Αριθμός 1533/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, και Γεράσιμο Φουρλάνο Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Τoυ αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασίου Κανελλόπουλου. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Π. Μ., κατοίκου ..., 2.Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " …." η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Γ. Μ., κατοίκου ... και 4.Ε. Χ., κατοίκου .... Οι μεν 1η, 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Πούλιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο δε 4ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10648/2000 μη οριστική 35954/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1611/2009 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-4-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 20-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται για κρίση αναίρεση σε υπόθεση που αφορά αδικοπραξία (αξίωση από πλαστογραφία επιταγής). ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληρονόμων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Δηλαδή η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων που ήταν διάδικοι στη συγκεκριμένη δίκη, όπως τούτο προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους στον πρώτο βαθμό (ολ.Α.Π.11/1992, Α.Π.40/2005, Α.Π.821/2005).Εδώ, η αναίρεση απευθύνεται πλην άλλων κατά του Ε. Χ.. Όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος αυτός, δεν υπήρξε αντίδικος του αναιρεσείοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Άρα η αναίρεση, ωε προς τον πιο πάνω διάδικο, πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη. ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις αρχές του έτους 1997 επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο κατάστημα του...ο τέταρτος εναγόμενος Ε. Χ., ο οποίος είναι εξάδελφος του ενάγοντος, συνοδευόμενος από τον τρίτο εναγόμενο Γ. Μ., ομόρρυθμο μέλος της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας ...που έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή ετοίμων ενδυμάτων. Οι εναγόμενοι, Ε. Χ. (βιοτέχνης ενδυμάτων και ο ίδιος) και ο Γ. Μ., διατηρούσαν μεταξύ τους εμπορική συνεργασία, εξαιτίας της οποίας, ο πρώτος εξ αυτών όφειλε σημαντικά χρηματικά ποσά στον δεύτερο...Ο τέταρτος εναγόμενος, λόγω της συγγενικής του σχέσης με τον ενάγοντα, ο οποίος είναι έμπορος γεωργικών φαρμάκων, σπόρων και λιπασμάτων, γνώριζε ότι μεταξύ του ενάγοντος και της εταιρίας ΝΟΒΑ ΑΕ που κατασκεύαζε και εμπορευόταν χονδρικώς τέτοια είδη υπήρχε στενή εμπορική συνεργασία. Γνώριζε επίσης ότι ο ενάγων διατηρούσε σημαντικές χρηματικές αξιώσεις από αυτήν. Μάλιστα από το έτος 1996, η εμπορική συνεργασία μεταξύ του ενάγοντος και της εν λόγω ανώνυμης εταιρίας έγινε στενότερη, διότι ο ενάγων δανειοδοτούσε με χρήματα μετρητά και με μεταχρονολογημένες επιταγές τις εργασίες αυτής, λόγω οικονομικών προβλημάτων και έλλειψης ρευστότητας στις συναλλαγές που υπήρχε στην ανώνυμη εταιρία ΝΟΒΑ Α. Ε. με αντάλλαγμα να προωθεί και να αγοράζει τα προϊόντα της και να συμμετέχει στη διανομή των καθαρών κερδών της. Ο τέταρτος εναγόμενος γνώριζε επίσης λόγω των οικονομικών συναλλαγών του με τον τρίτο εναγόμενο (Γ. Μ.) ότι η αδελφή αυτού και ήδη πρώτη εναγόμενη Π. Μ., είχε σημαντική χρηματική αξίωση έναντι της εταιρίας ΝΟΒΑ ΑΕ.Πράγματι, η πρώτη εναγόμενη Π. Μ., η οποία έχει επιχείρηση βιοτεχνίας φασόν με σιδερωτήρια και πλυντήρια ρούχων στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης, έλαβε από την εταιρία ΝΟΒΑ ΑΕ, για αιτία που δεν διευκρινίσθηκε, πέντε μεταχρονολογημενες τραπεζικές επιταγές ποσού 11.668.250 δρχ., οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά την νομότυπη εμφάνιση τους..