Αριθμός 281/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Σ. του Μ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Κω, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη Μυλωνά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 42/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Φ. Β. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη και 2) Ε. χήρα Ν. Β., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κουτσούκο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 547/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 311 εδ.α ΠΚ, αν η σωματική βλάβη είχε επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Το έγκλημα αυτό χαρακτηρίζεται ως έγκλημα εκ του αποτελέσματος αφού για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτού, απαιτείται η πρόθεση του δράστη να επιφέρει στο θύμα σωματική ή διανοητική βλάβη οποιασδήποτε διαβαθμίσεως και η επέλευση συνεπεία της σωματικής βλάβης του θανάτου του θύματος, ο οποίος όμως θάνατος αποδίδεται σε αμέλεια του δράστη, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 28 του ΠΚ, οπότε όμως έχει ως συνέπεια τη βαρύτερη τιμωρία της σωματικής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 29 του ιδίου κώδικα. Κατά το άρθρο 28 ΠΚ απαιτείται να διαπιστωθεί ότι α) ο δράστης δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, β) ότι αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, ως εκ της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το αποτέλεσμα, το οποίο είτε δεν προείδε ή το προέβλεψε μεν αλλά πίστευε ότι θα το απεφεύγετο και γ) ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ. ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε αυτά υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο κάποια από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται πιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η υποχρέωση του δικαστηρίου για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177, 178 Κ.Ποιν.Δ. Το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτιμήσεως, της συγκριτικής σταθμίσεως και της συναξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το δικαστήριο της ουσίας δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Ο αναιρετικός έλεγχος γιατί πείσθηκε τελικά το δικαστήριο της ουσίας από συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό ή απλώς διαφορετικό εστιάζεται στο αν το δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων τω αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη υπόψη μερικών από αυτά. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως, ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως μεταξύ των οποίων και εκείνες για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 84 ΠΚ και σε περίπτωση αναγνωρίσεώς των επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 του αυτού κώδικα πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για να τον απορρίψει αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 42/2011 απόφασή του το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη σκοπούμενης θανατηφόρας σωματικής βλάβης και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο μετά από παράθεση νομικής σκέψεως όμοιας με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης και ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος Χ. Σ. γεννηθείς στις 29.8.1977, έχει επαγγελματικές διαφορές λόγω του ομοειδούς επαγγέλματός τους με την πολιτικώς ενάγουσα Ε. Ν. Β. σύζυγο του Ν. Β., συνταξιούχου αστυνομικού. Ο κατηγορούμενος πολλές φορές είχε εκτοξεύσει απειλές κατά της ζωής της Ε. Β. και του συζύγου της και γι' αυτό συνόδευε ο Ν. Β. σχεδόν πάντοτε τη σύζυγό του οδηγώντας το αυτοκίνητο σε διάφορα σημεία όπου αυτή θα έκανε άγρα πελατών. Στις 11.5.2004 και περί ώρα 20.10 η Ε. Β. μαζί με το σύζυγό της βρίσκονταν στο χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων της Ολυμπιακής επί της οδού ..., της πόλης της ... όπου περίμεναν την άφιξη του λεωφορείου από το αεροδρόμιο της ., προσδοκώντας στην ανεύρεση πελατών. Στον ίδιο χώρο και για τον ίδιο λόγο βρισκόταν και ο κατηγορούμενος. Η Ε. Β. μετά την άφιξη του λεωφορείου, όταν κατέβηκε μια αλλοδαπή από το λεωφορείο την προσέγγισε και άρχισε να ομιλεί μαζί της στην αγγλική γλώσσα για να της μισθώσει δωμάτιο. Ο σύζυγός της Ν. Β. είχε μείνει μέσα στο αυτοκίνητό του σε απόσταση 5-6 μέτρων από το λεωφορείο. Ο κατηγορούμενος όταν είδε την Ε. Β. να διαπραγματεύεται με την αλλοδαπή τουρίστρια τη μίσθωση δωματίου, πήγε δίπλα της λέγοντάς της ότι θα πάρει αυτός με το ζόρι την πελάτισσα. Η Ε. Β. του απάντησε να φύγει και να την αφήσει. Ο σύζυγος της Ε. Β. μόλις αντιλήφθηκε την ενέργεια του κατηγορουμένου βγήκε από το αυτοκίνητο και απευθύνθηκε σ'αυτόν και του είπε να αφήσει ήσυχη τη γυναίκα του. Τότε ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το σημείο που βρισκόταν ο Ν. Β. και τον κτύπησε με τον γρόνθο του στην κεφαλή και τον λάκτισε στην κοιλιακή χώρα. Ο παθών από τα γρονθοκοπήματα στην κεφαλή και το λάκτισμα στην κοιλιακή χώρα κλονίστηκε και ζαλίστηκε με αποτέλεσμα να πέσει ανάσκελα στο τσιμεντένιο δάπεδο και να κτυπήσει στο κεφάλι. Αμέσως με την πτώση βγήκε αίμα από τα αυτιά του και τα μάτια του είχαν "γυρίσει". Κλήθηκε αμέσως ασθενοφόρο, παρέλαβε τον παθόντα και τον μετέφερε στο νοσοκομείο της ... . Διαπιστώθηκε ότι αυτός παρουσίαζε βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση μυδρίαση (κόρη ματιών ανοικτή) το οποίο σημαίνει βαριά κάκωση, χωρίς να έχει επαφή με το περιβάλλον και χωρίς αντίδραση σε οποιοδήποτε ερέθισμα. Επειδή η κατάσταση της υγείας του ήταν κρίσιμη και δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί στο νοσοκομείο της ..., ο παθών