Αριθμός 911/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Ζ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Άγι Παπαστεργίου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μακρυνιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/4/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκε η 280/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/11/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2/11/2011 αιτήσεως του Ν. Ζ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 280/2011 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς πρωτοδικείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα η ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κωδ. Νόμου 2190/1920, από το διοικητικό της συμβούλιο το οποίο ενεργεί συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί ευθέως από αυτό ή το διοικητικό της συμβούλιο η εκπροσώπησή της σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα ή και σε τρίτο. Ετσι, όταν αμφισβητείται το κύρος καταρτισθείσας συμβάσεως, λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου, εκείνος μεν που επικαλείται τη σύμβαση πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι αυτή καταρτίστηκε με εκείνον που εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ο οποίος δήλωσε κατά νόμιμο τρόπο τη για τη κατάρτιση αυτήν της συμβάσεως βούλησή του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο με το οποίο εκπροσωπήθηκε το νομικό πρόσωπο, για να καταστεί έτσι δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων. Εξάλλου κατά διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006 και 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, σχετική κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, μέχρι τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, ο ενάγων, ηλικίας σήμερα 43 ετών και άγαμος, προσελήφθη από την εναγόμενη στις 1-11-1995, προκειμένου να εργαστεί για αυτήν ως τραπεζικός υπάλληλος. Από την 1.11.1995 έως τις 10-1-999 εργάστηκε σε κατάστημα της εναγόμενης στην …, από τις 11-1-1999 έως τις 5-5-2006 εργάστηκε σε , καταστήματα της εναγόμενης στην …από τις 6.5.2006 εργάστηκε στο κατάστημα της εναγόμενης στην …, από τις 23.11.2009 μέχρι τις 4-12.2009 αποσπάσθηκε στο κατάστημα της εναγόμενης στον …, από τις 7-12.2009 μέχρι τις 16.12.2009 επανήλθε στο κατάστημα της … και στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο κλιμάκιο … της εναγόμενης της Περιφέρειας Κεντρικής Ελλάδας μέχρι τις 12.4-2010, οπότε του κοινοποιήθηκε από την εναγόμενη η από 8.4.2010 έγγραφη καταγγελία της παραπάνω συμβάσεως εργασίας του. Όπως προκύπτει από τα δελτία αξιολογήσεως υπαλλήλων που ενδεικτικά επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη για τα έτη 2004, 2005 και 2006, ο ενάγων χαρακτηρίζεται από τους προϊσταμένους του της Δ/νσης Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγόμενης γενικά καλός υπάλληλος, με ικανότητες και προσόντα, ενδιαφέρον και ζήλο στην εκμάθηση των εργασιών που του ανατέθηκαν. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την από 16.12.2009 έκθεση ειδικού ελέγχου που διενεργήθηκε από τον επιθεωρητή της εναγόμενης και επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η τελευταία, ο ενάγων μετά την απόσπαση του στο κατάστημα της εναγόμενης στον … και την ανάληψη των καθηκόντων του ως κεντρικού ταμία (teller) στο παραπάνω κατάστημα, στις 25.11.2009 και ενώ εργαζόταν ως άνω, έδωσε τηλεφωνικά εντολή συμμετοχής του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης μέσω του καταστήματος της εναγόμενης στη …, προκειμένου έτσι να αποκτήσει ι.8οο μετοχές της εναγόμενης από την άσκηση των δικαιωμάτων του συνολικής αξίας 14.400 ευρώ. Την παραπάνω εντολή εκτέλεσε η Προϊσταμένη Ταμειακών Συναλλαγών του παραπάνω καταστήματος και δεσμεύτηκε ισόποσα ο ατομικός λογαριασμός ταμιευτηρίου που διατηρούσε ο ενάγων. Ο λογαριασμός αυτός πιστώθηκε αυθημερόν, δηλαδή στις 25.11.2009, με το παραπάνω ποσό των 14.400 ευρώ από την παραπάνω θέση εργασίας του ενάγοντος, ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε, η πίστωση αυτή δεν προήλθε από κατάθεση μετρητών από τον ενάγοντα στο ταμείο του αλλά, κατά ένα μέρος εξ ό.οοο ευρώ προήλθε από ισόποση ανάληψη που διενήργησε από το τερματικό του ο ενάγων το μεσημέρι της 25.11.2009 από τον υπ' αριθ. ..κοινό λογαριασμό Ταμιευτηρίου που διατηρούσαν οι γονείς του ενάγοντος και με υπογραφή στο παραστατικό αναλήψεως, όχι από κάποιον από τους παραπάνω συνδικαιούχους του λογαριασμού, αλλά από τον ενάγοντα μη δικαιούχο, για το δε υπόλοιπο ποσό των 8.400 ευρώ δεν κατατέθηκαν μετρητά και δεν έγινε συμψηφισμός με κάποια άλλη ανάληψη. Ταυτόχρονα, ο ενάγων έδωσε εντολή για την πώληση 1000 μετοχών του της εναγόμενης αντί συνολικού τιμήματος 9.200 ευρώ προκειμένου να καλύψει εκ των υστέρων το παραπάνω ποσό των 8.400 ευρώ. Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω ήταν στο κλείσιμο του ταμείου στις 25.11.2009 να υπάρχει έλλειμμα στο ταμείο του ενάγοντα ύψους- 8.400 ευρώ, το οποίο, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων φρόντισε να αποκρύψει από τους προϊσταμένους του στο κατάστημα, εμφανίζοντας στο βιβλίο ταμείου του καταστήματος πλασματική ταμειακή συμφωνία και στις 25.11.2009 και στις 26.11.2009 και στις 27.11.2009. Στις 27.11.2009, ημέρα Παρασκευή, η διευθύντρια του παραπάνω καταστήματος της εναγόμενης στον …, διενήργησε έκτακτο τυπικό έλεγχο στο ταμείο του ενάγοντα, κατά τον οποίο διαπίστωσε το παραπάνω έλλειμμα των 8.400 ευρώ και την προεκτεθείσα προσπάθεια απόκρυψης αυτού από τον ενάγοντα, ο δε ενάγων παραδέχθηκε την παραπάνω πράξη του και στις 30.11.2009 κατέβαλε εν όλω εξ ιδίων χρημάτων το παραπάνω ποσό των 8.400 ευρώ στην εναγόμενη, στις δε 3-12.2009 ο πατέρας του ενάγοντα αναγνώρισε εγγράφως το "καλώς έχειν" της προεκτεθείσας συναλλαγής στην οποία προέβη ο ενάγων από τον παραπάνω κοινό λογαριασμό των γονέων του. Μετά το ως άνω συμβάν και κατά τον διενεργηθέντα ως άνω έλεγχο από τους επιθεωρητές της εναγόμενης, διαπιστώθηκε επιπλέον ότι και στις 20.11.2009, ο ενάγων, ο οποίος κατά τον παραπάνω χρόνο εργαζόταν ακόμα στο κατάστημα της εναγόμενης στην …, κλείνοντας το ταμείο του μετέφερε στο κεντρικό ταμείο του καταστήματος μέρος του χρηματικού του αποθέματος σε χαρτονομίσματα και κράτησε τα κέρματα που βρίσκονταν στην κερματοθήκη του και σε δύο κλειστές σακούλες, τα οποία κλείδωσε στο συρτάρι του γραφείου του, σύμφωνα δε με το βιβλίο ταμείου του παραπάνω καταστήματος, στις 20.11.2009 το υπόλοιπο του αποθέματος του ταμείου του ενάγοντα ανερχόταν σε 2.οο6,ο8 ευρώ. Όταν την 1.12.2009 έγινε έκτακτος ταμειακός έλεγχος στο παραπάνω κατάστημα, ανοίχτηκε το συρτάρι του ενάγοντα και από τη καταμέτρηση των κερμάτων του διαπιστώθηκε έλλειμμα ποσού 1.040,8 ευρώ, το οποίο ο ενάγων όταν κλήθηκε να απολογηθεί ανήγαγε σε εσφαλμένη καταμέτρηση των κερμάτων από μέρους του και στις 3-12.2009 κατέβαλε εν όλω εξ ιδίων το παραπάνω ποσό των 1.040,8 ευρώ στην εναγόμενη. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η διευθύντρια του καταστήματος της εναγόμενης στον … ενημέρωσε τους αρμόδιους των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου της εναγόμενης, δόθηκε εντολή στον επιθεωρητή της εναγόμενης για διενέργεια ειδικού ελέγχου, ενημερώθηκαν σχετικά οι Διευθύνσεις Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγόμενης και η Γενική Διεύθυνση αυτής, συγκλήθηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγόμενης και αποφασίστηκε για τους παραπάνω λόγους η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας με τον ενάγοντα η οποία, αφού συντάχθηκε και εγκρίθηκε, κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 12.4.2Θ10 (βλ. το από 24-2.2010 πρακτικό λήψεως αποφάσεως του συμβουλίου της Διεύθυνσης καταστημάτων Βορείου και Κεντρικής Ελλάδας της εναγόμενης που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία και την από 25.2.2010 επιστολή της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγόμενης). Ο ενάγων ισχυρίζεται κατ' αρχήν ότι η επίδικη καταγγελία είναι ανυπόστατη, διότι, από τα άρθρα 65, 67, 70,167, 232, 233, 238, 669 και 672, του Α.Κ., προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση, είναι ανυπόστατη, η δε επίδικη καταγγελία υπογράφεται από τις υπαλλήλους της εναγόμενης, Π. Κ. και Β. Π. και όχι από το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης, ήτοι το όργανο της τελευταίας που έχει κατά νόμο την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση. Ο ισχυρισμός αυτός όμως του ενάγοντα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το από 11.4.2006 απόσπασμα πρακτικού συνεδριάσεως του Δ.Σ. της εναγόμενης που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία, η Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγόμενης και ειδικότερα οι παραπάνω υπάλληλοι της εναγόμενης, Π. Κ. και Β. Π., έχουν εξουσιοδοτηθεί ειδικά όπως, ανά δύο ενεργούσες, μεταξύ άλλων καταγγέλλουν συμβάσεις εργασίας για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο και υπογράφουν τα έγγραφα καταγγελίας ή λύσεως των ως άνω σχέσεων, επομένως προκύπτει ότι η εναγόμενη δια του αρμοδίου οργάνου της (διοικητικού συμβουλίου), αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα, η καταγγελία δε αυτή υλοποιήθηκε από τις εξουσιοδοτηθείσες ως άνω προς τούτο ανωτέρω υπαλλήλους της, οι οποίες υπογράφουν αυτήν (βλ. Α.