Αριθμός 1969/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Φ. ΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ν. Φ.-Β. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Δεβελάσκα. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΟΜΗΣΙΣ ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ηλίας Κωνσταντόπουλος. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23530/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-11-2010 αίτησή τους και τους από 31-7-2012 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 15-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτων των προσθέτων λόγων έφεσης, άλως, εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου και δεύτερου κυρίων λόγων αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Εισάγεται προς κρίση αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με πρόσθετους λόγους, προς αναίρεση απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε για υπόθεση, που αφορά παράδοση μεγάλου αριθμού κοινών μετοχών στην ήδη αναιρεσίβλητη, σε ανταλλαγή με παλαιές μετοχές. Σημειώνεται, πως οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, έχουν επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην αναιρεσίβλητη (βλ. 8913 Ε/11-9-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...). ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο από το δικονομικό και μόνο δίκαιο. Μετά την τροποποίηση του ισχύοντος αστικού δικονομικού δικαίου, αρχικά με το νόμο 2915/2001 και, στη συνέχεια με τους ν. 2943/2001 και 3043/2002, ανακύπτει θέμα διαχρονικού δικαίου, εφ' όσον, στην παρούσα υπόθεση: α) η ένδικη αγωγή προσδιορίστηκε αρχικά να συζητηθεί στις 22-1-1999 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, β) εκδόθηκε, στη συνέχεια η με αριθμό 13171/1999 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., η υπόθεση αναβλήθηκε (ανεστάλη η συζήτησή της), γ) μετά την ολοκλήρωση των σχετικών δικαστικών διαδικασιών, η υπόθεση επαναφέρθηκε νόμιμα για συζήτηση στο πιο πάνω δικαστήριο, για τη δικάσιμο της 28-2-2006, οπότε και εκδόθηκε σχετική απόφαση, για την οποία έκρινε η προσβαλλόμενη, ήδη, απόφαση του Εφετείου. Κατά το άρθρο 22 του Ν. 2915/2001: "1. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιοριστεί να γίνει μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. Η προθεσμία επίδοσης της αγωγής κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 229, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 αρχίζει ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού. 2. Στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης και έναρξης ισχύος του κεφαλαίου τούτου, καθώς και στις λοιπές εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του ιδίου κεφαλαίου δίκες, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα". Κατά τη σαφή έννοια των εν λόγω διατάξεων, στη νέα ρύθμιση υπάγονται οι υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει, σε πρώτο βαθμό, μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του Α' Κεφαλαίου, η οποία, με το ακροτελεύτιο άρθρο 38 του ν. 2915/2001, τοποθετείται στις 16-9-2001. Η επιλογή του κριτηρίου του προσδιορισμού της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, ανεξάρτητα αν επακολούθησε ή αναβλήθηκε, αντί εκείνου της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, ήταν αναγκαία και σκόπιμη. Και τούτο για τον λόγο, ότι με το διαμορφούμενο δικονομικό δίκαιο, επεβάλλετο η υποχρέωση του ενάγοντος για επίδοση της αγωγής και της κλήσεως προς συζήτηση στον εναγόμενο το αργότερο τριάντα ημέρες από την κατάθεσή της (άρθρο 229 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 2915/2001), της οποίας προφανώς δεν ήταν, εκ των πραγμάτων, δυνατή η πραγματοποίηση για υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση προσδιορίσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Κεφαλαίου Α' του ν. 2915/2001 (16-9-2001), αναβλήθηκε όμως στη συνέχεια σε μεταγενέστερο αυτής χρόνο (ΑΠ 290/2008). Στην παρούσα υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2915/2001, Κεφάλαιο Α', η έναρξη ισχύος του οποίου είχε ορισθεί, με το άρθρο 38 του ίδιου νόμου, για τις 16.9.2001 και μετατέθηκε, με το άρθρο 15 του Ν. 2943/2001 για την 1.1.2002, προκύπτει, ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς, κατά τον χρόνο αυτό, υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος των εν λόγω διατάξεων, ήτοι από την 1.1.2002 και εφεξής. Επομένως, στις υποθέσεις αυτές εφαρμογή έχει, εκτός της διατάξεως του άρθρου 214 Α Κ.