διακομίστηκε επειγόντως αεροπορικώς στο ΚΑΤ. Υποβλήθηκε σε εργαστηριακό έλεγχο και διαπιστώθηκε υποσκληρίδιο αιμάτωμα μετωποκροταφοβρεματικά εκτεταμένη υπαραχνοειδή αιμορραγία και άλλη στο εγκεφαλικό στέλεχος, διάχυτο εγκεφαλικό οίδημα με έντονα πιεστικά φαινόμενα των πλαγίων κοιλιών και μετατόπιση της μέσης γραμμής. Κατάγματα βρεγματικά δεξιά και βρεγματοϊνιακά αριστερά με ευμέγεθες κεφαλαιμάτωμα παρά το δρέπανο στο θόλο του αριστερού ημισφαιρίου και θλάση κροταφικού λοβού αριστερά. Ο παθών που ουδέποτε αποκατέστησε εγκεφαλική λειτουργία υποβλήθηκε σε ερευνητική λαπαροτομία λόγω ενδοκοιλιακής αιμορραγίας όπου αναδείχθηκε μεγάλο οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα και αιμάτωμα στον προκυστικό χώρο και κατέληξε στις 12/5/2004 και ώρα 20.35. Η έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής (με αρ. προτ. 1316/27.5.2004) που συνέταξε η ιατροδικαστής Σ. Μ. ανέφερε τις ίδιες κακώσεις και επιπλέον ανέφερε ότι εξωτερικά το πτώμα φέρει θλαστική εκχύμωση του άνω και κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού με μικρό υπόσφαγμα επιπεφυκότος και θλαστική εκχύμωση αριστερού βραχίονος. Η άνω ιατροδικαστής Σ. Μ. που κλήθηκε να εξηγήσει τις κακώσεις με το 3869/2004 έγγραφό της ανέφερε προς τον Ανακριτή Κω "Κύρια αιτία θανάτου είναι η κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η οποία προκλήθηκε από την πτώση του ανωτέρω στο έδαφος (απλή πτώση) και την πρόσκρουση της κεφαλής επί αμβλείας ανενδότου επιφανείας...θλαστικές εκχυμώσεις του άνω και κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού με μικρό υπόσφαγμα του επιπεφυκότος καθώς και του αριστερού βραχίονος. Αυτές έχουν προκληθεί από θλών-αμβλύ όργανο (όπως ανθρώπινο χέρι, ξύλο, πέτρα κ.λ.π.). Η εκδορά και οι μικροδιασχίσεις κατά την αριστερή ινιακή χώρα έχουν προκληθεί από την πτώση του ατόμου και πρόσκρουση της κεφαλής επί αμβλείας-ανενδότου επιφανείας (έδαφος)...εκδορές και μικροδιασχίσεις των μαλακών μορίων του τριχωτού της κεφαλής είναι αποτέλεσμα της πτώσης το υποδόριο αιμάτωμα κατά την αριστερή κροταφική χώρα με...αιμορραγική διήθηση του κροταφίτη μυ καθώς και τα κατάγματα που περιγράφονται είναι αποτέλεσμα πλήξης της κεφαλής επί αμβλείας ανενδότου επιφανείας ... . Βρέθηκε ακόμα το οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα...καθώς και το αφαιρεθέν χειρουργικό προκυστικό αιμάτωμα ... Οι κακώσεις αυτές πιστεύω ότι έχουν προκληθεί από θλών-αμβλύ όργανο (πιθανό λάκτισμα της κοιλιακής χώρας). Είναι σοβαρές αλλά από μόνες τους δεν προκαλούν το θάνατο". Συμπερασματικά η ιατροδικαστής Σ. Μ. αναφέρει ότι η αιτία θανάτου είναι βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η οποία έχει προκληθεί από τη πτώση του ατόμου στο έδαφος και την πρόσκρουση της κεφαλής αυτού επί ανενδότου επιφανείας. Η ίδια άποψη για την πρόκληση των σωματικών βλαβών διατυπώνεται στην υπ' αρ. πρωτ. ΔΥ/30.10.2006 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η οποία υπογράφεται από τον καθηγητή Ψ. Δ.. Ομοίως την ίδια άποψη για τα αίτια του θανάτου του Ν. Β. διατύπωσε και ο καθηγητής ιατροδικαστικής Δ. Μ., που εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης στον πρώτο βαθμό και ανέφερε συγκεκριμένα ότι "Κι εγώ και η κυρία Μ. έχουμε την ίδια άποψη. Ο θάνατος προήλθε από τα τραύματα της κεφαλής που προκλήθηκαν από την πτώση από όρθια θέση. Κατ' αντίθεση όμως με τους ανωτέρω ιατροδικαστές, ο ανωτέρω εκφράζει την άποψη ότι οι άνω βλάβες στον οφθαλμό και στην κοιλιά του θανόντος προήλθαν από αντιτυπία (που είναι η κάκωση που προκαλείται στην αντίθετη πλευρά από εκεί που κτυπήθηκε). Η εκδοχή όμως αυτή δεν συνεπικουρείται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, ενόψει και της ρητής κατάθεσης της Ε. Β. ότι είδε τον κατηγορούμενο να κτυπά με τον γρόνθο του στην κεφαλή τον θανόντα. Τέλος ρητή είναι η κατάθεση του Γ. Π., ιατρού χειρουργού, που αποκλείει την περίπτωση της αντιτυπίας, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι δεν μπορούν από την πτώση να γίνουν κακώσεις στην κοιλιά και στον οφθαλμό. Από τα εκτεθέντα συνάγεται ότι το αποτέλεσμα του θανάτου οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην πράξη του κατηγορουμένου να προκαλέσει σωματική βλάβη στον παθόντα. Ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση να προκαλέσει απλή σωματική βλάβη στον παθόντα γνωρίζοντας ότι ο τρόπος που ενήργησε ήτοι τα γρονθοκοπήματα στην κεφαλή και το λάκτισμα στην κοιλιακή χώρα, όπως προπεριγράφονται θα επέφεραν οπωσδήποτε την πτώση του θανόντος στο έδαφος και τον εντεύθεν τραυματισμό του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θάνατος του θύματος επήλθε από αμέλεια του κατηγορουμένου καθόσον αυτός λόγω έλλειψης της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε να καταβάλει, όπως κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα τη συνήθη πορεία τω πραγμάτων και τη λογική και μπορούσε να καταβάλει με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, φυσιολογικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες δεν προέβλεψε ότι από την προπεριγραφόμενη πράξη του, μπορούσε να επέλθει ο θάνατος του παραπάνω και δεν τον απέφυγε. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι αυτός κτυπώντας με τις γροθιές του και λακτίζοντας με πρόθεση σωματικής βλάβης με την υπέρτατη μυϊκή δύναμη που είχε κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο τον παθόντα, ο οποίος ήταν ηλικίας 68 ετών, μικρότερης σωματικής διάπλασης απ' αυτόν και με διάφορα προβλήματα υγείας θα προκαλούσε τον θάνατό του συνεπεία της σωματικής βλάβης που θα είχε υποστεί από την πτώση του στο οδόστρωμα, το οποίο όμως δεν προέβλεψε μολονότι ηδύνατο λόγω της προαναφερόμενης έλλειψης προσοχής του (μη συνειδητή αμέλεια). Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι στην πράξη του αναγκάστηκε να προβεί ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας, χωρίς να επιθυμεί το αποτέλεσμα το οποίο ήταν απόλυτα τυχαίο. Ότι του επιτέθηκε πρώτος ο θανών κτυπώντας τον από πίσω στο σβέρκο και, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην απολογία του στον πρώτο βαθμό "όπως γύρισα απότομα του έδωσα μια αγκωνιά και έπεσε σαν άγαλμα". Ότι πρόθεσή του ήταν να αμυνθεί και όχι να του προξενήσει σωματική βλάβη έστω και ελαφρά. Ο μάρτυρας Α. Κ. που δεν εξετάστηκε στην προδικασία και για πρώτη φορά εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέθεσε ότι "ο θανών ήταν έξω από το αυτοκίνητό του και προχώρησε προς τον κατηγορούμενο και τον κτύπησε στο σβέρκο, ο κατηγορούμενος τρόμαξε, γύρισε απότομα και τον έσπρωξε με τον ώμο του και ο θανών έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε ανάσκελα και ακούστηκε ο κτύπος στην άσφαλτο". Όμως από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύονται αληθείς οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και ότι το γεγονός έλαβε χώρα όπως ως άνω εκθέτει. Και τούτο γιατί έρχονται σε πλήρη αντίθεση κυρίως με τα ευρήματα που καταγράφονται στην προμνησθείσα έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής καθώς και τις διευκρινίσεις που έδωσε η ιατροδικαστής Σ. Μ. στο 3869/2004 έγγραφό της για τον τρόπο που επήλθαν οι κακώσεις ... Συνδιαζόμενη η διαπίστωση και η κρίση της ιατροδικαστού (για το ότι οι θλαστικές εκχυμώσεις του άνω και κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού...έχουν προκληθεί από θλών-αμβλύ όργανο) με την κατηγορηματική κατάθεση της Ε. Β. ότι είδε τον κατηγορούμενο με το χέρι προτεταμένο και να κτυπά το σύζυγό της στην κεφαλή, παράγουν πλήρη πεποίθηση για τη σωματική βλάβη που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στο πρόσωπο του θανόντος, την οποία διαπίστωσε η ιατροδικαστής ... Ακόμη την άποψη της ίδιας ότι προηγήθηκαν της πτώσεως οι σωματικές κακώσεις που αφορούσαν το οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα καθώς και το αφαιρεθέν χειρουργικώς προκυστικό αιμάτωμα και ότι προκλήθηκαν από θλών-αμβλύ όργανο (πιθανό λάκτισμα της κοιλιακής χώρας δέχεται και το δικαστήριο εν όψει όλων των ανωτέρω και καταρρίπτεται έτσι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτές προξενήθηκαν συνεπεία της πτώσεως του παθόντος στο οδόστρωμα εξ "αντιτυπίας". Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε τις σωματικές βλάβες στον παθόντα κτυπώντας τον με το γρόνθο του στο κεφάλι και λακτίζοντάς τον στην κοιλιά με συνέπεια να πέσει ανάσκελα και δεν αποδεικνύεται ότι δέχθηκε πρώτος ο κατηγορούμενος κτύπημα στο σβέρκο ούτε ότι η πτώση του θανόντος έγινε με τον τρόπο που αυτός ισχυρίζεται, δηλαδή με "αγκωνιά" ή σπρώξιμο όπως κατέθεσε στον πρώτο βαθμό ο μάρτυρας Α. Κ., διότι, αν συνέβαινε αυτό, δεν θα υπήρχαν οι κακώσεις του οφθαλμού και της κοιλιακής χώρας, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτές δεν προήλθαν λόγω αντιτυπίας, αλλά προκλήθηκαν πριν από την πτώση στο έδαφος. Εφόσον επομένως δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε επίθεση από τον παθόντα και ότι εκείνος τον κτύπησε για να υπερασπισθεί τον εαυτό του από την άδικη και παρούσα επίθεση εναντίον του δεν στοιχειοθετείται ο αυτοτελής ισχυρισμός περί άμυνας (αρθρ. 22 Π.Κ.). Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου που προβλήθηκε επικουρικά ότι η παραπάνω πράξη του φέρει το χαρακτήρα ανθρωποκτονίας από αμέλεια και ζήτησε να κηρυχθεί ένοχος αυτής κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος εφόσον κατά τα προαναφερόμενα, αυτός είχε πρόθεση τελέσεως απλής σωματικής βλάβης και επέδειξε αμέλεια ως προς τον επελθόντα θάνατο του θύματος. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω μη σκοπούμενης θανατηφόρου βλάβης ... . Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική επιβαλλόμενη και ειδική εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τις σκέψεις με βάση τις οποίες υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 28, 29, 308 παρ. 1α και 311 εδαφ. α Π.Κ. που ορθώς εφάρμοσε. Ειδικότερα αιτιολογείται ότι προκάλεσε ο αναιρεσείων, με τα κτυπήματα που κατάφερε με γροθιά στο κεφάλι και λάκτισμα στην κοιλιά του παθόντος, από πρόθεση απλή σωματική βλάβη σ' αυτόν και ότι από μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος, που δεν πρόβλεψε ότι από τα κτυπήματα αυτά θα έπεφτε ο παθών κάτω και θα κτυπούσε το κεφάλι του στο τσιμεντένιο δάπεδο του χώρου όπου διαδραματίστηκε το συμβάν επακολούθησε ο θάνατος του παθόντος ως συνέπεια της σωματικής του βλάβης. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση για τον κατηγορούμενο τις καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίοι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τις φωτογραφίες που επιδείχθηκαν, την έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής που συνέταξε η ιατροδικαστής Σ. Μ. και το 3869/2004 επεξηγηματικό έγγραφο αυτής, την από 30.10.2006 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του καθηγητή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Δ. Ψ. και τα πρακτικά της δίκης στον πρώτο βαθμό που αναγνώσθηκαν και στα οποία περιλαμβάνονταν οι καταθέσεις των εξετασθέντων τότε ως μαρτύρων υπερασπίσεως καθηγητή ιατροδικαστικής Δ. Μ. και Α. Κ. καθώς και η απολογία του κατηγορουμένου κατά τη δίκη στον πρώτο βαθμό ο οποίος στη δίκη κατ' έφεση εκπροσωπήθηκε από ορισθέντες από αυτόν πληρεξουσίους δικηγόρους του και αναφέρθηκε ειδικότερα στις απόψεις των πιο πάνω μαρτύρων και όσα κατέθεσαν καθώς και