Αριθμός 614/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Τ. συζ. Ε. Μ. το γένος Γ. Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ροδίτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Γ. και της Μ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Θεόδωρος Σαρρής, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 30-6-2021, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. 223/2/2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Πειραιά, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού: 1) Γ. Σ. του Ι. και της Β., κάτοικος ... και 2) Ν. Σ. του Ι. και της Β., κάτοικος ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου τους και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2011 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3884/2017 μη οριστική, 1626/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-7-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπεισελθόντων στη θέση του αρχικού αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται με το θάνατο κάποιου διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 907/2021, ΑΠ 667/2016). Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει το θάνατο διαδίκου και τη συνέχιση της δίκης στο όνομά του, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα τόσο του θανάτου του διαδίκου, όσο και της ιδιότητας του δηλούντος τη συνέχιση ως μοναδικού εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμου εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού διαδίκου και η ιδιότητα του δηλούντος ως κληρονόμου εκείνου (ΑΠ 295/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 28-7-2021 απόσπασμα της 223/2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Πειραιώς, ο αναιρεσίβλητος Ι. Σ. του Γ. απεβίωσε στις 30-6-2021, ήτοι μετά την άσκηση, στις 10-7-2020, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και με την από 2-12-2020 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά στις 20-10-2021 με το 795/20-10-2021 πρακτικό δημοσίευσης, εγκατέστησε κληρονόμους του στα επίδικα ακίνητα τους υιούς του Γ. και Ν. Σ.. Οι τελευταίοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Θεοδώρου Σαρρή, η οποία έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν στην αναιρεσείουσα το θάνατο του αναιρεσιβλήτου και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη. Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλαμβάνεται μεταξύ της αναιρεσείουσας και των εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου η προκείμενη δίκη. Με την κρινόμενη από 9-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 152/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας αδελφής του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 12-10-2011 αγωγή, με την οποία ζήτησε την αυτούσια διανομή των περιγραφομένων σ' αυτήν (αγωγή) ακινήτων, όπως η αγωγή περιορίστηκε στη συνέχεια από τον ενάγοντα ως προς ορισμένα ακίνητα, επί των οποίων ο ίδιος και η εναγομένη είναι συγκύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3597/2015 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το εφικτό ή μη της αυτούσιας διανομής των επιδίκων κοινών ακινήτων σε δύο ίσα κατ' αξία μέρη, ανάλογα με τις μερίδες των διαδίκων. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3884/2017 επίσης μη οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της αγωγής προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση μηχανικού για την ακριβή επιφάνεια της υπό στοιχείο Υ-1 επίδικης αποθήκης της πολυκατοικίας επί της οδού ... στον …. Τέλος, εκδόθηκε η 1626/2018 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η αυτούσια διανομή των επικοίνων ακινήτων με κλήρωση και κατανεμήθηκαν τα ακίνητα σε δύο μερίδες, με την υποχρέωση του διαδίκου στον οποίο θα λάχει η πρώτη μερίδα, να καταβάλει στον άλλο διάδικο, στον οποίο θα λάχει η δεύτερη μερίδα, το ποσό των 12.925 ευρώ, για την εξίσωση των μερίδων. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εναγομένη-αναιρεσείουσα άσκησε την από 24-5-2018 έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την ανωτέρω αναιρεσιβαλλόμενη 152/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφαση και όσον αφορά το με αριθμό (3) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του ισογείου, ο οποίος βρίσκεται στην πιλοτή της επί της οδού ... πολυκατοικίας στον … και αποτελεί συστατικό του υπό στοιχεία ΔΩ διαμερίσματος του δώματος της ίδιας πολυκατοικίας, και ο οποίος περιλαμβάνεται στα ακίνητα για τα οποία διατάχθηκε η αυτούσια διανομή, το Εφετείο απέρριψε το μοναδικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας περί αυθαιρέτων κατασκευών στο συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου, καθώς δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασής του, "Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι έχει προηγηθεί έκθεση αυτοψίας από τους υπαλλήλους της αρμόδιας δ/νσης δόμησης για να διαπιστωθεί η εκτέλεση αυθαίρετης