Αριθμός 1060/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με την δικηγόρο Φωτεινή Ντούρα, η οποία ορίστηκε δικηγόρος αυτού με την υπ' αριθμ. 69/2012 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ5677/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 20/2012. Αφού άκουσε Την δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο 17 Κεφ.Β Ν. 1756/1988 Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών παρ.1 "Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση" παρ.3 ... ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα "στην εισαγγελία πρωτοδικών α)όλων των εισαγγελέων πρωτοδικών από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και ανάλογος, προς τις υπηρεσιακές ανάγκες, αριθμός εισαγγελέων των τριμελών πλημμελειοδικείων β)όλων των αντεισαγγελέων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μονομελών και των υπολοίπων τριμελών πλημμελειοδικείων" και παρ.10 "Η μη τήρηση των διατάξεων των παρ.2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης". Περαιτέρω κατ' άρθρον 171 ΚΠΔ. Ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται 1)Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων ... για ακυρότητα εξ αιτίας κακής συνθέσεως, κατά δε το άρθρο 510 παρ.1 ιδίου Κώδικος, λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί Α)η απόλυτη ακυρότης που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ΒΤ5677/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, τούτο συνετέθη από τους τρείς τακτικούς δικαστάς (άρθρο 5 Κ.Π.Δ.) και την Παπαγεωργακοπούλου Σωτηρία Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών. Ο αναιρεσείων αιτιάται ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι παρέστη η αντεισαγγελεύς αυτή διότι εκωλύετο ο εισαγγελεύς. Όμως εφ' οσον αυτή ορίσθη με κλήρωση, λαμβανομένου υπ' όψη ότι στην εισαγγελία πρωτοδικών Πειραιώς προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον εισαγγελέων, δεν έπρεπε να αναφέρεται ότι συμμετείχε αντεισαγγελεύς διότι εκωλύετο ο εισαγγελεύς, ενώ δεν ήτο απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση ότι η άνω αντεισαγγελεύς πρωτοδικών είναι αυτή η οποία κληρώθη, περί του αντιθέτου δε, δηλαδή ότι η παραστάσα αντεισαγγελεύς δεν είναι κληρωθείσα ουδεμία αιτίαση εκ μέρους του αναιρεσείοντος υπάρχει. Ταύτα πέραν του ότι από τα πρακτικά της προσβαλλομένης δεν προκύπτει ότι πρόταση ακυρότητος, εις πάσα περίπτωση υπήρξε υπό του τελευταίου προ της ενάρξεώς της αποδεικτικής διαδικασίας. Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου εκ του άρθρου 510 παρ.1 Α' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ.α' Ν. 2523/1997 Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις-φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών" κατά δε την διάταξη της παρ.4 του ιδίου άρθρου "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής απαιτείται αντικειμενικώς η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και μάλιστα ανεξαρτήτως αν τα τελευταία είναι και πλαστά, αφού ο νόμος δεν θεωρεί ως εικονικά μόνο τα γνήσια, υποκειμενικώς δε δόλος ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας της πλαστότητος ή της εικονικότητος των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητος αυτών τη θέληση ή αποδοχή του δράστου να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον ως πρόσθετο στοιχείο για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ.η' του Ν. 1591/1986, το οποίον απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλήν του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστου να αποκρύψει την φορολογητέα ύλη. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 ιδίου νόμου "Η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ.10 για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νομίμου προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ, 2 εδ. 1 ν. 2523/1997. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθεμένη στο όρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α' δικονομική προϋπόθεση της ασκήσεως ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως ο νομός με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τελέσεως να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προσετέθη διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιοποίνου πράξεως του άρθρου 19, εκείνης του προηγουμένου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που ετελέσθησαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως ανεφέρθη, θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π,Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που ετελέσθη η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κυρίας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπ' όψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Όσον αφορά τον δόλο που απαιτείται κατ' άρθρο 26 παρ.1 Π.Κ. για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 ιδίου Κώδικος στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιοποίνου πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, σχετικά με τον δόλον είτε άμεσο, είτε ενδεχόμενο, όπερ δεν συμβαίνει στην περίπτωση του εγκλήματος του άρθρου 19 παρ.1, 4 του Ν. 2523/1997 για το οποίο η περί του δόλου κρίση, περιέχεται στην παραδοχή της εκδόσεως εικονικών στοιχείων. Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρον 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το Νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τούτο με αναφορά όλων κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών στον Πειραιά κατά το έτος 1999 διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής αρχομένης της παραγραφής του την 29-12-2005 χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 31-1-2006 έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο ΥΠ.ΕΕ κατ' άρθρο 2 παρ. 8, 9 ν. 2954/2001. Ειδικότερα ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο εξέδωσε εικονικά-πλαστά φορολογικά στοιχεία, δηλ. φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης .. Ειδικότερα όπως αποδείχθηκε από τον διενεργηθέντα έλεγχο ο οποίος καταγράφηκε από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα και συντάχθηκαν προς τούτο οι επισυναπτόμενες στη δικογραφία από 29-12-1999 έκθεση ελέγχου και επεξεργασίας και ειδική έκθεση ελέγχου ο κατηγορούμενος εξέδωσε τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας τριάντα οκτώ (38) φορολογικά στοιχεία χρήσεως 1999 που αφορούσαν αγορές σημαντικών ποσοτήτων ελαιολάδου ήτοι α) είκοσι τρία (23) φορολογικά στοιχεία με φερόμενη ως εκδότρια την επιχείρηση "Τ. Ε." καθαρής αξίας 1.453.589,68 ευρώ, β) οκτώ (8) φορολογικά στοιχεία με φερόμενη εκδότρια την επιχείρηση "Μ." καθαρής αξίας 838.280,68 ευρώ, γ) τρία φορολογικά στοιχεία με φερόμενη ως εκδότρια την επιχείρηση "Ρ. Σ.", καθαρής αξίας 284.095,67 ευρώ, δ) δύο (2) φορολογικά στοιχεία με φερόμενη ως εκδότρια την επιχείρηση "Μ. Γ." καθαρής αξίας 299.668,79 ευρώ και ε) ένα (1) φορολογικό στοιχείο με φερόμενη ως εκδότρια την επιχείρηση EUROTOP ΑΕ καθαρής αξίας 168.543.57 ευρώ. Τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι είναι εικονικά πλαστά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, προκειμένου να διευκολυνθούν οι αποδεχθείσες αυτά