Αριθμός 1910/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Δ. του Γ., κατοίκου … που δεν παραστάθηκε. Των αναιρεσίβλητων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. Α..Ε.." και το διακριτικό τίτλο "A. B." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε.", που εδρεύει στην …και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Σουμελά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" e-Ε.Φ.Κ.Α. που ήδη εκπροσωπείται νομίμως από τον Ε.Φ.Κ.Α. και εδρεύει στην Αθήνα, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του τέως ΕΤΕΑΕΠ, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ανδρομάχης Βασιλακοπούλου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως 242 παρ.2 ΚΠολΔ παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1395/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3215/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-10-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι αν τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει την υπόθεση σαν να ήταν παρών και αυτός (αναιρεσείων). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της αποφάσεως, δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση ο αναιρεσείων, ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν και ο αναιρεσείων παρών. Με την από 29-10-2021 και με αριθ. κατάθεσης …./29-10-2021 αίτηση αναιρέσεως, η οποία παραδεκτώς απευθύνεται και κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, ως καθολικού διαδόχου του εφεσιβλήτου Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.), δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 51 Α, 70 Α, 74 παρ.3 και 85 παρ. 9,11 του ν. 4387/2016, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθμ. 3215/19-3-2019 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 20-11-2014 και με αριθ. κατάθ. …/24-11-2014 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφανίσθηκε η εκδοθείσα αντιμωλία της τότε πρώτης εναγομένης Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., την οποία ως καθολική διάδοχος διαδέχθηκε η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και ερήμην του τότε δευτέρου εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας" (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.) υπ' αριθμ. 1395/12-12-2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσία την από 18-1-2011 και υπ' αριθ. κατάθ. …/18-1-2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, και δικάζοντας την άνω αγωγή απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναιρέσεως, ενόψει ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της από το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ προβλεπομένης διετούς προθεσμίας, συνυπολογοζομένων των από τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 του Ν. 4790/2021 χρονικών διαστημάτων προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της λήψεως εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 560 αρ. 3 KΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δηλαδή το πολιτικό δικαστήριο δέχτηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση που κατά το νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη KΠολΔ 562 παρ. 2 εδ. γ' (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 16/2020, 319/2018, 1493/2017, 2085/2017, 1450/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ/φοι 1 και 2 του Συντάγματος "στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 1). "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει" (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας είναι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον ο νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 1/91, 2/93, ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 98/2005). Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 του ν. 702/1977: "1. Εις την αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου υπάγονται αι διοικητικαί διαφοραί ουσίας αι αναφερόμεναι εκ της αναγνωρίσεως, παραχωρήσεως ή απονομής δικαιώματος, ευεργετήματος ή οιασδήποτε άλλης παροχής, της αρνήσεως ικανοποιήσεως, εν όλω ή εν μέρει, τοιούτου αιτήματος, ως και της μεταβολής δημιουργηθείσης διά διοικητικής πράξεως καταστάσεως κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας α) Περί κοινωνικής ασφαλίσεως, καθ` όσον αφορά εις τας εν γένει ασφαλιστικάς σχέσεις μεταξύ των φορέων και των ησφαλισμένων ή των εργοδοτών των, ιδία δε αι διαφοραί περί την υπαγωγήν εις την ασφάλισιν και την διάρκειαν ταύτης, τας καταβλητέας εισφοράς υπό εργοδοτών και ησφαλισμένων και τας πάσης φύσεως παροχάς υπό του φορέως.......". (ΑΠ 1450/2007). Με την από 18-1-2011 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αφού ισχυρίστηκε ότι είναι συνταξιούχος του εναγομένου Ταμείου Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.) στη θέση του οποίου υπεισήλθε το ασφαλιστικό Ταμείο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π, και ακολούθως στη θέση αυτού υπεισήλθε ως οιονεί καθολικός του διάδοχος (άρθρα 51,53,70 παρ.1,9 Ν.4387/2016) το ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)" και μετονομάστηκε σε Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) και ότι η αρχικώς εναγομένη Ε. Τ. της Ε., αν και πληρούσε τις προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος ξένης γλώσσας αρνήθηκε να το χορηγήσει και ότι το επίδομα αυτό συνυπολογίζεται στον προσδιορισμό της εφάπαξ αποζημίωσης που χορηγεί το Ταμείο στους συνταξιούχους υπαλλήλους της εναγομένης, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι δικαιούται το επίδομα αυτό και να υποχρεωθεί η μεν πρώτη εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 915,60 ευρώ για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα και το εναγόμενο, και συνακόλουθα το ήδη αναιρεσίβλητο, ως καθολικός διάδοχος αυτού, το ποσό των 2.179,12 ευρώ, που αντιστοιχεί στο συνυπολογισμό του επιδόματος ξένης γλώσσας στον προσδιορισμό της εφάπαξ παροχής. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1395/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή, αφού κρίθηκε ότι παραδεκτώς εισήχθη ενώπιόν του προς εκδίκαση και ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ταμείο, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 20-11-2014 έφεση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη και ακολούθως εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν και κατά τα εκτιθέμενα στην υπό κρίση αγωγή, ως προς το δεύτερο εναγόμενο ασφαλιστικό Ταμείο, πρόκειται για διαφορά που αφορά τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής που χορηγεί αυτό στους συνταξιούχους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης, με τον συνυπολογισμό και του αξιουμένου υπό του ενάγοντος απ' αυτήν επιδόματος ξένης γλώσσας, δηλαδή συνταξιοδοτικού δικαιώματος του ενάγοντος, αποτελεί δε διοικητικό ζήτημα και εκφεύγει της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ως υπαγόμενο στη δικαιοδοσία του άνω ΝΠΔΔ, οι από το οποίο εκδιδόμενες πράξεις, θεωρούνται ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις, υποκείμενες σε προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 702/1977, και ως εκ τούτου όφειλε να την απορρίψει λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας προς εκδίκαση αυτής, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα ενίσταται και το αναιρεσίβλητο ασφαλιστικό Ταμείο και ως εκ τούτου πρέπει αυτεπαγγέλτως να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, όπως και η εκκληθείσα από τον αναιρεσείοντα με αρ. 1395/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που υπέπεσε στο ίδιο σφάλμα της υπερβάσεως δικαιοδοσίας.(Ολ. 20/2008). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου. Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολομ.ΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία ελέγχονται με τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 668/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 1155/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 769/2017). Επί των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ελέγχεται μόνο η νομική και η ποιοτική αοριστία (η τελευταία για τις αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1.1.2016), στα πλαίσια των λόγων των αριθμών 1 και 5, αντίστοιχα, του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., ενώ αντίθετα δεν ελέγχεται η ποσοτική αοριστία, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι, όσα νομικώς είναι ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία, ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 661/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Περαιτέρω, ο Οργανισμός Προσωπικού της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας, με την επωνυμία "Ε. Τ. της Ε. Α.Ε.", διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζιτική εταιρεία, με την επωνυμία "A. B.", περιέχεται στην από 11-11-1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869 της 10/27-7- 1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις (Ολ. ΑΠ 22/1999). Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 αυτού ορίζεται ότι: "Η Γενική Διεύθυνσις δύναται να χορηγή επίσης, ειδικά επιδόματα εις το προσωπικόν αναλόγως του είδους της εργασίας, της θέσεως ή της αποδόσεως τούτου, πέραν των υπό του παρόντος προβλεπομένων. Οίκοθεν νοείται ότι ταύτα δεν αποτελούν τακτικάς αποδοχάς. Τυχόν κατάργησις των εν λόγω επιδομάτων δεν θεωρείται απώλεια κεκτημένου δικαιώματος ή μείωσις των αποδοχών. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, στην από 18-1-2021, απευθυνόμενη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αγωγή του, στρεφόμενος, κατά της Ε. Τ. Τ. Ε., της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα, ισχυρίστηκε ότι : "... προσλήφθηκε στις 09.02.1987 στην Ε. Τ. της Ε. και ότι εργάσθηκε σε αυτήν μέχρι τις 31-12-2010, οπότε και απολύθηκε λόγω συμπλήρωσης του. 62ου έτους της ηλικίας του. Ότι παρακολούθησε το επαγγελματικό πρόγραμμα του "Π. Ι. Λ. Δ." με έδρα το … (C. I. of M. A.-»C..I..M..A..") και ότι αυτό αποτελεί επαγγελματικό σώμα, που παρέχει πιστοποίηση μεταπτυχιακού επιπέδου και που καταρτίζει επιστήμονες και επαγγελματίες στον κλάδο της διοικητικής λογιστικής και στον κλάδο της χρηματοοικονομικής λογιστικής. Ότι μετά από σπουδές, που διήρκεσαν ικανό χρονικό διάστημα, κατά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2010 ο ίδιος απέκτησε το δίπλωμα "A. D. I. M. A.". Ότι το. "C..Ι..Μ..Α.." απονέμει τρία μεταπτυχιακά διπλώματα κατά σειρά ιεραρχίας, ήτοι το "C. D. I. M. A.", το "C. A. D. I. M. A.", το οποίο απέκτησε ο ίδιος, και το "Μ. O. T. C.". Ότι μεταξύ άλλων προϋποθέσεων για παρακολούθηση των εκπαιδευόμενων στο επαγγελματικό του πρόγραμμα απαιτείται πανεπιστημιακός τίτλος στη λογιστική ή στην επιχειρησιακή σπουδή και ότι ο ίδιος κατέχει τα προσδιοριζόμενα τρία πτυχία. Ότι στις 25.02.2010 κατέθεσε στην πρώτη των εναγομένων, αντίγραφο του ανωτέρω διπλώματος, προκειμένου να χορηγηθεί σε αυτόν το επίδομα ξένης γλώσσας, αφού η απόκτηση του εν λόγω διπλώματος προϋποθέτει τη γνώση της αγγλικής γλώσσας σε επίπεδο κατά πολύ ανώτερο του Ρroficiency. Ότι το επίδικο επίδομα ανέρχεται σε ποσοστό 7% επί του βασικού μισθού του συγκεκριμένου υπαλλήλου. Ότι η απάντηση της υπηρεσίας της πρώτης των εναγομένων ήταν αρνητική, παρά την υποβολή από μέρους του διευκρινιστικών αιτήσεων. Ότι στο υπ' αριθμόν …/21.04.1988 υπηρεσιακό σημείωμα της πρώτης των εναγομένων αναφέρεται ότι με απόφαση της γενικής διεύθυνσης η τράπεζα χορηγεί από την 01.01.1988 επίδομα ξένης γλώσσας, ανερχόμενο σε ποσοστό 7% επί του βασικού μισθού (κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου) σε όσους από τους υπαλλήλους της γνωρίζουν πολύ καλά, μεταξύ άλλων, την ξένη γλώσσα των αγγλικών, με βάση οποιοδήποτε πτυχίο ή μεταπτυχιακό τίτλο ανώτατης σχολής της αλλοδαπής, για την απόκτηση του οποίου χρησιμοποιήθηκε μία από τις γλώσσες αυτές (αφορά μόνο σχολές του εξωτερικού). Ότι στο παράρτημα του άρθρου 9 του Π.Δ. 165/2000 αναφέρεται η ανωτέρω επαγγελματική ένωση οργάνωση με την ονομασία C. I. of M. A., η οποία πληροί τους όρους της παρ. 4 του άρθρου 2 του εν λόγω Π.Δ. Ότι στις 9-7-2008 ο ανεξάρτητος φορέας που Ηνωμένου Βασιλείου με την ονομασία "Ε. Π. Κ. «Α. (U..K.. N. R. I. C.