στους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Έτσι έλαβε υπόψη του το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο όλα τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα χωρίς να παραλείψει κάποιο από αυτά. Δεν ήταν απαραίτητο να προέλθει το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο σε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζει ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ή να αξιολογήσει χωριστά καθένα από τα αποδεικτικά μέσα αλλά αρκούσε το ότι λήφθηκαν όλα υπόψη πράγμα που προκύπτει και από το ότι παρατίθεται πλήρης και πειστική σκέψη, γιατί δεν έγιναν δεκτά α) η άποψη του εξετασθέντος πρωτοδίκως ως μάρτυρα υπερασπίσεως καθηγητή ιατροδικαστικής Δ. Μ. ότι οι σωματικές βλάβες στον οφθαλμό και στην κοιλιά του παθόντος προήλθαν από αντιτυπία που είναι η κάκωση που προκαλείται στην αντίθετη πλευρά από εκεί που κτυπήθηκε, β) αυτά που κατέθεσε ο επίσης πρωτοδίκως εξετασθείς για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Α. Κ. ότι ο θανών πήγε και κτύπησε τον κατηγορούμενο στο σβέρκο και ο τελευταίος που τρόμαξε γύρισε απότομα και τον έσπρωξε με τον ώμο του και ο θανών έχασε τις αισθήσεις και έπεσε προς τα πίσω στην άσφαλτο και γ) όσα απολογούμενος και πρωτοδίκως ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι πρώτα επιτέθηκε ο θανών εναντίον και τον κτύπησε στο σβέρκο και τότε αυτός γύρισε απότομα και του έδωσε μια αγκωνιά αμυνόμενος και έπεσε κάτω το θύμα χωρίς άλλη κίνηση αντιδράσεως. Κατ' ακολουθία είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το δικάσαν δικαστήριο στήριξε την κρίση του όχι σε όλα τα μνημονευθέντα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα αλλά μόνο σε ορισμένα από αυτά με έμφαση στην ανωμοτί κατάθεση της συζύγου του θανόντος και ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την αναφορά των αποδεικτικών μέσων και την αξιολόγηση όλων είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που με την επίκληση του ίδιου λόγου αναιρέσεως επιχειρείται διάφορος εκτίμηση της καταθέσεως της πολιτικώς ενάγουσας Ε. χήρας Ν. Β. και δη αποδυνάμωση αυτής ως αντιφατικής και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παράλειψη στην ιδιαίτερη εκτίμηση και αξιολόγηση της κάθε μαρτυρικής καταθέσεως και της μνείας των καταθέσεων των μαρτύρων υπεράσπισης που αντικρούουν την κατάθεση της ανωτέρω πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικάσαντος Μικτού Ορκωτού Εφετείου επί της ουσίας της υποθέσεως και δεν θεμελιώνεται παραδεκτός λόγος αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. α'του Π.Κ. ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται μεταξύ άλλων εκείνη του προτέρου εντίμου βίου ήτοι ο υπαίτιος έζησε μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων δια των εκπροσωπούντων αυτών συνηγόρων του υπέβαλε γραπτώς και ανέπτυξε μεταξύ άλλων ισχυρισμό να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου επικαλεσθείς για τη θεμελίωση ότι μέχρι την τέλεση της πράξεως διήγε έντιμη οικογενειακή επαγγελματική και κοινωνική ζωή και δεν απασχόλησε ποτέ τις αστυνομικές ή δικαστικές αρχές έχοντας μέχρι σήμερα λευκό ποινικό μητρώο. Έτσι όπως διατυπώθηκε ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός ήταν αόριστος αφού δεν επικαλείται ο αναιρεσείων τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή του στοιχεία θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσεως και συμπεριφοράς. Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού. Το γεγονός δε ότι πέραν της επισημάνσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση της αοριστίας του εν λόγω ισχυρισμού (που τον καθιστούσε απορριπτέο και εκ τούτου μόνον), διέλαβε σκεπτικό και για την κατ' ουσία, απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού παραθέτοντας ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε μέχρι τη διάπραξη του ανωτέρω εγκλήματος έντιμη, ατομική οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή ούτε ότι επέδειξε έως τότε θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά και ειδικότερα ότι όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες ο ήδη αναιρεσείων δύο χρόνια πριν από το ένδικο περιστατικό είχε απειλήσει την σύζυγο του θανόντος με τη φράση "μην έρχεσαι κοντά μου γιατί θα σκοτώσω εσένα και τον άνδρα σου" δεν αναιρεί την αόριστη προβολή του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση του ελαφρυντικού προτέρου εντίμου βίου υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν. Δ. λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος να του αναγνωρισθεί το παραπάνω ελαφρυντικό είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 Κ.Ποιν.Δ., όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν.2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να εξεταστούν και άλλοι μάρτυρες οι οποίοι δεν κλήθηκαν ή δεν προσήλθαν. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενώ σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σε τέτοιο αίτημα του κατηγορουμένου αναβολής της δίκης για να προσέλθει κάποιος μάρτυρας και έτσι θεωρείται ότι το απέρριψε σιγή υπάρχει ελλείψει ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Β' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Για να είναι όμως υποχρεωμένο το δικαστήριο να απαντήσει σε τέτοιο αίτημα και μάλιστα αιτιολογημένως, πρέπει το αίτημα αυτό να προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο με τη σαφή παράθεση των σχετικών περιστατικών που κατά νόμο το θεμελιώνουν διότι το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντά σε αόριστους ισχυρισμούς και αιτήματα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, δια των συνηγόρων που τον εκπροσώπησαν, πριν από την έναρξη της εξετάσεως των μαρτύρων υπέβαλε στο δικαστήριο αίτημα αναβολής εκδικάσεως της υποθέσεως κατ' άρθρο 352 Κ.