Πολ.Δ., αφενός η διάταξη του άρθρου 270, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο. 12 Ν. 2915/2001, σύμφωνα με την οποία η συζήτηση είναι προφορική πλέον, δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση, αφού η διεξαγωγή των αποδείξεων ολοκληρώνεται, κατά κανόνα, σε μία δικάσιμο και η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσκομίσει οι διάδικοι και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, και αφετέρου εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 3043/2002, η οποία ορίζει, ότι ενώπιον του Δικαστηρίου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν προτάσεις το αργότερο είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Οι προτάσεις, πάντως, οι οποίες έχουν κατατεθεί ενόψει συγκεκριμένης δικασίμου και αποτελούν μέρος της δικογραφίας θεωρούνται ότι έχουν κατατεθεί και δη εμπροθέσμως και για την περίπτωση κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως δεν έλαβε χώρα για οποιοδήποτε λόγο, αλλά αναβλήθηκε σε άλλη, μεταγενέστερη δικάσιμο. Στην περίπτωση αυτή ο διάδικος που είχε καταθέσει προτάσεις για την αρχική δικάσιμο, διατηρεί μεν την ευχέρεια να καταθέσει και νέες προτάσεις, αν όμως δεν το πράξει ή δεν το πράξει προσηκόντως, δεν θεωρείται δικονομικός απών, καθόσον οι προτάσεις που είχαν κατατεθεί από αυτόν για την αρχική (αναβληθείσα) δικάσιμο και υπάρχουν ήδη στη δικογραφία, πληρούν τις προϋποθέσεις της προσήκουσας συμμετοχής του στη συζήτηση και ο αντίδικός του έχει τη δυνατότητα να λάβει γνώση των ισχυρισμών του και να απαντήσει (Βαθρακοκοίλης Ερμ.Κ.Πολ.Δ. Τομ. Β' υπ' αρ. 2 σελ. 122, Ματθίας "Η προκατάθεση των προτάσεων" Ελ.Δνη 27. 249 επ. Νικολόπουλος "Η εφαρμογή του νέου άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ." ΝοΒ 34. 1003 επ. και Εφ.Θεσ. 3410/2004 Ελ.Δνη 46. 586). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Κ.Πολ.Δ., πρώτη συζήτηση θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής ως πρώτη συζήτηση δεν θεωρείται εκείνη κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση κατ' εφαρμογή του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., αλλά η μετ' αναβολή τοιαύτη που αρχίζει μετά την εκφώνηση της υπόθεσης με αναφορά των διαδίκων στις προτάσεις τους ή και με προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών τους (Ολ.Α.Π. 1967/1984, Ελ.Δνη 26, 6 επ., σελ. 207)" ... Ήδη οι εναγόμενοι - εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων έκρινε ότι η πρώτη συζήτηση της ... υπ' αυξ. αρ. κατ. 46221/23.12.1996 αγωγής της ενάγουσας - εφεσίβλητης είναι η λαβούσα χώρα ενώπιόν του κατά τη δικάσιμο της 28.2.2006 (ήτοι μετά την ισχύ του Ν. 2915/2001) και όχι εκείνη της 22.1.1999 κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αρ. 13171/1999 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία αυτή αναβλήθηκε κατ' άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. ... και επομένως εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του τις εμπροθέσμως, κατά το παλαιό άρθρο, κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις τους (και των δύο πλευρών), τις οποίες θεώρησε εκπρόθεσμες, κρίνοντας ότι αυτές έπρεπε να κατατεθούν προ 20 ημερών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 237, 270 και 281 Κ.Πολ.