθρο 897 ΚΠολΔ) και με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 897 αριθ. 1 και 4 του Κ.Πολ.Δ. "Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση 1. αν η συμφωνία για διαιτησία είναι άκυρη....4. αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος". Ο πρώτος των άνω λόγων για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης προϋποθέτει άκυρη αλλά υπαρκτή συμφωνία διαιτησίας, ενώ αν δεν συνομολογήθηκε καθόλου συμφωνία διαιτησίας, η διαιτητική απόφαση είναι ανύπαρκτη (άρθρο 901παρ. 1α). Το ίδιο συμβαίνει και όταν η απόφαση εκδόθηκε για αντικείμενο το οποίο δεν είναι δεκτικό υπαγωγής σε διαιτησία (άρθρο 901 παρ. 1β). Ο δεύτερος των λόγων αυτών αποτελεί έκφανση της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, την οποία σκοπεί να προστατεύσει, θέτοντας φραγμό στην εξουσία των διαιτητών. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ` αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία (ΟλΑΠ 13/1995), ή κείται πέραν αυτής (ΑΠ 537/2007), οπότε παραβιάζεται η αρχή του ultra petita partium και προκύπτει λόγος ακύρωσης Για την κρίση δηλαδή αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι αποφασιστικά είναι τα όρια του θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης - προσφυγής στη διαιτησία. Ουδέποτε όμως συνιστά υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή η εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και η κατ' ακολουθίαν αυτής ουσιαστική κρίση. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης, "αν η απόφαση εκδόθηκε επάνω σε αντικείμενο που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία", δηλαδή για αντικείμενο που ήταν ανεπίδεκτο ελεύθερης διάθεσης από τους διαδίκους. Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται, αφενός μεν η ακυρωσία και αφετέρου η ανυπαρξία διαιτητικής απόφασης, όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν έχει υπαχθεί ή δεν μπορούσε να υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους (ΑΠ 40/2010, 217/2004, ΑΠ 1643/2001). Οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η ανυπαρξία και η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή τους ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην από 18-5-2011 αγωγή ακύρωσης που άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ιστορούσε τα εξής: Ότι με την υπ' αριθ. 10/2011 διαιτητική απόφαση, που εκδόθηκε μετά την εκδίκαση της από 19-2-2010 αίτησης της αλλοδαπής (γερμανικής) ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία ""BUNG INGENIEURE Aktiegesellschaft (A.G)", αφού έγινε κατά πλειοψηφία δεκτό ότι νόμιμα κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 της Συγγραφής Υποχρεώσεων, το διαιτητικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιλύσει με διαιτησία την αναφερομένη στην αίτηση της Αναδόχου διοικητική διαφορά, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην αιτούσα το συνολικό ποσό των 150.406,28 ευρώ (147.841,88+2.564,40 ευρώ) με τους τόκους υπερημερίας που οριζονται στο άρθρο 4 του ΠΔ 166/2003, από την επίδοσή της σ' αυτό την 4-3-2011 μέχρις εξόφλησής του. Επικαλούμενο δε περαιτέρω έλλειψη δικαιοδοσίας των άνω διαιτητών στην επίλυση της επίμαχης διαφοράς, ζήτησε να ακυρωθεί η άνω υπ' αριθ. 10/2011 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου του άρθρου 15 της Συγγραφής Υποχρεώσεων της από 2-1-2007 σύμβασης ανάθεσης παροχής υπηρεσιών. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, το ενάγον ως προς το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας αναφέρει τα εξής: α)Με το άρθρο 1 της από 2-10-2007 σύμβασης το τέως Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης ανέθεσε στην ανάδοχο εταιρεία την εκτέλεση του έργου "Σύμβουλος Υποστήριξης για την καταγραφή των χαρακτηρισμών, καθώς και των λειτουργικών και λοιπών ποιοτικών στοιχείων των κυρίων και συμπληρωματικών καταλυμάτων της χώρας-Τμήμα Περιφέρειας Κρήτης". Το αντικείμενο των υπηρεσιών του Συμβούλου για την Περιφέρεια Κρήτης διαγραφόταν στο άρθρο 13.2 της Προκήρυξης, στην οποία παρέπεμπε η σύμβαση (άρθρο 1) και η Συγγραφή Υποχρεώσεων (άρθρο 3). Η συνολική αμοιβή της αναδόχου ανερχόταν στο ποσό των 1.318.900,80 ευρώ. β) Το μεν άρθρο 15 της υπ' αριθ. 14524/23-11-2006 Συγγραφής Υποχρεώσεων, που εκδόθηκε από το ΥΤΑΝ, προέβλεπε δυνατότητα επίλυσης με διαιτησία κάθε διαφοράς που θα ανέκυπτε και θα αφορούσε την ερμηνεία ή την εκτέλεση των όρων της επίμαχης σύμβασης και τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, στο δε άρθρο 2 της υπ' αριθ. πρωτ. 14524/23-11-2006 Συγγραφής Υποχρεώσεων οριζόταν ότι: "ο Σύμβουλος θα παρέχει τις υπηρεσίες του στο πλαίσιο της διοικητικής/λειτουργικής οργάνωσης του Υπουργείου Τουριστικής ανάπτυξης (ΥΤΑΝ). Το ΥΤΑΝ θα λειτουργεί στο πλαίσιο των κανόνων που προκύπτουν από τις αποφάσεις της Υπουργού Τουριστικής Ανάπτυξης ή της αρμόδιας Γενικής Γραμματέως ή εξουσιοδοτημένων οργάνων του, το ευρύτερο νομοθετικό πλαίσιο (εθνικό και κοινοτικό), τις διατάξεις που συμφωνήθηκαν μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και των οργάνων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σχετικά με τη χρηματοδότηση, διαχείριση και έλεγχο στο πλαίσιο των κοινοτικών διαρθρωτικών ταμείων". Συνεπώς, η εν λόγω σύμβαση παροχής υπηρεσιών διέπεται από το ελληνικό εσωτερικό ουσιαστικό δίκαιο και τις ισχύουσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, φέρει δε τα χαρακτηριστικά διοικητικής σύμβασης, αφού το κράτος έχει συμβληθεί ως φορέας δημόσιας εξουσίας και οι διαφορές που δημιουργούνται κατά την υλοποίηση των όρων της είναι διαφορές δημοσίου δικαίου και συγκεκριμένα διοικητικές διαφορές ουσίας υπαγόμενες στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (άρθρο 1 περ. ι' Ν. 1406/1983). Για την έγκυρη υπαγωγή σε διαιτησία διοικητικών διαφορών, απαιτείται, εκτός των άλλων, και "...ότι η διαιτησία προβλέπεται από σχετική νομοθετική διάταξη...". γ) Επειδή το νομοθετικό καθεστώς, που ρυθμίζει την επίμαχη διοικητική σύμβαση και μνημονεύεται τόσο στο άρθρο 10 της προκήρυξης 14524/23-11-2006 (Οδηγία 2004/18 ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε), όσο και το προοίμιό της με αύξοντες αριθμούς 8, 9, 13, 14, 25 και κατά το μέρος που δεν αντίκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, στερείται σχετικής πρόβλεψης, ο προαναφερθείς όρος του άρθρου 15 της Συγγραφής Υποχρεώσεων για την επίλυση με εσωτερική διαιτησία των διαφορών που θα δημιουργηθούν από την εκτέλεση της επίμαχης σύμβασης, είναι μη νόμιμος. Περαιτέρω δε καθ' υποφοράν ισχυριζόταν τα εξής: α) Το εν λόγω δίκαιο, όπως δέχθηκε και η μειοψηφία, "....αποτελεί συμβατικό δίκαιο και όχι ρητή νομοθετική πρόβλεψη, κατά τα προεκτεθέντα...". β) Αν η επίμαχη συμβατική ρήτρα είχε έρεισμα στο συμβατικό δίκαιο και δη στο άρθρο 24 παρ. 2 περ. θ'του Π.Δ. 349/1996 που ορίζει ότι "...2. Η σύμβαση περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της προμήθειας και τουλάχιστον τα εξής:...