Ποιν.Δ. άλλως διακοπής της συνεδριάσεως κατ' άρθρο 353 ιδίου κώδικα προκειμένου να κληθούν άλλως να εμφανισθούν και προσαχθούν για να εξετασθούν ως μάρτυρες οι εξετασθέντες στη δίκη στον πρώτο βαθμό ως μάρτυρες Α. Κ. για τον οποίο ισχυρίσθηκε ότι είναι ο οδηγός του λεωφορείου που είναι ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας της υποθέσεως και είδε και άκουσε τα πάντα και η κατάθεση του οποίου πρωτοδίκως "έδωσε μια νέα διάσταση στην ήδη διαμορφωθείσα εσφαλμένη εικόνα που επιχειρεί να παρουσιάσει η πολιτική αγωγή και ιδιαίτερα η σύζυγος του αποβιώσαντος" και ακόμα να κληθεί ο μάρτυρας ιατροδικαστής Δ. Μ. ο οποίος μετά την εξέλιξη με τον μάρτυρα Α. (κατά του οποίου ο Εισαγγελέας της έδρας μετά την κατάθεσή του διέταξε να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του για ψευδορκία), "απαιτεί να κλητευθεί από τον Εισαγγελέα προκειμένου να παραστεί και να καταθέσει". Το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως ή της διακοπής της συνεδριάσεως με την αιτιολογία ότι "δεν συντρέχει λόγος αναβολής σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 352 Κ.Ποιν.Δ. καθώς και η εφαρμογή αυτών προϋποθέτει την μη εμφάνιση μαρτύρων που κλητεύθηκαν καθώς οι εν λόγω μάρτυρες Α. Κ. και Δ. Μ. δεν έχουν κλητευθεί. Περαιτέρω το δικαστήριο κρίνει ότι, στο παρόν στάδιο τουλάχιστον, δεν χρειάζονται νέες αποδείξεις ώστε να αναβληθεί η υπόθεση κατά την παράγραφο 3 του άνω άρθρου. Τέλος το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 353 Κ.Ποιν.Δ. για προσαγωγή των άνω μαρτύρων που δεν κλητεύθηκαν καθώς οι αναφερόμενοι μάρτυρες δεν είναι δυνατό να προσέλθουν κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως αφού είναι κάτοικοι ... και ... αντίστοιχα ούτε κρίνει αναγκαία τη διακοπή της συνεδριάσεως μέχρι 15 το πολύ ημέρες προκειμένου να εμφανισθούν ή να προσαχθούν οι άνω μάρτυρες λαμβανομένου υπόψη ότι έχουν δώσει μακροσκελείς καταθέσεις στην πρωτόδικη δίκη οι οποίες είναι καταχωρημένες στα πρακτικά της εκκαλουμένης και θα αναγνωσθούν". Έτσι, όμως, όπως υποβλήθηκε το παραπάνω αίτημα καθώς και εν συνεχεία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, υποβληθέν από τους συνηγόρους που εκπροσωπούσαν τον ήδη αναιρεσείοντα μετά την εξέταση του πρώτου των πολιτικώς εναγόντων εκ νέου αίτημα διακοπής της δίκης για να κληθεί ο ως άνω οδηγός του λεωφορείου Α. Κ., το οποίο μετά την εξέταση των λοιπών παρόντων μαρτύρων, απέρριψε εκ νέου το δικαστήριο με το ίδιο προαναφερθέν σκεπτικό ότι ήταν αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο διότι δεν αναφερόταν στο αίτημα για ποια συγκεκριμένα περιστατικά που να ασκούσαν επιρροή στην έκβαση της δίκης έπρεπε να προσέλθουν να καταθέσουν οι παραπάνω πρωτοδίκως εξετασθέντες μάρτυρες και αορίστως γίνεται λόγος ότι ήταν απαραίτητη η εξέταση του Α. Κ. για τη μόρφωση ασφαλούς γνώμης ενώ είναι αόριστα τα διατυπωθέντα κατά την προβολή αυτού του αιτήματος ότι η κατάθεση του παραπάνω ως μάρτυρα πρωτοδίκως έδινε διαφορετική διάσταση στα όσα υποστήριζε και επιχειρούσε η πολιτική αγωγή να παρουσιάσει. Επομένως δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό αναβολής ή διακοπής της δίκης κατ' άρθρα 352 και 353 Κ.Ποιν.Δ. όπως υποβλήθηκε και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του περί μη κλητεύσεως και των δύο ως άνω πρωτοδίκως εξετασθέντων ως μαρτύρων υπερασπίσεως του ήδη αναιρεσείοντος, πλεοναστικώς δε διέλαβε την προς απόρριψη του αιτήματος αυτού παραπάνω αιτιολογία. Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως την άνευ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απόρριψη του αιτήματος αναβολής ή διακοπής της δίκης προκειμένου να κληθούν για να εξετασθούν οι μάρτυρες Α. Κ. και Μ. Δ. ή προκειμένου να εμφανισθεί ή να προσαχθεί ο πρώτος από αυτούς καθώς και ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' λόγος για έλλειψη ακροάσεως ως προς το αίτημα αναβολής της δίκης για να προσέλθει να εξετασθεί ο μάρτυρας Δ. Μ. καθόσον δεν έμεινε αναπάντητο από το δικαστήριο το σχετικό και με την κλήτευση του μάρτυρα αυτού αίτημα αναβολής. Κατά το άρθρο 59 του Κ.Ποιν.Δ. όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005 όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη κατά δε την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου, στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του Π.Κ. αν για το γεγονός, για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε η καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μετά την προκαταρκτική εξέταση (αρθρ. 31, 43 παρ. 1 εδεφ. Β) αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια ως το τέλος της ποινικής διώξεως κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από αυτήν αναβολή ή αναστολή της ποινικής δίκης (όρος ταυτόσημος) γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο δε νοείται εκείνο από το οποίο εξαρτάται η κρίση και η απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του και για να αναβληθεί η δίκη λόγω προδικαστικού ζητήματος σύμφωνα με το άρθρο 59 Κ.Ποιν.Δ πρέπει να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην άλλη υπόθεση η οποία μπορεί να εκκρεμεί στην προδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων δια των πληρεξουσίων δικηγόρων που τον εκπροσώπησαν υπέβαλε αίτημα αναβολής της εναντίον του δίκης επικαλούμενος ότι ο πρωτοδίκως εξετασθείς ως μάρτυρας υπερασπίσεώς του Α. Κ. αρνήθηκε όταν του ζητήθηκε να έλθει να καταθέσει ως μάρτυρας και στην κατ' έφεση δίκη χωρίς κλήση από το δικαστήριο καθόσον κατά την δίκη στον πρώτο βαθμό ο Εισαγγελέας της έδρας ήταν ιδιαίτερα επιθετικός απέναντί του και μετά την κατάθεσή του διέταξε τη σύλληψή του και άσκησε κατ' αυτού ποινική δίωξη για ψευδορκία γιατί δεν είχε παρουσιαστεί μέχρι τότε να καταθέσει και έτσι, κατά τα περαιτέρω υπό του αναιρεσείοντος αναφερόμενα, με το προβληθέν ως άνω αίτημα εν όψει και της αναβολής λόγω στάσεων εργασίας της εκδικάσεως κατά τη δικάσιμο της 2-11-2011 της υποθέσεως της ψευδορκίας που εκκρεμούσε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου με κατηγορούμενο τον ως άνω μάρτυρα εξαρτάτο και από την έκβαση της δίκης για ψευδορκία κατά του ως άνω μάρτυρα, ως μόνου αντικειμενικού αυτόπτη η απόφαση επί της κατ' έφεση δίκης από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου για την αφορώσα του ήδη αναιρεσείοντα ποινική υπόθεση το εν λόγω αίτημα αναβολής, όπως εκτιμήθηκε ότι αφορούσε την αναβολή της ενώπιόν του δίκης μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της δίκης για ψευδορκία που φέρεται ότι τέλεσε ως μάρτυρας υπερασπίσεως ο Α. Κ. στο ακροατήριο κατά τη δίκη ενώπιον του σε πρώτο βαθμό δικάσαντος Μικτού Ορκωτού δικαστηρίου απερρίφθη από το ως άνω Μικτό Ορκωτό Εφετείο με την αιτιολογία ότι για να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 59 κατά το οποίο σε περίπτωση κατά την οποία η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο οπότε η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη, πρέπει μεταξύ άλλων να υπάρχει εξάρτηση των δύο δικών η οποία συντρέχει όταν η προδικαστική ασκεί επίδραση επί της κυρίας δίκης και δημιουργεί προδικαστικό ζήτημα. Τέτοιο προδικαστικό ζήτημα δεν αποτελεί η επί ψευδορκίας δίωξη των μαρτύρων άλλης δίκης (κυρίας) αφού η αξιοπιστία των μαρτύρων υπόκειται στην κρίση του δικαστού κάθε δίκης. Όπως υποβλήθηκε το ως άνω αίτημα αναβολής δεν ήταν τέτοιο ώστε να είναι υποχρεωμένο το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο να συμμορφωθεί με την επιταγή του άρθρου 59 Κ.Ποιν.Δ. χωρίς να έχει δυνατότητα μη εφαρμογής της διατάξεως αυτής αφού η άλλη δίκη που αφορούσε την κατηγορία για ψευδορκία κατά του Α. Κ. ως μάρτυρα δεν ασκούσε κατά νομική αναγκαιότητα άμεση επίδραση στο έγκλημα της μη σκοπούμενης θανατηφόρας σωματικής βλάβης για το οποίο δικαζόταν στο ως άνω Μικτό Εφετείο ο ήδη αναιρεσείων και το αντικείμενο εκείνης της κατά τις απόψεις του τελευταίου προδικαστικής δίκης δεν αποτελούσε συγχρόνως και στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που συνιστά το αντικείμενο της κυρίας δίκης. Κατ' ακολουθίαν δεν στερείται η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής σύμφωνα με το άρθρο 59 Κ.Ποιν.Δ. της δίκης που υποβλήθηκε από τους συνηγόρους του ήδη αναιρεσείοντος και είναι απορριπτέα η περί του αντιθέτου αιτίασή του και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η έλλειψη αυτή. Με την ανάγνωση δε στη συνέχεια από το δικαστήριο της ουσίας των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και της εμπεριεχομένης σε αυτά καταθέσεως ως μάρτυρα του Κ. Α. και την παράθεση στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αποσπάσματος από την κατάθεσή του εκείνη με επεξήγηση γιατί δεν δέχθηκε ότι το συμβάν έλαβε χώρα όπως αυτός το εκθέτει δεν υποδηλώνεται παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει και αυτήν την μαρτυρική κατάθεση που δόθηκε στη δίκη στον πρώτο βαθμό μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Περαιτέρω δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως η μη παράθεση στο σκεπτικό αυτής όλων όσα κατέθεσε ο παραπάνω μάρτυρας στη δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ήταν αντίθετα, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, με την κατάθεση της συζύγου του θύματος, αφού δεν ήταν υποχρεωμένο να παραθέσει το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση τι ακριβώς προέκυπτε από καθένα από τα αποδεικτικά μέσα. Ούτε κάτι τέτοιο ήταν επιβεβλημένο μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη από το δικαστήριο της ουσίας χωρίς να δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ.γ' Κ.Ποιν.Δ. του αιτήματος αναβολής σύμφωνα με το άρθρο 59 Κ.Ποιν.Δ. της εκδικάσεως της εναντίον του αναιρεσείοντος ποινικής υποθέσεως μέχρι πέρατος της για ψευδορκία μάρτυρα δίκης κατά του Α. Κ. και των επικουρικών αιτημάτων για αναβολή ή διακοπή της δίκης μέχρι να προσέλθει ο εν λόγω μάρτυρας να εξετασθεί και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Έτσι είναι απορριπτέες και αυτές οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ο επ' αυτών επιχειρούμενος να θεμελιωθεί λόγος αναιρέσεως για τέτοια πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. Περαιτέρω κατά τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου του άρθρου 327 το οποίο εφαρμόζεται κατ' άρθρο 500 Κ.Ποιν.Δ. και στην προπαρασκευαστική διαδικασία στην κατ' έφεση δίκη, ο εισαγγελέας και ο δημόσιος κατήγορος οφείλουν να καλέσουν στο ακροατήριο όλους τους ουσιώδεις μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εκτίμηση περί της ιδιότητας κάποιου μάρτυρα ως ουσιώδους εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του Εισαγγελέα Μόνη η παράλειψη της κλητεύσεως οποιουδήποτε από αυτούς δεν ιδρύει κανένα από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναιρέσεως. Κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 327 Κ.Ποιν.Δ. ο κατηγορούμενος εκτός από τους μάρτυρες που προσκαλούνται από τον ίδιο με δικές του δαπάνες, έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να κλητεύσει υποχρεωτικά έναν τουλάχιστο μάρτυρα της εκλογής του αν κατηγορείται για πλημμέλεια και δύο αν κατηγορείται για κακούργημα. Η αίτηση είναι απαράδεκτη αν δεν αναφέρει την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων που προτείνονται και το θέμα για το οποίο κυρίως θα γίνει η εξέταση. Κατά τα οριζόμενα δε στην παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου 327 Κ.