Αριθμός 1383/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ποντίκα. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διαμαντόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Ιουνίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 62/2011 μη οριστική και 123/2012 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 11 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, στις διατάξεις περί προίκας, που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο του τετάρτου βιβλίου του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1406 έως 1437), και οι οποίες καταργήθηκαν με το άρθρο 15 ν. 1329/1983 ορίζονταν τα εξής: Άρθρο 1406: "Προίξ είναι η υπό της γυναικός ή άλλου χάριν αυτής παρεχόμενη εις τον άνδρα περιουσία προς ανακούφισιν των βαρών του γάμου. Η προίξ συνιστάται διά συμβάσεως μετά του ανδρός ή διά διατάξεως τελευταίας βουλήσεως, υπόκειται δε εις τους ορισμούς των άρθρων 1402 παρ. 2,3 έως 1405, εφόσον εκ των διατάξεων του παρόντος δεν προκύπτει άλλο τι". Άρθρο 1410: "Ως αντικείμενο της προικός δύναται να είναι ενεστωσα περιουσία ...". Άρθρο 1402: "Οι σύζυγοι δύνανται διά συμβάσεως προ του γάμου να κανονίζωσι τας ένεκα του γάμου περιουσιακός αυτών σχέσεις (γαμικά σύμφωνα). Τα γαμικά σύμφωνα καταρτίζονται μόνον διά συμβολαιογραφικού εγγράφου...". Άρθρο 1426: "Λυθέντος του γάμου η προίξ αποδίδεται εις την γυναίκα ... παύει δε πάσα διοίκησις και επικαρπία του ανδρός επί των προικώων", άρθρο 1427: "Εάν η αποδοτέα προίξ συνίσταται εις χρήματα ή χρηματική αποτίμηση, η απόδοσις γίνεται μετά έτος από της λύσεως του γάμου, οφείλονται δε αυτοδικαίως νόμιμοι τόκοι από της λύσεως τούτου". Σύμφωνα δε με τις μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 56, 57, 58 ν. 1329/1983 ρυθμίστηκε η τύχη των προικών που είχαν συσταθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου ως εξής: Άρθρο 56: "Οι προίκες, που έχουν ήδη συσταθεί κατά την έναρξη αυτού του νόμου αποδίδονται στη γυναίκα. Από το χρονικό αυτό σημείο η γυναίκα αποκτά αυτοδικαίως το πλήρες δικαίωμα στα προικώα ... ". Άρθρο 57: "Από την έναρξη του νόμου αυτού, η γυναίκα αποκτά αυτοδικαίως χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε φόρου ή τέλους, την κυριότητα των πραγμάτων, που δόθηκαν στον άνδρα για προίκα κατά κυριότητα και σώζονται σαν περιουσία του. Δεν θίγονται όμως τα δικαιώματα που απέκτησαν τυχόν τρίτοι σ'αυτά τα πράγματα, πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου. Για τα δικαιώματα αυτά η γυναίκα έχει μόνον ενοχική αξίωση κατά του άνδρα". Άρθρο 58 "Οι προίκες, που αντικείμενο τους είναι χρήματα ή χρηματική αποτίμηση, δεν αποδίδονται, εκτός αν συμφωνήσουν το αντίθετο οι σύζυγοι. Για τις προίκες αυτές εξακολουθούν να ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που καταργούνται με αυτόν το νόμο". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1401 παλαιού ΑΚ, εξώπροικος περιουσία της γυναικός ή, κατά την ορολογία του προϊσχύσαντος δικαίου "παράφερνα" καλείται κάθε περιουσία της γυναίκας, που δεν περιλαμβάνεται στην προίκα ή, για την οποίαν οι σύζυγοι δεν όρισαν άλλως, με τη συνομολόγηση γαμικού συμφώνου. Σύμφωνα με την αρχή της αυτοτέλειας της περιουσίας κάθε συζύγου, η γυναίκα εξακολουθούσε, υπό την ισχύ, του προγενεστέρου νόμου να διατηρεί την ιδία αυτής περιουσία και την πλήρη αυτής διαχείριση ( Μπαλή: Οικογενειακόν Δίκαιον παρ. 51 επ.). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, σε περίπτωση προίκας συνισταμένης σε ποσόν χρημάτων, ή αποτιμητής σε χρήμα, για την οποία εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα που καταργήθηκαν με το άρθρο 15 ν. 1329/1983, κατά το άρθρο 58 εδαφ. β'του νόμου αυτού, εφόσον για την σύσταση της δεν τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος (άρθρα 1406 παρ. 1 και 1402 παρ. 2 παλιού ΑΚ), η προίκα αυτή είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 159 παρ. 1 και 180 του ΑΚ (ΑΠ 634/1976, ΑΠ 14/1976). Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ υποχρέωση αποδόσεως της ωφελείας από εκείνον που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία ή με ζημία άλλου, αναγνωρίζεται όχι μόνον στις, ενδεικτικώς αναφερόμενες σ'αυτό περιπτώσεις, αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή της αχρεώστητης παροχής και της παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, αλλά σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία. Τέτοια αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση της παροχής στο λήπτη, δεν υπάρχει όταν η παροχή έγινε σε εκτέλεση συμβάσεως για την οποία δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος και η οποία, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη κατά τα άρθρα 159 παρ. 1 και 180 ΑΚ (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 206/2007 Νόμος, ΑΠ 828/2000 Νόμος). Έτσι, σε περίπτωση προίκας συνισταμένης σε ποσόν χρημάτων, ή αποτιμητής σε χρήμα, δίχως την τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου (άρθρα 1406 παρ. 1 και 1402 παρ. 2 παλιού ΑΚ), ο λαβών την προίκα καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερος, άνευ νομίμου αιτίας και ο προικοδότης έχει την εκ του άρθρου 904 ΑΚ, αγωγή ( βλ. σχετ. ΑΠ 1572/1983, ΑΠ 634/1976, ΑΠ 315/1957 ΝοΒ 5.948, Γ. Μπαλή, Οικ. Δίκ., εκδ. 1961, σελ. 143, Γ. Ροϊλού, Οικογ. Δίκ. τ. Α'εκδ. 1965, σελ. 474, Κ. Καυκά, Ενοχ. Δικ. τ. Β', εκδ. 1993, σελ. 639, Γ. Κουμάντου, Οικ. Δικ., εκδ. 1982, σελ. 197, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Αστ. Κωδ., έκδ. 1982, υπό το άρθρο 904, σελ. 628). Ουδόλως δε τα χωρίς συμβολαιογραφικό έγγραφο δοθέντα λόγω προικός στον άνδρα κινητά ή χρήματα, εφόσον δεν υπερβαίνουν το εκ των περιστάσεων ενδεικνυόμενο μέτρο, δηλαδή την ενδεικνυόμενη ανάλογη προίκα (άρθρο 1496 προϊσχύσαντος Α.Κ.), μπορεί να θεωρηθούν ως δωρεά στη γυναίκα, του άνδρα ενεργούντος ως αντιπροσώπου της, οπότε από της παραδόσεως θα καθίστατο έγκυρη η δωρεά (άρθρο 498 παρ. 2 ΑΚ), διότι η αιτία της συμβάσεως είναι η προίκα και όχι η δωρεά προς την γυναίκα (Καυκά, Ενοχ. Δίκ. έκδοση τρίτη υπό τα άρθρα 904-907, Μπαλή, Οικογ. Δίκ. παρ. 65. 2, Τούση, Οικ. Δίκ. παρ. 73 σημ. 2). Για τον ίδιο λόγο, τα χωρίς συμβολαιογραφικό έγγραφο δοθέντα κινητά πράγματα ή χρήματα δεν συνιστούν εξώπροικο περιουσία (παράφρενα) της γυναίκας (άρθρο 1401 παλαιού ΑΚ), και επομένως γεννάται, κατά τα προεκτεθέντα, αξίωση του προικοδότη κατά του λαβόντος την ακύρως συσταθείσα προίκα, από το άρθρο 904 ΑΚ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζεται δε για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη, όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, ασχέτως αν αυτή προέρχεται από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή, ή από άλλη δικαιοπραξία ή εάν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός εάν προβλεφθεί άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή εάν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Η διάταξη αυτή παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλεται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, στο μέτρο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικώς καλής πίστης (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 195/2010, ΑΠ 1464/2009, ΑΠ 73/2008, ΑΠ 1487/2005, ΑΠ 1135/2005). Μεταβολή δε των συνθηκών κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ υπάρχει, όταν μεσολαβήσει νομισματική έκπτωση, ή ουσιώδης υποτίμηση της τρέχουσας αξίας του νομίσματος