Ο τρίτος εναγόμενος, που επίσης το ίδιο έτος (1996) διατηρούσε χρηματική αξίωση έναντι της εταιρίας ΝΟΒΑ ΑΕ πάλι από ακάλυπτη τραπεζική επιταγή της τελευταίας ποσού 2.600.000 δρχ. για αιτία που επίσης δεν διευκρινίσθηκε, επεδίωξε την γνωριμία του με τον ενάγοντα, με την διαμεσολάβηση του τέταρτου εναγομένου Ε. Χ., αφενός διότι ο ενάγων ήταν φερέγγυος επιχειρηματίας με οικονομική άνεση αλλά και δανειστής της εταιρίας ΝΟΒΑ ΑΕ, τις δραστηριότητες της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, δανειοδοτούσε με σημαντικά χρηματικά ποσά, πέραν των 180.000.000 δρχ., προκειμένου έτσι να εξεύρει τρόπο ικανοποίησης της χρηματικής αξίωσης της αδελφής του και ήδη πρώτης εναγόμενης, αλλά και του ιδίου. Στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων μεταξύ του ενάγοντος και του τρίτου εναγομένου, παρουσία του τετάρτου εναγομένου και του μάρτυρος απόδειξης Τ. Κ., αλλά και με την συναίνεση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ΝΟΒΑ ΑΕ, Γ. Σ., συμφωνήθηκε να περιορισθεί η χρηματική αξίωση της πρώτης εναγόμενης στο ποσό των 10.000.000 δρχ., αντί του πράγματι οφειλομένου προς αυτήν' ποσού των 11.668.250 δρχ., την ικανοποίηση της οποίας θα αναλάμβανε ο ενάγων, με την προϋπόθεση ότι η πραγματική οφειλέτιδα εταιρία ΝΟΒΑ ΑΕ θα τον πωλούσε και θα του παρέδιδε συμψηφίζοντας το τίμημα ίσης αξίας προϊόντα (γεωργικά φάρμακ1 κλπ) . Για το λόγο δε αυτό ο ενάγων εξέδωσε τη υπ' αρ. ... τραπεζική επιταγή της Αγροτική Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ υπογράφοντας μόνο στη θέση του εκδότη με ασυμπλήρωτα όλα τα υπόλοιπα στοιχεία αυτής (ποσό, ημερομηνία και τόπο έκδοσης, ονοματεπώνυμο λήπτη). Αυτή την επίδικη τραπεζική επιταγή συμφώνησαν οι παραπάνω διάδικοι να αναλάβει την φύλαξη της χωρίς αμοιβή, δηλαδή την παρακατάθεση της, ο τέταρτος εναγόμενος, Ε. Χ., πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης τόσο του ενάγοντος όσο και του τρίτου εναγόμενου Γ. Μ., μέχρι την παράδοση των ίσης αξίας εμπορευμάτων από την ΝΟΒΑ ΑΕ στον ενάγοντα. Περαιτέρω όμως από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η επιταγή αυτή θα παρέμενε μόνο προς φύλαξη από τον τέταρτο εναγόμενο χωρίς να υπάρχει συμφωνία συμπληρώσεως αυτής κατά τα ελλείποντα στοιχεία της και ότι αυτή θα επεστρέφετο στον ενάγοντα προς συμπλήρωση της , ώστε να υπάρχει εν προκειμένω πλαστογράφηση της επιταγής κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο, αν και οι εναγόμενοι προβάλλουν στο θέμα αυτό αντιφατικούς ισχυρισμούς. Και ειδικότερα ο μεν τέταρτος εναγόμενος Ε. Χ. -μη διάδικος στην παρούσα δίκη- ισχυρίζεται με τις προτάσεις της δεύτερης συζήτησης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι πλαστογράφησε ο ίδιος την επίδικη επιταγή συμπληρώνοντας τα ελλείποντα στοιχεία αυτής χωρίς να υπάρχει συμφωνία συμπληρώσεως αυτών, οι δε λοιποί εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επιταγή παραδόθηκε από τον ενάγοντα συμπληρωμένη ως προς όλα της τα στοιχεία..." Με τις προαναφερθείσες παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της. Ειδικότερα :α)η επισήμανση του αναιρεσείοντος, για το πώς, ενώ γίνεται δεκτό από το Εφετείο, πώς δεν είχε συναλλαγή με τους αναιρεσίβλητους, παρά ταύτα, δέχεται την έκδοση επιταγής και την σύναψη συμφωνίας με άτομα, τα οποία ελάχιστα γνώριζε. Τούτο, όμως, δεν συνιστά, ούτε αντιφατική, ούτε ανεπαρκή αιτιολογία, αλλά ουσιαστική κρίση του αναιρεσείοντος, δηλαδή διαφορετική προσέγγιση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, την οποία δεν μπορεί να ελέγξει το αναιρετικό δικαστήριο. β)το ότι το Εφετείο φαίνεται να αποδέχεται την εγγυητική λειτουργία της επιταγής, και στη συνέχεια, την περαιτέρω συμπλήρωσή της , με σχετική συμφωνία, δεν είναι αντιφατικό .Και τούτο, γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ανέλεγκτα την παραμονή της επιταγής προς φύλαξη στον τέταρτο εναγόμενο, αλλά και την, με συγκεκριμένους όρους περαιτέρω κυκλοφορία της, παραθέτοντας συναφώς τους, όντως, αντιφατικούς ισχυρισμούς των διαδίκων μερών. Περαιτέρω: 1)δεν υφίσταται ανεπαρκής αιτιολογία, εκ του ότι ο αναιρεσείων θεωρεί πως λανθασμένα το Εφετείο θεώρησε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ως αποδειχθέντα, ενώ αυτά, όπως ο ίδιος εκτιμά, δεν απεδείχθησαν, γιατί τούτο ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικά, ουσιαστική δικαστική κρίση. 