Ποιν.Δ. η αίτηση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο υποβάλλεται στον αρμόδιο Εισαγγελέα το αργότερο σε πέντε ημέρες από την επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, διαφορετικά είναι απαράδεκτη κατά την υποβολή δε της αιτήσεως συντάσσεται στο ίδιο έγγραφο έκθεση για την παράδοσή της, ενώ η κλήτευση των μαρτύρων που προτείνονται μπορεί να γίνει το αργότερο δύο ημέρες πριν τη δικάσιμο και με τηλεγράφημα ... . Η παραβίαση της διατάξεως αυτής της παρ. 2 του άρθρου 327 Κ.Ποιν.Δ. και ειδικότερα η στέρηση του παρεχομένου στον κατηγορούμενο δικαιώματος της υποχρεωτικής κλητεύσεως από τον αρμόδιο Εισαγγελέα των μαρτύρων των οποίων παραδεκτώς ζητεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού την κλήτευση ο κατηγορούμενος, ως συνιστώσα παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων αυτού, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εμπίπτουσα στο άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι υπεβλήθη εκ μέρους του αναιρεσείοντος αίτηση στον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, ως αρμόδια αρχή, εντός πέντε ημερών από την επίδοση στον ίδιο της κλήσεως για να εμφανισθεί αυτός στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου προς υποστήριξη της εφέσεως που άσκησε κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής 57-58/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ρόδου, με την οποία να ζητούσε να κλητευθούν ως μάρτυρες της επιλογής του οι Α. Κ. και Μ. Δ., εφόσον η πράξη για την οποία κατηγορείτο έφερε χαρακτήρα κακουργήματος με αναγραφή της διευθύνσεως των προτεινομένων μαρτύρων και του θέματος για το οποίο κυρίως θα εξετάζονταν. Επομένως, χωρίς την υποβολή εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος τέτοιας αιτήσεως κατά το άρθρο 327 σε συνδυασμό με το άρθρο 500 Κ.Ποιν.Δ. προς τον Εισαγγελέα Εφετών της περιφέρειας του Μικτού Ορκωτού Εφετείου στο οποίο εκκαλείτο να δικασθεί μετά την άσκηση της ως άνω εφέσεως του και δη υπό τους όρους και τις διατυπώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού δεν εδημιουργείτο υποχρέωση του αρμοδίου Εισαγγελέα να κλητεύσει τους μάρτυρες που αναφέρει ο αναιρεσείων ότι είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως ως μάρτυρες υπερασπίσεώς του και δεν συνιστούσε η μη κλήτευση των κατ' άρθρο 327 παρ. 1 παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου που να επέφερε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που να εμπίπτει στο άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Ποιν.Δ. και να ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ιδίου Κώδικα. Δεν είναι αντίθετη προς το κατά το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ν.δ.53/73) αλλά και κατά το άρθρο 14 παρ. 3 εδαφ. ε' του κυρωθέντος με το Ν. 2462/1997 διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 παρεχόμενο σε κάθε κατηγορούμενο δικαίωμα να εξετάσει ή να ζητήσει όπως εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας η υπό τους όρους των παρ. 2 και 3 του άρθρου 327 Κ.Ποιν.Δ. άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να ζητήσει από τον Εισαγγελέα την κλήτευση δύο μαρτύρων αν κατηγορείται για κακούργημα. Η υλοποίηση των ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων των πιο πάνω διεθνών συμβάσεων ως προς την εξασφάλιση μέσων υπερασπίσεως και στον κατηγορούμενο δεν δύναται να είναι απεριόριστη και να οδηγεί σε παρέλκυση της δίκης με την οποτεδήποτε μέχρι πριν την έναρξη της πρότασης από τον κατηγορούμενο μαρτύρων που πρέπει να κλητευθούν προς υπεράσπισή του. Η αιτιολογία της περιεχομένης στην προσβαλλόμενη, παρεμπίπτουσας αποφάσεως με την οποία το Μικτό Ορκωτό Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα στην κατ' έφεση δίκη ισχυρισμό τους αναιρεσείοντος ότι παραβιάσθηκε η αρχή που τίθεται από το άρθρο 327 Κ.Ποιν.Δ. από τη μη κλήτευση ουσιώδους μάρτυρα από τον Εισαγγελέα Εφετών αν και είχε καταθέσει πρωτοδίκως και για την εξέταση του οποίου είχε υποβληθεί στις 6.11.2008 στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών αίτηση για κλήτευση του μάρτυρα Κ. Α. στη δίκη που θα εκδικαζόταν στις 17/11/2008 στο Μικτό Ορκωτό δικαστήριο συνίσταται στο ότι "η κρίση του ποιοι είναι ουσιώδεις μάρτυρες για να είναι υποχρεωμένος ο Εισαγγελέας να τους κλητεύσει στο ακροατήριο απόκειται στην κατηγορούσα Αρχή και εντεύθεν δεν δημιουργείται ακυρότητα και το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει από την κατηγορούσα Αρχή την κλήτευση μαρτύρων με ποινή απαραδέκτου την υποβολή αιτήσεως στον αρμόδιο Εισαγγελέα το αργότερο εντός πέντε ημερών από την επίδοση της κλήσης κατά τις διατυπώσεις της παρ. 2 του ως άνω άρθρου και εν προκειμένω οι εκπροσωπούντες τον κατηγορούμενο συνήγοροι δεν ισχυρίζονται αλλά ούτε αποδεικνύουν ότι υπεβλήθη τέτοια αίτηση στον Εισαγγελέα Εφετών και εκείνος την απέρριψε". Είναι επαρκείς η ως άνω αιτιολογία και δεν χρειαζόταν να παραθέσει το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο και έτερα περιστατικά προκειμένου να απαντήσει αιτιολογημένα στον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Κατόπιν αυτών είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ο επ' αυτών ερειδόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ. λόγος για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμος. Ακόμη είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι από την παράλειψη του Εισαγγελέα Εφετών να κλητεύσει κατ' άρθρο 327 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. για να εξετασθούν στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο τους δύο μάρτυρες που είχαν εξετασθεί ως μάρτυρες υπερασπίσεως στην πρωτοβάθμια δίκη εθίγησαν σοβαρά υπερασπιστικά του δικαιώματα από τον αποκλεισμό κλητεύσεως έστω και ενός από τους μάρτυρες υπερασπίσεως που κατέθεσαν πρωτοδίκως κατά παράβαση του άρθρου 4 του Συντάγματος που καθιερώνει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών και κατά παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αφού κατά τα προαναφερθέντα δεν θεμελιώνεται τέτοια παραβίαση μόνον από την μη κλήτευση από τον Εισαγγελέα στην κατ' έφεση δίκη τους δύο ως άνω μάρτυρες υπεράσπισης που δεν θεώρησε ουσιώδεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 327 Κ.