-N..A..R..I..C..), που είναι υπεύθυνος για την κυβερνητική αξιολόγηση των πιστοποιήσεων των επαγγελματικών προσόντων γνώσεων και ικανοτήτων των μεταναστών, αποφάνθηκε ότι η τρίτη των προαναφερόμενων επαγγελματικών πιστοποιήσεων του C., για την απόκτηση της οποίας απαιτείται τουλάχιστον τετραετής φοίτηση, είναι ισοδύναμη με πτυχίο Μaster. Ότι για την απόκτηση από μέρους του του ανωτέρω δεύτερου διπλώματος υποβλήθηκε κατ' επανάληψη σε εξετάσεις στην αγγλική γλώσσα σε επίπεδο ανώτερο του Ρroficiency, διότι απαιτείται γνώση της αγγλικής γλώσσας και απαιτείται επί πλέον και η γνώση εξειδικευμένης οικονομικής και λογιστικής ορολογίας. Ότι ο τίτλος σπουδών που απέκτησε αποτελεί ενδιάμεσο τίτλο σπουδών μεταξύ των τίτλων Βachelor και Μaster. Ότι με βάση τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η εκ μέρους του γνώση της αγγλικής γλώσσας σε επίπεδο ανώτερο των γνώσεων που απαιτούνται για την απόκτηση του Ρroficiency είναι αυτονόητη και ότι καλύπτεται η προϋπόθεση που θέτει το προαναφερόμενο υπηρεσιακό σημείωμα της πρώτης των εναγόμενων για τη χορήγηση του επιδόματος ξένης γλώσσας. Ότι δεν είναι υποχρεωμένος να ολοκληρώσει τον κύκλο σπουδών για να λάβει το τρίτο των ανωτέρω τίτλων, για να θεωρηθεί γνώστης της αγγλικής γλώσσας. Ότι ο ίδιος έχοντας αποκτήσει το δεύτερο των προαναφερόμενων διπλωμάτων και όχι το τρίτο εξ αυτών "M. of the C.", ισοδύναμο με πτυχίο Master, χαρακτηρίζεται ως μερικώς πιστοποιημένος (part qualified). Ότι κατά τον προσδιορισμό του εφ' άπαξ, που χορηγείται από το δεύτερο των εναγομένων, περιλαμβάνεται και το επίδομα σπουδών και ότι στις σπουδές περιλαμβάνεται και η ξένη γλώσσα. Ότι θα πρέπει ,να αναγνωρισθεί ότι η εκ μέρους του απόκτηση του προαναφερόμενου τίτλου ισοδυναμεί με τίτλο σπουδών γνώσεων της αγγλικής γλώσσας σε επίπεδο ανώτερο του Ρroficiency. Ότι επειδή με την προσκόμιση από τον ίδιο του ανωτέρω τίτλου σπουδών και λόγω της γνώσης της αγγλικής γλώσσας σε υψηλό επίπεδο η πρώτη των εναγομένων οφείλει να χορηγήσει σε αυτόν το ποσό των 915,60 ευρώ ως επίδομα ξένης γλώσσας, όπως το ποσό αυτό προσδιορίζεται στην αγωγή. Ότι το επίδομα αυτό θα πρέπει να υπολογισθεί και στον προσδιορισμό της εφ' άπαξ παροχής, που δικαιούται να λάβει από το δεύτερο των εναγομένων. Ζητούσε, δε, να αναγνωρισθεί ότι η απόκτηση από μέρους του του προαναφερόμενου διπλώματος παρέχει στον ίδιο το δικαίωμα να διεκδικήσει από την πρώτη των εναγομένων το επίδομα ξένης γλώσσας και να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 915,60 ευρώ για επίδομα ξένης γλώσσας.". Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1395/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που είχε ορίσει η Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.. κατά τη χορήγηση του αιτουμένου με την αγωγή επιδόματος ξένης γλώσσας. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων-ενάγων, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, άσκησε την από 20-11-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 3215/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείο). Με την τελευταία απόφαση το Εφετείο, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την υπό του αναιρεσείοντος-ενάγοντος ασκηθείσα έφεση και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση στα πλαίσια των άρθρων 522, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Όμως, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή, όσον αφορά την πρώτη εναγομένη, της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Συγκεκριμένα, αν και ο ενάγων για τη θεμελίωση του με την ένδικη αγωγή του αξιουμένου επιδόματος ξένης γλώσσας, επικαλείται την μεταξύ αυτού και της εναγομένης Τράπεζας σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και τον Κανονισμό Προσωπικού αυτής, δυνάμει του οποίου, εξεδόθη το με αρ. …/21-4-1988 Υπηρεσιακό Σημείωμα της Γενικής Διεύθυνσης αυτής, με το οποίο καθορίστηκαν οι προυποθέσεις χορηγήσεως στους υπαλλήλους της του επιδόματος ξένης γλώσσας και ειδικότερα ως προς τη γνώση της Αγγλικής γλώσσας ορίστηκε, α) η κατοχή τίτλου RPOFICIENCY του Πανεπιστημίου M. ή του C., ή β) η κατοχή οπουδήποτε πτυχίου ή μεταπτυχιακού τίτλου ανώτατης σχολής της αλλοδαπής, για την απόκτηση του οποίου χρησιμοποιήθηκε (μεταξύ άλλων και) η Αγγλική γλώσσα, όσον αφορά μόνο σχολές του εξωτερικού, εκθέτει ακολούθως ότι, ενώ δεν είναι κάτοχος διπλώματος PROFICIENCY, είναι κάτοχος διπλώματος Α. του "Π. Ι. Λ. Δ." (C.I.M.A) με έδρα το Λονδίνο, χωρίς να αναφέρει ότι το δίπλωμα αυτό αντιστοιχεί σε πτυχίο ή μεταπτυχιακό τίτλο επιπέδου ανωτάτης σχολής, αν και το στοιχείο αυτό αναφέρει για το επόμενο δίπλωμα M. του ιδίου Ινστιτούτου, του οποίου όμως, όπως εκθέτει, δεν είναι κάτοχος. Σημειώνεται ότι, το ως άνω αναφερθέν ελλείπον στοιχείο της αντιστοιχίας του διπλώματος Α., το αναφέρει ο ενάγων με το εφετήριο, που όμως δεν μπορεί να καλύψει την αοριστία της αγωγής. Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ και το άρθρο 5 παρ. 3 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης Ε. Τ., που περιέχεται στην από 11-11-1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869 της 10/27-7- 1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει λόγω της ως άνω αοριστίας ως απαράδεκτη. Κατ' ακολουθία αυτών το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.. Περαιτέρω, α) από τις διατάξεις του άρθρου 580 παράγραφοι 1 και 3 KΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 4 KΠολΔ προκύπτει ότι, εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση λόγω υπερβάσεως δικαιοδοσίας, πρέπει περαιτέρω να απορρίψει και την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση δι` έλλειψη δικαιοδοσίας. Επομένως, αναιρουμένης της ως άνω αποφάσεως και της συναναιρουμένης με αυτήν αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου λόγω υπερβάσεως δικαιοδοσίας, επί της οποίας εκδόθηκε, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, η …/18-1-2011 αγωγή, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, β) σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ : "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση της απόφασης, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν έφεσης του ενάγοντος, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή του είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω διερεύνησης της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας και, για το λόγο αυτό, επιβάλλεται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό Τμήμα, στη συνέχεια δε, να δικαστεί η κρινόμενη αγωγή και να απορριφθεί ως αόριστη. Τέλος, ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας καθώς και της παρούσας αναιρετικής δίκης, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 του ΚΠολΔ). Δεν ορίζεται δε, η δικαστική δαπάνη μειωμένη, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, διότι στην υπόθεση αυτή εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί σ' αυτό, με πάγια αντιμισθία (βλ. την από 7-4-2022 υπεύθυνη δήλωση της ιδιώτη δικηγόρου Ανδρομάχης Βασιλικοπούλου και το υπ' αριθμ…./27-9-2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Α.. Α., και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [ άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208 / 27.9.2013)]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α. Ως προς το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-Ε.Φ.Κ.Α.). Αναιρεί την με αριθμ. 3215/2019 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την εκκληθείσα με αρ. 1395/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Απορρίπτει την από 18-1-2011 αγωγή. Β. Ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων "Α. Τ. Α..Ε..". Αναιρεί την με αριθ. 3215/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ` ουσίαν την από 20-11-2014 με αριθμ. καταθ. …/24-11-2014 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος. Δέχεται αυτήν κατ` ουσία. Εξαφανίζει την με αριθμ. 1395/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 18-1-2011 με αριθ. κατ. …/18-1-2011 αγωγή. Απορρίπτει την αγωγή. Γ. Καταδικάζει τον ενάγοντα-εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων-εφεσιβλήτων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ, για το κάθε ένα εξ αυτών και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ, για το κάθε ένα0. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