Αριθμός 1796/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Κ., τέως δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Καφαντάρη. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. συζ. Δ. Β., το γένος Κ. Π., ατομικώς, 2.Κ. Β. του Δ., κατοίκου ... και 3. Γ. Β. του Δ., κατοίκου ..., των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων παρισταμένων, το μεν ατομικώς, το δε, ως κληρονόμων του αρχικού εκ των εναγομένων και ήδη αποβιώσαντος πατέρα των, Δ. Β., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αδάμη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-7-2004 και 4-1-2005 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 303/2008 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο λόγος αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης) (ΑΠ 265/2011, ΑΠ 1591/2007). Ακόμη, το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό για να θεμελιωθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο ρητά στο αναιρετήριο (1229/2011, ΑΠ 1054/2010). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εάν όμως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, μολονότι αυτό είχε προταθεί νομίμως, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, αλλά αυτός από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1253/2009, ΑΠ 2084/2007, ΑΠ 1867/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού απορρίφθηκαν, ως ουσιαστικά αβάσιμες οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι δύο συνεκδικασθείσες αγωγές του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων και επιδικάστηκαν σ' αυτόν αντίστοιχα τα ποσά των 20.000 και 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με τρεις σε βάρος του ψευδείς καταμηνύσεις από τους αναιρεσιβλήτους (οι δύο αποτελούν τη βάση της πρώτης αγωγής και η τρίτη τη βάση της δεύτερης αγωγής). Ήδη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι παραβιάστηκε από το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δεδικασμένο, που απορρέει από την 160/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει, ως προς το δεύτερο κεφάλαιό της, την από 5.1.2005 αγωγή του κατά του δευτέρου και του τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους, με την οποία αυτός ζητούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, αδικοπραξίες που οι τελευταίοι διέπραξαν σε βάρος του με την υποβολή ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας της από 24.12.2003 μήνυσής τους, διότι, αναφορικά με το δεύτερο κεφάλαιο της η εν λόγω τελεσίδικης απόφασης, υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και διαφοράς σε σχέση με τις κριθείσες με την προσβαλλόμενη απόφαση αγωγές του. Με τέτοιο όμως περιεχόμενο η αίτηση αυτή αναίρεσης είναι απαράδεκτη προεχόντως λόγω της αοριστίας της, διότι δεν διευκρινίζεται σ' αυτή, αν το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή εάν στην απόφαση αυτή δεν γίνεται λόγος για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη προταθέντος δεδικασμένου, ώστε να καταστεί δυνατό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να εκτιμηθεί, αν προτείνεται λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 16 ή τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και με την εκδοχή όμως ότι συντρέχει η πρώτη περίπτωση, δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το ακριβές αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, στοιχεία τα οποία, όπως προεκτέθηκε, είναι αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν ο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου από την προαναφερόμενη απόφαση 160/2006 του Εφετείου Αθηνών, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), στοιχείο το οποίο είναι αναγκαίο για την παραδεκτή θεμελίωση του λόγου αναίρεσης, τόσο από τον αριθμό 16, όσο και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19.12.2011 αίτηση του Ι. Π. για αναίρεση της απόφασης 303/2008 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