Αριθμός 1365/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κουρμπέλη, με δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Της αναιρεσιβλήτου: Αθηνάς συζ. Γ. Π., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καραντζά, με δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Φεβρουαρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου το οποίο παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο αρμόδιο Δικαστήριο που είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και απέρριψε κατ' ουσίαν το αίτημα της αγωγής και 779/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 27 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το όλο περιεχόμενο της αναίρεσης συνάγεται ότι αυτή απευθύνεται κατά της Αθηνάς συζ. Γ. Π. τόσο ατομικά όσο και με την ιδιότητά της ως έχουσας την επιμέλεια της ανηλίκου θυγατέρας των διαδίκων Φ., συνεπώς η περί απαραδέκτου της αναίρεσης ένσταση της αναιρεσιβλήτου για το λόγο ότι δεν απευθύνεται κατ' αυτής και υπό την ιδιότητά της ως έχουσας την επιμέλεια της ανηλίκου θυγατρός τους η οποία και υπήρξε διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αβάσιμη. Με το πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε τούτο ότι τοπικά αρμόδιο για την εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς κατά το μέρος που αφορά την διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος ενώπιον του οποίου και ασκήθηκε η αγωγή και αφού εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε κριθεί διαφορετικά και είχε παραπεμφθεί η εκδίκαση της υπόθεσης κατά το μέρος τούτο στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, κράτησε και δίκασε την υπόθεση. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τέτοιος λόγος, επί αναρμοδιότητας κατά τόπον, δεν προβλέπεται από το άρθρο 559 ΚΠολΔ στο οποίο αναφέρονται περιοριστικά οι επιτρεπόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στην ... 1 -2001. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν ένα τέκνο την Φ. που γεννήθηκε στις 9-7-2002. Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στον ... όπου είναι ο τόπος εργασίας του εναγομένου. Από το μήνα Ιούλιο του 2007 ευρίσκονται σε διάσταση. Υπαίτιος της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης υπήρξε ο εναγόμενος ο οποίος συμπεριφερόταν αλλοπρόσαλλα, υβριστικά και βίαια στη σύζυγο του. Την ίδια συμπεριφορά επέδειξε και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της συζύγου του την οποία στον 7° μήνα έσπρωξε για ασήμαντη αφορμή με συνέπεια να κτυπήσει στη μπαλκονόπορτα με κίνδυνο να αποβάλει. Αναίτια απείχε για μεγάλα χρονικά διαστήματα από τα συζυγικά του καθήκοντα, ενώ σε επίσκεψη τους οικογενειακώς στο σπίτι των γονέων της ενάγουσας στις 2-7-2007 δημιούργησε επεισόδιο στο οποίο απείλησε την τελευταία ότι θα την σκοτώσει, την έπιασε από το λαιμό και στη συνέχεια όταν επενέβη η μητέρα της ενάγουσας πήρε ένα μαχαίρι και αυτοτραυματίστηκε στην κοιλιά του παρουσία και του ανήλικου τέκνου, νοσηλευθείς στο Νοσοκομείο ... . Έκτοτε η ενάγουσα διαμένει στην πατρική της οικία στην ..., εγκαταλείψασα από εύλογη αιτία τη συζυγική οικία και δικαιούται διατροφής από τον εναγόμενο. Η επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης θυγατέρας της έχει ανατεθεί προσωρινά δυνάμει της 143/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... στην ενάγουσα μητέρα της με την οποία και συνοικεί στην .... Κατόπιν τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κηρύχθηκε αναρμόδιο κατά τόπον να δικάσει τη σωρευόμενη αγωγή της διατροφής του άνω ανηλίκου την οποία - παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά δεχθέν αντίστοιχη ένσταση του εναγομένου, όπως λέχθηκε, εσφαλμένα τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε. Η τελευταία αυτή περί διατροφής του ανηλίκου αγωγή αρμοδίως είχε εισαχθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αρμόδιο ως εκ της κατοικίας του ενάγοντος δικαιούχου της διατροφής ανηλίκου τέκνου. Συνεπώς ο σχετικός λόγος της εφέσεως είναι βάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα 34 ετών, δεν έχει περιουσία και εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και διαμένει μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της, σε ιδιόκτητη οικία των γονέων της στην ... όπως προαναφέρθηκε και προς το παρόν δε βαρύνεται με δαπάνη στεγάσεως. Είναι πτυχιούχος ιδιωτικού τεχνικού λυκείου τμήματος προγραμματιστών Η/Υ, δεν εργάστηκε, κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, ούτε μπορεί να εργαστεί γιατί επιμελείται του προσώπου της ανήλικης αλλά και δεν αποδείχτηκε ότι υπό τις σημερινές οικονομικές συνθήκες μπορεί να βρει εργασία στην πόλη της ... ανάλογη με την εκπαίδευση της. Παράλληλα ο εναγόμενος εργάζεται στην εταιρία με την επωνυμία "Delifrance Hellas Α.