θ. Τον τρόπο επίλυσης των τυχόν διαφορών", το ενάγον υπόστηρίζει τα εξής: Η σχετική κανονιστική ρύθμιση (περ. θ' άρθρου 24 παρ. 2 Π.Δ. 394/1996) έχει έρεισμα στο άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2285/1995, που ορίζει "...2. Ο Κ.Π.Δ. θεσπίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου και περιέχει:... δ) τις προθεσμίες, τους όρους και τις προϋποθέσεις ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής...". Από την ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ν. 2286/1995 που εξουσιοδότησε τη Διοίκηση καθώς επίσης και κανονιστική ρύθμιση που εκδόθηκε σε εκτέλεσή του (περ. θ'άρθρου 24 παρ. 2 Π.Δ. 394/1996) δεν προβλέπουν δυνατότητα επίλυσης των διαφορών που ρυθμίζουν με διαιτησία. Επί των άνω νομικών και πραγματικών δεδομένων που περιέχονταται στην ένδικη αίτηση ακυρώσεως της προσβαλλόμενης διαιτητικής αποφάσεως πρέπει να σημειωθούν τα εξής: 1. Στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2286/1995 περί "Προμηθειών του δημόσιου τομέα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", στο πεδίο εφαρμογής του οποίου (άρθρο 1 παρ. 1) "υπάγονται οι κάθε είδους προμήθειες αγαθών που ενεργούνται από: α) το Δημόσιο...", στην μεν διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 ορίζεται ότι "η σύναψη και η εκτέλεση των συμβάσεων προμηθειών του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ..... γίνονται σύμφωνα με τον Κανονισμό Προμηθειών Δημοσίου (Κ.Π.Δ.)", στη δε διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 ορίζεται ότι "Ο Κ.Π.Δ. θεσπίζεται με προεδρικό διάταγμα... και περιέχει (μεταξύ των άλλων): α) τους όρους τις προϋποθέσεις διενέργειας των προμηθειών, τις διαδικαστικές ενέργειες, τα κριτήρια συμμετοχής..., στ) τις προθεσμίες των επί μέρους διαδικασιών, τη σύσταση των συλλογικών οργάνων που συμμετέχουν στη σύναψη και εκτέλεση των συμβάσεων προμηθειών των επί μέρους φορέων, τον τρόπο διοικητικής επίλυσης των διαφορών που ανακύπτουν μέχρι την ολοκλήρωση της προμήθειας, τις χρηματικές κυρώσεις (πρόστιμα, κατάπτωση ποινικής ρήτρας ή εγγυοδοσίας κ.λπ., αποκλεισμό εν όλω ή εν μέρει κ.λπ.), οποιαδήποτε άλλη διοικητική κύρωση στους μη εκπληρώνοντες τις ανειλημμένες υποχρεώσεις τους και κάθε άλλο θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή του νόμου αυτού". Εφόσον δε στην τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται ότι το Προεδρικό Διάταγμα που θα εκδοθεί σε εκτέλεση του περιέχει και κάθε άλλο θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή του νόμου αυτού", υπάρχει σαφής πρόβλεψη και εξουσιοδότηση να περιληφθεί σ'αυτό και ο τρόπος επίλυσης τυχόν διαφορών που ανακύπτουν στις συμβάσεις προμηθειών του Δημοσίου, περιλαμβανόμενης και της προσφυγής στη διαιτησία. 2. Σε εκτέλεση του Ν. 2286/1995 εκδόθηκε το ΠΔ 394/1996 (ΦΕΚ Α'266/1996) περί "Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου (Κ.Π.Δ.)", το οποίο καλύπτει την ένδικη σύμβαση, που καταρτίσθηκε με ανάθεση την 2-10-2007 (ενώ το ΠΔ 118/2007 (ΦΕΚ Α'150/2007) που τροποποίησε το ΠΔ 394/1996 (χωρίς μεταβολή των αναφερομένων άρθρων), ισχύει από 1-1-2008, σύμφωνα με το άρθρο 42 του ΠΔ 118/2007) και το οποίο στην μεν παράγραφο 1 του άρθρου 24 ορίζει ότι "μετά την ανακοίνωση κατακύρωσης ή ανάθεσης καταρτίζεται από την Υπηρεσία η σχετική σύμβαση που υπογράφεται και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη", στη δε παρ. 2 προβλέπει ότι "η σύμβαση περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της προμήθειας και τουλάχιστον τα εξής:... α.