Αριθμός 1234/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένη Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Μέτα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "C. C. I. C. S."(C.C.C.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Δούναβη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1834/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6696/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν: Α) ο ήδη αναιρεσείων με την από 25-4-2014 αίτησή του και εκδόθηκε η 899/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διορθώθηκε με την 1763/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο και Β) η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 7/1/2015 αίτησή της και εκδόθηκε η 900/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Εκδόθηκε η 5389/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2021 αίτησή του και τους από 12-4-2023 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 15.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης 2140/260/19.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 5389/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε κατά της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "C. C. I. C. S.A.L.", την από 1.10.2008 αγωγή. Εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 1834/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή, και μετά από άσκηση αντιθέτων εφέσεων, των ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητης, η υπ' αριθμ. 6696/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία 1) απορρίφθηκε η από 19.11.2010 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος λόγω ερημοδικίας και 2) έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 22.9.2010 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή και επιδικάστηκε το αναφερόμενο σε αυτή χρηματικό ποσό για οφειλόμενες διαφορές για δεδουλευμένες αποδοχές, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, περιελεύσεως της αναιρεσίβλητης σε υπερημερία περί την αποδοχή της νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενης εργασίας του και επιδικάσεως μισθών υπερημερίας. Μετά την άσκηση αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης εκδόθηκαν α) επί της αίτησης του ήδη αναιρεσείοντος, η υπ' αριθμ. 899/2017 απόφαση του Τμήματος τούτου, που διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1763/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών για ανεπάρκεια αιτιολογιών όσον αφορά την μονομερή βλαπτική μεταβολή και την συνεπεία αυτής επιδίκαση μισθών υπερημερίας και β) επί της αίτησης της αναιρεσίβλητης η υπ' αριθμ. 900/2017 απόφαση του Τμήματος τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών για πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με τις υπ' αριθμ. 7953και 7954/2.11.2009 ένορκες βεβαιώσεις. Στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 5389/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης με αριθμό 1834/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή εν μέρει η ως άνω αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδικάστηκε το ποσό των 12.812,17 ευρώ για διαφορές αποδοχών, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτής περί αναγνωρίσεως μονομερούς μεταβολής των όρων εργασίας και επιδικάσεως μισθών υπερημερίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με την ως άνω αναίρεση πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και οι από 12.4.2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 12.4.2023 (βλ. την 73/2023 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό) και επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 