Αριθμός 1144/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Μ. (Μ.) Γ. του Α., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μουσαμά και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου - καθ' ης η κλήση: Ε. Τ. χήρας Δ. Σ., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Πάλλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/1996 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/1998 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και οι 1284/1999 μη οριστική και 4640/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 21/3/2005 αίτησή της και τους από 9/1/2005 και 20/11/2005 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η 340/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε μερικώς την 4640/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 7572/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε εκ νέου η αναιρεσείουσα με την από 10/10/2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 835/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 16/12/2021 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χρυσούλα Πλατιά, ανέγνωσε την από 23/2/2011 έκθεση του του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με την από 16.12.2021 κλήση της αναιρεσείουσας φέρεται νομίμως προς συζήτηση η από 10.10.2006 αίτηση αναίρεσης αυτής, ως ηττηθείσας ανακόπτουσας και εκκαλούσας, ύστερα από την έκδοση της υπ' αριθ. 835/2011 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που είχε κηρύξει απαράδεκτη την διεξαχθείσα κατά τη δικάσιμο της 14.3.2011 συζήτηση της υπόθεσης λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας προς τον τότε παριστάμενο δικηγόρο της αναιρεσείουσας. ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 7572/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε (μετά τη μερική αναίρεση, με την υπ' αριθ. 340/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, της προεκδοθείσας υπ' αριθ. 4640/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών) επί της από 14.4.1998 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 37/1998 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ από 6.6.1996 ανακοπή της περί ακύρωσης του πλειστηριασμού του ακινήτου της, για τον οποίο συντάχθηκε η υπ' αριθ…...1996 έκθεση του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ήμελλου. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και, αφού εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το αναιρεθέν κεφάλαιό της που είχε απορρίψει τον πρώτο λόγο της ανακοπής ως απαράδεκτο (λόγω εκπροθέσμου υποβολής του), στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε εκ νέου την ανακοπή της κατά τον πρώτο λόγο της (περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης προς διενέργεια του πλειστηριασμού) ως απαράδεκτο κατ' άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 Ν. 4335/2015), ως μη αποδεικνυόμενο αμέσως και δη με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία της αντιδίκου της. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομοτύπως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 10.10.2006, χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής, ενώ η αίτηση κατατέθηκε την 8.1.2007, ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών από την έκδοσή της (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια του άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, με την έννοια ότι αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που, κατά τον τρόπο αυτό, παραμορφώθηκε. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 856/2019). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσής του εγγράφου (ΑΠ 51/2020). Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 51/2020). IV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... με τον πρώτο λόγο της από 6.6.1996... ανακοπής, ως προς τον οποίο και μόνον εξετάζεται εκ νέου η υπόθεση..., η ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίσθηκε ότι ήταν άκυρη ως καταχρηστική η διενέργεια, στις …1996, του πλειστηριασμού του ακινήτου της... ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ήμελλου, με επίσπευση της πρώτης των καθ' ων η ανακοπή (αναιρεσίβλητης), στην οποία και κατακυρώθηκε ως τελευταίας υπερθεματίστριας και προς ικανοποίηση απαίτησής της έναντι της ανακόπτουσας και καθ' ης η εκτέλεση για ποσό 8.543.800 δραχμών με βάση την ... διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί με βάση την αναφερόμενη ... επιταγή της ΕΤΕ, έκδοσης της ανακόπτουσας, ποσού 4.747.000 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων... Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι η διενέργεια του πλειστηριασμού ήταν άκυρη για τον παραπάνω λόγο, καθόσον ενώ αυτή (ανακόπτουσα) την …, ήτοι δυο ημέρες προ του πλειστηριασμού, κατέβαλε στην παραπάνω επισπεύδουσα 9.000.000 δραχμές σε μετρητά προς ολοσχερή εξόφληση του χρέους για το οποίο η εκτέλεση και εκείνη της επέστρεψε ισόποση συναλλαγματική που της είχε παραδώσει για το επίδικο χρέος, η οποία (συν/κή) ευρίσκεται στα χέρια της και παρά το ότι κατά την καταβολή αυτή έλαβε τη διαβεβαίωση της επισπεύδουσας ότι μετά την εν λόγω καταβολή ο πλειστηριασμός δεν θα διενεργηθεί, εν τούτοις εκπλειστηριάσθηκε το ακίνητό της και κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα-εφεσίβλητη, με αποτέλεσμα να προκληθούν σ' αυτήν (ανακόπτουσα) δυσβάστακτες και λίαν επώδυνες συνέπειες, αφού το εκπλειστηριασθέν ακίνητο... εχρησιμοποιείτο ως κατοικία της ίδιας και του ανήλικου τέκνου της, σε συσχετισμό με την ωφέλεια της επισπεύδουσας, η απαίτηση της οποίας έχει πλήρως ικανοποιηθεί. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι μεν κατά τα προεκτεθέντα νόμιμος και εμπρόθεσμος (281 ΑΚ και 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ), πλην όμως δεν αποδεικνύεται αμέσως (παραχρήμα) και δη με έγγραφα ή δικαστική ομολογία της πρώτης των καθ' ων η ανακοπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 933 παρ. 4 ΚΠολΔ... ενόψει του ότι η τελευταία αρνείται την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού και των περιστατικών που θεμελιώνουν αυτόν. Ειδικότερα δεν αποδεικνύεται παραχρήμα η παραπάνω ένσταση καταχρηστικής διενέργειας του πλειστηριασμού και ιδία ως προς τα περιστατικά της εξόφλησης με μετρητά του επίδικου χρέους και της διαβεβαίωσης της επισπεύσασας τον πλειστηριασμό προς την ανακόπτουσα ότι δεν θα διενεργηθεί αυτός μετά την καταβολή, από τα επικαλούμενα από τους διαδίκους με τις προτάσεις και προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη για την άμεση απόδειξη του ισχυρισμού αυτού οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη ή σε άλλη συναφή δίκη, καθώς και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των διαδίκων..., που δεν παρέχουν κατά τα ως άνω άμεση απόδειξη, ούτε βέβαια με δικαστική ομολογία της καθ' ης. Η κατοχή και μόνον από την ανακόπτουσα της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο συναλλαγματικής, που φέρει μόνον αριθμητικά και ολογράφως το ποσό των 9.000.000 δραχμών, καθώς και τις μη αμφισβητούμενες υπογραφές της ανακόπτουσας στη θέση του αποδέκτη και της επισπεύδουσας στη θέση του εκδότη και έχει συνταχθεί επί εντύπου συναλλαγματικής ονομαστικής αξίας μέχρι 500.000 δραχμών και δη ακύρου λόγω ελλείψεων του τίτλου σύμφωνα με το ν. 5325/1932... και μη νόμιμης χαρτοσήμανσης, δυναμένης να ισχύσει μεταξύ τους ως αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, δεν αποδεικνύει αμέσως και εφόσον από το κείμενο αυτής ουδέν ως άνω σχετικό προκύπτει, το μεν ότι η άκυρη αυτή συναλλαγματική δόθηκε από την ανακόπτουσα στην επισπεύσασα τον πλειστηριασμό εφεσίβλητη χάριν καταβολής του επίδικου χρέους, ώστε με την εξόφλησή της να επέρχεται και απόσβεση της αρχικής οφειλής... ενόψει και της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού με τις αναφερόμενες σ' αυτό συμφωνίες και το συνοδεύον αυτό χειρόγραφο παράρτημα, που επικαλείται τόσο η ανακόπτουσα στην ανακοπή της αναλυτικά όσο και η εφεσίβλητη, η οποία και το προσκομίζει, όπου με αυτό, αφού η ανακόπτουσα αναγνώρισε τόσο την ύπαρξη του επίδικου χρέους, για το οποίο και ο εκτελεστός τίτλος και για τον οποίο και ο πλειστηριασμός (... διαταγή πληρωμής με βάση την επιταγή ποσού 4.747.000 δραχμών), όσο και τα αναφερόμενα άλλα χρέη, προέβησαν στη ρύθμιση των τελευταίων (χρεών) δια της έκδοσης από τη δανείστρια-εφεσίβλητη και αποδοχής αντίστοιχα από την ανακόπτουσα των αναφερόμενων καθ' όλα έγκυρων δέκα (10) συναλλαγματικών, ποσού 500.000 δραχμών κάθε μιας, καθώς και μιας ποσού 4.000.000 δραχμών (η πρώτη των οποίων έχει εξοφληθεί, ενώ οι λοιπές βρίσκονται στα χέρια της εφεσίβλητης και προσκομίζονται) και δη σαφώς προς αντικατάσταση της προαναφερόμενης και εκδοθείσας πρότερον ισόποσης άκυρης ως άνω συναλλαγματικής των 9.000.000 δραχμών, το δε δεν μπορεί να αποτελέσει τεκμήριο εξόφλησης με καταβολή του επίδικου χρέους η κατοχή και μόνον της παραπάνω άκυρης συναλλαγματικής των 9.000.000 δραχμών κατ' άρθρο 424 εδ.β ΑΚ σε συνδυασμό και με το άρθρο 39 του ν. 5325/1932... και όχι της προαναφερόμενης τραπεζικής επιταγής των 4.747.000 δραχμών, για την οποία και ο εκτελεστός τίτλος (... διαταγή πληρωμής) και η εκτέλεση με βάση αυτόν... Εξάλλου από το προσκομιζόμενο με επίκληση από την ανακόπτουσα ... προσύμφωνο πώλησης ακινήτου της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Χάρη-Τσολάκου αντί 20.000 δραχμών, που σύμφωνα μ' αυτό φέρεται ότι ο αγοραστής κατέβαλε ως προκαταβολή και αρραβώνα στην πωλήτρια-ανακόπτουσα, στις ... και δη πριν από τη σύνταξη του προσυμφώνου, το ποσό των 9.000.000 δραχμών εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου, δεν παρέχεται και άμεση απόδειξη.. περί εξόφλησης του επίδικου χρέους και δη ότι το εισπραχθέν παραπάνω ποσό καταβλήθηκε στην επισπεύδουσα την εκτέλεση-εφεσίβλητη. Επίσης από κανένα έγγραφο, ούτε βέβαια από δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης, προκύπτει ότι ανεξάρτητα από την καταβολή ή μη στην τελευταία του αναφερόμενου ποσού των 9.000.000 δραχμών, έγινε κάποια διαβεβαίωση απ' αυτή περί μη διενέργειας του πλειστηριασμού. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανακόπτουσα δεν δικαιολογεί την επικαλούμενη ως άνω καταβολή των 9.000.000 δραχμών στην επισπεύσασα τον πλειστηριασμό δυο ημέρες πριν από αυτόν και μάλιστα προς πλήρη εξόφληση της ως άνω απαίτησης εκ δραχμών 8.543.800 και πλέον αυτής, ενώ παρεχόταν σε αυτήν η ευχέρεια από τη διάταξη του άρθρου 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ να προβεί κατά την ημέρα του πλειστηριασμού έως την κατακύρωση στην εξόφληση της απαίτησης της επισπεύδουσας την εκτέλεση μετά των εξόδων της εκτέλεσης, καθώς και των δανειστών που είχαν αναγγελθεί (που στην προκειμένη περίπτωση ουδείς είχε αναγγελθεί), καταβάλλοντας τα ποσά στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ώστε να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός, χωρίς να κινδυνεύει με την απευθείας καταβολή στην επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό και τη μεταβολή ενδεχόμενα συμπεριφοράς της για διενέργεια του πλειστηριασμού παρά την αντίθετη διαβεβαίωση για μη διενέργεια αυτού λόγω εξόφλησης του χρέους". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου κατά το μέρος που θεώρησε τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής ως ένσταση ανυπαρξίας (εξόφλησης) της απαίτησης και απέρριψε αυτόν ως εκπρόθεσμο, ενώ έπρεπε να τον θεωρήσει ως εμπρόθεσμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικονομικού δικαιώματος, πλην απαράδεκτη ως μη αμέσως (παραχρήμα) αποδεικνυόμενη, δέχθηκε, ακολούθως, την έφεση της ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσείουσας) κατά το σχετικό πρώτο λόγο της και, αφού εξαφάνισε, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε πλέον, για την αιτία αυτή, την ένδικη ανακοπή και κατά τον πρώτο λόγο της. V. Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων με το να δεχθεί ότι οι αναφερόμενες σ' αυτό ένδεκα (11) συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 9.000.000 δραχμών, εκδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη και έγιναν αποδεκτές από την αναιρεσείουσα "σαφώς προς αντικατάσταση της προαναφερόμενης και εκδοθείσας πρότερον ισόποσης άκυρης ως άνω συναλλαγματικής των 9.000.000 δραχμών", μολονότι δεν υπάρχει τέτοια αναφορά στο ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων, με αποτέλεσμα, εξαιτίας της πλημμέλειας αυτής, το Εφετείο, στη συνέχεια, να συμπεράνει εσφαλμένα ότι δήθεν η συναλλαγματική των 9.000.000 δραχμών, που επιστράφηκε από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, δεν αποτελεί τεκμήριο εξόφλησης του χρέους της δεύτερης προς την πρώτη, για το οποίο (χρέος), με τίτλο εκτελεστό την υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αναιρεσείουσας και εκπλειστηριάσθηκε το ακίνητό της, συνταχθείσας της υπ' αριθ. 52.089/15.5.1996 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ήμελλου. Ο λόγος, όμως, αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι πρωτίστως αβάσιμος ως αναπόδεικτος κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, γιατί δεν προσκομίζεται το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων, του οποίου το περιεχόμενο, κατά την αναιρεσείουσα, φέρεται ότι παραμορφώθηκε από το Εφετείο. Περαιτέρω, όμως και σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού (με την έννοια που εκτέθηκε στην ίδια μείζονα πρόταση), αφού, από τις προπαρατιθέμενες επακριβώς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η ανωτέρω αναφορά της στην αιτία έκδοσης των συναλλαγματικών που παρατίθενται στο από ... ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων, δηλαδή ότι αυτές εκδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη και έγιναν αποδεκτές από την αντίδικό της προς αντικατάσταση της προεκδοθείσας συναλλαγματικής των 9.000.000 δραχμών της πρώτης προς τη δεύτερη, δεν έχει την έννοια ότι αποτελεί και περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, αλλά αποτελεί αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κρίση του ίδιου του Εφετείου, βασιζόμενη τόσο στο περιεχόμενο του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού, όσο και στα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα που συναξιολόγησε. Συγκεκριμένα, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης από την αναιρεσίβλητη δικονομικού δικαιώματος, που πρότεινε με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της η αναιρεσείουσα, δεν αποδεικνύεται αμέσως (παραχρήμα) και γι' αυτό είναι απαράδεκτη στο πλαίσιο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε πρωταρχικά την ίδια την συναλλαγματική των 9.000.000 δραχμών, κρίνοντας ότι αυτή ούτε άμεσα ούτε έμμεσα αποδεικνύει εξόφληση του χρέους της αναιρεσείουσας για το οποίο εκδόθηκε η ανωτέρω διαταγή πληρωμής ως εκτελεστός τίτλος, ενώ σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ανεξάρτητα από την εξόφληση ή όχι του εν λόγω χρέους της αναιρεσείουσας, δεν αποδείχθηκε αμέσως (παραχρήμα), κατά την επίσης αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, το δεύτερο στοιχείο της προβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή ότι υπήρξε διαβεβαίωση της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα για ματαίωση του πλειστηριασμού του ακινήτου της, αν καταβαλλόταν το ποσό των 9.000.000 δραχμών. Επομένως, ο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, είναι αβάσιμος. VΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Διάταξη για παράβολο δεν τίθεται, γιατί, κατά τον χρόνο άσκησης της ως άνω αίτησης αναίρεσης (8.1.2007), δεν υπήρχε υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για το παραδεκτό της άσκησής της (άρθρο 495 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, με το οποίο προστέθηκε η παρ. 4 που εισήγαγε την υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου από εκείνον που ασκεί, μεταξύ άλλων, το ένδικο μέσο της αναίρεσης). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10.10.2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 7572/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