Αριθμός 40/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Δήμητρα Τσεραβίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α., κατοίκου ..., 2) Μ. Μ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Αντώνιος Παπαδημητρόπουλος, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από την Προεδρεύουσα, δήλωσε ως πληρεξούσιος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου την βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του ως άνω αναιρεσιβλήτου, που απεβίωσε την 9/6/2022, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ' αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Ραφήνας - Πικερμίου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 746/2020 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/5/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α` και 287 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λπ., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνο, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 1691/2022, 575/2020, 148/2017, 28/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της κρινόμενης υπόθεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, στην ανωτέρω δικάσιμο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αντώνιος Παπαδημητρόπουλος, ο οποίος, με προφορική δήλωση του, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης γνωστοποίησε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, του οποίου ήταν πληρεξούσιος, απεβίωσε στις 9-6-2022, κατέθεσε δε το από 14-6-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Ραφήνας- Πικερμίου Αττικής. Η γνωστοποίηση του θανάτου του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που επισυνέβη μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είναι νόμιμη και επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα. Ενόψει δε του ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθ. 74 ΚΠολΔ) πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, για τον οποίο, με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση του θανάτου του, επήλθε η βίαιη διακοπή της δίκης και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο συνδεόμενο με τον δεσμό της απλής ομοδικίας με τον δεύτερο, καθόσον, εξ αντιδιαστολής, από το άρθρο 288 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η διακοπή που επέρχεται στο πρόσωπο του ενός ομοδίκου, δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, 399/2018, 241/2017). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 ως 3, 568 παρ. 1, 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει κατ' αρχήν αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, οπότε δεν απαιτείται κλήτευσή του αλλά συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 477/2019, 52/2019, 1753/2017, 242/2015). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ "αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα ... Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου για την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος δικάσιμο, απαιτείται να λάβει χώρα η επίδοση προς αυτόν και αντιγράφου του κατατεθέντος δικογράφου της αναίρεσης (ΑΠ 837/2014, 815/2008, 873/2006). Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Η συζήτηση της υπό κρίση από 13-5-2021 αίτησης για αναίρεση της 746/2020 ανέκκλητης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά τις ειδικές διατάξεις περί μικροδιαφορών (άρθ. 466 επ. ΚΠολΔ), επισπεύδεται από το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξουσία και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού του ανωτέρω τμήματος της Προέδρου του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου και προθεσμίας κοινοποιήσεως της της αίτησης 60 ημερών τουλάχιστον πριν τη δικάσιμο του Προέδρου του τμήματος αυτού, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Α. Λ.. Όπως προκύπτει δε από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατατέθηκε δήλωση παράστασής του κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος σα να ήταν παρών. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά της προαναφερόμενης ανέκκλητης απόφασης του Ειρηνοδικείου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του νόμου 4335/2015 και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2)... και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι λόγοι αναίρεσης κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικώς και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1702/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ "αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472", δηλαδή οι ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές, εκτός αν ο νόμος ορίζει ρητά το αντίθετο. Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς εκείνη άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. τελευτ. ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι κατά της απόφασης, που εκδόθηκε κατά τις ειδικές διατάξεις περί μικροδιαφορών, είναι απαράδεκτος ο αναιρετικός λόγος περί παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχος δηλαδή του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1056/2019, 1974/2014, 1054/2009). Ειδικότερα δε κατά το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (πρβλ. επί του αντίστοιχου λόγου του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ: ΑΠ 995/2017, 713/2016). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (πρβλ. επί του αντίστοιχου λόγου του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999, ΑΠ 78/2020, 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό. Έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020). Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών της απόφασης υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Με την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων των διαδίκων, το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενων εγγράφων, καθώς, και από τα ομολογημένα, κατ' αρ. 261 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με το άρθρο 1 §§ 7 και 8 Ν 2206/1994 (ΦΕΚ Α-62), όπως ίσχυε πριν από τη συμπλήρωση του με το άρθρο 109 § 2 Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α - 240) προβλεπόταν ότι " ... 7. Οι άδειες λειτουργίας των επιχειρήσεων καζίνων παραχωρούνται με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού μετά από διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό που διενεργείται από επταμελή Επιτροπή. 8. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού και αποτελείται: α) Από έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικράτειας, ως Πρόεδρο. β) Από έναν διευθυντή του Υπουργείου Ανάπτυξης [όπως το εδάφιο β' αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρ. 52 Ν. 3105/2003 (ΦΕΚ Α - 29)] γ) Από ένα διευθυντή ή ειδικό σύμβουλο ή ειδικό συνεργάτη της Τράπεζας της Ελλάδος, που ορίζεται με απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας, δ)... ε) Από έναν ορκωτό εκτιμητή του Δημοσίου, ζ)... η) .... ". Περαιτέρω με το άρθρο 11 του ανωτέρω Νόμου ορίστηκε ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Τουρισμού ορίζεται το ύψος της μηνιαίας αμοιβής των μελών της Επιτροπής κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις, καθώς και η αμοιβή του προσωπικού Γραμματείας". Με το άρθρο 17 Ν. 3205/2003 (ΦΕΚ - 297) όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 Ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α - 40) ορίστηκε ότι " 1. Τα κάθε είδους μόνιμα ή προσωρινού χαρακτήρα συλλογικά όργανα (συμβούλια, επιτροπές, ομάδες εργασίας κ.λπ.) του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., τα οποία προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ή συνιστώνται και συγκροτούνται με διοικητικές πράξεις λειτουργούν εντός του κανονικού ωραρίου εργασίας των οικείων Υπηρεσιών ή σε χρόνο που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση και δεν καταβάλλεται καμία πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση στα μέλη τους. Κατ' εξαίρεση στους ιδιώτες - μέλη των ανωτέρω συλλογικών οργάνων καθορίζεται αποζημίωση με απόφαση του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ ανά συνεδρίαση και μέχρι πενήντα (50) συνεδριάσεις ετησίως. Οι ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις δεν υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 - Α)1 2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του συλλογικού οργάνου για την οικονομία της χώρας ή την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη και προκειμένου περί Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., με βάση το μέγεθος, τη σπουδαιότητα και τα στοιχεία του προϋπολογισμού τους, επιτρέπεται η λειτουργία τους εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας και εκτός του χρόνου που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση και μπορεί να καθορίζεται αποζημίωση κατά μήνα ή κατά συνεδρίαση με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού. Η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να είναι κατά μήνα, μεγαλύτερη από τετρακόσια (400) ευρώ για τον πρόεδρο και τριακόσια (300) ευρώ για τα μέλη και τους γραμματείς. Η ανωτέρω μηνιαία αποζημίωση καταβάλλεται με την προϋπόθεση συμμετοχής σε τέσσερις (4) τουλάχιστον συνεδριάσεις το μήνα. Σε περίπτωση συμμετοχής σε λιγότερες συνεδριάσεις η αποζημίωση περικόπτεται ανάλογα". Οι ενάγοντες συμμετείχαν ως ιδιώτες - μέλη της επιτροπής του άρθρ. 8 Ν 2206/1994, ο πρώτος υπό την ιδιότητα του ορκωτού λογιστή, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... απόφασης Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού και ο δεύτερος υπό την ιδιότητα του ειδικού συμβούλου της Τράπεζας της Ελλάδος δυνάμει της υπ' αριθμ. ... υπουργικής απόφασης. Κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 30.9.2012 οι ενάγοντες συμμετείχαν σε είκοσι οκτώ (28) συνεδριάσεις της εν λόγω επιτροπής, ήτοι σε τέσσερις (4) συνεδριάσεις που έλαβαν χώρα σε κάθε έναν από τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2011, και Απρίλιο και Ιούλιο του έτους 2012 , σε τρεις (3) συνεδριάσεις που έλαβαν χώρα σε κάθε έναν από τους μήνες Φεβρουάριο, Μάιο και Ιούνιο του έτους 2012, σε δύο (2) συνεδριάσεις που έλαβαν χώρα το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2012 και σε μία (1) συνεδρίαση που έλαβε χώρα το μήνα Μάρτιο του έτους 2012, ο αριθμός των οποίων και η ημεροχρονολογία που έλαβαν χώρα αυτές δεν αμφισβητούνται από το εναγόμενο, επομένως εξ αυτού συνάγεται ομολογία (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Για την αμοιβή των μελών της επιτροπής στην οποία συμμετείχαν οι ενάγοντες υπό την προπεριγραφόμενη ιδιότητα τους, είχε εκδοθεί αρχικώς η υπ' αριθμ. 2/85039/0022/8.12.2010 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού (ΦΕΚ ΥΟΔΔ 401), η οποία αφού έλαβε υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 17 Ν. 3205/2003 όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 Ν. 3833/2010 όρισε το ύψος της ακαθάριστης μηνιαίας αποζημίωσης των μελών της επιτροπής καζίνο σε 400,00 € για τον Πρόεδρο και σε 300,00 € για το καθένα από τα λοιπά μέλη της και το Νομικό Σύμβουλο, με την προϋπόθεση συμμετοχής σε τέσσερις (4) συνεδριάσεις το μήνα που θα πρέπει να λαμβάνουν χώρα εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας κι εκτός του χρόνου που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση. Σε περίπτωση συμμετοχής σε λιγότερες συνεδριάσεις η αποζημίωση περικόπτεται ανάλογα. Ορίστηκε επίσης ότι το σύνολο των ως άνω οριζομένων μηνιαίων απολαβών, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 25% των συνολικών μηνιαίων αποδοχών της οργανικής θέσης των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών του Δημοσίου συμπεριλαμβανομένης και της αναλογίας επιδομάτων του άρθρου 9 Ν. 3205/2003. Οι τελευταίες δύο (2) ως άνω προϋποθέσεις ως προς το χρόνο που έπρεπε να λαμβάνουν χώρα οι συνεδριάσεις καθώς και ως προς τα όρια των συνολικών αποδοχών, δεν αφορούσαν τους ενάγοντες, μη υπαλλήλους του εναγομένου, καθώς αυτές εφαρμόζονταν μόνο για το τακτικό διοικητικό προσωπικό που συμμετείχε στην επιτροπή και συνδεόταν με το εναγόμενο με σχέση δημοσίου δικαίου. Ακολούθως, εκδόθηκε ο Ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α -226) που προέβλεπε στο Κεφάλαιο Β , άρθρο 4 ότι " 1. Στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α). Επίσης υπάγονται: α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί, δ) Οι υπάλληλοι της Βουλής, όσον αφορά τα μισθολογικά θέματα τους τροποποιουμένου αναλόγως του Κανονισμού της Βουλής, και το προσωπικό της Προεδρίας της Δημοκρατίας ε) οι διοικητικοί υπάλληλοι των Ανεξάρτητων Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, στ) οι υπάλληλοι των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων (Π.Ε.Δ.), της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Ε.) και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝ.Π.Ε.), ζ) οι υπάλληλοι και, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, οι θρησκευτικοί λειτουργοί των νομικών προσώπων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, των εξομοιούμενων προς αυτά κατά την παράγραφο 3, του άρθρου 63, του ν. 3801/2009 (Α' 163) των λοιπών εκκλησιών, δογμάτων και κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος γνωστών θρησκειών, που επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό. 2. Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17". Επίσης στο άρθρο 21 του αυτού ως άνω νόμου υπό τον τίτλο " Αμοιβές συλλογικών οργάνων" προβλεπόταν ότι 1. Τα κάθε είδους μόνιμα ή προσωρινού χαρακτήρα συλλογικά όργανα (συμβούλια, επιτροπές, ομάδες εργασίας κ.λπ.) του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και των Ο.Τ.Α., τα οποία προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ή συνιστώνται και συγκροτούνται με διοικητικές πράξεις λειτουργούν εντός του κανονικού ωραρίου εργασίας των οικείων Υπηρεσιών ή σε χρόνο που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση και δεν καταβάλλεται καμία πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση στα μέλη τους. Κατ' εξαίρεση στους ιδιώτες - μέλη των ανωτέρω συλλογικών οργάνων καθορίζεται αποζημίωση με απόφαση του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ ανά συνεδρίαση και μέχρι πενήντα (50) συνεδριάσεις ετησίως. Οι ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις δεν υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 22 του ν. 2362/1995 (Α' 247). 2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του συλλογικού οργάνου για την οικονομία της χώρας ή την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη και προκειμένου περί Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και Ο.Τ.Α., με βάση το μέγεθος, τη σπουδαιότητα και τα στοιχεία του προϋπολογισμού τους, επιτρέπεται η λειτουργία τους εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας και εκτός του χρόνου που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση και μπορεί να καθορίζεται αποζημίωση κατά μήνα ή κατά συνεδρίαση με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού. Η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να είναι κατά μήνα, μεγαλύτερη από τετρακόσια (400) ευρώ για τον πρόεδρο και τριακόσια (300) ευρώ για τα μέλη και τους γραμματείς. Στους εισηγητές που εκ του νόμου προβλέπεται η συμμετοχή τους, καταβάλλεται αποζημίωση ανά συνεδρίαση, η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ποσό των είκοσι (20) ευρώ και για μέχρι πενήντα (50) συνεδριάσεις το έτος. Η ανωτέρω μηνιαία αποζημίωση καταβάλλεται με την προϋπόθεση συμμετοχής σε τέσσερις (4) τουλάχιστον συνεδριάσεις το μήνα. Σε περίπτωση συμμετοχής σε λιγότερες συνεδριάσεις η αποζημίωση περικόπτεται ανάλογα. Επίσης στο άρθρο 30 προβλεπόταν ότι "1. Πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση τους από τις διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού. Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 2606/1998 (Α' 89), των άρθρων 34 και 34α του ν. 2682/1999 (Α Ί 6), της παραγράφου 22 του άρθρου 9 του ν. 2266/1994 (Α' 218) και της παραγράφου 4 του άρθρου 72 του ν. 3528/2007 (Α' 26), καθώς και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και το ειδικό επιμίσθιο που καταβάλλεται στους ανωτέρω υπαλλήλους για την εκτέλεση υπηρεσίας στο εξωτερικό". Περαιτέρω στο άρθρο 32 §§ 1 και 2 του αυτού ως άνω νόμου ορίστηκε ότι "1. Από την Έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Όπου σε διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή άλλων κανονιστικών πράξεων, γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο νοείται ως παραπομπή στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου που ρυθμίζουν το αντίστοιχο θέμα. Επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται από τις καταργούμενες διατάξεις και τα οποία, κατά παραπομπή άλλων διατάξεων, χορηγούνται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους, που δεν υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι παραπεμπόμενες διατάξεις με εξαίρεση την Οικογενειακή παροχή, η οποία υπολογίζεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17. 2. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών, επιτρέπεται η προσαρμογή διατάξεων προς τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, εφόσον αυτό επιβάλλεται λόγω της μεταβολής του βαθμολογικού συστήματος και τα σχετικά θέματα δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Η ισχύς των προεδρικών διαταγμάτων μπορεί να ανατρέχει στην έναρξη της ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου". Εν συνεχεία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/32563/0022/26.4.2013 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Οικονομικών, και Τουρισμού (ΦΕΚ ΥΟΔΔ 219), η οποία αφού έλαβε υπόψη τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 4024/2011 περιόρισε από 1.10.2012 το ύψος της ακκαθάριστης μηνιαίας αποζημίωσης των μελών της επιτροπής καζίνο σε 200,00 € για τον Πρόεδρο και σε 150,00 € για το καθένα από τα λοιπά μέλη της και το Νομικό Σύμβουλο, διατηρώντας, επί της ουσίας, όλες τις άλλες ρυθμίσεις που συμπεριλαμβάνονταν στην προηγούμενη εκδοθείσα με αριθμό 2/85039/0022/8.12.2010 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) ως προς τις προϋποθέσεις χορήγησης της εν λόγω αμοιβής. Ακολούθως εκδόθηκε ο Ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α - 176) ο οποίος προέβλεπε 1) στο άρθρο 7 ότι: "1. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου: α) των φορέων της περίπτωσης στ' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α' 143), β) των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών (Α.Δ.Α), της περίπτωσης γ' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/ 2014 (Α' 143)... " , 2) στο άρθρο 21 , όπως αυτό ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ότι " 1. Τα κάθε είδους μόνιμα ή προσωρινού χαρακτήρα συλλογικά όργανα (επιτροπές, ομάδες εργασίας κ.λπ.) των φορέων που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, τα οποία προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ή συνιστώνται και συγκροτούνται με διοικητικές πράξεις, λειτουργούν εντός του κανονικού ωραρίου εργασίας των οικείων Υπηρεσιών ή σε χρόνο που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση και δεν καταβάλλεται καμία αμοιβή ή αποζημίωση στα μέλη τους. Κατ' εξαίρεση στους ιδιώτες - μέλη των ανωτέρω συλλογικών οργάνων καθορίζεται αποζημίωση με απόφαση του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ ανά συνεδρίαση και μέχρι πενήντα (50) συνεδριάσεις ετησίως. Οι ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 77 του ν. 4270/2014 (Α - 143). 2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του συλλογικού οργάνου για την οικονομία της χώρας ή την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη και, προκειμένου περί Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και Ο.Τ.Α., με βάση το μέγεθος, τη σπουδαιότητα και τα στοιχεία του προϋπολογισμού τους, επιτρέπεται η λειτουργία τους εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας και εκτός του χρόνου που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να καθορίζεται αποζημίωση κατά μήνα ή κατά συνεδρίαση με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, μόνο εφόσον η σχετική δαπάνη καλύπτεται αποκλειστικά από συγχρηματοδοτούμενα επιχειρησιακά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή η δαπάνη δεν επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να είναι κατά μήνα, μεγαλύτερη από διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον πρόεδρο, διακόσια (200) ευρώ για τα μέλη και εκατόν πενήντα (150) ευρώ για τους γραμματείς. Στους εισηγητές που εκ του νόμου προβλέπεται η συμμετοχή τους, καταβάλλεται αποζημίωση ανά συνεδρίαση, η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ποσό των είκοσι (20) ευρώ και για μέχρι πενήντα (50) συνεδριάσεις το έτος. