Αριθμός 257/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, , Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή, Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Δ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πασχάλη Λαμπρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 7/10/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 7456/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5921/2019 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 635/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/5/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 21-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθ.635/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ` αριθ. 5921/1019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία, η από 23-3-2017 αγωγή κακοδικίας κατά της αναιρεσίβλητης δικηγόρου με αίτημα επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησής της ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας λόγω της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς της εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που αφορά στην συμπεριφορά της τελευταίας στα πλαίσια της εντολής που της δόθηκε από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα για άσκηση αγωγής από αδικοπραξία, απορρίφθηκε λόγω νομικής αοριστίας, ενώ κατά το μέρος που αφορά στη συμπεριφορά της ιδίας στα πλαίσια της εντολής που της δόθηκε από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα για υποβολή εγκλήσεως, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας είναι α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ.). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 292/2020, AΠ 1116/2019, AΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 1230/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 160 παρ. 1, 162 εδ. α` και 163 παρ. 1 και 2 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ο δικηγόρος, ο οποίος με πράξη, ενέργεια ή παράλειψή του προκάλεσε ζημία στον εντολέα του παράνομα, από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου υπάγεται στο κατά τόπον αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία. Το δικόγραφο της αγωγής συντάσσεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 118 και 216 εδάφιο 1 του ΚΠολΔ. Αντικείμενο της αγωγής αυτής δύναται να είναι και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και στις διατυπώσεις της υπόκειται και η αγωγή εκ των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, όταν η προσβολή της προσωπικότητας συντελέστηκε κατά την ενάσκηση του λειτουργήματος του δικηγόρου. Στην περίπτωση παράνομης και υπαίτιας (από δόλο ή βαριά αμέλεια) προσβολής της προσωπικότητας από δικηγόρο κατά την άσκηση του λειτουργήματός του για τον προσδιορισμό του στοιχείου του "παρανόμου", σκοπητέες είναι και οι διατάξεις που διαγράφουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εν λόγω δημοσίων λειτουργών και ειδικότερα οι διατάξεις των οργανικών νόμων της υπηρεσίας τους (ΑΠ 675/2021, ΑΠ 1444/2017, ΑΠ 1892/2014). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 37 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν. 4194/2013), ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός (άρθρο 1) και οφείλει να εκτελεί τα καθήκοντά του με ευσυνειδησία και επιμέλεια (άρθρ. 37 παρ. 3α`), ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 και 36 του Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος, ο δικηγόρος πρέπει κατά την άσκηση του λειτουργήματός του να υπερασπίζεται τις υποθέσεις που αναλαμβάνει με ευθύτητα, ευσυνειδησία και επιμέλεια (άρθρ. 7 γ`) και όταν αναλαμβάνει την υπεράσπιση μιας υπόθεσης, έχει υποχρέωση να μην παραμελεί την εκτέλεση της εντολής που του δόθηκε και να μην την καθυστερεί για οποιονδήποτε λόγο, αλλά να την εκτελεί με ευσυνειδησία και επιμέλεια (άρθ. 36 παρ. 2, ΑΠ 675/2021). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος - υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος με το οποίο το Εφετείο απέρριψε την αγωγή λόγω νομικής αοριστίας, η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση το Εφετείο την απέρριψε λόγω αοριστίας, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν και τα οποία αρκούσαν για τη θεμελίωσή της, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει, ότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι στην εναγομένη δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ανέθεσε την εντολή άσκησης αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία κατά του προηγούμενου δικηγόρου της Σ. Σ., ο οποίος είχε τελέσει με πρόθεση σε βάρος της τις περιγραφόμενες αναλυτικά με αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών παράνομες πράξεις, της απιστίας, πλαστογραφίας και απάτης στο δικαστήριο (με πλαστοπροσωπία), αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 31.070 ευρώ, με ισόποση δική της ζημία. Ότι η εναγομένη, παρότι εισέπραξε την δικηγορική της αμοιβή για την εκτέλεση της άνω εντολής, ουδέποτε την εκτέλεσε και για χρονικό διάστημα πέντε συνεχόμενων ετών την ενέπαιζε διαρκώς και την διαβεβαίωνε εν γνώσει της αναληθώς, καθησυχάζοντάς της, στις συνεχείς οχλήσεις της, ότι δήθεν είχε εκτελέσει την εντολή της και είχε ασκήσει την άνω αγωγής της κατά του τέως δικηγόρου της, τούτο όμως ήταν ψευδές, όπως ανακάλυψε η ίδια (η ενάγουσα) τυχαία, λίγο πριν τη συμπλήρωση πενταετίας από την ανάθεση