Δ., όπως τα δύο πρώτα αντικαταστάθηκαν με το Ν. 2915/2001, ενώ περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη του τις υπάρχουσες στη δικογραφία προτάσεις τους, που είχαν κατατεθεί στις 22.1.1999, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως αντιμωλία αυτών και εξέδωσε την ήδη εκκαλουμένη οριστική του απόφαση, χωρίς να εκδώσει προδικαστική περί αποδείξεων απόφαση, αντί να κηρύξει, σε κάθε περίπτωση, τη συζήτηση ματαιωμένη. Σύμφωνα όμως με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις προαναφερόμενες διατάξεις και επομένως οι ανωτέρω περί του αντιθέτου λόγοι της εφέσεως (με τους οποίους οι εκκαλούντες υπονοούν εμμέσως, πλην σαφώς, ότι, αν το Δικαστήριο εφήρμοζε τις σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους θα εξέδιδε προδικαστική απόφαση δίδοντάς τους τη δυνατότητα να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, και περαιτέρω θα απέρριπτε την εναντίον τους αγωγή ως αβάσιμη), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ανεξαρτήτως του ότι ο δεύτερος ειδικότερα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως, αφού οι εκκαλούντες ως δικασθέντες αντιμωλία δεν έχουν έννομο συμφέρον να τον προβάλουν υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να θεωρηθούν δικονομικά απόντες. Επειδή, περαιτέρω, η αγωγή με το προεκτεθέν ιστορικό και αίτημα είναι ορισμένη και νόμιμη, όπως ορθώς κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 34, 35 και 36 Εμπ.Ν., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2, 8, 13 και 14 του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" από τις οποίες προκύπτει ότι ο, κατά την αρχική, διαμόρφωση του εταιρικού κεφαλαίου ανωνύμου εταιρείας ή κατά την μεταγενέστερη επαύξηση αυτού με την έκδοση νέων μετοχών, νομοτύπως εγγραφείς μέτοχος, καταβάλλων το αντίτιμο αυτών έχει προσωπική (ενοχική) αγωγή κατά της ανωνύμου εταιρείας, για την έκδοση και παράδοση των αντιστοίχων ανωνύμων τίτλων (μετοχών), με σκοπό την εγχάρτωση του μετοχικού του δικαιώματος, που έχει ήδη γεννηθεί στο πρόσωπό του με τη συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων ... αξίωση δε αυτή έχουν -και οι ήδη μέτοχοι, μετά την απόφαση της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας, περί μειώσεως της ονομαστικής αξίας των υφισταμένων μετοχών και την ανταλλαγή αυτών με νέες. Επομένως, ο σχετικός (τρίτος) λόγος της κρινομένης εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, προεχόντως, καθόσον ειδικότερα αρμόδια κατά νόμο για την έκδοση και παράδοση των ενδίκων μετοχών ως εισαχθέντων στο Χρηματιστήριο είναι η εταιρεία αποθετηρίων κατ' άρθρο 33 παρ. 12 του Ν. 1806/1988 και ότι οι επικαλούμενες με την αγωγή (παλαιές) μετοχές έχουν ακυρωθεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης της εναγομένης εταιρείας και συνεπώς η αμφισβητούμενη κατοχή τους από την ενάγουσα, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι εικονική, δεν προσδίδει στην τελευταία την ιδιότητα της μετόχου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, τα δε ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά αφορούν σε ισχυρισμούς και ζητήματα που άπτονται της ουσίας της υποθέσεως. Σημειωτέον ότι το άρθρο 33 παρ. 12 του Ν. 1806/1988, που επικαλούνται οι εναγόμενοι - εκκαλούντες όριζε ότι "σε περίπτωση έκδοσης νέων μετοχών λόγω αυξήσεως κεφαλαίου ή αντικαταστάσεως παλαιών η εκδότρια δύναται (και επομένως δεν υποχρεούται) να παραδώσει εν όλω ή εν μέρει τις μετοχές αυτές στην Εταιρεία αποθετηρίων, έναντι εκδόσεως αντιστοίχων αποθετηρίων εγγράφων στον κομιστή". Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 138 εδ. α' Α.Κ. προκύπτει ότι εικονική δικαιοπραξία είναι εκείνη κατά την οποία δηλώθηκε βούληση όχι στα σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά, δηλαδή η βούληση των συμβαλλομένων κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας βρίσκεται σε ηθελημένη διάσταση με τη βούλησή τους και η δικαιοπραξία που συνήψαν έγινε κατ' επίφαση, η οποία επομένως πάσχει από απόλυτη ακυρότητα. Το βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού περί εικονικότητας της δικαιοπραξίας, ο οποίος μπορεί να προβληθεί και κατ' ένσταση, το φέρει ο επικαλούμενος την εικονικότητα. Στην προκειμένη περίπτωση ... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία, είναι κυρία 6.000 κοινών ανωνύμων μετοχών της πρώτης εναγομένης ήτοι των ακολούθων μετοχών: α) 17 τεμαχίων τίτλων των 50 μετοχών και συνολικά 850 μετοχών με αριθμούς 16.051 μέχρι και 16.900, έκδοσης στις 16.10.1978 και ονομαστικής αξίας εκάστης 5.000 δραχμών, β) 30 τεμαχίων τίτλων των 5 μετοχών, ήτοι συνολικά 150 μετοχών, με αριθμούς 21.2201 μέχρι και 21.350, έκδοσης στης 27.3.1979 και ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής 5.000 δρχ. και γ) 50 τεμαχίων τίτλων των 100 μετοχών, ήτοι συνολικά 5.000 μετοχών, με αριθμούς 43.001 έως και 48.000, έκδοσης στις 12.8.1981 και ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής ομοίως 5.000 δρχ.. Η έκτακτη συνέλευση των κατόχων των κοινών μετοχών της εναγομένης, κατά τη συνεδρίαση της 2.8.1994 και η έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, κατά τη συνεδρίαση της 5.8.1994, απεφάσισε τη μείωση της ονομαστικής αξίας των κοινών μετοχών από 5.000 δρχ. εκάστη σε 250 δρ. και ακόμη την ανταλλαγή κάθε παλαιάς μετοχής με 20 νέες, αφού, προηγουμένως, με την από 29.6.1991 γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, που είχαν δικαίωμα ψήφου (μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα ως κυρία των ανωτέρω μετοχών), εκπροσωπούντες 183.000 μετοχές συνολικά, είχε αποφασισθεί ομόφωνα η "ακύρωση των μετοχών και προσωρινών τίτλων που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα και η αντικατάστασή τους με νέους προσωρινούς τίτλους που θα καλύπτουν όλο το καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αρχικό και μεταγενέστερο και οι οποίοι -προσωρινοί τίτλοι - θα φέρουν την υπογραφή του Προέδρου του Δ,Σ. και ενός από τα μέλη του". Προς υλοποίηση δε της αποφάσεως αυτής, στην οποία αδόκιμα χρησιμοποιήθηκε ο όρος ακύρωση όλων των μετοχών, αντί της αντικαταστάσεως αυτών, καθόσον διαφορετικά θα επρόκειτο για απαγορευμένη κατά νόμον και μεθοδευμένη ολική μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, συγκροτήθηκε στις 21.9.1992 το Δ.Σ. της εναγομένης εταιρείας το οποίο, ευρισκόμενο σε απαρτία, απεφάσισε παμψηφεί την έκδοση 1 τίτλου των 10.000 ανωνύμων προνομιούχων μετοχών, 15 τίτλων των 10.000 ανωνύμων κοινών μετοχών, 2 τίτλων των 5.000 ανωνύμων κοινών μετοχών, 2 τίτλων των 4.000 ανωνύμων κοινών μετοχών, 3 των 500, 2 των 400, 1 των 300, 1 των 200, 2 των 50. 1 των 40, 2 των 20, 3 των 5 και 5 τίτλων της μίας ανώνυμης κοινής μετοχής. Ακολούθως, δε αποδείχθηκε, ότι η έκτακτη συνέλευση των κατόχων των κοινών μετοχών της εναγομένης εταιρείας στη συνεδρίαση της 2.8.1994 και η έκτακτη γενική συνέλευσή των μετόχων αυτής στη συνεδρίαση της 5.8.1994 απεφάσισε την μείωση της ονομαστικής αξίας των κοινών μετοχών της από 5.000 δραχμές σε 250 δραχμές ανά μετοχή και την ανταλλαγή κάθε παλαιάς μετοχής με 20 νέες, παρόλο όμως που η ενάγουσα έκτοτε, κατ' επανάληψη, προσέφερε στην εναγομένη τις ως άνω μετοχές της ζητώντας την παράδοση των 120.000 νέων μετοχών που αντιστοιχούν σε αυτές (6.000 Χ 20) η τελευταία αρνείται αδικαιολόγητα. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι, ενώ συνομολογούν με τις ως άνω με ημερομηνία 22.1.1991 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (24η και 25η σελίδα αυτών), ότι η ενάγουσα συμμετείχε στις γενικές συνελεύσεις της πρώτης εξ αυτών, που έλαβαν χώρα από τις 30.6.1990 μέχρι και τις 30.6.1993 . ως κάτοχος 6.000 μετοχών αυτής που της μεταβιβάσθηκαν από τους Ν. Φ.-Β. (2° εναγόμενο) και Γ. Φ.-Β. (μη διάδικο) και ότι με τις πιο πάνω αποφάσεις των εκτάκτων γενικών συνελεύσεων (της 2ας και 5ης Αυγούστου 1994) της πρώτης εξ αυτών αποφασίσθηκε η μείωση της ονομαστικής αξίας των κοινών ανωνύμων μετοχών της από το ποσό των 5.000 δραχμών σ' αυτό των 250 δραχμών ανά μετοχή, καθώς και ότι κάθε παλαιά κοινή ανώνυμη μετοχή της αποφασίσθηκε να ανταλλαγεί με 20 νέες κοινές ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης 250 δραχμών, ισχυρίσθηκαν όμως ότι η μετοχική σχέση της ενάγουσας με την πρώτη εξ αυτών (που είναι κοινών μετοχικών συμφερόντων των αδελφών Ν. και Γ. Φ.