13.4.2023, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 5591Ι/13.4.2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Ο.. Ρ., δηλαδή ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους. Κατά το άρθρο 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεις αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης, και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, τούτο δε διότι η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Αυτό επιβάλλεται ιδίως σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών (ΑΠ 1122/2021). Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ προκύπτει, ότι στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευτικά τα δικαιώματα: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920, και γ) να εμμείνει στη τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους όρους προς της μεταβολής, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 ΑΚ 2 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτή, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 904/2012). Εάν ο εργαζόμενος επιθυμεί να διατηρήσει τη θέση εργασίας, χωρίς όμως να υποκύψει στη δυσμενέστερη μεταβολή των όρων της, από τις τρεις παραπάνω εναλλακτικές δυνατότητες θα επιλέξει την Τρίτη. Η επιλογή όμως αυτή δεν τον απαλλάσσει από τους κινδύνους, που συνεπάγεται μία ενδεχόμενη πλάνη ως προς τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Αν αργότερα, επί της αγωγής του για καταβολή των οφειλόμενων μισθών, κριθεί από το δικαστήριο ότι η συγκεκριμένη μεταβολή των όρων εργασίας ήταν εντός των ορίων του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, όπως αυτά καθορίζονται από το περιεχόμενο της συμβάσεως και την ΑΚ 281, τότε η αποχή του εργαζομένου από την εργασία δεν του στερεί μόνο τις αποδοχές του, για όσο διάστημα δεν παρείχε τις υπηρεσίες του, αλλά είναι δυνατό να θεωρηθεί και ως σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τη δική του πλευρά. Για να αποφύγει ακριβώς τους εν λόγω κινδύνους ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συνεχίζει να εργάζεται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση. Τέτοια επιφύλαξη συνιστά, εκτός των άλλων, και η ρηματική διαμαρτυρία του εργαζομένου. Η επιφύλαξη αυτή επιτρέπει στον εργαζόμενο να διεξαγάγει ένα δικαστικό αγώνα για το νόμιμο ή παράνομο χαρακτήρα της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχόλησης του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή. Έτσι επιτυγχάνεται ο δικαστικός έλεγχος της μονομερούς μεταβολής χωρίς τον κίνδυνο όχι μόνο απώλειας του μισθού, αλλά και τις θέσεις εργασίας (ΑΠ 1252/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, /2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος του, τα ακόλουθα: "Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία προσέλαβε τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα το Μάρτιο του 2001 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να τον απασχολήσει ως ανειδίκευτο εργάτη για τις ανάγκες συντήρησης των γραφείων της αλλά και των χώρων όπου κατοικούσαν τα στελέχη της καθώς και των χώρων που συντηρούνται στα πλαίσια άσκησης δημοσίων σχέσεων. Τον ενέταξε σε συνεργείο συντήρησης με εργοδηγό το Χ. Κ. και συμφωνήθηκε το νόμιμο ωράριο επί εξαήμερο εβδομαδιαίως αντί ημερομισθίου 30 ευρώ πλέον ποσού 10 ευρώ ημερησίως για την τυχόν πραγματοποίηση υπερωριακής απασχόλησης και ανεξάρτητα από τις ώρες αυτής. Ότι απασχολήθηκε ο αναιρεσείων με άτυπη σύμβαση μέχρι τις 28.2.2004 ως ανειδίκευτος εργάτης και στη συνέχεια την 1.3. 