Αριθμός 466/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν.-Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Πυρπυρή. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Γκολφινοπούλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6775/1990 του ίδιου Δικαστηρίου 6977/1992 του Εφετείου Αθηνών που ανέπεμψε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε τις αποφάσεις 4658/1994 μη οριστική και 7249/2005 οριστική επί της οποίας ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 349/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-5-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 11-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η υπό κρίση, από 3-5-2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 466/6-5-2010, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 349/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553,556, 558, 564 παρ.1, 566, 574 και 577 του Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Επειδή, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτου και του δανειστού κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπληρώσεως της παροχής, κατά συνέπειαν δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλομένη, σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη. Λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών νομοθετικών μεταβολών, που επήλθαν μετά την υπογραφή της συμβάσεως, μετεβλήθησαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ' απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.Α.Π. 927/1982, Α.Π. 524/2008). Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (ετεροβαρούς ή αμφοτεροβαρούς), επέρχεται μεταβολή των συνθηκών, η οποία δεν συγκεντρώνει μεν τους όρους του άρθρου 388 του Α.Κ., καθιστά όμως, την εκπλήρωση της παροχής, για κάποιο εκ των συμβαλλομένων μερών, ιδιαιτέρως επαχθή, σε βαθμό, όμως, τέτοιο, ώστε να υπερβαίνεται ο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κίνδυνος που μπορούσε να αναλάβει το συμβαλλόμενο αυτό μέρος. Τούτο συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποία το τέλος χαρτοσήμου τιμολογίων, που εκδίδει ο ανάδοχος δημοσίου έργου, κατά την εξόφληση του εργολαβικού του ανταλλάγματος, ανατιμάται, μετά την υποβολή της προσφοράς του, λόγω αυξήσεως, με νεότερο νόμο, του τέλους αυτού, εφόσον όμως ο ανάδοχος, ο οποίος καταβάλλει το τέλος αυτό, επιβαρυνθεί σε βαθμό, που υπερβαίνει τον προαναφερόμενο κίνδυνο (ΑΠ 187/1990 , ΣτΕ 565/1992 , ΣτΕ 566/1992). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 4 του ν. 889/1979 "περί αναθεωρήσεως των τιμών εκτελέσεως δημοσίων έργων", που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση (άρθρα 9 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού, 10, 27 παρ. 2, 28 παρ. 1 στοιχ. γ' του ν. 1418/1984, όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 27 τροποποιήθηκε με τα άρθρα 15 παρ. 4, 5 του ν. 1561/1985) ορίζεται, ότι, στις προκαταβολές που χορηγούνται για κάθε αιτία, η παρακράτηση που πραγματοποιείται σε κάθε αναθεωρητική περίοδο, για την απόσβεσή τους, αφαιρείται, συμμέτρως, από το σύνολο των εργασιών που εκτελούνται κατά την αναθεωρητική αυτή περίοδο και μόνο για το υπόλοιπο υπολογίζεται η αναθεώρηση. Με τη διάταξη αυτή αποκλείσθηκε ο υπολογισμός στο αναθεωρητέο ποσό και των προκαταβολών που δόθηκαν. Και τούτο διότι, στις περιπτώσεις αυτές, ο ανάδοχος δεν διατρέχει κίνδυνο, να υποστεί εφεξής ζημία από τυχόν ανατίμηση των ειδών, αφού του παρεσχέθησαν η ευχέρεια και τα οικονομικά μέσα να τα προμηθευθεί. Ο νομοθέτης απέβλεψε στην αποκατάσταση της πραγματικής ζημίας, που θα μπορούσε να προκληθεί στον ανάδοχο του έργου, σε κάθε αναθεωρητική περίοδο από την ανατροπή των τιμών που υπολόγισε κατά τη δημοπράτηση του έργου και όχι στον πλουτισμό του, που θα προέκυπτε αδικαιολόγητα από το συνυπολογισμό των προκαταβολών στο αναθεωρητέο ποσό. Η ανωτέρω διάταξη, ενόψει του επιδιωκομένου με αυτή σκοπού και του δημοσίου συμφέροντος για την εκτέλεση των δημοσίων έργων, είναι δημοσίας τάξεως και δεν μπορεί να αποκλειστεί η εφαρμογή της με την ιδιωτική βούληση, με την έννοια της συνάψεως αντιθέτου περιεχομένου συμβάσεως, αναφορικά με τον τρόπο της αναθεωρήσεως υπό το κράτος της ισχύος της (Ολ.Α.Π. 274/1971, ΑΠ 1459/1998, ΑΠ 1240/1989, ΣτΕ 1290/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής : "Στις αρχές του έτους 1980, ο ενάγων, πολιτικός μηχανικός και εργολάβος δημοσίων έργων, με διαδοχικές εργολαβικές συμβάσεις που κατάρτισε με την εναγομένη, ανώνυμη εταιρία...(ΟΤΕ), κατόπιν ανάδειξής του ως τελευταίου μειοδότη σε δημόσιους μειοδοτικούς διαγωνισμούς, ανέλαβε την εργολαβική εκτέλεση ... έργων της εναγομένης... σύμφωνα με τους όρους των εν λόγω συμβάσεων και τα αναπόσπαστα τυποποιημένα παρακολουθήματά τους, δηλαδή τη Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων (ΓΣΥ), την Τεχνική Συγγραφή Υποχρεώσεων, την Τεχνική Περιγραφή Δικτύων κ.λ.π.. Κατά το άρθρο 3 παρ. 2 της τυποποιημένης ΓΣΥ της εναγομένης "τα κατά τον ισχύοντα κώδικα περί τελών χαρτοσήμου τέλη βαρύνουν εξ ολοκλήρου τον ανάδοχο". Με βάση τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 47 και 67 του ν. 1249/1982 ... από τις 9 Μαρτίου 1982, αυξήθηκαν τα αναλογικά τέλη χαρτοσήμου τιμολογίων και καθορίστηκαν σε 3,6%, αντί 2,4%, που ανέρχονταν ως τότε. Αποτέλεσμα της αύξησης αυτής ήταν, να επιβαρυνθεί ο ενάγων, ως ανάδοχος των εκτελούμενων τότε δημοσίων έργων του ΟΤΕ, ο οποίος κατά τα προαναφερθέντα, βαρύνονταν, με την καταβολή των τελών αυτών, κατά το ποσό των 458.913 δραχμών, που αναλογεί στην επιπλέον διαφορά 1,2% (3,6%-2,4%) του συντελεστή χαρτοσήμου. Η επιβάρυνση, όμως, αυτή, λόγω της ισόποσης αύξησης του τιμολογιακού τέλους χαρτοσήμου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει τον κίνδυνο που μπορούσε να αναλάβει ο ανάδοχος ενός δημόσιου έργου, η δε άρνηση της εναγομένης να καλύψει την εν λόγω επιβάρυνση του ενάγοντος, την οποία υφίστανται, γενικά, όλοι οι εργολάβοι, ως άσκηση απλώς δικαιώματος που απορρέει από τη σύμβαση, δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλόπιστη και σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση της παροχής της, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, ενόψει και του ότι οι επίδικες συμβάσεις ...,για τις οποίες ο ενάγων ζητεί διαφορές χαρτοσήμου, αφορούσαν συνολικό ποσό 86.426.816 δραχμών, χωρίς την αναθεώρηση, όπως συνομολογεί ο ενάγων..., με αποτέλεσμα από μόνη την εν λόγω επιβάρυνση, ποσού 458.913 δραχμών, να μην ανατρέπεται η οικονομική ισορροπία των συμβάσεων. Συνεπώς, η σχετική αξίωση του ενάγοντος είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη και όσα για το αντίθετο υποστηρίζει ο εκκαλών-ενάγων, με τον πρώτο λόγο της έφεσης του, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι τα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα της εναγομένης υπολόγιζαν την απόσβεση των προκαταβολών, που χορηγούσε στον ενάγοντα καθυστερημένα η εναγομένη, με τις αρχικές τιμές των εργολαβικών συμβάσεων (τιμές του χρόνου δημοπράτησης) και όχι με τις αναθεωρημένες τιμές του χρόνου χορήγησης των προκαταβολών. Ο υπολογισμός αυτός, ορθώς, έγινε με τις τιμές του χρόνου δημοπράτησης και όχι με τις αναθεωρημένες τιμές του χρόνου χορήγησης των προκαταβολών, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών, με το δεύτερο λόγο της έφεσης". Με βάση τις παραδοχές του αυτές και τις προεκτεθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και συγκεκριμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 του Α.