- Β.), είναι εικονική,καθόσον οι ως άνω μετοχές στην πραγματικότητα δεν μεταβιβάσθηκαν κατά κυριότητα στην ενάγουσα αλλά μόνον φαινομενικά, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των πιο πάνω αδελφών Ν. και Γ. Φ.-Β. με τους εκπροσώπους της τελευταίας, προκειμένου να καλυφθεί το λογιστικό κενό που εμφάνισε το ταμείο της, ενόψει της αποφάσεως της (του έτους 1982) να αυξήσει το μετοχικό της κεφάλαιο με κατάθεση μετρητών (30.000.000 δραχμών), τα οποία στην πραγματικότητα δεν είχαν καταβληθεί, αλλά εμφανίσθηκαν έτσι ότι χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά μετοχών. Ότι για το λόγο αυτό (της επικαλούμενης δηλαδή εικονικότητας της μεταβίβασης των επιδίκων μετοχών), όταν εξεδόθησαν οι νέοι τίτλοι, μετά την "ακύρωση" των παλαιών, δεν παραδόθηκαν στην ενάγουσα αλλά στους αδελφούς Φ.-Β., πραγματικούς κυρίους αυτών και επομένως οι κατεχόμενες από αυτήν παλαιές μετοχές, δεν της παρέχουν κανένα δικαίωμα. Ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστά νόμιμη ένσταση του άρθρου 138 εδ. α' Α.Κ., ουδόλως αποδείχθηκε από τους εναγόμενους οι οποίοι φέρουν το σχετικό βάρος απόδειξης των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών που τον στοιχειοθετούν και ειδικότερα από τα προσκομισθέντα από αυτούς με επίκληση έγγραφα (αφού δεν επιμελήθηκαν και της εξετάσεως μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υπολαμβάνοντας, εσφαλμένα κατά προεκτεθέντα -όπως και η ενάγουσα - ότι θα εκδοθεί προδικαστική απόφαση κατά το ισχύον πριν από το Ν. 2915/2001 άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ., το οποίο όμως καταργήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του νόμου αυτού). Επομένως, η σχετική περί εικονικότητας ένσταση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, όπως ορθώς κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την περιεχόμενη στην παρούσα, κατ' άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ., και εντεύθεν απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού λόγου της εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο. Εξάλλου και ο επικουρικά προβληθείς ισχυρισμός των εναγομένων, περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος από την ενάγουσα, η οποία, αν και ουδέποτε υπήρξε πραγματική κυρία των μετοχών, αξιώνει την παράδοση 120.000 μετοχών πραγματικής αξίας 234.000.000. δραχμών, έναντι μετοχών αξίας 30.000.000 δραχμών, καθόσον η πραγματική ονομαστική αξία των κατεχομένων από την ίδια εικονικώς ανέρχεται στο ποσό των 1.950 δραχμών, το δε αναγραφόμενο των 5.000 δραχμών είναι εικονικό, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος προεχόντως, καθόσον η ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ. μόνον έναντι υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να προβληθεί και όχι όταν ο διάδικος αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του, οι δε εναγόμενοι στην ένδικη περίπτωση αρνούνται και επικουρικώς το επίδικο δικαίωμα της ενάγουσας, ενώ, πρέπει ακόμη να σημειωθεί, δεν αμφισβητούν ειδικώς τον αγωγικό ισχυρισμό ότι τελικώς κάθε παλαιά κοινή ανώνυμη μετοχή της πρώτης εξ αυτών αντηλλάγη με 20 νέες κοινές ανώνυμες μετοχές αυτής, ονομαστικής αξίας 250 δραχμών ανά μετοχή, οι οποίες περιήλθαν στους αδελφούς Φ.-Β. ως πραγματικούς μετόχους. Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος της κρινόμενης εφέσεως με τον οποίο οι εναγόμενοι παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ως μη νόμιμο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, ο όψιμος, σε κάθε περίπτωση, ισχυρισμός των εναγομένων εκκαλούντων ότι μετά την εισαγωγή των μετοχών της πρώτης προς διαπραγμάτευση στο Χ.Α.