από το χρόνο της παροχής μέχρι το χρόνο αποδόσεως της παροχής. Στην περίπτωση αυτή, η αξία του χρόνου της παροχής θα αναχθεί, με βάση την αρχή της καλής πίστεως, στο ισάξιο της, κατά το χρόνο αποδόσεως της παροχής, αφού ληφθεί υπόψη η τιμή και η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας σε δραχμές και ήδη σε ευρώ, τόσο κατά το χρόνο της παροχής όσο και κατά το χρόνο αποδόσεως της παροχής και γίνει μεταξύ τους σύγκριση, αλλά και η αύξηση του τιμαρίθμου που επήλθε στο μεταξύ (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 1233/2009, ΑΠ 713/2002, ΑΠ 1013/1996 ). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στην από 11-06-2007 αγωγή της ιστορούσε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι, την 19.11.1967 είχε τελέσει νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, με τον εναγόμενο και, ότι την 28.1.1969 κατέβαλε σ'αυτόν, κατόπιν ατύπου συμφωνίας προικός, με σκοπό την ανακούφιση από τα βάρη του γάμου, το ποσό των 100.000 δραχμών, το οποίο είχε συγκεντρώσει από την εργασία της, ως μοδίστρα και τεχνίτρια - υφάντρια, προς τούτο δε την ίδια ημέρα ο εναγόμενος της παρέδωσε την από 28-01-1969 διά χειρός του γραφείσα και υπογραφείσα απόδειξη. Ότι ο τότε σύζυγος της, ο οποίος ήταν επαγγελματίας αυτοκινητιστής, είχε χρησιμοποιήσει το ως άνω χρηματικό ποσό για πληρωμή μέρους του τιμήματος ενός φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο είχε αγοράσει, και ότι από τα έσοδα από την εκμετάλλευση του IX φορτηγού αυτοκινήτου ανήγειρε οικοδομή στον αναφερόμενο σ' αυτήν (αγωγή) οικόπεδο. Ότι ο εναγόμενος, αν και γνώριζε ότι για τη νομότυπη σύναψη σύμβασης προικός απαιτείτο η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου, το απέκρυψε απ' αυτήν και ότι με την υπ' αριθ. 82/1980 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 1155/3.6.1986 απόφαση του Αρείου Πάγου, ελύθη αμετακλήτως ο μεταξύ τους γάμος. Ισχυρίσθηκε τέλος, ότι λόγω του ότι δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος συμβολαιογραφικός τύπος, η συσταθείσα κατά τα άνω προίκα, είναι άκυρη, ώστε να μην καθίσταται δυνατή η αναζήτηση της από την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο, ο οποίος συνεπεία τούτου κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος κατά το άνω ποσόν, χωρίς νόμιμη αιτία και ότι αρχικά είχε ασκήσει την υπ'αριθμό καταθέσεως 89/20.12.2005 όμοια αγωγή, με την οποία ζητούσε το ποσό των 250.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση αυτής, η οποία όμως απορρίφθηκε ως αόριστη, με την υπ'αριθ. 8/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, ενώ εντός εξαμήνου από την απόρριψη της ως άνω αγωγής, άσκησε την υπό κρίση αγωγή. Ζήτησε, δε κατόπιν αυτών, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επειδή αυτός κατέστη πλουσιότερος, συνεπεία ελλείψεως νομίμου αιτίας το ποσό των 100.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενο, λόγω της απρόοπτης και σημαντικής μεταβολής των οικονομικών συνθηκών, κατά το διαδραμούντα χρόνο από το έτος 1969 μέχρι την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και, με την ισοτιμία της χρυσής λίρας Αγγλίας και το γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως ειδικότερα αναλύεται, ήτοι να της καταβάλλει το ισότιμο του αναφερομένου ποσού, κατά την 1-7-1987 (ότε υποχρεούτο, κατά το νόμο να αποδώσει την προίκα), των 59.359.792 δραχμών ή 174.203 ευρώ, και περαιτέρω, από το ισότιμο του ποσού αυτού κατά την 20-12-2005 (χρόνος καταθέσεως πρώτης αγωγής) των 1.443.868,6 ευρώ, το ποσό των 393.685 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της προηγούμενης, με αριθμό καταθέσεως 89/20.12.2005 αγωγής. Το Εφετείο, με την συμπροσβαλλόμενη υπ'αριθ. 62/2011 μη