Κ. και 3 παρ. 4 του ν. 889/1979 και συνεπώς δεν υπέπεσε στην εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων τούτων, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων με τους δύο πρώτους λόγους της αιτήσεώς του, που αφορούν αντιστοίχως τις απορριφθείσες αγωγικές του αξιώσεις περί επιδικάσεως σ' αυτόν των χρηματικών ποσών των 485.913 και 1.079.830 δραχμών (πλέον τόκων υπερημερίας), λόγω αυξήσεως του τέλους χαρτοσήμου των εκδοθέντων τιμολογίων και εσφαλμένου υπολογισμού της αποσβέσεως των προκαταβολών, που του χορηγήθηκαν, με τις αρχικές τιμές των εργολαβικών συμβάσεων (τιμές του χρόνου δημοπρατήσεως) και όχι με τις αναθεωρημένες τοιαύτες του χρόνου χορηγήσεως αυτών. Επομένως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι. Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μαρτύρων, εγγράφων κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα επίδικα (Α.Π. 109/2012). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. Α.Π. 2/2008). 'Εγγραφα, κατά το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως η απόφαση. Δεν αποτελούν όμως έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων. Η παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός (Α.Π. 25/2011). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της αποφάσεως , ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 31/2011, 226/2012). Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο, καθόσον αφορά το έργο Πάτρας-Καλαβρύτων, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη διαδικασία μέρος τους τα εξής: "Το έργο αυτό κατακυρώθηκε στον ενάγοντα, δυνάμει της με αριθμό 1636/19-8-1980 απόφασης.... Ο ενάγων εγκαταστάθηκε στο χώρο του έργου στις 6-10-1980, η δε συμβατική προθεσμία αποπεράτωσής του ήταν 300 ημέρες. Με τη, με αριθμό 1777/22-3-1983, απόφαση, εγκρίθηκε αύξηση της αρχικής συμβατικής προθεσμίας κατά 50 ημερολογιακές ημέρες. Το έργο αποπερατώθηκε στις 30-6-1982... με υπέρβαση της συμβατικής προθεσμίας κατά 282 ημερολογιακές ημέρες. Με το, με αριθμό 521.235/795738, έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Κατασκευών δικτύων της εναγομένης, γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα, ότι, από τις 282 ημέρες της παραπάνω υπέρβασης της συμβατικής προθεσμίας περάτωσης του έργου, κρίθηκαν δικαιολογημένες οι 122 ημέρες, ενώ οι υπόλοιπες 160, με τη, με αριθμό 1845/19-7-1984 (θ-15), απόφαση του ΔΣ της εναγομένης..., κρίθηκαν ως αδικαιολόγητες και επιβλήθηκε σε βάρος του ποινική ρήτρα 707.000 δραχμών. Με τη, με αριθμό 1777/22-3-1983 (θ-18), απόφαση, εγκρίθηκε συμπληρωματική δαπάνη 1.600.000 δραχμών, για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, ενώ με τη, με αριθμό 1716/22-2-1982 (θ-13,) απόφαση, εγκρίθηκε η εκτέλεση νέων εργασιών και οι αντίστοιχες τιμές τους... Ο ενάγων εκτέλεσε, πράγματι, νέες εργασίες, που αφορούσαν καταπτώσεις, μόρφωση τάφρου ομβρίων και επίχωση με αμμοχάλικο, οι οποίες εγκρίθηκαν και πληρώθηκαν με καθυστέρηση από τις υπηρεσίες της εναγομένης. Από κανένα, όμως, στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι η καθυστέρηση των 160 ημερών που κρίθηκαν αδικαιολόγητες από την εναγομένη, δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του ενάγοντος. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι η παραπάνω υπέρβαση οφειλόταν, αφενός μεν στις συχνές και αδικαιολόγητες διακοπές των εργασιών από μέρους του εργολάβου, αφετέρου δε στο πρόβλημα συντονισμού των συνεργείων από τον υπεργολάβο-εργοδηγό του έργου κ. Κ. .. Ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι η καθυστέρηση οφείλεται στην εκτέλεση νέων εργασιών και την καθυστέρηση έγκρισης και πληρωμής τους. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, είναι αβάσιμος, αφού, όπως αποδείχθηκε, για την εκτέλεση των πρόσθετων εργασιών, δικαιολογήθηκε από την εναγομένη παράταση της συμβατικής προθεσμίας κατά 122 ημέρες, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ότι η παράταση αυτή δεν επαρκούσε για την αποπεράτωση των εν λόγω εργασιών. Επιπλέον, ο ενάγων, ως αιτία της καθυστέρησης, επικαλείται απρόβλεπτες δυσμενείς τοπικές και καιρικές συνθήκες εκτέλεσης του έργου, παρεμβάσεις της Νομαρχίας Αχαΐας και ατελή μελέτη κατά τη δημοπράτηση του έργου... Οι παραπάνω ισχυρισμοί του ενάγοντος από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν, αφού και ο μάρτυράς του, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Ε. Κ., ο οποίος εργάστηκε ως εργοδηγός στο επίδικο έργο, πέρα από την ύπαρξη των καταπτώσεων στο οδόστρωμα, δεν κατέθεσε τίποτα σχετικά με τα παραπάνω εμπόδια. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4 περ. ε' της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων (ΓΣΥ), ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει από τον εργοδότη ανάλογη παράταση των προθεσμιών στις εξής περιπτώσεις "α)... β)... γ)... δ)... ε) εάν λίαν δυσμενείς καιρικαί συνθήκαι εμποδίζουν την ομαλήν πρόοδον των εργασιών διαπιστουμένης εγγράφως υπό της επιβλεπούσης Υπηρεσίας υποχρεούται όμως ο ανάδοχος να αναγγέλλη εγγράφως εις την εργοδότιδα την επέλευσιν τοιαύτης ως άνω και υπό τα στοιχεία α, β, γ, δ, ε, περιπτώσεως εντός τριών ημερών από ταύτης άλλως η ανωτέρα βία κ.λ.π. δεν λαμβάνονται υπ' όψιν." Από κανένα, όμως, στοιχείο δεν προέκυψε η αναγγελία προς την εναγομένη των επικαλούμενων ως άνω δυσμενών καιρικών συνθηκών". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε αδικαιολόγητη την υπέρβαση από τον εκκαλούντα ήδη αναιρεσείοντα της συμβατικής προθεσμίας του έργου κατά 160 ημέρες, και συνακολούθως νόμιμη την επιβολή σε βάρος του ποινικής ρήτρας 707.000 δραχμών και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεως, με τον οποίο παρεπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αγωγικών του αιτημάτων του να αναγνωριστεί η υποχρέωση της κυρίας του έργου εταιρείας α) να ακυρώσει την περί επιβολής σ' αυτόν ποινικής ρήτρας ως άνω αποφάσεως του Διοικητικού της Συμβουλίου, β) να εγκρίνει παράταση της συμβατικής προθεσμίας του έργου (με Αναθεώρηση Τιμών) μέχρι την αποπεράτωση του στις 30-6-1982 και γ) να του καταβάλει το επιπλέον ποσό, που θα προκύψει από τον αναπροσδιορισμό της αναθεωρήσεως του ν. 889/1979, λόγω της παρατάσεως της προθεσμίας και της αναθεωρήσεως μέχρι 30-6-1982), νομιμοτόκως από 30-5-1983 που θα έπρεπε να γίνει η οριστική παραλαβή του έργου. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παρεβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις, έλαβε δε υπόψη του το σύνολο των μετ' επικλήσεως νομίμως ενώπιον αυτού προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με τα προαναφερθέντα ουσιώδη ζητήματα της υποθέσεως. Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση αφ' ενός μεν της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ. , συνισταμένη στη μη λήψη υπόψη των καταθέσεων των μαρτύρων αυτού, που περιέχονται στα υπ' αριθμ.533/1995 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ειδικότερα του μάρτυρος Ε. Κ., που απασχολήθηκε ως εργοδηγός στο εκτελεσθέν έργο, αφ' ετέρου δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι κατά την ερμηνεία της επιδίκου συμβάσεως και την διαμόρφωση του πορίσματός δεν έλαβε υπόψη του τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. . Οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος , που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και ιδιαιτέρως του εξ αυτών Ε. Κ., αφού πέραν της βεβαιώσεώς του στην απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε πλην άλλων και τις ανωτέρω καταθέσεις, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν εξέτασε μάρτυρα, μνημονεύει και ειδικώς την κατάθεση του προειρημένου μάρτυρος, με την επισήμανση ότι δεν περιέχει στοιχεία ικανά για την απόδειξη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Επίσης το Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από το προπαρατεθέν απόσπασμα της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, που αφορά την επίμαχη εργολαβική σύμβαση, δεν έκρινε ότι η σύμβαση αυτή έχει ασάφειες ή κενά και δεν προέβη ως εκ τούτου σε ερμηνεία της ούτε συνήγαγε ερμηνευτικώς το πόρισμά του, αλλ' αξιολογώντας τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκομίσθησαν ενώπιόν του , έκρινε ότι η καθυστέρηση παραδόσεως του έργου, την οποία αφορούσε η εν λόγω σύμβαση οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος. Άλλωστε και ο τελευταίος δεν προσδιορίζει ειδικότερα τις ασάφειες ή τα κενά της επιδίκου εργολαβικής συμβάσεως ως προς τα οποία παρεβιάσθησαν, κατά τους ισχυρισμούς του, οι προδιαληφθείσες ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αλλ' αναφέρει αορίστως ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση της κρίσεώς του, έσφαλε, διότι δεν έλαβε υπόψη του τις εν λόγω διατάξεις που αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και καθεμιά συμπληρώνει την άλλη και διότι το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ερμηνευτικώς δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμος, ενώ κατά το σκέλος του , κατά το οποίο υπό την επίκληση των ιδίων ως άνω παραβάσεων και των λοιπών πλημμελειών που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, πλήττεται η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων τυγχάνει απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως προς το έργο Άνδρου-Κορθίου, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη διαδικασία μέρος τους, τα εξής: "Το έργο αυτό, που αφορούσε την τοποθέτηση καλωδίων κατά μήκος του επαρχιακού δρόμου Άνδρου - Κορθίου, για την τηλεφωνική ζεύξη της Άνδρου (χώρας) με το Κόρθι, κατακυρώθηκε με τη με αριθμό 1691/11-9-1981/0.10 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης και καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η από 12-10-1981 σύμβαση εργολαβίας, ο δε ενάγων εγκαταστάθηκε στο έργο στις 9-12-1981. Η συμβατική προθεσμία του έργου ήταν 140 ημερολογιακές ημέρες. Με την 1732/25-5-1982/Θ14 απόφαση του Δ.Σ της εναγομένης, εγκρίθηκε η αύξηση της αρχικής συμβατικής προθεσμίας κατά 30 ημερολογιακές ημέρες, καθώς και συμπληρωματική δαπάνη από 3.185.000 δραχμές, για νέες εργασίες. Σύμφωνα με τη βεβαίωση περαίωσης του έργου, οι εργασίες τελείωσαν στις 10-12-1982, σημειώθηκε δε υπέρβαση της συμβατικής προθεσμίας κατά 197 ημέρες. Κατόπιν της με αριθμό 521.253/443/21-7-1987 απόφασης του Βοηθού Γενικού Διευθυντή Επενδύσεων της εναγομένης, εγκρίθηκε γενική παράταση της προθεσμίας κατά 44 ημερολογιακές ημέρες και ειδική κατά 153 ήμερες, χωρίς την επιβολή ποινικής ρήτρας. Τα καλώδια του ΟΤΕ, κατά κανόνα, τοποθετούνταν στον πυθμένα εκσκαπτόμενης τάφρου, με πλάτος 0,40μ και βάθος 0,70 μ. και επικαλύπτονταν με στρώμα άμμου πάχους 0,15μ και μία σειρά από τούβλα. Το υπόλοιπο της τάφρου επιχωνόταν με κατάλληλα προϊόντα, ανάλογα με τις προβλέψεις της μελέτης του έργου και τις σχετικές εντολές του πολιτικού μηχανικού. Η πριν την εκσκαφή κατάσταση αποκαθίστατο με δαπάνες του εργολάβου... Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω του απόκρημνου και βραχώδους εδάφους, η τοποθέτηση των καλωδίων προβλεπόταν από τη μελέτη να γίνει κατά μήκος της τάφρου των ομβρίων του δρόμου... Σύμφωνα δε με ρητή επιταγή της άδειας κατασκευής του έργου, που είχε χορηγήσει η Διεύθυνση Τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχίας Κυκλάδων, τα καλώδια έπρεπε να τοποθετηθούν σε βάθος ασφαλείας 0,80 μ κάτω από τη θεωρητική βαθιά γραμμή της τάφρου ομβρίων, δηλαδή, σε βάθος 1,20 μ. (0.80 + 0,40) κάτω από το κατάστρωμα. Πράγματι, ο επιβλέπων μηχανικός... έδωσε εντολή στον ενάγοντα για την τοποθέτηση των καλωδίων σε βάθος 1,20 μέτρων κάτω από το κατάστρωμα του δρόμου, όπως δηλαδή καθόριζε η άδεια της Νομαρχίας. Στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, με την με αριθμό 732/25-5-82/θ 14, απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, εγκρίθηκε, για το σκοπό αυτό, συμπληρωματική πίστωση, ποσού 3.185.000 δραχμών. Σε εκτέλεση της παραπάνω εντολής, ο ενάγων έσκαψε τάφρο μήκους 11.310 μέτρων, εκεί όπου η τάφρος ομβρίων του δρόμου δεν ήταν διανοιγμένη, με βάθος 1,20 μ. και πλάτος 0.60 μ. Η αύξηση του πλάτους της τάφρου από 0,40 μ. σε 0,60 μ. έγινε με πρωτοβουλία του ενάγοντος, χωρίς προηγούμενη εντολή του επιβλέποντος το έργο μηχανικού και, συνεπώς, γι' αυτή δεν δικαιούται ο ενάγων πρόσθετη αμοιβή. Το ότι η αύξηση του πλάτους της τάφρου από 0,40 μ. σε 0,60 μ. έγινε χωρίς την εντολή του επιβλέποντος μηχανικού, εξάγεται και από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Ε. Κ. .. Εξάλλου, ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής, ότι σκάψανε τάφρο βάθους 1,20 μ. με πλάτος, "κατά αναπόδραστη ανάγκη", 0,60 μ., στη δε ένσταση που υπέβαλε με αριθμό πρωτοκόλλου 331220/7-2-1983 αναφέρει "...γι' αυτό άλλωστε στην τσάπα που έσκαψε αυτή την τάφρο βάλαμε κουβά πλάτους 0,60 μ.", ομολογώντας, έμμεσα, ότι με δική του πρωτοβουλία αύξησε το πλάτος της τάφρου σε 0,60 μ. Περαιτέρω, στην Τεχνική Περιγραφή Δικτύων, για το έργο ΑΝΔΡΟΥ-ΚΟΡΘΙΟΥ αναγράφονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "αντικείμενο του έργου είναι η διάνοιξη τάφρων επί οδοστρωμάτων και πεζοδρομίων οδών ή ακαλύπτων χώρων, η εντός τέτοιων τάφρων τοποθέτηση τηλεφωνικών καλωδίων μετά άμμου και τούβλων" (άρθρο 2) "ο εργολήπτης υποχρεούται να ανορύξη τας τάφρους κατά την εν τοις σχεδίοις εμφαινόμενη διαδρομή και κατά τις υποδείξεις του επιβλέποντος μηχανικού", (κεφάλαιο δεύτερο παράγραφος 1)...(παρ. 3) "η κατά κανόνα βασική διατομή τοιούτων τάφρων είναι 0,40 μ. καθαρόν πλάτος εις τον πυθμένα της τάφρου και 0,70 μ. καθαρόν βάθος υπό την οριστικήν στάθμην του οδοστρώματος ή του πεζοδρομίου. Τυχόν διαφόρους διαστάσεις θέλει καθορίσει επί τόπου μόνον ο επιβλέπων μηχανικός και δη μόνον λόγω τοπικών συνθηκών ή εκ των τεχνικώς καθαρώς λόγων. Ο επιβλέπων μηχανικός δικαιούται να ζητήση αύξησιν του βάθους εις ας περιπτώσεις και σημεία τούτο απαιτείται λόγω συναντήσεως εμποδίων εκ ξένων υπογείων εγκαταστάσεων...