της άνω εντολής στην εναγομένη, με κίνδυνο παραγραφής των εξ αδικοπραξίας αξιώσεών της κατά του τέως δικηγόρου της, όταν, με μεγάλη έκπληξή της, αντιλήφθηκε ότι η εναγομένη, κατά παράβαση της εντολής της και τις περί του αντιθέτου διαρκείς διαβεβαιώσεις της παραπλανώντας την επί πενταετία, τη μόνη αγωγή που είχε ασκήσει κατά του άνω δικηγόρου, ήταν μία πρόχειρη αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού που της επέδειξε και της χορήγησε σε σχέδιο μετά από επίμονη δική της απαίτηση, και μετά ταύτα η ίδια αναγκάστηκε να προσφύγει στις υπηρεσίες άλλου δικηγόρου, καταβάλλοντας εκ νέου αμοιβή για την εκτέλεση της ίδιας εντολής. Ότι με την ανωτέρω συμπεριφορά της η εναγομένη δικηγόρος της, διέψευσε την μεγάλη εμπιστοσύνη της με την οποία την περιέβαλε, της προκάλεσε ψυχικό άλγος, στενοχώρια, αλλά και ανησυχία για τυχόν απώλεια των δικαιωμάτων της κατά του τέως δικηγόρου της, γιατί είχε παρέλθει μεγάλο άπρακτο χρονικό διάστημα, με υπαιτιότητα της εναγομένης, κατά την διάρκεια του οποίου την ενέπαιζε και την διαβεβαίωνε ψευδώς για τη διασφάλιση των άνω νομίμων δικαιωμάτων της, και με τον τρόπο αυτό, που συνιστά και το αδίκημα του άρθρου 233 ΠΚ ως και τα πειθαρχικά παραπτώματα των άρθ. 140, 35 παρ. 2, 3 και 37 παρ. 3 και 41 του Κ.Δ., η εναγομένη δικηγόρος παράνομα και υπαίτια (με πρόθεση) προσέβαλε την προσωπικότητά της ιδίως ως προς την τιμή και την υπόληψή της και της προκάλεσε ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ποσού 40.000 ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή κακοδικίας, με αίτημα επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω παράνομης και υπαίτιας (με πρόθεση) προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας από την εναγομένη δικηγόρο της, είναι πλήρως ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωσή της σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγουσα κατά της εναγομένης. Ειδικότερα γίνεται ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ, καθώς αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία θεμελιώνεται επαρκώς και με πληρότητα η παράνομη και υπαίτια (με πρόθεση) προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας από τον εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγόρο της, κατά την άσκηση του λειτουργήματός της στα πλαίσια της εντολής που της ανέθεσε η ενάγουσα, και η απορρέουσα από αυτή ηθική της βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας η τελευταία αξιώνει την αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση, από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 ΑΚ (άρθ. 233 ΠΚ, αρθ.140, 35 παρ.2,3 και 37 παρ.3 και 41 του Κ.Δ), 59 ΑΚ. Πέραν των ανωτέρω, δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής να διαλαμβάνεται σε αυτή και η απώλεια ουσιαστικού δικαιώματος, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, της ενάγουσας από την μη εκτέλεση της εντολής της από την εναγομένη δικηγόρο, δεδομένου ότι τούτο δεν είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση αγωγής προσβολής προσωπικότητας εκ των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ με την οποία αξιώνεται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, όπως η ένδικη. Από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής, κατά το μέρος αυτής που επιχειρείται να στηριχθεί στην αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, λόγω της καθυστερημένης και εκούσια εσφαλμένης κατά ουσιαστικό και νομικό περιεχόμενο, κατάθεσης της επίμαχης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, είναι αόριστη, καθόσον στο υπό κρίση δικόγραφο δεν διευκρινίζεται επακριβώς η ζημία που υπέστη η ενάγουσα από την καθυστέρηση άσκησης της αγωγής, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται ότι απωλέστηκε το αντίστοιχο ουσιαστικό δικαίωμά της, αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, ασκήθηκε εντός του χρονικού ορίου αυτής ..." και εντεύθεν, απέρριψε την αγωγή, κατά το προαναφερόμενο μέρος της, που ενδιαφέρει τον πρώτο αναιρετικό λόγο, λόγω νομικής αοριστίας της, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και για το λόγο αυτό απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης ως αβάσιμο. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με τον παραπάνω από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, πλημμέλεια. Και τούτο διότι, η περιγραφόμενη στο αγωγικό δικόγραφο, με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, παράνομη και υπαίτια (με πρόθεση) προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας από την εναγομένη δικηγόρο της, κατά την άσκηση του λειτουργήματός της στα πλαίσια της εντολής που της ανέθεσε η ενάγουσα, και εξ αιτίας αυτής πρόκληση ηθικής βλάβη στην τελευταία, με αίτημα, προς αποκατάστασή της, επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης συγκεκριμένου ποσού, αρκούσαν για τη θεμελίωση της, ερειδόμενης στις προαναφερόμενες διατάξεις, αγωγής, κατά τα ανωτέρω, το Εφετείο όμως τα παρέβλεψε, και απέρριψε εσφαλμένως την αγωγή λόγω νομικής αοριστίας, υποπίπτοντας έτσι στην προβαλλόμενη ως άνω πλημμέλεια. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο παραπάνω από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 8 του ΚΠολΔ λόγος, και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος και κατά τούτο να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 153/2019, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020), ούτε τα διαδικαστικά αιτήματα, όπως οι ισχυρισμοί θεμελιωτικοί αιτημάτων αναβολής της δίκης, που είναι επουσιώδεις ισχυρισμοί (ΑΠ 1530/2009). Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ερεύνησε την ουσιαστικά βασιμότητα της αγωγής, η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη και συγκεκριμένα τα αιτήματά της που προέβαλε νομίμως και παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, και αφορούσαν στην απόδειξη του ουσιαστικού, ενδίκου, δικαιώματός της , και ειδικότερα α) το αίτημά της για επίδειξη από την αντίδικό της των αναφερόμενων εγγράφων, κατ' άρθρ. 450 ΚΠολΔ και β) το αίτημά της για αναβολή ? επανάληψη της δίκης, κατ' άρθρ. 254 ΚΠολΔ, προκειμένου -στην περίπτωση που δεν επιδειχθούν τα έγγραφα αυτά- να υποχρεωθεί η αντίδικός της να τα προσκομίσει, κατά τη νέα συζήτηση. Ο λόγος αυτός, αναφορικά με την υπό στοιχείο β' αιτίαση, είναι απαράδεκτος, διότι το αίτημα για αναβολή της δίκης, δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια που αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά διαδικαστικό αίτημα και δεν θεμελιώνει τον εκ των άρθρου 559 αριθμ. 8 λόγο αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος κατά την υπό το στοιχείο α' αιτίαση είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το προβληθέν αίτημα της ενάγουσας - εκκαλούσας ? αναιρεσείουσας για επίδειξη των αναφερομένων εγγράφων εκ μέρους της εφεσίβλητης αντιδίκου της, κατ'άρθρ.450 ΚΠολ.Δ, ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο, ερευνήθηκε και απορρίφθηκε ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι τα έγγραφα που ζητήθηκαν προς επίδειξη δεν ήσαν πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη των ισχυρισμών της ενάγουσας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, για να είναι δε λυσιτελής ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στηρίχθηκε για την απόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, κύρια στα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο πόρισμά του, ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το δικαστήριο στηρίχτηκε μόνον επικουρικά σε αυτά, ενώ κύρια στηρίχθηκε και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 752/2019, Α.Π. 1348/2017, Α.Π. 257/2008, Α.Π. 1868/2007). Επίσης, ο ίδιος λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) - ενώ από το ότι γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, δεν συνάγεται χωρίς άλλο ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού η απόδοση σε κάποιο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο μεγαλύτερης βαρύτητας από ότι σε κάποιο άλλο ισοδύναμο με αυτό, ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 14/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενη ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 51/ΤΟ/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας που εκδόθηκε επί δικής της αγωγής κατά τρίτου -του Σ. Σ.- και συνιστά παράνομο αποδεικτικό μέσο, καθόσον περιλαμβάνει προσωπικά της δεδομένα, που προστατεύονται από το ν. 4624/2019, και την επικαλέστηκε και την προσκόμισε η εφεσίβλητη, προς αντίκρουση της αγωγής, αφού την έλαβε από τον προαναφερόμενο τρίτο ? τότε αντίδικό της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αγωγή είναι ουσία αβάσιμη κατά το προαναφερόμενο μέρος της, με την παραδοχή ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων της αγωγής κακοδικίας διότι δεν αποδείχθηκε η ανάθεση από την ενάγουσα στην εναγομένη δικηγόρο της ένδικης εντολής, για υποβολή έγκλησης κατά του Σ. Σ., δεν στηρίχτηκε κύρια στο ως άνω έγγραφο ήτοι την υπ' αριθ. 51/ΤΟ/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, αλλά σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα, ήτοι στις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι- μεταξύ των οποίων και οι υπ' αριθ. 2977/2017, 2952/2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης των μαρτύρων Γ. Λ., Χ. Π. και Θ. Δ.- και στα έγγραφα που επίσης επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μάλιστα στις σελίδες 15 και 16 της προσβαλλομένης απόφασης γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα άνω αποδεικτικά μέσα- και βεβαιώνεται ότι θα κατέληγε στο ίδιο πόρισμα ανεξάρτητα από το ως άνω έγγραφο, τούτο δε γίνεται σαφές στη σελίδα 16 της προσβαλλομένης, όπου γίνεται αναφορά στην προαναφερόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ως εκ περισσού και πλεοναστικά σε σχέση με το αποδεικτέο θέμα, όπως καταδεικνύεται με σχετική περικοπή της απόφασης. Επομένως ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το ως άνω πρώτο σκέλος του, είναι αλυσιτελής. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι η, κατά την άποψή της, διαφορετική εκτίμηση των προαναφερομένων υπ' αριθ. 2977/2017, 2952/2017 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης των μαρτύρων Γ. Λ., Χ. Π. και Θ. Δ., μεταξύ τους και σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το Εφετείο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις της οδηγούν σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, η οποία ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται παραπάνω και να παραπεμφθεί κατά τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθ.635/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡEYΟYΣA Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