Αριθμός 1526/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χαρούλα Απαλαγάκη και Κωνσταντίνο Δαδακαρίδη. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ AE", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της "ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Τσενέ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Νοεμβρίου 2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 667/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 545/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 7 Μαρτίου 2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 15 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 545/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 11.2.2009 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 667/26.9.2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε απορρίψει την από 8.11.2006 ανακοπή της κατά του υπ' αριθ. .../ 27.10.2006 πίνακα διανομής πλειστηριάσματος της συμβολαιογράφου Πατρών Αθηνάς Ραζαβούλα, δέχθηκε ακολούθως την ένδικη ανακοπή και μεταρρυθμίζοντας τον ως άνω πίνακα απέβαλε απ' αυτόν για το ποσό των 384.026,94 ευρώ την ήδη αναιρεσείουσα, που είχε καταταγεί προνομιακά, αλλά τυχαία, για συνολικό ποσό 1.649.518,38 ευρώ και στη θέση της κατέταξε για το ως άνω ποσό, προνομιακά επίσης και τυχαία, αντίστοιχο μέρος της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, ανερχόμενης συνολικά σε 860.225,54 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§3 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 216§1, 585, 933 και 979§2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν με την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση δεν αμφισβητείται η απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή που έχει καταταγεί ή το προνόμιό της, αλλά ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι προηγείται στην κατάταξη η δική του απαίτηση, οφείλει να προσδιορίσει σαφώς με την ανακοπή του και να αποδείξει ακολούθως την απαίτησή του και το τυχόν προνόμιό της. Εξ άλλου αν η απαίτηση του ανακόπτοντος αποτελεί κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που κλείστηκε, πρέπει στην ανακοπή να γίνεται παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει το κατάλοιπο, η παράθεση όμως αυτή δεν είναι αναγκαία, όταν η ανακοπή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι παρά το νόμο δεν έκρινε ως αόριστη και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή, αφού μ' αυτή η αναιρεσίβλητη, μολονότι επικαλείται προς κατάταξη στον υπ' αριθ. .../27.10.2006 πίνακα της συμβολαιογράφου Πατρών Αθηνάς Ραζαβούλα, που συντάχθηκε για τη διανομή του πλειστηριάσματος από τον αναγκαστικό πλειστηριασμό των ακινήτων και του υπάρχοντος σ' αυτά βιομηχανικού εξοπλισμού της οφειλέτριας εταιρείας "...", απαίτησή της από σύμβαση πίστωσης προς την εταιρεία αυτή, που κινήθηκε με πέντε αλληλόχρεους λογαριασμούς, εντούτοις δεν προσδιορίζει στο δικόγραφο της ανακοπής α) την κίνηση των αλληλόχρεων λογαριασμών κατά το διάστημα μεταξύ 31.12.2005, που η οφειλέτρια εταιρεία αναγνώρισε τα προκύπτοντα τότε κατάλοιπα όλων των λογαριασμών, και 7.7.2006, που καταγγέλθηκαν και έκλεισαν οριστικά οι λογαριασμοί, β) τις αποφάσεις με βάση τις οποίες ενέγραψε προς ασφάλεια της απαίτησής της προσημειώσεις υποθήκης στα εκπλειστηριασθέντα ως άνω ακίνητα και στο βιομηχανικό εξοπλισμό τους και γ) το ποσό της απαίτησής της για το οποίο επιδιώκει να καταταγεί προνομιακά στο πλειστηρίασμα ειδικότερα του βιομηχανικού εξοπλισμού. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης ανακοπής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), ναι μεν δεν παρατίθεται σ' αυτή η κίνηση των αλληλόχρεων λογαριασμών κατά το διάστημα από 31.12.2005 έως 7.7.2006, όμως η κίνηση αυτή είναι περιττή, εφόσον η σχετική απαίτηση της αναιρεσίβλητης επαναπροσδιορίστηκε κατά τους όρους των άρθρ. 30 του ν. 2789/2000 και 39 του ν. 3259/2004 και καθορίστηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, στο ποσό των 860.225,54 ευρώ, που δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα. Εξ άλλου στην ένδικη ανακοπή δεν αναφέρονται μεν οι αριθμοί των αποφάσεων που χορήγησαν στην αναιρεσίβλητη το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης στα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα και στο βιομηχανικό εξοπλισμό της οφειλέτριας εταιρείας, όμως αναφέρονται τα στοιχεία εγγραφής των προσημειώσεων αυτών στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Φαρών, που αρκούν για την εξειδίκευσή τους και τη σύνδεσή τους με την κρίσιμη απαίτηση της αναιρεσίβλητης. Η απαίτηση αυτή καλώς κατ' αρχήν ζητείται με την ένδικη ανακοπή να καταταγεί στο σύνολό της στο πλειστηρίασμα του βιομηχανικού εξοπλισμού της οφειλέτριας εταιρείας, εφόσον από την ανακοπή δεν προκύπτει και ούτε ήταν αναγκαίο να προκύπτει η κατάταξη μέρους της απαίτησης στο ιδιαίτερο πλειστηρίασμα των ακινήτων της οφειλέτριας εταιρείας, αποτελεί δε θέμα απόδειξης η ύπαρξη τέτοιας κατάταξης που επικαλείται η αναιρεσείουσα. Συνεπώς ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. 3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 959, 1282 και 1306 αριθ. 5 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση οικοδομήματος, που έχει κατασκευαστεί για διαρκή εξυπηρέτηση βιομηχανικής επιχείρησης, λογίζονται ως παραρτήματά του τα μηχανήματα, τα σκεύη και τα εργαλεία που έχουν προοριστεί γι' αυτήν, οπότε καταλαμβάνονται από την υποθήκη επί του ακινήτου και μάλιστα αδιάφορο αν υπήρχαν κατά την εγγραφή της υποθήκης ή προστέθηκαν αργότερα, αρκεί να ανήκουν στον κύριο του ακινήτου, ενώ και στις δυο περιπτώσεις δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικά στον υποθηκικό τίτλο ή στην εγγραφή της υποθήκης. Αυτοτελής υποθήκευση των πραγμάτων αυτών, δηλαδή χωρίς υποθήκευση του βιομηχανικού ακινήτου δεν είναι δυνατή, ούτε αν πρόκειται με την υποθήκη να ασφαλισθεί δάνειο ή άλλη πίστωση, που παρέχονται σε βιομηχανικές ή άλλες επιχειρήσεις με μόνιμες μηχανικές ή άλλες εγκαταστάσεις, αφού και στις περιπτώσεις αυτές η υποθήκη επί του ακινήτου καταλαμβάνει αυτόματα, κατά τους όρους του άρθρ. 1 του ν. 4112/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ με τα άρθρ. 68 ΕισΝΑΚ και 52§19 ΕισΝΚΠολΔ, και τα μηχανήματα, εγκαταστάσεις και λοιπά συμπεπηγμένα στο οικοδόμημα ή στο έδαφος προσαυξήματα ή εγκατεστημένα ή μόνιμα τοποθετημένα σ' αυτά. Μάλιστα τα ίδια προσαυξήματα περιέρχονται στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου αμέσως μόλις εμπαγούν ή τοποθετηθούν στο οικοδόμημα ή στο έδαφος και έκτοτε δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαιωμάτων χωριστών από τα δικαιώματα στο οικοδόμημα ή στο έδαφος. Η επέκταση της υποθήκης σε προσαυξήματα που εισέρχονται και τοποθετούνται αργότερα στο βιομηχανικό ακίνητο απαιτούσε κατά το άρθρ. 2§1 του ως άνω νόμου συμπληρωματική εγγραφή, όμως αυτή δεν είναι πλέον αναγκαία και έτσι καταλαμβάνονται και τα προσαυξήματα αυτά από την υποθήκη επί του ακινήτου με βάση τη διάταξη του άρθρ. 1 του ν.δ/τος 4001/1959, που ορίζει ότι η διάταξη του άρθρ. 1282 του ΑΚ αναφορικά με τα παραρτήματα, που πληρούν τους όρους του άρθρ. 958 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται σε κάθε υποθήκη ή προσημείωση, είτε χορηγούνται με βάση τις διατάξεις του ΑΚ είτε δυνάμει του ν. 4112/1929 (ΑΠ 548/2004). Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε ότι οι ασφαλίζουσες την απαίτηση της αναιρεσίβλητης προσημειώσεις υποθήκης, τις οποίες αυτή δυνάμει των υπ' αριθ. 16416/2001, 21254/2003 και 2823/2004 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενέγραψε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Φαρών, καταλαμβάνουν και το βιομηχανικό εξοπλισμό της οφειλέτριας εταιρείας, οπότε ως χρονικά προηγούμενες της ασφαλίζουσας την απαίτηση της αναιρεσείουσας προσημείωσης υποθήκης παρέχουν στην αναιρεσίβλητη δικαίωμα προνομιακής κατάταξης έναντι της αντιδίκου της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και μεταρρύθμισε έτσι ανάλογα τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Εξ άλλου σε εσφαλμένη προϋπόθεση βασίζεται ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί, αφού, αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, η αναιρεσίβλητη δεν αμφισβητεί και ούτε ήταν αναγκαίο να αμφισβητήσει με την ανακοπή του άρθρ. 933 ΚΠολΔ τη χωριστή κατάταξη των δανειστών στο πλειστηρίασμα του βιομηχανικού εξοπλισμού της οφειλέτριας εταιρείας. Ακολούθως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7.3.2012 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 545/2011 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