Τας κατά κρίσιν του επιβλέποντος Μηχανικού αυξομειώσεις των διαστάσεων είναι υποχρεωμένος να δέχηται ο εργολήπτης ..." (Κεφάλαιο Ε) "ΑΥΞΗΣΙΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ ΤΑΦΡΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΙ. 1, Ρητώς διασαφηνίζεται, ότι, η βασική διατομή δια τάφρους μετά άμμου και τούβλων είναι 0,40 Χ 0,70 μ." (παρ. 3) "Επί πλέον χωματουργικά λόγω αδικαιολογήτου αυξήσεως πλάτους πέραν του κανονικού ή λόγω αδικαιολογήτου αυξήσεως του βάθους άνευ εντολής του επιβλέποντος μηχανικού δεν αποζημιούνται τω εργολήπτη"... "δια τάφρους της κατηγορίας 40 Χ 70 και 0,50 Χ 1.00 ένθα δι' ειδικούς λόγους αυξάνεται το βάθος πέραν των 1.00 μέχρι συνολικώς 1.50 μ δικαιολογείται αύξησις του πλάτους μέχρι συνολικώς 0,60" (παρ. 5) "εφόσον η αύξησις των διαστάσεων πέραν των κανονικών διετάχθη υπό του επιβλέποντος τότε και μόνο οι επί πλέον χωματουργικοί εργασίαι πληρώνονται τω εργολήπτη". Επίσης, στο άρθρο 14 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων του εν λόγω έργου, αναφέρεται, ότι "η εργοδότις υποχρεούται όπως παραδώση προοδευτικώς εις τον ανάδοχον προ της ενάρξεως των εργασιών τα κατασκευαστικά σχέδια εν τω συνόλω των ή προοδευτικώς αυτή δε καθορίζει τον προγραμματισμόν ως και την σειράν εκτελέσεως των διαφόρων τμημάτων του έργου. 2. Ο ανάδοχος υποχρεούται να εφαρμόζει πιστώς τα παραδιδόμενα εις αυτόν υπό της εργοδότιδος σχέδια και να συμμορφούται προς τας εγγράφους οδηγίας ταύτης δια την πλήρη και τελείαν αποπεράτωσιν του έργου. 3... Ο ανάδοχος ουδεμίαν δύναται να επιφέρει τροποποίησιν επί των σχεδίων, υποχρεούται δε τη εντολή της εργοδότιδος να ανακατασκευάζη τα έργα τα οποία δεν είναι σύμφωνα προς τα σχέδια και τους συμπεφωνημένους όρους". Κατ' ακολουθίαν, σύμφωνα με την συμβατική δέσμευση του ενάγοντος, το πλάτος της τάφρου μπορούσε να αυξηθεί από 0,40 μ σε 0,60 μ., μόνο μετά από συγκεκριμένη εντολή του επιβλέποντος μηχανικού και όχι με αυτόβουλη ενέργεια του εργοδηγού του έργου. Όσον αφορά τις διαστάσεις 29 λάκκων που σκάφτηκαν, για την τοποθέτηση ισάριθμων γειώσεων αντικεραυνικής προστασίας, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων έλαβε εντολή από τον επιβλέποντα μηχανικό για τις μεγαλύτερες, σε σχέση με τη μελέτη, διαστάσεις τους, αφού, ούτε ο μάρτυρας του και υπεύθυνος εργοδηγός του έργου κατέθεσε για το γεγονός αυτό και, συνεπώς, το σχετικό κονδύλιο της αγωγής είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Για τον ίδιο λόγο και η Επιτροπή Επίλυσης Διαφωνιών της εναγομένης απέρριψε τα παραπάνω αιτήματα του ενάγοντος. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών, κατόπιν σχετικής αξίωσης της Νομαρχίας Κυκλάδων, ο επιβλέπων μηχανικός του έργου έδωσε εντολή στον ενάγοντα, να διαμορφώσει την τάφρο ομβρίων, σε όλο το μήκος του δρόμου που έσκαβαν και τοποθετούσαν καλώδια, ανεξάρτητα εάν αυτή υπήρχε από πριν ή όχι. Έτσι, στα σημεία που δεν υπήρχε η τάφρος ομβρίων, το συνεργείο του ενάγοντος την κατασκεύασε από την αρχή. Ο τελευταίος ισχυρίζεται, ότι έκανε επιπλέον μία πρόσθετη τριγωνική εκσκαφή 1,2 Χ 0.60 (πλάτος) Χ 0.40 (βάθος), για τη διαμόρφωση της κεκλιμένης επιφάνειας της τραπεζοειδούς τάφρου, όμως, ο ισχυρισμός αυτός από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε. Για την μόρφωση της τάφρου, καθορίστηκε, ύστερα από ένσταση του ενάγοντος στην ΕΕΔ, νέα τιμή. Ειδικότερα...το ύψος της αποζημίωσης για την εν λόγω εργασία ανήλθε σε 104.025 δραχμές και όχι στο ποσό των 581.850 δραχμών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, σε σχέση με την εργολαβία Άνδρου - Κορθίου και απέρριψε τα αιτήματα της αγωγής, για καταβολή της αξίας υπεργατικών και υπερσυμβατικών εργασιών, αναφορικά με το έργο αυτό, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και ο πέμπτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως πλήττει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως , με τον οποίο αποδίδει στην απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 20, 11, 19 και 1 του Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενες αντιστοίχως : α) στο ότι παρεμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου και συγκεκριμένα της τεχνικής περιγραφής του ως είρηται έργου, δεχόμενο ότι εξ αυτής προκύπτει ότι η αύξηση του πλάτους της διανοιγείσης τάφρου έπρεπε να γίνει κατόπιν εντολής του επιβλέποντος μηχανικού της αναιρεσιβλήτου και ότι διεμόρφωσε την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στον παραμορφωθέν περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, β) στο ότι δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρος αυτής εργοδηγού του έργου Ε. Κ. , σύμφωνα με την οποία δεν μπορούσε να γίνει η εκσκαφή της τάφρου σε βάθος 1,20 μ. και πλάτος 0,45 μ. , διότι έπρεπε να χωρεί εργάτης εντός αυτής για την διαμόρφωσή της και την τοποθέτηση του καλωδίου, γ) στο ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης , διότι ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ώφειλε σ' αυτήν το ποσό των 104.025 δραχμών για την τελική διαμόρφωση των τάφρων , στη συνέχεια απορρίπτει το αίτημά της για πρόσθετη αμοιβή της για υπεργατικές και υπερσυμβατικές εργασίες και δ) στο ότι το Εφετείο με την παραδοχή του ότι η υπέρβαση εκ μέρους του των προβλεπομένων στη μελέτη διαστάσεων των 29 λάκκων προς τοποθέτηση γειώσεων αντικεραυνικής προστασίας, έγινε χωρίς εντολή του επιβλέποντος μηχανικού και την απόρριψη συνακολούθως του αντιστοίχου κονδυλίου της αγωγής του ως αβασίμου, δεν έλαβε υπόψη του τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.. Οι αποδιδόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως άνω, αιτιάσεις τυγχάνουν αβάσιμες, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο αυτής. Ειδικότερα ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί παραμορφώσεως της Τεχνικής Περιγραφής του έργου δεν ευσταθεί , αφού στο κεφάλαιο Ε αυτής που αφορά αύξηση διαστάσεων των τάφρων και πρόσθετες εργασίες και στις παρ.3 και 5 καθώς επίσης και στο άρθρο 14 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων ρητώς αναφέρεται ότι ο ανάδοχος είχε υποχρέωση για πιστή εφαρμογή των σχεδίων της εργοδότριας και συμμόρφωση προς τις έγγραφες οδηγίες αυτής και ότι επί πλέον χωματουργικές εργασίες λόγω αυξήσεως του πλάτους ή του βάθους των τάφρων χωρίς εντολή του επιβλέποντος μηχανικού δεν αποζημιώνονται. Επίσης το Εφετείο, ως ήδη εξετέθη, κατά την έρευνα του τρίτου λόγου αναιρέσεως, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρος Ε. Κ., την οποία μάλιστα και μνημονεύει ειδικότερα ως αποδεικτικό στοιχείο του γεγονότος ότι η αύξηση του πλάτους της διανοιγείσης τάφρου από 0,40 μ. σε 0,60 μ. έγινε χωρίς εντολή του επιβλέποντος μηχανικού της αναιρεσιβλήτου. Άλλο ζήτημα βεβαίως είναι ο τρόπος αξιολογήσεως της καταθέσεως του ως είρηται μάρτυρος από το Εφετείο, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το οποίο όμως εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Επί πλέον το Εφετείο δεν διέλαβε στον προσβαλλομένη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες για ζητήματα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την παραδοχή της οφειλής στον αναιρείονται του ποσού των 104.025 δραχμών, διότι το ποσό τούτου, σύμφωνα με την απόφαση, αφορούσε εργασία (διαμόρφωση τάφρου ομβρίων υδάτων) , η οποία ναι μεν δεν προβλεπόταν από την εργολαβική σύμβαση έγινε όμως κατόπιν εντολής του επιβλέποντος μηχανικού και συνεπώς ο αναιρεσείων εδικαιούτο της αντιστοίχου αμοιβής της. Τέλος το Εφετείο με την παραδοχή του ότι η υπέρβαση των προβλεπομένων στη μελέτη διαστάσεων των λάκκων προς τοποθέτηση γειώσεων αντικεραυνικής προστασίας, έγινε χωρίς εντολή του επιβλέποντος μηχανικό και την απόρριψη του σχετικού αγωγικού κονδυλίου δεν παρεβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων (χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει ειδικότερα τον τρόπο που συντελέσθηκε η συγκεκριμένη παράβαση). Περαιτέρω, το Εφετείο αναφορικά με το έργο της Σίφνου, δέχθηκε τα εξής: "Με τη, με αριθμό 1714/17-2-1982 (θ-2), απόφαση, κατακυρώθηκε το έργο στον ενάγοντα και εγκρίθηκε δαπάνη 10.620.535 δραχμών για την εκτέλεση του... Ο ενάγων εγκαταστάθηκε στο έργο στις 31-3-1982... Η συμβατική προθεσμία του έργου ήταν 150 ημέρες, ενώ...