επιχειρήσεις, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα εξέδωσε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, κατά παράβαση του νόμου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω επιχειρήσεις στο όνομα των οποίων εκδόθηκαν τα ανωτέρω τιμολόγια είναι φορολογικά ανύπαρκτες για τους λόγους που αναφέρονται στην ειδική έκθεση ελέγχου. Στη συνέχεια από τον διενεργηθέντα έλεγχο στους εμπλεκόμενους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς της Λακωνίας οι οποίοι εξέδωσαν φορολογικά στοιχεία που σχετίζονται με την ένδικη υπόθεση, αποδείχθηκε ότι το σύνολο αυτών (τιμολογίων) εξοφλήθηκε με καταθέσεις των αντιστοίχων ποσών στις Τράπεζες Εθνική και Αγροτική οι οποίες έγιναν όπως προκύπτει από τα αντίγραφα κίνησης των λογαριασμών των συνεταιρισμών, από τους Δ. Φ. και τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα Δ. Α.. Μάλιστα με υπεύθυνες δηλώσεις τους οι διαχειριστές των συνεταιρισμών δήλωσαν ότι οι ανωτέρω επιχειρήσεις που φέρεται ότι αγόρασαν ποσότητες ελαιολάδου από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς Λακωνίας και στη συνέχεια πώλησαν αυτές στις ελεγχόμενες επιχειρήσεις ουδέποτε εμφανίσθηκαν στους συνεταιρισμούς αυτούς και ουδέποτε κατέβαλαν οι ίδιες οποιοδήποτε ποσό για την εξόφληση των τιμολογίων που εκδόθηκαν στο όνομά τους. Όπως βεβαιώνουν οι συναλλαγές που έγιναν με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις πραγματοποιήθηκαν ύστερα από εντολή και συνεννόηση ως προς την έκδοση των τιμολογίων ή δελτίων αποστολής με τον Δ. Α. δηλαδή τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα ως παρένθετο πρόσωπο. Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώστης του χώρου εμπορίας-διακίνησης ελαιολάδου εξέδωσε τα κατωτέρω στο διατακτικό της παρούσας αναλυτικά αναφερόμενα εικονικά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια) ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο με σκοπό να επωφεληθούν οι λήπτριες επιχειρήσεις, από τον συμψηφισμό του ΦΠΑ που αναγράφεται στα στοιχεία αυτά και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, καθόσον ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξης έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ)." Μετά ταύτα εκήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο με την συνδρομή της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως του ότι: "Στον Πειραιά, κατά το έτος 1999 διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής αρχομένης της παραγραφής του την 29-12-2005, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 31-1-2006 έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο Υ.Π.Ε. κατ' άρθρο 2 παρ.8, 9 Ν. 2954/2001 και ειδικότερα, ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο εξέδωσε εικονικά-πλαστά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα εξέδωσε τριάντα οκτώ φορολογικά στοιχεία, χρήσεως 1999, ήτοι: α) είκοσι τρία (23) φορολογικά στοιχεία με φερόμενη ως εκδότρια την επιχείρηση "Τ. Ε.", καθαρής αξίας 1.453.589,68 ευρώ τα εξής: A/A ΕΙΔΟΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΑΡΙΘΜΟΣ & ΗΜ/ΝΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΑΞΙΑ Φ Π Α ΣΥΝΟΛΟ 1. Τιμολόγιο 24/20-04-1999 22.771.400 1.821.712 24.583.112 Δ. Αποστολής 9/5-3-1999 2. Τιμολόγιο 26/02-05-1999 1.250.000 100.000 1.350.000 Δ. Αποστολής 10/5-4-1999 3. Τιμολόγιο 28/01-06-1999 26.650.000 2.132.000 28.782.000 Δ. Αποστολής 12/2-5-1999 Δ. Αποστολής 13/3-5-1999 4. Τιμολόγιο 29/10-07-1999 25.347.000 2.027.760 27.374.760 Δ.Αποστολής 14/25-6-1999 Δ.Αποστολής 18/27-6-1999 5. Τιμολόγιο 30/10-07-1999 12.198.000 975.840 13.173.841 Δ.