οριστική απόφαση του, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την παραπάνω από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της, καθώς και ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις απόδοσης στην ενάγουσα του πλουτισμού που απεκόμισε ο εναγόμενος χωρίς νόμιμη αιτία, λόγω της ακύρως συσταθείσας υπέρ της πρώτης σε ποσόν χρημάτων προίκας, προκειμένου να προσδιορίσει το αποδοτέον σ' αυτήν ποσόν του πλουτισμού, κατ' άρθρον 288 ΑΚ, διέταξε την επανάληψη της δίκης, αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής απόφασης του, προκειμένου να προσκομισθούν α) βεβαίωση της Τράπεζας της Ελλάδος για την αντιστοιχία της χρυσής λίρας Αγγλίας σε δραχμές και ήδη σε ευρώ κατά την 28-1-1969, 1-7-1986 και 20-12-2005 και β) βεβαίωση της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, για την αύξηση του τιμαρίθμου κατά το χρονικό διάστημα από 28-1-1969 μέχρι 20-12-2005. Ακολούθως, μετά την επανάληψη της συζητήσεως, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 123/2012 οριστική απόφαση του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Την 19-11-1967 οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, κατά τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, και από τον οποίον απέκτησαν μία κόρη την Κ., που γεννήθηκε το έτος 1968, και εξετάσθηκε ως μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Την 28-1-1969 η ενάγουσα κατέβαλε ατύπως στον εναγόμενο, παρουσία του Ν. Ζ., κουμπάρου του ζεύγους και της Μ. Γ., η οποία είχε κάνει το προξενιό για την τέλεση του γάμου μεταξύ των διαδίκων, το ποσό των 100.000 δραχμών, ως προίκα και για ανακούφιση του εναγομένου από τα βάρη του γάμου. Η σύμβαση αυτή δεν περιεβλήθη ως απαιτείται το συμβολαιογραφικό τύπο. Ο εναγόμενος αφού έλαβε το ως άνω χρηματικό ποσό, προέβη στη συνέχεια, στη σύνταξη και υπογραφή της από 28.1.1969 απόδειξης με το παρακάτω περιεχόμενο "... 28-1-1969. Απόδειξη δραχμών 80.000 για προίκα της αδελφής του Ε. Κ. Έλαβον ο κάτωθι Ι. Β., κάτοικος ... Ο λαβών -Υπογραφή". Η μάρτυρας αποδείξεως βεβαίωσε ενόρκως, ότι ο γραφικός χαρακτήρας του συντάκτη της απόδειξης είναι του πατέρα της (εναγομένου) καθώς και η υπογραφή του, στη θέση "ο λαβών". Περαιτέρω, η μάρτυρας, κατέθεσε ότι, όπως είχε πληροφορηθεί από το νονό της, Ν. Ζ., η μητέρα της είχε παραδώσει στον πατέρα της το ποσό των 100.000 δραχμών και ότι προφανώς, από παραδρομή, είχε γραφτεί το ποσό των 80.000 δραχμών. Το ποσό αυτό προήρχετο από τη μητέρα της και όχι από τον αδελφό της (και θείο της μάρτυρος) και το οποίο αυτή είχε αποκομίσει, εργαζόμενη, ως μοδίστρα και ως υφάντρια. Το εν λόγω ποσό στη συνέχεια, παραδόθηκε στο Ν. Ζ., ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος της εταιρίας ..., προκειμένου να παραγγείλει για λογαριασμό του εναγομένου, που ήταν αυτοκινητιστής καινούριο φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου VOLVO, σε αντικατάσταση του παλαιού φορτηγού του. Φωτοαντίγραφο της ως άνω βεβαιώσεως του εναγομένου, που θεωρήθηκε από το Α.Τ. Γρεβενών, την 7-9-2006, προσκομίσθηκε στο δικαστήριο εμπροθέσμως, το πρωτότυπο δε αυτής προσκομίσθηκε και επιδείχθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (βλ. πρακτικό). Ο εναγόμενος δεν αναγνώρισε την υπογραφή του στην ως άνω απόδειξη και επιφυλάχθηκε, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του να προτείνει την ένσταση πλαστότητος αυτού, δίχως, όμως, να το πράξει. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του εναγομένου να προσκομισθεί το πρωτότυπο της από 28-1-1969 βεβαιώσεως, ως άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι σύντομα παρουσιάσθηκαν προβλήματα στην έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, η οποία διασπάσθηκε στις αρχές του 1970. Την 8-1-1970 επιδόθηκε στον εναγόμενο, η από 7-1-1970 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία της ενάγουσας (βλ. την υπ'αριθ. .../8-1-1970 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γρεβενών …), με την οποία, η τελευταία ζητούσε, να της επιστρέψει το ποσό των 100.000 δραχμών, το οποίο του είχε παραδώσει κατά τη διάρκεια του γάμου τους και το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στην εξώδικο δήλωση, αποτελούσε εξώπροικη περιουσία της. Η εξώδικη αυτή δήλωση, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι πράγματι, είχε παραδώσει στο σύζυγο της το ποσό των 100.000 δραχμών και όχι το ποσό των 80.000 δραχμών, όπως εσφαλμένα ανεγράφη στην από 28-1-1969 βεβαίωση. Ο χαρακτηρισμός του ποσού των 100.000 δραχμών, ως εξώπροικης περιουσίας της ενάγουσας, αποτελεί νομικό χαρακτηρισμό, δοθέντα από τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας και συνεπώς δεν δύναται να θεωρηθεί ως ομολογία της ενάγουσας περί της προελεύσεως των χρημάτων, ούτε να ασκήσει έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου, ότι δεν έλαβε το ποσό των 100.000 δραχμών ή ότι, σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν του εδόθη ως προίκα, καθώς και οι σχετικοί περί τούτων, λόγοι εφέσεως, που αποτελούν αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά το χαρακτηρισμό του δοθέντος ποσού των 100.000 δραχμών, ως προίκας. Επίσης, αποδείχθηκε, ότι μεταξύ των διαδίκων, που βρίσκονταν σε διάσταση, δημιουργήθηκαν έντονοι διαπληκτισμοί, που τους οδήγησαν στα δικαστήρια. Επειδή όμως η ενάγουσα επιθυμούσε τη διατήρηση του γάμου της, δεν προχώρησε στην κατάθεση αγωγής διαζυγίου, ούτε στην άσκηση αγωγής περί αποδόσεως του ποσού των 100.000 δραχμών. Στη συνέχεια ο εναγόμενος κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών την από 31-5-1979 αγωγή διαζυγίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 82/1980 οριστική απόφαση, η οποία κήρυξε λυμένο το γάμο των διαδίκων από υπαιτιότητα του εναγομένου. Η ως άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη με την 1155/30-6-1986 απόφαση του Αρείου Πάγου. Όπως προεκτέθηκε, ο εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των 100.000 δραχμών, για την αγορά καινούριου φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο παρέλαβε τον Ιούλιο του 1969. Από την επωφελή αυτή τοποθέτηση των χρημάτων της ενάγουσας, για την αγορά καινούριου IX αυτοκινήτου ο εναγόμενος αποκόμισε πολλά κέρδη, μέρος των οποίων διέθεσε για την ανέγερση οικοδομής σε οικόπεδο, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... στα ... Πρέπει δε να σημειωθεί ότι μεταξύ των συζύγων δεν υπήρχε συμφωνία περί μη αποδόσεως της προίκας. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου συνάγεται μετά βεβαιότητας, από το γεγονός, ότι η ενάγουσα από το χρόνο παραδόσεως του ποσού των 100.000 δραχμών στον εναγόμενο, τότε σύζυγο της, λόγω προικός, προφανώς είχε απαιτήσει την υπογραφή της από 28-1-1969 αποδείξεως για μελλοντική εξασφάλιση της. Πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, η ενάγουσα είχε ασκήσει την υπ'αριθμό καταθέσεως 89/20.12.2005 όμοια αγωγή, με την οποία αιτείτο να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει το ισάξιο του ποσού των 100.000 δραχμών, κατά την 30-6-1986, ήτοι το ποσό των 250.000 δραχμών, νομιμοτόκως από 30-6-1986, άλλως να της αποδώσει δύο διαμερίσματα που βρίσκονται στην επί της οδού ... στα ..., οικοδομή. Η εκδοθείσα υπ' αριθ. 8/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, ως αόριστη, τη δε επικουρική ως μη νόμιμη. Η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών την 26-6-2007 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 29-6-2007 (βλ. αντίγραφο αγωγής με σχετική επισημείωση δικαστικής επιμελήτριας) ήτοι, μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από την επίδοση της υπ' αριθ. 8/29.1.2007 αποφάσεως....