οι εργασίες τελείωσαν στις 16-10-1983, με υπέρβαση της συμβατικής προθεσμίας κατά 410 ημέρες. Με την απόφαση, με αριθμό 521.133/677/26-8-1988, της εναγομένης, δικαιολογήθηκαν 20 ημερολογιακές ημέρες της παραπάνω υπέρβασης, ενώ, για τις υπόλοιπες 390 αδικαιολόγητες, επιβλήθηκε στον ενάγοντα ποινική ρήτρα 100.000 δραχμών. Επίσης... εγκρίθηκε συμπληρωματική δαπάνη 250.000 δραχμών, καθώς και η εκτέλεση νέων εργασιών και οι αντίστοιχες τιμές τους. Σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη του έργου, στους υπεραστικούς δρόμους Απολλωνίας - Καμάρων και Απολλωνίας - Κάστρου, τα καλώδια έπρεπε να τοποθετηθούν κατά μήκος μέσα στη διαμήκη παράπλευρη τάφρο απορροής ομβρίων των δρόμων αυτών και να επιχωθούν με αμμοχάλικο του άρθρου 21 του συμβατικού τιμολογίου ή ενισχυμένο με τσιμέντο του άρθρου 43 του συμβατικού τιμολογίου. Ο ενάγων ισχυρίζεται ... ότι, προκειμένου να εκπληρώσει την παραπάνω συμβατική του υποχρέωση, σκόπευε να χρησιμοποιήσει αμμοχάλικο από χείμαρρο της περιοχής των έργων, το οποίο θα περνούσε από μικρό σπαστήρα που υπήρχε στη Σίφνο, για τη θραύση των κροκάλων, με κόστος 300 δραχμές ανά κυβικό μέτρο, τελικά, όμως, χρησιμοποίησε θραυστό αμμοχάλικο λατομείου, όπως αξίωσε ο αρχικός επιβλέπων του έργου, το οποίο μετέφερε δια θαλάσσης, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί με πρόσθετη δαπάνη 1.634.478,8 δραχμών, ήδη 4.796,71 ευρώ, την οποία η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει. Ο ισχυρισμός αυτός και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, διότι, αφενός μεν δεν εξάγεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ότι το υλικό που σκόπευε να προμηθευτεί ο ενάγων από χειμάρρους της περιοχής ήταν το προβλεπόμενο από τη σύμβαση, αφετέρου δεν προέκυψε η αξία του νέου αμμοχάλικου και η δαπάνη μεταφοράς τους μέσω θαλάσσης. Επίσης, δεν αποδείχθηκε, ότι ο επιβλέπων το έργο, προκειμένου να εξοικονομήσει δαπάνη για λογαριασμό της εναγομένης, τροποποίησε την εγκεκριμένη συμβατική μελέτη, έτσι, ώστε, η επίχωση της τάφρου των καλωδίων, στο δρόμο Απολλωνίας Καμάρων, να γίνει, κατά ένα μέρος (κυρίως) με τα προϊόντα εκσκαφής και να συμπληρωθεί με αμμοχάλικο, σκέτο (ΑΤ 21) ή ενισχυμένο (ΑΤ 43), κατά περίπτωση, κατά το επιφανειακό στρώμα, πάχους 0,30 μ.. Εάν συνέβαινε αυτό, η σχετική εντολή, σύμφωνα με τη ΓΣΥ, θα έπρεπε να δοθεί εγγράφως, αφού, μάλιστα, τροποποιούσε τη μελέτη του έργου. Συνεπώς, και αν ακόμη ο ενάγων χρησιμοποίησε, για την εκτέλεση του έργου, υλικά διαφορετικά από τα συμβατικά προβλεπόμενα, τα οποία τον επιβάρυναν οικονομικά, δεν δικαιούται να αξιώσει από την εναγομένη την καταβολή της επιπλέον δαπάνης, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 4 της ΓΣΥ, το οποίο ορίζει ότι εργασίες, οι οποίες εκτελούνται από τον ανάδοχο, χωρίς εντολή της εργοδότριας και με την αυτόβουλη απομάκρυνση του από τη σύμβαση, όπως και επιπλέον ποσότητες εργασιών, που προκύπτουν κατά την κατασκευή τμημάτων του έργου σε διαστάσεις μεγαλύτερες από αυτές των σχεδίων και των εντολών του επιβλέποντος, δεν πιστοποιούνται στους λογαριασμούς. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι κατά τη μόρφωση τάφρου στο τμήμα του δικτύου κατά μήκος του νομαρχιακού δρόμου Απολλωνίας - Κάστρου, με την έναρξη εκσκαφής της τάφρου, ο ασφαλτοτάπητας της οδού υποχωρούσε και καταστρεφόταν κάτω από τα λάστιχα των τροχών της τσάπας, καθώς τραβούσε τον κουβά της για να σκάψει την τάφρο, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί αυτός να αντικαταστήσει τον κουβά της μεγάλης τσάπας με βραχοθραυστική σφύρα, για να χαλαρώσει το βραχώδες έδαφος και να σκαφτεί η τάφρος σε χαλαρωμένο έδαφος ώστε να μη καταστρέφεται ο ασφαλτοτάπητας. Επειδή δε, με τους κραδασμούς της κρουστικής σφύρας, υποχωρούσε και καταστρεφόταν και πάλι ο ασφαλτοτάπητας, έβαζε μεγάλες λαμαρίνες κάτω από τα λάστιχα του μηχανήματος, διαδικασία, η οποία συνεπαγόταν σημαντική επιβάρυνση του προϋπολογισμένου κόστους που υπερτριπλασιάστηκε, με αποτέλεσμα για την εργασία αυτή να υποβληθεί σε πρόσθετη δαπάνη ποσού 3.651.848,2 δραχμών, δηλαδή 10.717,09 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο είναι, επίσης, απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο τριπλασιασμός του κόστους εκσκαφής του δρόμου, καθώς και ότι η μέθοδος, που επικαλείται ότι εφάρμοσε ο ενάγων, ήταν η αναγκαία και η μόνη εφικτή για την κατάσταση του συγκεκριμένου δρόμου, προκειμένου να μη καταστρέφεται ο ασφαλτοτάπητας. Εξάλλου, από την προσκομιζόμενη, με αριθμό ΤΥΑ 152/10-2-1984, επιστολή της Νομαρχίας Κυκλάδων, προκύπτει, ότι ο ενάγων προξένησε ζημιές ύψους 1.500.000 δραχμών στον επαρχιακό δρόμο Απολλωνίας-Κάστρου.... Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το, με αριθμό 521133/5191/24-9-1982 έγγραφο... Περαιτέρω... για τη διαδρομή Απολλωνίας - Κάστρου, σύμφωνα με τα τεύχη της εργολαβίας και τα σχέδια της μελέτης, η επίχωση της τάφρου έπρεπε να γίνει με αμμοχάλικο ενισχυμένο με τσιμέντα ΑΤ43 ... Κατ' ακολουθία, ήταν συμβατική υποχρέωση του ενάγοντος η εκσκαφή του απλού αμμοχάλικου και η αντικατάσταση του με ενισχυμένο, προκειμένου να εφαρμοστεί πιστά η μελέτη του έργου, η οποία είχε παραβιαστεί με την διαφορετική, από μέρους του, κατασκευή, ο δε ισχυρισμός του τελευταίου (ενάγοντος), ότι σύμφωνα με τις υποδείξεις της επίβλεψης, η πιο πάνω τάφρος, αρχικά, είχε επιχωθεί με σκέτο αμμοχάλικο, που, στη συνέχεια, με εντολή της επίβλεψης αφαιρέθηκε και αντικαταστάθηκε με ενισχυμένο αμμοχάλικο, για τη στεγανοποίηση της τάφρου των ομβρίων, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, όπως και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο των 350.048,6 δραχμών ή 1.027,29 ευρώ. Επίσης, ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι προέβη ο ίδιος σε πρόσθετη τριγωνική εκσκαφή στα τμήματα, όπου η τάφρος των καλωδίων σκάφτηκε μέσα στην τάφρο ομβρίων και, έτσι, πέραν της συμβατικής διατομής της τάφρου (0,40 μ. Χ 0,80 μ.), σκάφτηκε και το πρανές αυτής. Τούτο δε, διότι το τριγωνικό σχήμα της τάφρου ομβρίων, όπου υπήρχε, λήφθηκε υπόψη κατά τον καθορισμό του βάθους της τάφρου ...). Όσον αφορά το αγωγικό αίτημα, να αναγνωριστεί άκυρη η περικοπή της τιμής του απλού και ενισχυμένου αμμοχάλικου που του επέβαλε η επίβλεψη, για μη συμμόρφωση προς τον προβλεπόμενο από τα