Αποστολής 15/20-6-1999 6. Τιμολόγιο 31/15-07-1999 10.067.200 805.376 10.872.576 Δ.Αποστολής 27/14-7-1999 7. Τιμολόγιο 32/16-07-1999 7.609.044 608.724 8.217.768 Δ. Αποστολής 19/27-6-1999 8. Τιμολόγιο 33/16-07-1999 47.308.750 3.824.700 51.633.450 Δ. Αποστολής 16/20-6-1999 Δ. Αποστολής 17/27-6-1999 Δ. Αποστολής 20/4-7-1999 Δ. Αποστολής 28/15-7-1999 9. Τιμολόγιο 34/25-07-1999 40.972.500 3.277.800 44.250.300 Δ. Αποστολής 21/5-7-1999 Δ. Αποστολής 22/5-7-1999 10. Τιμολόγιο 35/25-07-1999 18.477.800 1.478.224 19.956.024 Δ. Αποστολής 23/6-7-1999 11. Τιμολόγιο 36/30-07-1999 13.454.630 1.076.370 14.531.000 Δ. Αποστολής 24/6-7-1999 12. Τιμολόγιο 37/30-07-1999 14.500.800 1.130.064 15.660.864 Δ. Αποστολής 25/7-7-1999 13. Τιμολόγιο 39/10-8-1999 9.351.300 748.104 10.099.404 Δ. Αποστολής 31/18-7-1999 14. Τιμολόγιο 40/10-08-1999 9.922.500 793.800 1.0.716.300 Δ. Αποστολής 35/21-7-1998 15. Τιμολόγιο 41/12-08-1999 66.090.000 5.287.200 71.377.200 Δ. Αποστολής 33/21-7-1999 Δ. Αποστολής 34/21-7-1999 Δ. Αποστολής 37/30-7-199S Δ. Αποστολής 41/3-8-1999 16. Τιμολόγιο 43/13-08-1999 17.520.000 1.401.600 18.921.600 Δ. Αποστολής 30/16-7-1999 17. Τιμολόγιο 44/14-08-1999 24.370.500 1.949.640 25.320.140 Δ. Αποστολής 29/15-7-1999 18. Τιμολόγιο 45/20-08-1999 24.597.600 1.967.808 25.565.408 Δ. Αποστολής 39/1-8-1999 Δ. Αποστολής 42/3-8-1999 19. Τιμολόγιο 46/01-09-1999 29.797.560 2.383.805 32.181.365 Δ. Αποστολής 40/2-8-1999 Δ. Αποστολής 43/3-8-1999 20. Τιμολόγιο 58/11-10-1999 24.718.000 1.977.440 26.695.440 Δ. Αποστολής 45/13-9-1999 Δ. Αποστολής 46/17-9-1999 21. Τιμολόγιο 64/25-11-1999 20.748.000 1.659.840 22.407.840 Δ. Αποστολής 47/14-11-1999 22. Τιμολόγιο 65/01-12-1999 19.370.000 1.549.600 20.919.600 Δ. Αποστολής 48/15-11-1999 Δ. Αποστολής 49/20-11-1999 23. Τιμολόγιο 66/01-12-1999 7.718.100 617.448 8.335.548 Δ. Αποστολής 50/27-11-1999 ΣΥΝΟΛΟ 495.310.684 39.624.855 534.935.539 β) οκτώ (8) φορολογικά στοιχεία με φερόμενη ως εκδότρια την επιχείρηση Μ., καθαρής αξίας 838.280,68 ευρώ τα εξής: A/A ΕΙΔΟΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΑΡΙΘΜΟΣ & ΗΜ/ΝΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΑΞΙΑ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΟ Τιμολόγιο 52/5-6-1999 58.275.000 4.662.000 62.937.000 2. Τιμολόγιο 54/5-5-1999 77.286.000 6.182.880 83.468,880 3. Τιμολόγιο 56/14-6-1999 18.784.500 1.502.750 20.287.260 4. Τιμολόγιο 57/18-6-1999 17.944.000 1.435.520 19.379.520 5. Τιμολόγιο 59/20-6-1999 19.578.000 1.556.240 21144.240 6. Τιμολόγιο 61/30-6-1999 19.849.540 1.587.963 21.437.503 7. Τιμολόγιο 57/20-6-1999 37.477.500 2.998.200 40.475.700 8. Τιμολόγιο 76/10-11-1999 35.449.600 2.915.968 39.365.568 ΣΥΝΟΛΟ 285.644.140 22.851.531 308.495.671 γ)τρία (3) φορολογικά στοιχεία με φερόμενη ως εκδότρια την επιχείρηση Ρ. Σ., καθαρής αξίας 284.095,67 ευρώ τα εξής: A/A ΕΙΔΟΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΑΡΙΘΜΟΣ & ΗΜ/ΝΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΑΞΙΑ Φ. Π Α ΣΥΝΟΛΟ 1. Τιμολόγιο 37/30-7-1999 39.420.000 3.153.600 42.573.600 2. Τιμολόγιο 39/14-8-1999 38.340.000 3.067.200 41.407.200 3. Τιμολόγιο 42/5-11-1999 19.045.600 1.523.648 20.569.248 ΣΥΝΟΛΟ 96.805.600 7.744.448 104.550.048 δ)δύο (2) φορολογικά στοιχεία με φερόμενη ως εκδότρια την επιχείρηση Μ. Γ. καθαρής αξίας 299.668,79 τα εξής: A/A ΕΙΔΟΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΑΡΙΘΜΟΣ & ΗΜ/ΝΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΑΞΙΑ Φ. Π Α ΣΥΝΟΛΟ 1. Τιμολόγιο 104/30-6-1999 19.948.140 1.595.851 21.543.991 2. Τιμολόγιο 112/15-7-1999 82.164.000 6.573.120 88.737.120 ΣΥΝΟΛΟ 102.112.140 8.168.971 110.281.111 ε)ένα (1) φορολογικό στοιχείο με φερόμενη ως εκδότρια την επιχείρηση EUROTOP Α.