Π. 557/2008 ΑρχΝομ 2010.170). Με βάση αυτά, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εν λόγω καταγγελία έγινε σύννομα, όπως προβλέπεται από τον Οργανισμό Προσωπικού της αναιρεσίβλητης και τις ως άνω διατάξεις του Α.Κ. και του Ν. 2190| 1920 και απέρριψε τον περί ανυποστάτου της καταγγελίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Έτσι, όπως έκρινε, το δικαστήριο της ουσίας, δεν παρεβίασε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα αυτές των άρθρων 61, 65, 67, 68, 70,211, 216, 233, 234 Α.Κ. και 18 και 22 Ν. 2190|1920, εφόσον, κατά τις, αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, το οποίο είναι αρμόδιο, όπως και ο αναιρεσείων δέχεται, να προβαίνει στην καταγγελία των συμβάσεων των υπαλλήλων της, με απόφασή του, είχε εξουσιοδοτήσει τις υπαλλήλους Π. Κ. και Β. Π., ώστε να προβαίνουν για λογαριασμό του σε καταγγελία συμβάσεων εργασίας εργαζομένων στην Τράπεζα και ότι, εν προκειμένω "η εναγομένη αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα, η καταγγελία δε αυτή υλοποιήθηκε από τις εξουσιοδοτηθείσες ως άνω, προς τούτο υπαλλήλους της, οι οποίες υπογράφουν αυτήν (καταγγελία)". Δεν είναι, συνεπώς, ανυπόστατη η - επίδικη καταγγελία, αλλά έγινε σύννομα, οι δε υπογράφουσες αυτή, ως άνω, υπάλληλοι, είχαν το δικαίωμα, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση, που τους παρέσχε το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, να προβαίνουν όχι μόνο απλά στην υπογραφή, αλλά και να "καταγγέλλουν συμβάσεις εργασίας". Επομένως ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559, αριθ. 1 πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας παρεβίασε τις ως άνω διατάξεις του Α.Κ. καθώς και τις σχετικές του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, γιατί η ένδικη καταγγελία δεν έγινε σύννομα, αλλά έγινε) "από μη προβλεπόμενο από τον Οργανισμό και το νόμο Όργανο", είναι απορριπτέος και κατά τα δύο αυτού σκέλη, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 670 Κ.Πολ. Δικ., στη διαδικασία των εργατικών διαφορών "οι διάδικοι προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα έως το τέλος της συζήτησης", κατά δε το άρθρο 671, παρ. 1, του ίδιου Κώδικα, στη διαδικασία αυτή, λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, που δίδονται ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 591 παρ. 1, περ. δ', στις ειδικές διαδικασίες, "οι διάδικοι μπορούν, έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση, να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390, μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, μέσα στο προβλεπόμενο από το άρθρο 591 παρ. 1δ' τριήμερο, οι διάδικοι μπορούν, νόμιμα, να προσαγάγουν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και ένορκες βεβαιώσεις, με την προϋπόθεση ότι με αυτές επιδιώκεται η αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Τέλος, κατά το άρθρο 559, αριθ. 11 Κ Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη, παρά το νόμο υπόψη ένορκη βεβαίωση, που δεν δόθηκε νόμιμα και συγκεκριμένα ένορκη βεβαίωση, η οποία προσκομίσθηκε μεν μέσα στο τριήμερο, μετά τη συζήτηση, όχι όμως προς αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση, αλλά, όπως αναφέρεται στη σχετική κλήση, " σε αντίκρουση όσων θεμάτων ανέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία". Με το περιεχόμενο αυτό, ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. - αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, με την ως άνω φράση (σε αντίκρουση όσων θεμάτων ανέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία), είναι πρόδηλο ότι υπονοείται ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δόθηκε προς αντίκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν στο ακροατήριο. Αυτά δε, ανεξάρτητα με την αοριστία του εξεταζομένου αναιρετικού λόγου, αφού δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις καθώς και η επίδραση, που είχε αυτός στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων παραπονείται για ακυρότητα της επίδικης καταγγελίας, ως ανυπόστατης, διότι δεν έγινε σύννομα, ήτοι από το Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης και κατά την από το νόμο και τον Κανονισμό αυτής προβλεπόμενη διαδικασία. Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως κρίθηκε απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού έγινε δεκτό ότι, η επίδικη καταγγελία έλαβε χώρα συννόμως, πράγμα το οποίο, κατά το ουσιαστικό δικαστήριο και κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες σχετικές παραδοχές του, προέκυπτε από τα έγγραφα, που η αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει ενώπιόν του. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη από 2-11-2011 αίτηση του Ν. Ζ., για αναίρεση της υπ' αριθ,. 280|2011 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