συμβατικά τεύχη τρόπο συμπύκνωσης του υλικού αυτού, είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Τούτο δε, διότι, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, απέρρευσε, ότι η μείωση της τιμής του απλού και του ενισχυμένου αμμοχάλικου έγινε, επειδή ο ενάγων δεν συμμορφώθηκε προς τα συμβατικά τεύχη, μολονότι τούτο του επισημάνθηκε επανειλημμένα από την επίβλεψη, όπως και ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του, αναγνωρίζοντας ότι η συμπύκνωση του αμμοχάλικου επίχωσης της τάφρου, σε ορισμένα τμήματα που ο τροχός του φορτωτή μπορούσε να μπει μέσα στην τάφρο, έγινε σε λιγότερες στρώσεις, από αυτές που προέβλεπε η μελέτη. ... Τέλος, δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων προέβη σε πρόσθετες εργασίες αποκατάστασης της επιφάνειας τμημάτων της τάφρου απορροής ομβρίων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται... Συνεπώς, το σχετικό με τις επικαλούμενες αυτές πρόσθετες εργασίες κονδύλιο της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη και όσα για το αντίθετο υποστηρίζει ο εκκαλών με τον έκτο λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Ο προβαλλόμενος με τον ίδιο λόγο έφεσης ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι έσφαλε η εκκαλουμένη που απέρριψε το αίτημα του για άρση της επιβληθείσας σε βάρος του, με την 521.133/677/26-8-1988 απόφαση της εναγομένης, ποινικής ρήτρας ποσού 100.000 δραχμών, λόγω εκπρόθεσμης, από υπαιτιότητά του, αποπεράτωσης του έργου κατασκευής στη Σίφνο, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον... ο ενάγων ευθύνεται για την αδικαιολόγητη, κατά 390 ημέρες, καθυστέρηση αποπεράτωσης του έργου αυτού. Ειδικότερα, ο ενάγων, ενώ είχε εντολή έναρξης εργασιών στις 5-4-1982, ξεκίνησε τις εργασίες στις 14-5-1982. Η καθυστέρηση αυτή δικαιολογήθηκε, κατά ένα μέρος, από την εναγομένη, η οποία χορήγησε παράταση προθεσμίας 20 ημερών, με προβλεπόμενη συμβατική προθεσμία για την αποπεράτωση του έργου την 1-9-1982. Το έργο, όμως, δεν αποπερατώθηκε κατά την ημερομηνία αυτή. Η καθυστέρηση οφειλόταν σε υπαιτιότητα του ενάγοντος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, για κάποιες από τις εργασίες δεν εφάρμοσε τα προβλεπόμενα στα συμβατικά τεύχη και αναγκάστηκε, στη συνέχεια, να τις επαναλάβει με τον συμβατικά προβλεπόμενο τρόπο, γεγονός που επέφερε καθυστέρηση στην πρόοδο των εργασιών. Επίσης, όπως ο ίδιος αναφέρει στις πρωτόδικες προτάσεις του, στις 20-11-1982, λόγω των διενέξεων του με τον επιβλέποντα μηχανικό, που υποστήριζε ότι υπήρχαν κακοτεχνίες στο έργο, σταμάτησε, με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να λάβει σχετική εντολή από την ΥΚΔ, κάθε εργασία και απευθύνθηκε με την από 23-11-1982 αναφορά του στην ΥΚΔ της εναγομένης ζητώντας να διενεργηθεί αυτοψία. Έκτοτε, παρήλθε περίπου ένας χρόνος, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε ενέργεια ο δε ενάγων, προκειμένου να εισπράξει το εργολαβικό του αντάλλαγμα, στις 10-10-1983, έστειλε συνεργείο για την αποκατάσταση των εκκρεμών εργασιών του έργου. Η παραπάνω διακοπή των εργασιών από τον ενάγοντα δεν ήταν συμβατικά επιτρεπτή, διότι, και αν ακόμη είχαν ανακύψει διαφωνίες μεταξύ αυτού και της εργοδότριας εναγομένης, ο ενάγων δεν είχε το δικαίωμα να διακόψει την εκτέλεση των εργασιών ή να αναστείλει την πρόοδο τους, εκτός αν το ζητούσε εγγράφως η εργοδότρια (άρθρο 23 παρ. 4 της ΓΣΥ), προϋπόθεση η οποία δεν συνέτρεχε στην προκείμενη περίπτωση. Τελικά, οι εργασίες ολοκληρώθηκαν στις 16-10-1983, με καθυστέρηση, δηλαδή, αποπεράτωσης του έργου κατά 410 ημέρες, από τις οποίες η αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης δικαιολόγησε τις 20, κατά τα προαναφερθέντα, ενώ, για τις υπόλοιπες 390 αδικαιολόγητες, νόμιμα, επιβλήθηκε στον ενάγοντα ποινική ρήτρα 100.000 δραχμών". Οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως πλήττονται με τον πέμπτο λόγο της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Με τον συγκεκριμένο λόγο ο αναιρεσείων προβαίνει σε αναλυτική περιγραφή των επί μέρους εργασιών της περί ης ο λόγος εργολαβικής συμβάσεως, και εκθέτει τις δικές του θέσεις και τους αγωγικούς του ισχυρισμούς, σχολιάζει δ' επί πλέον και αντικρούει τις παρατιθέμενες αντίθετες παραδοχές της πρωτοδίκου και της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επικαλούμενος πλημμέλειες αυτών ως προς την αξιολόγηση των ισχυρισμών του και την εκτίμηση των μέσων αποδείξεώς των. Μετά την παράθεση όλων των ανωτέρω αναφέρει συμπερασματικά τα εξής επί λέξει: " Η προσβαλλομένη απόφαση δεχομένη τα ανωτέρω έσφαλε , αφού δεν έλαβε υπόψη της τα νόμιμα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από εμέ αποδεικτικά στοιχεία, ως επίσης παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να υπαγάγει στους κανόνες δικαίου τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και συνεπώς καθίσταται αναιρετέα κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 11 γ' του Κ.Πολ.Δ.". Υπό το ως άνω περιεχόμενό του ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται απαραδέκτως, αφ' ενός μεν διότι δεν προσδιορίζονται ειδικότερα οι αποδιδόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες, δηλαδή τα αποδεικτικά μέσα, που δεν ελήφθησαν υπόψη και οι παραδοχές ως προς τις οποίες αγνοήθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφ' ετέρου δε και κυρίως διότι υπό την αόριστη επίκληση της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεως με τον λόγο αυτό πλήττεται στην πραγματικότητα η ουσία της υποθέσεως και δη η εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενόψει μάλιστα του ότι από το περιεχόμενο του αντιστοίχου αναιρετικού λόγου δεν προκύπτει ότι έχει συντελεσθεί ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Τέλος το Εφετείο, καθόσον αφορά τα έργα κατασκευής αστικών δικτύων κέντρου Ιεράπετρας και Περιστερίου δέχθηκε τα εξής: "Το έργο αυτό (Ιεράπετρας) κατακυρώθηκε στον ενάγοντα με την με αριθμό 521.133/ΥΚΔ 4/15-4-1987, απόφαση του ΔΣ της εναγομένης και υπογράφτηκε μεταξύ των διαδίκων η από 26-8-1983 σύμβαση εργολαβίας. Στις 9-9-1983, συντάχθηκε το πρωτόκολλο εγκατάστασης και ο πρώτος πίνακας εργασιών κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα την 10-9-1983. Η συμβατική προθεσμία του έργου ήταν 230 ημέρες. Ο ενάγων διέκοψε τις εργασίες στις 13-8-1984, γι' αυτό και η εναγομένη με τη, με αριθμό 1854/2-10-1984 (θ 17), απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, τον κήρυξε έκπτωτο. Εξάλλου, με την 1801/20-9-1983 (Θ12) απόφαση της εναγομένης, κατακυρώθηκε στον ενάγοντα το έργο Α/Δ Περιστερίου και εγκρίθηκε δαπάνη 21.803.872 δραχμών, για την εκτέλεση του, υπογράφτηκε δε μεταξύ των διαδίκων η από 7-11-1983 σύμβαση εργολαβίας. Στις 2-12-1983 συντάχθηκε το σχετικό πρωτόκολλο εγκατάστασης και στις 15-12-1983 κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα ο πρώτος πίνακας εργασιών. Το έργο είχε συμβατική προθεσμία 240 ημέρες. Με τη, με αριθμό 1853/25-9-1984 (θ-12), απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, ο ενάγων κηρύχθηκε έκπτωτος της εν λόγω εργολαβίας, λόγω διακοπής των εργασιών εκτέλεσης του έργου. Ο τελευταίος ισχυρίζεται με την αγωγή του και με τον έβδομο λόγο της έφεσης του, ότι