Ε. καθαρής αξίας 168.543,57 ευρώ το εξής: γ)το υπ' αριθ. 66/12-3-99 Τιμολόγιο και τμήμα (αξίας 57.431.220 δρχ.) του υπ' αριθμ. 76/14-5-99. τα πιο πάνω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, είναι εικονικά-πλαστά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, προκειμένου να διευκολυνθούν οι αποδεχθείσες αυτά επιχειρήσεις, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα εξέδωσε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης". Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε ταύτα στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, α, 27 παρ.1α, 98 Π.Κ., 19 παρ.1α, 21 παρ.10 εδ.α' Ν. 2523/1997, όπως συμπληρώθηκε με άρθρ. 2 παρ.8 Ν. 2954/2001 σε συνδυασμό με άρθρο 2 παρ.9 του νόμου αυτού που εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η απόφαση αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση και δή "καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο", χωρίς ουδέν να εξαιρέσει, και συνεπώς και τους μάρτυρες υπερασπίσεως για τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται αβασίμως ότι (η απόφαση) "δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν έλαβε υπόψη της τους μάρτυρες υπερασπίσεως", την εικονικότητα των συγκεκριμένων φορολογικών στοιχείων, εκδοθέντων ήτοι για ανύπαρκτες συναλλαγές όπερ εγνώριζεν ο κατηγορούμενος, τον χρόνον ενάρξεως της παραγραφής του αδικήματος οριζόμενον από τον χρόνο θεωρήσεως της εκθέσεως ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο ΥΠ.Ε.Ε., ως εκ περισσού δε και τον σκοπόν της αποδοχής των εικονικών τιμολογίων υπό του αναιρεσείοντος ήτοι την απόκρυψη της φορολογητέας ύλης, δεν αποτελεί δε το σκεπτικό απλή επανάληψη του διατακτικού, όπως επίσης αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ως φαίνεται εκ των ανωτέρω εκτεθέντων (αιτιολογικού διατακτικού). Ο αναιρεσείων αιτιάται ότι από της εκδόσεως των εικονικών τιμολογίων, χρόνου τελέσεως, δηλαδή, της πράξεως μέχρι της κατά την 7/11/2007 επιδόσεως εις αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος έχει παρέλθει πενταετία, μεταγενεστέρως δε και οκταετία, όπερ ως ένσταση προέβαλε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με σχετικόν ισχυρισμόν του, ο οποίος και απερρίφθη. Όμως για την αξιόποινη πράξη για την οποία και κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος που ετελέσθη κατά το έτος 1999, ήτοι προ του Ν. 2954/2-11-2001, αφετηρία παραγραφής αποτελεί η 29/12/2005, όπερ εγένετο δεκτό ότι εθεωρήθη η έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο ΥΠ.Ε.Ε. και όχι ο χρόνος εκδόσεως των εικονικών τιμολογίων, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, από της τελευταίας δε ταύτης ημεροχρονολογίας μέχρι της επικαλουμένης επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος το 2007 δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία, ούτε άλλωστε και μέχρι σήμερα παρήλθε οκταετία (άρθρ.111 παρ.1, 3 και 113 παρ.3 Π.Κ.) και η σχετική περί παραγραφής ένσταση είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, κατ' εκτίμηση του λόγου, και δή των περί παραγραφής διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, (άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.Ε' και Δ' ΚΠΔ) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, η κρινομένη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6/12/2011 αίτηση-δήλωση του Δ. Α. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΤ 5677/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