Περαιτέρω, από τα άνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, καθώς και από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα υπ' αριθμό .../29-9-2011 βεβαίωση της Τράπεζας της Ελλάδος και τα υπ' αριθμό .../4-7-2011 δύο πιστοποιητικά της Γενικής Διεύθυνσης Στατιστικών Ερευνών (Διεύθυνση Οικονομικών και Βραχυχρόνιων Δεικτών - Τμήμα Λιανικών Τιμών και Τιμαρίθμων) αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Επειδή από την 28-1-1969, ημερομηνία, κατά την οποία, η ενάγουσα παρέδωσε στον τότε σύζυγο της το ποσό των 100.000 δραχμών, λόγω προικός, μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα και επήλθε ουσιώδης υποτίμηση της δραχμής (του νομίσματος), καθώς και σημαντική αύξηση του τιμαρίθμου, το Δικαστήριο κρίνει, ότι για να ανταποκρίνεται αυτό στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως, πρέπει να προβεί σε αναγωγή του ποσού των 100.000 δραχμών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, στο ισότιμο του, αρχικά κατά την 1-7-1986, που ήταν αποδοτέο σύμφωνα με το νόμο, και ακολούθως κατά το χρόνο καταθέσεως της υπ' αριθ. 89/20-12-2005 προηγούμενης αγωγής της ενάγουσας. Η αναγωγή θα υπολογισθεί συμπλεκτικά, βάσει των δύο αντικειμενικών κριτηρίων, της αξίας της χρυσής λίρας Αγγλίας και του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (τιμαρίθμου), κατά τους κρίσιμους χρόνους, όπως κατωτέρω εκτίθεται. Κατ' αρχήν, το ποσό των 100.000 δραχμών, το οποίο, την 28-1-1969 ισοδυναμούσε με 303 χρυσές λίρες Αγγλίας (1 χρυσή λίρα Αγγλίας = 330 δραχμές) θα αναχθεί στο ισάξιο του κατά την 1-7-1986, σύμφωνα με την, εν τω μεταξύ, επελθούσα αύξηση του τιμαρίθμου (1.146,3/100). Για το λόγο αυτό θα πολλαπλασιάσουμε το ποσό των 100.000 δραχμών Χ 1.146,3/100 = 1.146.300 δραχμές. Στο ποσό αυτό θα προστεθεί το αρχικό ποσό των 100.000 δραχμών και το σύνολο των 1.246.300 δραχμών αποτελεί το ισάξιο των 100.000 δραχμών κατά την 1-7-1986. Στη συνέχεια, το ποσό των 1.246.300 δραχμών διαιρείται με την αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας, κατά την 1 -7-1986 (1 χρυσή λίρα = 12.035 δραχμές), στο δε πηλίκον προστίθεται το αρχικό ποσό των 303 χρυσών λιρών και, έτσι, προκύπτει το ισάξιο του αρχικού ποσού των 100.000 δραχμών σε χρυσές λίρες Αγγλίας συμπλεκτικά με τον τιμάριθμο κατά την 1-7-1086, ήτοι, 1.246.300 : 12.035 = 103,55 χρυσές λίρες + 303 χρυσές λίρες = 406,55 χρυσές λίρες Αγγλίας. Ακολούθως, την ποσότητα των 406,55 χρυσών λιρών την ανάγουμε στο ισάξιο της κατά την 20-12-2005, σύμφωνα με την επελθούσα αύξηση του τιμαρίθμου από 1-7-1987 (344,9/100) έως την 20-12-2005, ήτοι 406,55 χρυσές λίρες Χ 344,9/100 =1.402 χρυσές λίρες Αγγλίας, που αποτελούν το ισάξιο του αρχικού ποσού των 100.000 δραχμών σε χρυσές λίρες συμπλεκτικά με τον τιμάριθμο, κατά την 20-12-2005. Η αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας, κατά την ως άνω ημερομηνία, ανερχόταν στο ποσό των 100,78 ευρώ και συνεπώς το ποσό των 1.402 χρυσών λιρών Χ 100,78 ευρώ ήταν ισάξιο με το ποσό των 141.293,56 ευρώ. Το ως άνω ποσό πρέπει να καταβάλει ο εναγόμενος προς την ενάγουσα, ώστε η παροχή του να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, λόγω της ουσιώδους υποτίμησης της τρέχουσας αξίας του νομίσματος από το χρόνο της παροχής μέχρι το χρόνο αποδόσεως της παροχής, καθώς και της σημαντικής αύξησης του τιμαρίθμου κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα. Κατά το ως άνω ποσό ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία, ο δε πλουτισμός σώζεται...Επομένως, η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος και της αντέφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει εν μέρει διαφορετικά, εκτός των άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, και κατά την σωρευόμενη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, με την οποία επιδιώκοντο όσα ανωτέρω αναφέρονται, ακολούθως δε, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή αυτή και επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη νομιμοτόκως, από 22-12-2005, το ποσό των 141.293,56 ευρώ, κατά το οποίο ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος, εις βάρος της περιουσίας της, χωρίς νόμιμη αιτία. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 158, 159, 180, 288, 904 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 1402 παρ. 2 και 3, 1406, 1426 και 1427 ΑΚ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την κατάργηση τους με το άρθρο 15 ν. 1329/1983, ούτε και το άρθρο 58 εδ. β' του τελευταίου αυτού νόμου, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούσαν και περιεχόμενο της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως ανωτέρω διατάξεων μερική παραδοχή της, κατά του αναιρεσείοντος απευθυνόμενης αγωγής της αναιρεσίβλητης, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι παραδοχές του Εφετείου: 1) Ότι την 28-1-1969 η ενάγουσα κατέβαλε ατύπως στον εναγόμενο σύζυγο της, το ποσό των 100.000 δραχμών, ως προίκα και για ανακούφιση από τα βάρη του γάμου, 2) ότι η συσταθείσα κατά τα άνω άτυπη προίκα ήταν άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε επί ποινή ακυρότητος ο απαιτούμενος από τον νόμο συμβολαιογραφικός τύπος, 3) ότι η χρηματική αυτή προίκα κατέστη αποδοτέα στην ενάγουσα, την 1-7-1986, εφόσον ο γάμος των διαδίκων λύθηκε αμετάκλητα με δικαστική απόφαση την 30-6-1986, και από την επομένη ήταν αποδοτέα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1426 και 1427 του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές εξακολούθησαν να ισχύουν προκειμένου για προίκες που είχαν αντικείμενο χρήματα, και μετά την κατάργηση τους με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, σύμφωνα με το άρθρο 58 εδ. β' του νόμου αυτού, 4) ότι το άνω ποσόν της χρηματικής αυτής προίκας που συνεστήθη ακύρως είχε διαμορφωθεί την 1-7-1986, που κατέστη αποδοτέα σύμφωνα με το νόμο, και ακολούθως την 20-12-2005, κατά την οποία άσκησε η ενάγουσα την προηγούμενη της ένδικης αγωγή, που απορρίφθηκε ως αόριστη, και άσκησε έκτοτε εντός εξαμήνου την υπό κρίση τοιαύτη, με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο, στο ποσό των 141.293,56 ευρώ, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, λόγω του διαδραμούντος μεγάλου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο επήλθε μεγάλη υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και σημαντική αύξηση του τιμαρίθμου και 5) ότι κατά το ως άνω ποσόν κατέστη πλουσιότερος ο εναγόμενος χωρίς νόμιμη αιτία, αφού η συσταθείσα κατά τα άνω προίκα, χωρίς να τηρηθεί ο απαιτούμενος από το νόμο συμβολαιογραφικός τύπος, ήταν άκυρη. Ούτε όμως και τις διατάξεις των άρθρων 498, 979, 1390, 1400, 1401, 1416 και 1417 του ΑΚ, όπως τα τέσσερα τελευταία ίσχυαν πριν την κατάργηση τους, παραβίασε το Εφετείο με το να μην εφαρμόσει, αφού, σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα απ'αυτό πραγματικά περιστατικά οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, το άνω ποσόν των 100.000 δραχμών παραδόθηκε στον εναγόμενο από την ενάγουσα ως προίκα για την ανακούφιση των βαρών του γάμου, χωρίς όμως να τηρηθεί ο προβλεπόμενος νόμιμος τύπος, και όχι ως άτυπη δωρεά, η οποία κατέστη έγκυρη με την παράδοση του άνω χρηματικού ποσού, ώστε να καταστεί ο εναγόμενος νομέας τούτων και να διαχειρίζεται αυτά κατ' ελευθέραν βούληση ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας, κατά την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 1387 ΑΚ, ούτε επίσης ότι το εν λόγω ποσόν αναλώθηκε από την ενάγουσα για τα βάρη του γάμου ή εισφέρθηκε εξ ιδίων στον εναγόμενο σύζυγο της γι1 αυτά, χωρίς πρόθεση αποζημιώσεως, αλλά ούτε και ότι το άνω χρηματικό ποσόν αποτέλεσε εξώπροικη περιουσία της ενάγουσας υπό την προεκτεθείσα έννοια, αφού ρητώς συμφωνήθηκε από τους διαδίκους ότι αποτελεί προίκα, γεγονός που αποδέχθηκε και ο εναγόμενος με την κατάρτιση και υπογραφή της προαναφερθείσης απόδειξης, η οποία συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο κατά το χρόνο παράδοσης και παραλαβής απ' αυτόν του εν λόγω χρηματικού ποσού. Τέλος, δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι με την συναίνεση της ενάγουσας και μετά από άδεια του δικαστηρίου χρησιμοποίησε ο εναγόμενος το ανωτέρω προικώο χρηματικό ποσό, αλλά ο τελευταίος, ενεργώντας αυτοβούλως, χρησιμοποίησε τούτο για την αγορά του προαναφερόμενου φορτηγού αυτοκινήτου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ.20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη απ'αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το τελευταίο κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 219/2009, ΑΠ 484/1997). Δεν ιδρύεται, επίσης, ο παραπάνω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με την δεύτερη των άνω διατάξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την από 28-1-1969 απόδειξη, που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα κατέβαλε ατύπως στον εναγόμενο το ποσό των 100.000 δραχμών, ως προίκα, για ανακούφιση του εναγομένου από τα βάρη του γάμου, ενώ σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο εναγόμενος έλαβε το ποσό των 80.000 δραχμών από τον αδελφό της Ε. Κ. (ενάγουσας) για προίκα και όχι από την ίδια. Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν (και κυρίως) ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, συνεκτίμησε το ανωτέρω έγγραφο (απόδειξη) μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις κλπ), αφετέρου δε, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο παραθέτει στην απόφαση του όπως ακριβώς έχει, αλλά απέδωσε σ' αυτό νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αναφορικά με το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός, πλήττοντας όμως έτσι απαραδέκτως, κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το παραπάνω έγγραφο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (έκτος), είναι απαράδεκτος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η άνω από 28-1-1969 απόδειξη, έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον εναγόμενο, η δε υπογραφή στη θέση του λαβόντος σ' αυτήν είναι η γνήσια υπογραφή του τελευταίου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, και συγκεκριμένα α) την από 3-4-2002 υπεύθυνη δήλωση προς τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Γρεβενών και β) την από 12-4-2000 δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2000, που υποβλήθηκε στην Δ.Ο.Υ. Γρεβενών, τα οποία φέρουν την γνήσια υπογραφή του. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία προκύπτει, κατά τον λόγο αυτό αναιρέσεως, η γνήσια υπογραφή του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ.12 παρ.2 ν.4055/12) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 02-12-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 123/2012 οριστικής και της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθ. 62/2011 μη οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700). Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