2)το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται για ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, δεν στοιχειοθετεί ανεπαρκή αιτιολογία, αφού το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, 3)το ότι, ο αναιρεσείων θεωρεί ότι το Εφετείο προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική αξία στην πραγματογνωμοσύνη και ότι, μόνο απ' αυτή, δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές πόρισμα (κατά τον αναιρεσείοντα), δεν καθιστά αναιτιολόγητη την απόφαση, ενόψει και της ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, ο προβάλλων την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, πρώτος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ1ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτή υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδή ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Εσφαλμένη κατ' ακρίβεια εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ. ΑΠ 36/1988, Ολ. ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (αρθρ. 336 IV Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητας της, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 10/2005), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, δηλαδή κατά την εξειδίκευση των περιεχόμενων στον κανόνα δικαίου αόριστων νομικών εννοιών ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ. ΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003).Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 656/1996, ΑΠ120/2004) ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998, ΑΠ 1373/2002). Δηλαδή αν, προκειμένου να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών τα οποία αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης, χρησιμοποιήθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας αντίθετα προς τις αρχές της λογικής και στη συνέχεια, το δικαστήριο διαγιγνώσκει εσφαλμένα, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά, τα οποία στηρίζουν το δικαίωμα, δεν παραβιάζουν κάποιους νόμους, και κατά συνέπεια δεν καθιδρύεται από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 10/2005). Στην παρούσα περίσταση το Εφετείο, δεν αναφέρεται σε διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικευτεί κάποια αόριστη νομική έννοια, ή για να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Ο αναιρεσείων προβάλλει παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας "...για την απόδειξη κρίσιμων γεγονότων καθώς και για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που επικλήθηκαν και προσκομίστηκαν και κατ' επέκταση χρησιμοποίησαν αυτά εσφαλμένα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 5910/1933..." Και όσον μεν αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός, κατά τα πιο πάνω νομικά δεδομένα, είναι απαράδεκτος. Ως προς την εσφαλμένη εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης, ο αναιρεσείων αναφέρεται σε επανεκτίμηση των αποδείξεων, προβάλλει σειρά λογικών, κατά την εκτίμησή του, επιχειρημάτων και παραδοχών σύμφωνα με τις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να αχθεί σε διαφορετικό ουσιαστικό πόρισμα. Δεν αποτελεί δε τούτο και το αποδεικτικό πόρισμα της κυκλοφορίας της επίδικης επιταγής, εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, με εσφαλμένη, συναφώς χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αλλά αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων. Άρα, και ως προς τούτο, ο προβάλλων την από το άρθρο 559 αρ1ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (πλην του τέταρτου τούτων, ο οποίος δεν παραστάθηκε), που κατέθεσαν προτάσεις σε βάρος του αναιρεσείοντος(αρθρ.176, 180, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-4-2010 αίτηση του Κ. Χ. προς αναίρεση της με αριθμό 1611/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2012 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