Ποιν.Δ., αλλά τέτοια απόλυτη ακυρότητα για να επέλθει έπρεπε να είχε υποβληθεί από τον αναιρεσείοντα αίτηση στον ως άνω Εισαγγελέα υπό τους όρους του άρθρου 327 παρ. 2 και 3 του Κ.Ποιν.Δ., και να μην κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα οι αναφερόμενοι στην αίτηση αυτήν ως προτεινόμενοι μάρτυρες για να εξετασθούν στην δίκη κατ' έφεση. Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε σε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 327 Κ.Ποιν.Δ. είναι δικονομικού χαρακτήρα και ρυθμίζει θέματα που αφορούν την επιλογή των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που πρέπει να κλητευθούν στο ακροατήριο και τα κριτήρια επιλογής αυτών. Έτσι σε περίπτωση διαφορετικής ερμηνείας αυτής της διατάξεως δεν μπορεί να προσβληθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.ε Κ.Ποιν.Δ. που προϋποθέτει εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δεν ιδρύεται όταν η παραβιασθείσα διάταξη είναι δικονομικού δικαίου. Επομένως, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 327 Κ.Ποιν.Δ. κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι εναπόκειτο στην κυριαρχική κρίση του Εισαγγελέα Εφετών το εάν θα κλήτευε κατά τη διάταξη της παρ. 1 αυτού του άρθρου κάποιον από τους μάρτυρες υπερασπίσεως πέραν των μαρτύρων κατηγορίας. Τέλος οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι κατά τη διάσκεψη για την επιβλητέα σε αυτόν ποινή υπήρξε μειοψηφία ενός των ενόρκων η οποία δεν ανεγράφη στην προσβαλλόμενη απόφαση στην οποία αναφέρεται ότι επιβάλλεται κάθειρξη έξι ετών ενώ ο μειοψηφών ένορκος έκρινε ότι έπρεπε να επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας πέντε ετών και γίνεται προς επίκληση των προχείρων πρακτικών τα οποία ζητείται να προσκομισθούν είναι απορριπτέος. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εκδόσαν αυτό δικαστήριο αφού άκουσε τον Εισαγγελέα και τους συνηγόρους του κατηγορουμένου μετά από μυστική διάσκεψη επί της έδρας με παρουσία της γραμματέα ανήγγειλε στη συνέχεια την απόφασή του με την οποία έκρινε ότι η ποινή που πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο για την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος είναι αυτή των έξι ετών. Δεν προκύπτει από τα έγγραφα στη δικογραφία ούτε επικαλείται ο αναιρεσείων ότι προσέβαλε τα πρακτικά ως πλαστά είτε ότι ζήτησε διόρθωση αυτών ή της αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου και έτσι χωρίς τέτοια προσβολή για πλαστότητα ή χωρίς διόρθωσή των τα πρακτικά αποδεικνύουν όλα όσα αναφέρονται σε αυτά σύμφωνα με το άρθρο 140 και το άρθρο 141 Κ.Ποιν.Δ. και δεν θίγεται η απόφαση που εκδόθηκε ούτε ως προς την ποινή που επιβλήθηκε με αυτήν στον κατηγορούμενο. Πέραν αυτών από τις διατάξεις του άρθρου 371 Κ.Ποιν.Δ., όπως αυτό ισχύει σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται ότι δικαστική απόφαση σε περίπτωση διχασμού της ψήφου των δικαστών είναι η γνώμη της πλειοψηφίας για την οποία επιβάλλεται η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Η γνώμη της μειοψηφίας σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 40 του ν. 2172/1993 αναφέρεται μαζί με την απόφαση από τον απαγγέλοντα αυτή και καταχωρίζεται υποχρεωτικώς με αναφορά και του ονόματος του δικαστή που μειοψήφησε στην εγγράφως μετά ταύτα συντασσόμενη απόφαση. Η παράλειψη όμως καταχωρίσεως της γνώμης της μειοψηφίας δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως αφού οι αφορούσες την αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων διατάξεις αναφέρονται μόνο στη γνώμη της πλειοψηφίας που αποτελεί την απόφαση. Κατόπιν αυτών ο επί των ως άνω αιτιάσεων στηριζόμενος τελευταίος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί κατ' αρχήν λόγω της αοριστίας του αφού δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα η αναιρετική πλημμέλεια στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο από την παράλειψη αναφοράς του ενόρκου που φέρεται ότι μειοψήφησε ως προς την επιβλητέα στον αναιρεσείοντα ποινή και της γνώμης του ότι έπρεπε να επιβληθεί ποινή πέντε ετών καθώς και ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αφού από τα καθαρογραφημένα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως που δεν επιβλήθηκαν ως πλαστά ούτε ζητήθηκε διόρθωσή των προκύπτει ότι ήταν ομόφωνη η απόφαση του δικάσαντος Μικτού Εφετείου ως προς την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή καθείρξεως και επί πλέον από το ότι δεν επηρεαζόταν η πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως από την μη καταχώρηση στοιχείων όπως αυτά που επικαλείται ο αναιρεσείων. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 538 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δικ.) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Ε. χήρας Ν. Β. (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2012 δήλωση (αίτηση) του Χ. Σ. του Μ., κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές Κω για αναίρεση της 24/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