2004 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύμβαση.... Ότι ο αναιρεσείων αν και τυπικά προσλήφθηκε ως υπάλληλος, συνέχισε να απασχολείται με τα ίδια όπως και προηγουμένως καθήκοντα, δηλαδή σε εργασίες συντήρησης κτιριακών χώρων ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες της αναιρεσίβλητης. Ότι τις ως άνω εργασίες εκτελούσε υπό τις οδηγίες του εργοδηγού και προϊσταμένου του Χ. Κ. ως εργάτης και ουδέποτε ο ενάγων αναβαθμίστηκε σε "... επικεφαλή - προϊστάμενο συντήρησης κτιρίων ...", όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη και βάσιμα παραπονείται η εναγομένη με τον δεύτερο λόγο της έφεσης της. Το γεγονός ότι ο ενάγων, ανάμεσα στους υπόλοιπούς εργάτες του συνεργείου, οι οποίοι αριθμούνταν σε πέντε (5) κατά μέσο όρο, ήταν αυτός που έπαιρνε το πρόγραμμα της ημερήσιας εργασίας από τον εργοδηγό Χ. Κ. και το έδινε στους λοιπούς εργάτες προκειμένου να εργαστούν, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, δεν τον καθιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, "... τεχνικό επικεφαλή της ομάδας του συνεργείου ...", καθώς η συγκεκριμένη αρμοδιότητα δεν αναβιβάζει την θέση εργασίας του ενάγοντος σε θέση ευθύνης. Ο μάρτυρας Χ. Κ. που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε αόριστα πως "... ο ενάγων είχε τον πρώτο λόγο, με αυτήν την έννοια οι υπόλοιποι (ήταν) βοηθοί του ...", πλην όμως δεν παρέθεσε κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει την διαφοροποίηση της θέσης εργασίας του ενάγοντος σε σχέση με τους υπολοίπους που να την καθιστά ιεραρχικά ανώτερη, όπως, επιφύλαξη σε αυτόν δικαιώματος άσκησης ελέγχου και εποπτείας στους λοιπούς, κατοχή δικαιώματος επιμερισμού των εργασιών στους υπολοίπους κατά την δική του βούληση. Αντιθέτως, ο ως άνω μάρτυρας κατέστησε σαφές πως προϊστάμενος του ενάγοντος ήταν ο ίδιος (ο Κ.), ότι αυτός κατήρτιζε το ημερήσιο πρόγραμμα εργασίας του συνεργείου και ότι αυτός τους πλήρωνε για την εργασία τους. ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσείων, που τον Απρίλιο του 2007 αποχώρησε από την εταιρία για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, επέστρεψε στην εναγομένη μετά την ολοκλήρωση της, όπου ανέλαβε εκ νέου εργασία στις 18.2.2008. Τοποθετήθηκε στην προηγούμενη θέση του ως εργάτης συντήρησης και με τις ίδιες αποδοχές, οι οποίες ανέρχονταν σε 1.000 ευρώ μηνιαίως. Στο μεσοδιάστημα, ο Χ. Κ. απολύθηκε από την εναγομένη εντός του έτους 2007 και από τον Ιανουάριο του 2007, ο Γ. Σ., ηλεκτρολόγος μηχανικός στο επάγγελμα, ανέλαβε ως υπεύθυνος και τεχνικός διευθυντής συντήρησης κτιρίων και μηχανικών μέσων της εναγομένης. Στο πρόσωπο αυτό μεταβιβάστηκαν όλες οι εξουσίες του εργοδηγού Κ., ήτοι να προσλαμβάνει προσωπικό, να φροντίζει για τη συντήρηση των τεχνικών εργασιών, να καταστρώνει το ημερήσιο πρόγραμμα εργασιών, να πληρώνει τους εργάτες τόσο κατά τον βασικό τους μισθό, όσο κατά τις τυχόν πραγματοποιηθείσες ώρες υπερωριακής εργασίας. Αμέσως μόλις ανέλαβε καθήκοντα, ο Γ. Σ. διαπίστωσε ότι όσο ήταν εργοδηγός ο Χ. Κ., η συντήρηση των κτιρίων δεν γινόταν συστηματικά και με κάποιο πρόγραμμα, ενώ με βάση την αναδιάρθρωση των εργασιών που ο ίδιος εκπόνησε και εφάρμοσε, πέτυχε τα συνεργεία να ολοκληρώνουν τις ανατεθείσες σε αυτούς εργασίες σε λιγότερο χρόνο και με λιγότερο προσωπικό. Με τον τρόπο αυτό, οι εργάτες δεν χρειάστηκε να απασχολούνται ούτε μια Κυριακή τον μήνα, ενώ η ανάγκη υπερωριακής απασχόλησης ελαχιστοποιήθηκε έως και εκμηδενίστηκε. Όσον αφορά το συνεργείο στο οποίο συμμετείχε ο ενάγων από τις 18.2.2008 κι εφεξής, ήταν τριμελές, αποτελούμενο από τον ίδιο, τον Τ. Α. και τον Α. Φ.. Επί εργοδηγού Γ. Σ., το πρόγραμμα της ημερήσιας εργασίας το έπαιρνε ο Τ. Α. και το έδινε στους λοιπούς εργάτες προκειμένου