Ε" που εδρεύει στον ... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός Φ.Ι.Χ. αυτοκινήτου με μηνιαίες αποδοχές 1320 ευρώ. Είναι κύριος 3 διαμερισμάτων στον πρώτο, τρίτο και τέταρτο όροφο πολυκατοικίας στην οδό ... στο ... 100, 100 και 40 τ.μ. αντίστοιχα. Διαμένει σε ιδιόκτητη οικία της μητέρας του επί της οδού ... στον ... και δεν καταβάλει ενοίκιο, ενώ εκμισθώνει το ως άνω διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και εισπράττει μηνιαίο μίσθωμα τουλάχιστον 350 ευρώ και είναι ιδιοκτήτης και ενός αυτοκινήτου FIAT PUNDO. Άλλα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ο εναγόμενος . Η ανήλικη φοιτά στο Δημοτικό σχολείο ενώ παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα Αγγλικής Γλώσσας μπαλέτου και γυμναστικής τα μηνιαία δίδακτρα των οποίων ανέρχονται σε 125 ευρώ. Όπως γίνεται εκατέρωθεν δεκτό η ανήλικη δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία ή εισόδημα και δεν μπορεί επομένως να διατραφεί από δικούς της πόρους . Είναι υποχρεωμένοι ως εκ τούτου να τη διατρέφουν οι γονείς της καθένας ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, η κατά μήνα διατροφή της ανήλικης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πρέπει να προσδιοριστεί σε 450 ευρώ. Το ποσό αυτό είναι ανάλογο με τις ανάγκες της όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής της και ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για τη συντήρηση, διατροφή ένδυση ψυχαγωγία, εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Μετά ταύτα και ενόψει των ως άνω οικονομικών δυνατοτήτων καθενός των υπόχρεων γονέων, η συμμετοχή του εναγομένου στη διατροφή της ανήλικης ανέρχεται μηνιαίως σε 350 ευρώ, ενώ η μητέρα συμμετέχει κατά το υπόλοιπο ποσό με την προσφορά της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για την περιποίηση και φροντίδα της, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα. Παράλληλα με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες, η κατά μήνα διατροφή της εκκαλούσας για την ίδια ατομικά που βαρύνει τον εφεσίβλητο, με μέτρο τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και την κοινωνική της θέση καθώς και τις ανάγκες που προκύπτουν από τη χωριστή της διαβίωση πρέπει να καθοριστεί στο ποσόν των 300 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας Α) είχε κρίνει εαυτό αναρμόδιο κατά τόπο και είχε παραπέμψει την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς κατά το μέρος που αφορούσε την επιδίκαση διατροφής του ανηλίκου τέκνου ως κατά τόπον αρμοδίου Δικαστηρίου και Β) είχε απορρίψει στην ουσία την αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε την επιδίκαση διατροφής στην σύζυγο, εξαφάνισε τη προσβαλλόμενη απόφαση, δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε μηνιαία διατροφή στη μεν σύζυγο το ποσό των 300 ευρώ στο δε ανήλικο τέκνο το ποσό των 350 ευρώ και για το χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και κατά το μέρος που επιδίκασε στους ενάγοντες τ' ανωτέρω χρηματικά ποσά ως μηνιαία διατροφή τους δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391 παρ. 1, 1485, 1486, 1489, 1493 και 1497 Α.Κ. που έχουν εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους ενώ παράλληλα δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων και η επιδίκαση στους ενάγοντες (σύζυγο και ανήλικο τέκνο) μηνιαίας κατά τ' ανωτέρω διατροφής. Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το λοιπό μέρος τους είναι απαράδεκτοι διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 779/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