Α., οι μόνες μετοχές της πρώτης εξ αυτών οι οποίες και υπάρχουν μέχρι σήμερα είναι εκείνες της Α.Ε Αποθετηρίων Τίτλων, οι οποίες και αποτυπώνονται σε εκδοθέντα αποθετήρια τίτλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 1806/1988, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 56 του Ν. 1892/1990, σε συνδυασμό με την υπ' αρ. 16/1997/28.1.1992 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ β' 164/12.3.1992), τα δε αποθετήρια έγγραφα δόθηκαν στους μετόχους της αδελφούς Φ.-Β., οι οποίοι συμμετείχαν στην δημόσια εγγραφή και την ιδιωτική τοποθέτηση, μέσω της αναδόχου της πρώτης εξ αυτών ΕΤΒΑ, και επομένως η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει την έκδοση και παράδοση από την ίδια των ενδίκων μετοχών, καθώς μόνον η Ανώνυμη Εταιρεία Αποθετηρίων Τίτλων νομιμοποιείται προς τούτο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σε κάθε περίπτωση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι το Δ. Σ. της πρώτης εναγομένης στα πλαίσια υλοποίησης της από 5.8.1994 αποφάσεως της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της και της προς τούτο αποφάσεώς του ληφθείσας την 14.9.1994 εξέδωσε τελικώς και κατέθεσε στην Α.Ε. Αποθετηρίων Τίτλων τρεις οριστικούς τίτλους κοινών ανώνυμων μετοχών, που αντιπροσωπεύουν το σύνολο των κοινών ανώνυμων μετοχών της, προκειμένου να εκδοθούν γι' αυτές αντίστοιχα αποθετήρια έγγραφα, κάνοντας χρήση της παρεχομένης από το ισχύον τότε άρθρο 33 παρ. 12 του Ν. 1806/1988 σχετικής δυνατότητάς της, ενόψει εισαγωγής των κοινών ανωνύμων μετοχής της προς διαπραγμάτευση στο Χ.Α.Α. Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι οι μετοχές της πρώτης εναγομένης ήδη από τον Ιανουάριο του έτους 1995 δεν διαπραγματεύονταν στο Χ.Α.Α., λόγω αντιδικίας της με την θυγατρική αυτής ΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ Α.Ε. και η εταιρεία έχει ήδη διαγραφεί από το Χ.Α.Α. με την υπ' αρ. 371/12.2.2006 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ... Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της ενάγουσας - εφεσίβλητης και η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας να της παραδώσει τις 120.000 από τις νέες κοινές ανώνυμες μετοχές που εξέδωσε, ονομαστικής αξίας 250 δραχμών ανά μετοχή, σε αντικατάσταση των παλαιών, ανταλλάσσοντες αυτές με τις 6.000 κοινές ανώνυμες μετοχές της ενάγουσας, ονομαστικής αξίας 5.000 δραχμών ανά μετοχή με την απειλή, για την περίπτωση μη συμμόρφωσης της πρώτης προς την υποχρέωσή της αυτή, χρηματικής ποινής 2.000 ευρώ και προσωπικής κρατήσεως διαρκείας 3 μηνών σε βάρος του δευτέρου εναγόμενου (ήδη- εκκαλούντος) νομίμου εκπροσώπου αυτής>>. Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές παραδοχές: 1) το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί, πώς, εν όψει της νομοθετικής μεταβολής και για την εφαρμογή των ορισμών της μεταβολής αυτής, πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ήταν η 22-1-1999 και όχι η 28-2-2006. Επομένως, έπρεπε να εφαρμοστούν οι διατάξεις του προϊσχύσαντος δικονομικού δικαίου, ως προς την έκδοση μη οριστικής για απόδειξη απόφασης και του χρόνου της κατάθεσης των προτάσεων. Η από το Εφετείο πρόσθετη αιτιολογία, πως οι ήδη αναιρεσείοντες-εκκαλούντες δικάστηκαν, εν τέλει, αντιμωλία, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, εν όψει των προαναφερθέντων νομικών δεδομένων. Άρα ο πρώτος κύριος λόγος, ο πρώτος πρόσθετος λόγος και δεύτερος πρόσθετος και δεύτερος κύριος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, (πρβλ και άρθρ. 559 αρ.10 β Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμοι. Κατά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο εκδόσαν αυτή δικαστήριο, συγκροτούμενο, όμως, από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), παρέλκει δε, κατόπιν τούτων, η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 75/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, από άλλους δικαστές. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