Τον τόπο και χρόνο υπογραφής της σύμβασης.... θ.Τον τρόπο επίλυσης των τυχόν διαφορών....". 3. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται σαφώς ότι εφόσον, ο Κ.Π.Δ. που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση των άνω νομοθετικών διατάξεων επιτρεπτά προέβλεψε ότι η σχετική σύμβαση θα προβλέπει και τον τρόπο επίλυσης των διαφορών, γενικά (και χωρίς κανένα περιορισμό) αλλά και περιέχει και οποιοδήποτε θέμα αναγκαίο για την σύναψη και την εκτέλεση των συμβάσεων προμηθειών του Δημοσίου, β) μεταξύ των θεμάτων αυτών περιλαμβάνονται και ο τρόπος επίλυσης των τυχόν διαφορών που ανακύπτουν από την εκτέλεση της σύμβασης προμηθειών, επακόλουθο είναι να μην μπορεί να αποκλεισθεί η διατησία ως τρόπος επίλυσης των διαφορών, που επιλέγεται από τα συμβαλλόμενα μέρη και αναγνωρίζεται από το δίκαιο (κατά τα προεκτεθέντα), ως τρόπος επίλυσης των διαφορών. Η διάταξη δε του άρθρου 94 του Συντάγματος που προβλέπει την υπαγωγή των διοικητικών διαφορών στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, κατά την αληθή της έννοια, δεν απαγορεύει στη Διοίκηση και το αντισυμβαλλόμενο μέρος να υπαγάγουν, με συμφωνία τους, σε διαιτησία συγκεκριμένη διαφορά που προέρχεται από συμβάσεις του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ για συγκεκριμένη έννομη σχέση εφόσον η διαιτησία προβλέπεται και από σχετική νομοθετική διάταξη. (Α.Ε.Δ. 24/1993, πρβλ. ΣτΕ 752/2008). Έτσι, η δικαιοδοσία του διαιτητικού δικαστηρίου, η οποία δημιουργείται με διάταξη της σύμβασης, μπορεί να ορίζεται ρητά ως αποκλειστική. Άλλωστε, σε περίπτωση αποκλεισμού της διαιτησίας ως τρόπου επίλυσης των διαφορών, μοναδικός τρόπος επίλυσης των θεμάτων που προκύπτουν από τη σύμβαση θα ήταν η έννομη προσφυγή στα δικαστήρια, η οποία, ωστόσο, προβλέπεται από το Σύνταγμα και από το νόμο, οπότε δεν χρειαζόταν νέα πρόβλεψή της και στον Κανονισμό Προμηθειών Δημοσίου. Οι ανωτέρω διατάξεις, του ΠΔ 394/1997 και του Ν. 2286/1995 δεν μπορεί να θεωρηθούν "συμβατικό δίκαιο", αλλά συνιστούν νομοθετική πρόβλεψη, δοθέντος ότι ο όρος "συμβατικό δικαιο" είτε παραπέμπει σε συμβατικούς όρους είτε χαρακτηρίζει το σύνολο των διεθνών συμβατικών κανόνων που αποτελούν προϊόντα συμφωνιών μεταξύ ανεξάρτητων κρατών. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση ο Κ.Π.Δ., κατ' ορθή ερμηνεία, περιείχε πρόβλεψη για τη δυνατότητα συμπερίληψης στις εκδοθησόμενες συμβάσεις ρήτρας διαιτησίας, με επακόλουθο η ρήτρα διαιτησίας, που έχει περιληφθεί στην επίμαχη σύμβαση κατ' επιλογή των συμβαλλομένων μερών, να είναι νόμιμη και νομότυπα να έχει υπαχθεί η ένδικη διαφορά υπό την κρίση του προαναφερόμενου διαιτητικού δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβληθείσα ενώπιον του Εφετείου απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι το προαναφερόμενο διαιτητικό δικαστήριο που επιλήφθηκε της άνω διαφοράς είχε δικαιοδοσία προς τούτο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 897 αριθ. 1 και 4 και 901 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Πολ.Δ. και επομένως, ο μοναδικός αντίθετος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κριση αίτηση αναιρέσως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-10-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 2601/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