κατασκευής ή η εγκατάσταση αυθαίρετης αλλαγής χρήσης ή εκτέλεσης πολεοδομικής παράβασης στο συγκεκριμένο χώρο, χωρίς τη σύνταξη της οποίας (έκθεσης) οι όποιες αυθαίρετες κατασκευές ή αλλαγή χρήσης θεωρούνται ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα να μην επέρχονται οι συνέπειες της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 10 Ν. 1337/1983, αλλά και του ήδη ισχύοντος άρθρου 82 παρ. 1 του Ν. 4495/2017 περί απαγόρευσης της μεταβίβασής του". Με τις παραδοχές δε αυτές απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε, το μοναδικό λόγο έφεσης της εναγομένης-αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια σχετικά με το συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί, και μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά με λόγο έφεσης και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 203/2021, ΑΠ 1049/2019, ΑΠ 2084/2017). Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 966/2018), ακόμη και σε εκείνο του αρ. 1 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 884/2017, ΑΠ 259/2016). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 1 και 2 του Ν. 4495/2017, "1. Σε κάθε δικαιοπραξία εν ζωή περιλαμβανομένης και της δωρεάς αιτία θανάτου, που συντάσσεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος και έχει ως αντικείμενο τη μεταβίβαση ή τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο ή και σε ακίνητο χωρίς κτίσμα, επισυνάπτεται υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη και βεβαίωση μηχανικού. Η ως άνω υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη και η βεβαίωση του μηχανικού απαιτείται και για την μεταγραφή τελεσίδικης δικαστικής απόφασης επί αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας του ακινήτου και για τη μεταγραφή των πρακτικών δικαστικού ή εξωδικαστικού συμβιβασμού με τα οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα επί του ακινήτου. 2. Με την ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη και τη βεβαίωση μηχανικού δηλώνεται και βεβαιώνεται αντίστοιχα ότι: α) στο ακίνητο δεν υπάρχει κτίσμα ή β) στο ακίνητο ή στη διακεκριμένη αυτοτελή οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, μη συμπεριλαμβανομένων των κοινόκτητων ή κοινοχρήστων χώρων του ακινήτου, δεν έχουν εκτελεστεί αυθαίρετες κατασκευές καθ' υπέρβαση της δόμησης, της κάλυψης και του ύψους της ιδιοκτησίας, καθώς και ότι δεν έχουν εγκατασταθεί χρήσεις χωρίς άδεια ή, γ) οι υφιστάμενες αυθαίρετες κατασκευές ή οι εγκατεστημένες αυθαίρετες χρήσεις εμπίπτουν σε μία από τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 82 και δεν υπάγονται σε καμία άλλη από τις περιπτώσεις του άρθρου 89". Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 83 Ν. 4495/2017 με την παράλειψη εφαρμογής της. Ειδικότερα, διατείνεται ότι "για να μεταγραφεί οποιαδήποτε τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί αναγνωριστικής αγωγής, όπως είναι αυτή της αγωγής διανομής του αντιδίκου μου, απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη και βεβαίωση του μηχανικού περί μη ύπαρξης αυθαιρεσιών εντός του ακινήτου. Και αυτό εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, καθόσον αποτελεί στοιχείο του παραδεκτού και του νομίμου του υποβαλλομένου αιτήματος ή της αίτησης ή της αγωγής, ως εν προκειμένω. Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δε δύναται να μεταγραφεί, αν προηγουμένως δεν υπάρχει βεβαίωση μηχανικού που να βεβαιώνει τη μη ύπαρξη αυθαιρεσιών αναφορικά με την επίδικη θέση στάθμευσης με αρ. (3) της πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού ... στον …, η οποία και αποτελεί αντικείμενο της διανομής. Κατά συνέπεια, αυτός στον οποίο έλαχε η μη νόμιμη ιδιοκτησία δεν θα μπορέσει ποτέ να μεταγράψει τη δικαστική απόφαση...". Ωστόσο, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό αυτό περί παράβασης του άρθρου 83 Ν. 4495/2017 είχε προτείνει νόμιμα, ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, με λόγο έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ο πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός της εναγομένης-αναιρεσείουσας περί αυθαιρεσιών στο συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου και ο οποίος ισχυρισμός, όπως προαναφέρθηκε, αποτέλεσε το περιεχόμενο του μοναδικού και απορριφθέντος λόγου έφεσης αυτής. Ούτε γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι συντρέχει κάποια από τις, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εξαιρετικές περιπτώσεις παραδεκτής πρότασης του ισχυρισμού το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου και ότι τα πραγματικά περιστατικά για την, κατά την αναιρεσείουσα, αδυναμία μεταγραφής της απόφασης που διατάσσει τη διανομή είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-7-2020 αίτηση της Τ. συζ. Ε. Μ., το γένος Γ. Σ., κατά της 152/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των ήδη αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