οι παραπάνω αποφάσεις του ΔΣ της εναγομένης, με τις οποίες κηρύχθηκε έκπτωτος από τις εργολαβίες της Ιεράπετρας και του Περιστερίου είναι παράνομες, αντισυμβατικές και καταχρηστικές και, για τους λόγους αυτούς, άκυρες. Ζητεί δε, να αναγνωριστεί, ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη, να προβεί στη διάλυση και των δύο αυτών εργολαβιών και στην εκκαθάριση του δεδουλευμένου, μέχρι την αναγκαστική διακοπή των εργασιών (10-8-1984), εργολαβικού του ανταλλάγματος, υπολογίζοντας την αναθεώρηση της συμβατικής αξίας των εργασιών που θα προκύψουν από την πιο πάνω εκκαθάριση. Οι ισχυρισμοί αυτοί και τα σχετικά αιτήματα του εκκαλούντος-ενάγοντος είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, καθόσον αποδείχθηκαν, σχετικά, τα ακόλουθα: Στα τέλη του έτους 1983, ο ενάγων, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, εμφανίστηκε αυθόρμητα στην Εφορία Αμαρουσίου, θέτοντας στη διάθεση του Δημοσίου όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και ζήτησε να βεβαιωθεί σε βάρος του η οφειλή του από καθυστέρηση καταβολής χαρτοσήμου τιμολογίων και να γίνει διακανονισμός για την εξόφληση της με δόσεις. Από τον έλεγχο που έγινε, διαπιστώθηκε, ότι το σχετικό ποσό, με τα νόμιμα πρόστιμα και τις προσαυξήσεις, είχε υπερτριπλασιαστεί και πλησίαζε τα 10.000.000 δραχμές. Μεταξύ των μέτρων που πήρε το Δημόσιο, για την εξασφάλιση της απαίτησής του, ήταν και η επιβολή της από 15-5-1984 κατάσχεσης, στα χέρια της εναγομένης, ως τρίτης, σε βάρος του εργολαβικού ανταλλάγματος του ενάγοντος μέχρι του ποσού των 4.190.853 δραχμών, που αντιστοιχούσε στη ληξιπρόθεσμη οφειλή του. Η Νομική Διεύθυνση της εναγομένης, επικαλούμενη, αφενός το ακατάσχετο του εργολαβικού ανταλλάγματος των εκτελούμενων έργων και αφετέρου το αυτονόητο γεγονός, ότι, με την κατάσχεση των χρημάτων, ο ενάγων θα εξαναγκαζόταν να σταματήσει την εκτέλεση των έργων, αρνήθηκε να εκτελέσει την κατάσχεση και υπέβαλε τη με αριθμό …/1-6-1984 αρνητική δήλωση της στον Ειρηνοδίκη Αθηνών. Κατά της αρνητικής αυτής δήλωσης του ΟΤΕ, ο Δημόσιο άσκησε την από 29-6-1984 και με αριθμό κατάθεσης 5352/1984 ανακοπή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάσιμος της οποίας είχε οριστεί η 26-10-1984. Στις αρχές Αυγούστου 1984 η εναγομένη, επικαλούμενη την παραπάνω ανακοπή του Δημοσίου κατά της αρνητικής της δήλωσης, ανέστειλε τις πληρωμές του ενάγοντος, μέχρι να εκδικαστεί η εν λόγω ανακοπή. Τότε ο ενάγων, λόγω της οικονομικής αδυναμίας του, δεν είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει τα δύο υπό εκτέλεση έργα, δηλαδή του Περιστερίου και της Ιεράπετρας, γι' αυτό και υπέβαλε στην εναγομένη την από 13-8-1984 (με αριθμό πρωτοκόλλου …/14-8-1984) δήλωση για αναστολή των εργασιών στις δύο προαναφερόμενες εργολαβίες, κάνοντας, συγχρόνως, πρόταση να συνεχιστούν οι εργασίες με αυτεπιστασία της εναγομένης, από συνεργεία κοινής αποδοχής, με βασικό πυρήνα τα δικά του συνεργεία, τα οποία θα πληρώνονταν από την εναγομένη, κατά το απολογιστικό σύστημα, σε βάρος του (ενάγοντος) και για λογαριασμό του, από υπόλογο διαχειριστή. Στις 10-9-1984, η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα τις, με αριθμό πρωτοκόλλου …/6-9-984 και …/6-9-1984, ειδικές προσκλήσεις, με τις οποίες τον καλούσε, με την ποινή της έκπτωσης του, να συνεχίσει τις διακοπείσες εργασίες στα έργα Περιστερίου και Ιεράπετρας, αντίστοιχα, μέσα σε προθεσμία 10 ημερών. Επειδή δε ο ενάγων δεν επανέλαβε τις εργασίες, τις οποίες σταμάτησε με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία και ευθύνη, η εναγομένη, κατ' εφαρμογή του ισχύοντα τότε και διέποντα το επίδικο έργο Κανονισμού Εκτέλεσης Έργων ΟΤΕ (άρθρο 12 παρ. 3 αυτού...) και της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, κήρυξε, νόμιμα, αυτόν έκπτωτο, με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της, ασκώντας το προβλεπόμενο από τη σύμβαση δικαίωμα της (βλ. άρθρο 29 της ΓΣΥ, σύμφωνα με το οποίο, η αδικαιολόγητη διακοπή πλέον του συνεχούς πενθημέρου των εργασιών συνιστά λόγω έκπτωσης του αναδόχου). Εξάλλου, η μη πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής από την εργοδότρια εναγομένη δεν παρέχει στον ενάγοντα εργολάβο το δικαίωμα να σταματήσει την εκτέλεση των έργων, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, αλλά του παρέχει το δικαίωμα να διεκδικήσει την είσπραξη της αμοιβής από την υπερήμερη οφειλέτρια. Και τούτο ανεξάρτητα από το ότι, αναφορικά με το έργο της Ιεράπετρας, όπως ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί στην αγωγή του, δεν είχε γίνει παρακράτηση της αμοιβής του μέχρι την 13-8-1984 που αυτός ανέστειλε τις εργασίες. Συνεπώς, εφόσον ο ενάγων, ο οποίος από τη σύμβαση είχε υποχρέωση προεκπλήρωσης, δηλαδή, να εκτελέσει και να παραδώσει εμπρόθεσμα, χωρίς καθυστερήσεις και κακοτεχνίες, τα παραπάνω έργα, έπαυσε την εκτέλεση αυτών, νόμιμα, η εναγομένη εργοδότρια τον κήρυξε έκπτωτο. Περαιτέρω, η πρόταση του ενάγοντος προς την εναγομένη, να συνεχιστούν οι εργασίες με αυτεπιστασία του ΟΤΕ, δεν συνιστούσε λόγο υποχρεωτικής αποδοχής της από τον τελευταίο, αφού, πράγματι, δεν προβλεπόταν συναινετικά από τη σύμβαση ..., οπότε η αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης, απορρίπτοντας την πρόταση αυτή, δεν ενήργησε αντισυμβατικά και καταχρηστικά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον τελευταίο λόγο της έφεσης του. Επίσης, δεν ήταν δυνατή η διάλυση των παραπάνω εργολαβιών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 31/1 της ΓΣΥ, το οποίο ορίζει, ότι, εάν για οποιοδήποτε λόγο, ανεξάρτητο της θέλησης της εργοδότριας ή του αναδόχου, επέλθει προσωρινή η οριστική διακοπή των εργασιών, πριν από την παραλαβή του έργου, ο ανάδοχος δεν έχει δικαίωμα να εγείρει οποιαδήποτε αξίωση αποζημίωσης, δικαιούμενος, απλά, την αποπληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεστεί απ' αυτόν μέχρι την ημέρα της διακοπής, σύμφωνα με τις συμβατικά καθορισθείσες τιμές. Το προαναφερόμενο άρθρο της ΓΣΥ δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην προκείμενη περίπτωση, διότι, όπως αποδείχθηκε κατά τα παραπάνω, η διακοπή των εργασιών εκ μέρους του ενάγοντος ήταν αδικαιολόγητη και αντισυμβατική και, συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης στην ΥΚΔ, ενεργώντας κακόπιστα, απέκρυβαν από το Διοικητικό της Συμβούλιο την πρόταση του για συνέχιση των εργασιών σε βάρος του και για λογαριασμό του, κατά το απολογιστικό σύστημα, με απλή επιστασία της εναγομένης, ή, επικουρικά, το αίτημα του για τη διάλυση των δύο αυτών εργολαβιών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 31/1 της ΓΣΥ. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι, ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αποδοχή της πρώτης πρότασης εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της εναγομένης και δεν προβλεπόταν από τα οικεία συμβατικά τεύχη ως συναινετική διαδικασία, ενώ, για τη δεύτερη, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του παραπάνω άρθρου, δεδομένου ότι αποκλειστικός υπεύθυνος της αναστολής των εργασιών ήταν ο ενάγων. Κατ' ακολουθία αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με παρόμοιες σκέψεις στην ίδια κρίση κατέληξε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αιτήματα της αγωγής για α) ακύρωση των αποφάσεων έκπτωσης του ενάγοντος από τις εργολαβίες Ιεράπετρας και Περιστερίου, β) διάλυση των δύο εργολαβιών και εκκαθάριση του δεδουλευμένου μέχρι την αναγκαστική διακοπή των εργασιών (10-8-1984) εργολαβικού ανταλλάγματος υπολογίζοντας την αναθεώρηση της συμβατικής αξίας των εργασιών που θα προκύψουν από την ως άνω εκκαθάριση, γ) καταβολή για διαφυγόντα κέρδη του προαναφερόμενου ποσοστού και δ) επιστροφή στο ΤΣΜΕΔΕ του ποσού των 2.631.095 δραχμών που εισέπραξε η εναγομένη από την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών της εργολαβίας του Περιστερίου και του ποσού των 2.315.104 δραχμών που προβλέπεται, ότι θα έχει ήδη εισπράξει από την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών της εργολαβίας της Ιεράπετρας, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα, για το αντίθετο, υποστηρίζει ο εκκαλών, με τον τελευταίο λόγο της έφεσης του, είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες και δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη σ' αυτήν με τον τελευταίο (αριθμούμενο ως έβδομο) λόγο της αναιρέσεως παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 εδ. γ'του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο το Εφετείο για την διαμόρφωση της δικανικής του πεποιθήσεως στηρίχθηκε μόνο στους ισχυρισμούς της αναιρεσιβλήτου και δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τα προς απόδειξη αυτών νομίμως προσκομισθέντα από τον ίδιον αποδεικτικά μέσα. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον λόγο αυτό, τα εξής κατά λέξιν: "Αποσιωπάται πλήρως το άρθρο 15 της ΓΣΥ (δηλ. η συμβατική πρόβλεψη, για την ανά 15ήμερο πληρωμή των εκτελουμένων, που αδιαμφισβήτητα αποτελεί την οικονομική βάση και το θεμέλιο αυτών των εργολαβικών συμβάσεων), υποχρέωση που ουδέποτε είχε τηρήσει η αντίδικος. Αποσιωπάται επίσης: β) Ότι η αναστολή των εργασιών δεν ήτανε αναίτια, αλλά οφειλόταν σε εντελώς απρόβλεπτο γεγονός (την παράνομη κατάσχεση από το Ελληνικό Δημόσιο του εργολαβικού μου ανταλλάγματος) που εκ των πραγμάτων ανέτρεπε την οικονομική βάση και το θεμέλιο αυτών των εργολαβικών συμβάσεων (την ανά 15ήμερο πληρωμή των εκτελούμενων εργασιών). γ) Ότι στην απρόβλεπτη αυτή συγκυρία, δεν περιορίστηκα σε απλή δήλωση αναγκαστικής και ανυπαίτιας αναστολής των εργασιών, αλλά πρότεινα τη σε βάρος και για λογαριασμό μου συνέχιση (χωρίς διακοπή) των εργασιών (με βάση τα επιτόπου των έργων εγκατεστημένα συνεργεία μου και, κατά τα λοιπά, σύμφωνα με το άρθρο 17 της ΓΣΥ, που, σε περίπτωση καθυστερήσεων του έργου, προβλέπει τη σε βάρος και για λογαριασμό του εργολάβου εκτέλεση εργασιών, με μονομερή απόφαση του ΟΤΕ). Η διαδικασία αυτή αδιαμφισβήτητα και από κάθε άποψη εξασφάλιζε πρωτίστως και κατά τον καλύτερο τρόπο τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του έργου και του ΟΤΕ. δ) Ότι στη συγκεκριμένη έκτακτη και απρόβλεπτη συγκυρία, οι αρχές χρηστής διοίκησης, σε συνδυασμό με τη καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, "υποχρέωναν" τον ΟΤΕ, να κάνει δεκτή την πρόταση μου, που όπως προελέχθη, αδιαμφισβήτητα και από κάθε άποψη εξασφάλιζε πρωτίστως και κατά τον καλύτερο τρόπο τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του έργου και του ΟΤΕ ε) Ότι παρά ταύτα, ο ΟΤΕ (η ΥΚΔ) απέρριψε την πρόταση μου αυτή με τον ισχυρισμό ότι η διαδικασία αυτή δεν προβλέπεται (δήθεν) από τη σύμβαση, ενώ το άρθρο 17 προβλέπει το μείζον, δηλ. την αναγκαστική, σε βάρος και για λογαριασμό του εργολάβου εκτέλεση εργασιών, με μονομερή απόφαση του ΟΤΕ. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι:. "... η πρόταση του ενάγοντος προς την εναγομένη, να συνεχιστούν οι εργασίες με αυτεπιστασία του ΟΤΕ, δεν συνιστούσε λόγο υποχρεωτικής αποδοχής από τον τελευταίο, αφού, δεν προβλεπόταν συναινετικά από τη σύμβαση ...οπότε η αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης, απορρίπτοντας την πρόταση αυτή, δεν ενήργησε αντισυμβατικά και καταχρηστικά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών...". Επιπροσθέτως δε η απόφαση δέχεται ότι: "Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι οι υπάλληλοι της εναγόμενης στην ΥΚΔ, ενεργώντας κακόπιστα, απέκρυβαν από το Διοικητικό της Συμβούλιο την πρόταση του για τη συνέχιση των εργασιών σε βάρος του ....ή επικουρικά, το αίτημα του για τη διάλυση των δύο αυτών εργολαβιών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 31/1 της ΓΣΥ" και συνεχίζει: "ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αποδοχή της πρώτης πρότασης εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της εναγόμενης και δεν προβλεπόταν από τα οικεία συμβατικά τεύχη ως συναινετική διαδικασία, ενώ, για τη δεύτερη, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του παραπάνω άρθρου, δεδομένου ότι αποκλειστικός υπεύθυνος της αναστολής των εργασιών ήταν ο ενάγων". Όμως αποσιωπάται το γεγονός ότι η απόκρυψη των εν λόγω προτάσεων και αιτημάτων μου, προκύπτει από τα σχετικά δύο ανεξάρτητα έγγραφα (εισηγήσεις της ΥΚΔ προς το ΔΣ για να με κηρύξουν έκπτωτο), τα οποία προφανώς εκ παραδρομής ενσωματώθηκαν στις αρχικές Προτάσεις του αντιδίκου, στα οποία δεν υπάρχει καμία αναφορά για τις προτάσεις μου αυτές. Όμως, κατά την απόφαση από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός μου. στ) Ότι, ακόμα, κατά των εκπτώσεων αυτών υπέβαλα νόμιμα και εμπρόθεσμα Ένσταση, η οποία, κατά τη σύμβαση, καθιστούσε τις δύο αυτές εκπτώσεις μη οριστικές (μέχρι την απόρριψη της ένστασης και την επικύρωση τους). Σημειωτέο δε ότι η συναφής νομοθεσία των Δημοσίων Έργων, ορίζει ανατρεπτική δίμηνη προθεσμία για την επικύρωση των εκπτώσεων. Παρά ταύτα, όμως η ΥΚΔ προχώρησε στην αντισυμβατική και παράνομη "εκκαθάριση" και των δύο εργολαβιών (κατάπτωση εγγυητικών επιστολών κλπ) πριν αυτές καταστούν οριστικές (με την επικύρωση τους). 'Ετσι από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι η τελευταία δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα που εγώ προσεκόμισα νόμιμα μετ' επικλήσεως ενώπιον και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ότι για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης έλαβε αποκλειστικά και μόνο υπόψη τους ισχυρισμούς της αντιδίκου πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να αναιρεθεί κατά τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ' ". Οι αιτιάσεις αυτές όμως, είναι αβάσιμες, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προπαρατεθέν αντίστοιχο απόσπασμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους ισχυρισμούς που προέβαλε για τις συγκεκριμένες εργολαβικές συμβάσεις ο αναιρεσείων και τους επαναφέρει με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως και τους αντιμετώπισε αναλυτικώς, κατά τα εκτεθέντα, συνεκτιμώντας το σύνολο των νομίμως προσκομισθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων, ως προς την εκτίμηση των οποίων δεν χωρεί αναιρετικός έλεγχος. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-5-2010 αίτηση του Ν.-Κ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 349/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013 . Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