να εργαστούν, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, αντί του ενάγοντος. Η αλλαγή αυτή δεν συνεπάγεται υποβιβασμό της θέσης εργασίας του τελευταίου, καθώς, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η συγκεκριμένη αρμοδιότητα (την οποία κατείχε επί εργοδηγού Κ.) δεν είχε αναβιβάσει την θέση εργασίας του σε θέση ευθύνης. Το συνεργείο αυτό ανέλαβε την συντήρηση του κτηρίου της εναγομένης στην Λεωφόρο Κηφισίας. Οι συντηρητές αυτοί, όπως και οι υπόλοιποι, συγκεντρώνονταν κάθε πρωί στο 3ο υπόγειο αυτού και ξεκινούσαν την εργασία τους βάσει των γραπτών σημειωμάτων του Γ. Σ.. Ουδέποτε ο ενάγων τέθηκε σε αργία, αντιθέτως η ανάθεση εργασίας σε αυτόν ήταν πραγματική και διαρκούσε καθημερινώς αλλά και το Σάββατο, επί 6 ημέρες εβδομαδιαίως, το νόμιμο οκτάωρο του. Ο ενάγων, ενοχλημένος από το γεγονός ότι: α) ο Γ. Σ. τοποθέτησε "ως υπεύθυνο τεχνικό" του συνεργείου τον εργάτη Τ. Α., ο οποίος κανόνιζε να τηρείται το πρόγραμμα του εργοδηγού σύμφωνα με τις οδηγίες του σε αντικατάσταση του ίδιου και β) δεν παρείχε πλέον υπερωριακή εργασία με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντική μείωση οι αποδοχές του, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2008, αποχώρησε από την εργασία του, χωρίς να ενημερώσει την εναγομένη. Είχε προηγηθεί εκ μέρους του η αποστολή της από 27.5.2008 εξώδικης διαμαρτυρίας, πρόσκλησης και δήλωσης, με την οποία την καλούσε "... να τηρήσει τους όρους της σύμβασης εργασίας που είχε καταρτίσει με αυτόν, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν με προφορικές συμφωνίες και με πάγια, πολυετή και ομοιόμορφη πρακτική ...". Αντιμέτωπος με την σιωπή της εναγομένης, επανήλθε στις διαμαρτυρίες του στις 17.9.2008, όπου ο ενάγων επέδωσε στην εταιρία την από 11.9.2008 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωση του, με την οποία, επικαλούμενος ότι δεν τον απασχολεί πραγματικά και ότι δεν τηρεί τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, ότι οι αποδοχές του μειώθηκαν σε ποσοστό 55-60%, δήλωσε στην εναγομένη ότι θα επανέλθει στο χώρο εργασίας εφόσον του δήλωνε γραπτώς ότι θα τηρήσει τους συνομολογημένους συμβατικούς όρους, χωρίς να τους προσδιορίζει ειδικότερα. Η εναγομένη απάντησε στην ως άνω δήλωση του ενάγοντος με την από 25.9.2008 εξώδικη απάντηση - δήλωση πρόσκληση της, με την οποία αρνήθηκε στο σύνολο όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος για μη πραγματική απασχόληση του, για μη τήρηση των όρων της μεταξύ τους σύμβασης και για μείωση των αποδοχών του και τον κάλεσε να εμφανιστεί στις 29.9.2008 προκειμένου να συνεχίσει την εργασία του με τους όρους και τις συνθήκες που εργαζόταν από την έναρξη της σύμβασης, ήτοι επί οκτώ ώρες ημερησίως επί 6 ημέρες εβδομαδιαίως έναντι μισθού 1.000 ευρώ τον μήνα. Στο τέλος δε της ως άνω εξώδικης δήλωσης δήλωσε στον ενάγοντα ότι θα θεωρήσει τη μη εμφάνιση του ως οικειοθελή αποχώρηση του. Ο ενάγων όμως δεν επανήλθε στην εργασία του, αλλά απέστειλε στην εναγομένη την από 2.10.2008 εξώδικη απάντηση του, με την οποία ζητούσε να του συγκεκριμενοποιήσει την πρόταση της όσον αφορά τους όρους με τους οποίους θα εργάζεται, στη συνέχεια δε της δήλωσε ότι προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως υπεύθυνος - επικεφαλής συνεργείου συντήρησης των οικιών Πολιτείας και γραφείων της εταιρίας, εφόσον αυτή τηρήσει τα νόμιμα και δεσμευτεί εγγράφως. Στην ως άνω δήλωση η εναγομένη απάντησε με την από 8.10.2008 εξώδικη απάντηση και δήλωση, με την οποία δήλωσε στον ενάγοντα ότι η πρόσκληση της να εμφανιστεί αυτός και να συνεχίσει να απασχολείται είναι πραγματική και ότι εμμένει στις δηλώσεις της που του γνωστοποιήθηκαν με την από 30.9.2008 δήλωσή της. Έκτοτε ο ενάγων δεν επανήλθε στην εργασία του. Βάσιμα συνεπώς η εναγόμενη θεώρησε ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2008, αφού παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις της δεν εμφανίστηκε για να αναλάβει την εργασία του και ορθώς προχώρησε στην σύνταξη της από 3.10.2008 αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού με ημερομηνία αποχώρησης του ενάγοντος την 17.9.2008, όπως βάσιμα ισχυρίζεται με τον 4ο λόγο της έφεσής της που πρέπει να γίνει δεκτός στην ουσία του. Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, μετά την επάνοδό του από το στρατό, απασχολήθηκε πραγματικά ως εργάτης συντηρητής με συνθήκες οκταώρου επί εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας έναντι μηνιαίων αποδοχών 1.000 ευρώ και συνεπώς η εναγομένη δεν μετέβαλε βλαπτικά τους όρους εργασίας του χωρίς τη συναίνεση του, ασκώντας καταχρηστικά το διευθυντικό της δικαίωμα, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων έφεσης (2ου και 6ου). Η εκκαλουμένη που έκρινε ότι ο ενάγων απασχολείτο σε ώρες υπερεργασίας κατά τακτικό και μόνιμο τρόπο με αποτέλεσμα να καταστεί πλέον σιωπηρά περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας και ότι η εναγομένη δεν μπορούσε να παύσει μονομερώς να τον απασχολεί υπερωριακά έσφαλε όπως βάσιμα με το σχετικό (3ο) λόγο της έφεσης ισχυρίζεται η εναγομένη. Είναι αληθές ότι από τις 18.2.2008 κι εφεξής, η εναγομένη εταιρεία αρνήθηκε στον ενάγοντα την παροχή υπερωριακής εργασίας, η οποία, όπως αποδείχθηκε, παρείχετο από αυτόν επί σειρά ετών, μόνιμα, τακτικά και σταθερά με συνέπεια να έχει καταστεί σιωπηρά περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του. Ανατρέχοντας όμως στο περιεχόμενο της από 1.3.2004 υπογραφείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, όπως εκτέθηκε παραπάνω, το οποίο αμφότεροι οι διάδικοι συνομολόγησαν, υπήρξε συμφωνία ότι υπερωριακή εργασία δεν εκτελείται και δεν αναγνωρίζεται χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση των εκάστοτε διευθυντών των τμημάτων. Από την πρόβλεψη αυτή προκύπτει ότι η εναγομένη εταιρεία, σε κάθε περίπτωση διατήρησε την ευχέρεια να σταθμίζει το αναγκαίο ή μη της παροχής υπερωριών από τους εργαζομένους της και ακολούθως να εγκρίνει ή όχι την διενέργεια τους και την πληρωμή τους. Συνεπώς, η απόφαση για την διακοπή τους είναι δυνατή, σύμφωνα με τον ως άνω όρο της σύμβασης. Στην έρευνα του Δικαστηρίου, εάν η ως άνω μονομερή μεταβολή των όρων της εργασίας του ενάγοντος έγινε κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, η απάντηση είναι αρνητική. Τούτο διότι, από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής της εργασίας του ενάγοντος και ειδικότερα της άρνησης της εναγομένης να συνεχίσει αυτός την υπερωριακή απασχόληση που παρείχε από τον μήνα Μάρτιο 2001 έως στις 30.3.2007 για το χρονικό διάστημα από 18.2.2008 και εφεξής έγινε επειδή εξέλιπε η ανάγκη για την παροχή της λόγω σωστού προγραμματισμού και αναδιάρθρωσης της εργασίας των εργαζομένων, απέβλεψε δε στην καλύτερη αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού της εναγομένης και στην προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησής της. Αντιθέτως, η απόφαση περί διακοπής της υπερωριακής εργασίας δεν έγινε για λόγους εκδικητικότητας, εμπάθειας ή από πρόθεση εξαναγκασμού του ενάγοντος να παραιτηθεί. Αφορούσε όλους τους εργαζόμενους στην εναγομένη και δεν έγινε καμία διάκριση σε βάρος του ενάγοντος". Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ και 7 ν. 2112/1920, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Ειδικότερα, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: α) ότι ο αναιρεσείων αν και σύμφωνα με την από 1.3.2004 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τυπικά προσλήφθηκε ως υπάλληλος, συνέχισε να απασχολείται με τα ίδια καθήκοντα, όπως και προηγουμένως, δηλαδή σε εργασίες συντήρησης κτιριακών χώρων, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες της αναιρεσίβλητης, β) ότι τις εν λόγω εργασίες εκτελούσε υπό τις οδηγίες του εργοδηγού και προϊσταμένου του Χ. Κ., ως εργάτης και ουδέποτε αναβαθμίστηκε σε επικεφαλής ? προϊστάμενο συντήρησης κτιρίων, καθ' όσον το γεγονός ότι έπαιρνε το πρόγραμμα της ημερήσιας εργασίας και το έδινε στους λοιπούς εργάτες συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, δεν αναβιβάζει τη θέση εργασίας του σε θέση ευθύνης, αφού δεν ασκούσε έλεγχο και εποπτεία στους λοιπούς εργαζομένους, ούτε επιμερισμό εργασιών κατά τη δική του βούληση, γ) ότι ο αναιρεσείων μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας ανέλαβε εκ νέου εργασία στις 18.2.2008, τοποθετήθηκε στην προηγούμενη θέση του ως εργάτης συντήρησης και με τις ίδιες αποδοχές, δ) ότι μετά την απόλυση του Χ. Κ. εντός του έτους 2007, ανέλαβε ως υπεύθυνος και τεχνικός διευθυντής συντήρησης κτιρίων και μηχανικών μέσων της αναιρεσίβλητης ο Γ. Σ., ο οποίος πέτυχε με αναδιάρθρωση των εργασιών που ο ίδιος εκπόνησε και εφάρμοσε, τα συνεργεία να ολοκληρώνουν τις ανατεθείσες σε αυτούς εργασίες σε λιγότερο χρόνο και με λιγότερο προσωπικό, ε) ότι το πρόγραμμα της ημερήσιας εργασίας το έπαιρνε αντί του αναιρεσείοντος ο Τ. Α. και το έδινε στους λοιπούς εργάτες συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, η δε αλλαγή αυτή δεν συνεπάγεται υποβιβασμό της θέσης εργασίας του αναιρεσείοντος, και επιπλέον η ανάγκη υπερωριακής απασχόλησης ελαχιστοποιήθηκε έως και εκμηδενίστηκε, στ) ότι από 18.2.2008 και εφεξής, η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε μεν στον αναιρεσείοντα την παροχή υπερωριακής εργασίας, όπως είχε το δικαίωμα σύμφωνα με όρο της από 1.3.2004 σύμβασης των διαδίκων, ο δε μονομερής προσδιορισμός της παροχής της εργασίας του αναιρεσείοντος και η μη υπερωριακή απασχόληση αυτού, έγινε επειδή εξέλιπε η ανάγκη, λόγω σωστού προγραμματισμού και αναδιάρθρωσης της εργασίας των εργαζομένων και είχε ως σκοπό την καλύτερη οργάνωση της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης και αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού της και όχι προς βλάβη του αναιρεσείοντος, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος και της επιδικάσεως μισθών υπερημερίας. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το άνω κρίσιμο ζήτημα, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί πρώτος και δεύτερος κατά το οικείο σκέλος του, ως εκτιμάται, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλά με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 447/2015, 1056/2014, 1663/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 1.3.2004 σύμβασης, συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων, περί μη εκτελέσεως υπερωριών και μη αναγνωρίσεως αυτών χωρίς προηγούμενη γραπτή έγκριση των διευθυντών των Τμημάτων, την οποία είχαν προσκομίσει μετ' επικλήσεως οι διάδικοι ενώπιόν του, και την οποία, αν ορθά είχε αναγνώσει, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η παροχή υπερωριακής απασχόλησης από τον αναιρεσείοντα μόνιμα, σταθερά και τακτικά, έχει καταστεί σιωπηρά περιεχόμενο της συμβάσεώς του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αδιστάκτως έλαβε υπόψη το Εφετείο και σωστά ανέγνωσε, απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Ουσιαστικά με το λόγο αυτό υπάρχει παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές, επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια του εδ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτή αναιρετικό λόγο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης(Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 44/2017, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 1662/2010). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμοποίησε εσφαλμένα ή δεν χρησιμοποίησε. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, 208/2018, 1226/2014, 2146/2014). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνον που ομολόγησε."Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 335 του ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την δίκη (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου. Η κατά τα ανωτέρω δε ομολογία, δηλαδή η παραδοχή, με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να έγινε με πρόθεση από αυτόν, προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη, δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενομένη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Εξάλλου, ναι μεν η ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι την επικαλέσθηκε και να αποδεικνύει τούτο με την προσκόμιση των σχετικών προτάσεών του. Απαιτείται επίσης, όπως προαναφέρθηκε, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια α) ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις περί επισχέσεως του ΑΚ και β) ότι κατά παράβαση των ορισμών του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αγνόησε την ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι με τον 5ο λόγο εφέσεώς της δέχεται ότι άσκησε ο αναιρεσείων το δικαίωμα επίσχεσης καταχρηστικά. Ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, όπως απαιτείται για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης αν υπάρχουν, καθώς και ότι τον ισχυρισμό περί επισχέσεως τον προέβαλε πρωτοδίκως και τον επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως και επιπλέον ότι υπήρξε ομολογία σχετικά με την επίσχεση, την οποία δεν έλαβε υπ' όψη του το Εφετείο. Ανεξαρτήτως αυτών, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της πληττόμενης αποφάσεώς του, δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή ή μη των διατάξεων για την επίσχεση, ούτε και εν όψει των παραδοχών του αλλά και του άνω αντικειμένου της δίκης, ήταν αυτή εφαρμοστέα, καθ' όσον δεν αντιμετώπισε ισχυρισμό θεμελιούμενο στη συγκεκριμένη διάταξη, χωρίς μάλιστα να προσάπτεται στην απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, και η αιτίαση ότι το Εφετείο αγνόησε ομολογία της αναιρεσίβλητης αναφορικά με την άσκηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος δικαιώματος επίσχεσης προβάλλεται αλυσιτελώς. Επίσης, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας το Εφετείο έκρινε ότι η από 1.3.2004 έγγραφη σύμβαση περιείχε τον όρο ότι η υπερωριακή απασχόληση δεν εκτελείται ούτε αναγνωρίζεται χωρίς προηγούμενη έγκριση και ότι εξέλιπε η ανάγκη υπερωριακής απασχόλησης λόγω σωστού προγραμματισμού. Και ο ως άνω πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας, καθ' όσον δεν προσδιορίζονται τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν και ποία ήταν η ορθή έννοια του κανόνα δικαίου που χρησιμοποιήθηκε. Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως όπως διευρύνθηκε, με τους πρόσθετους λόγους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15.4.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Γ. Μ. και τους από 12.4.2023 πρόσθετους λόγους αυτής. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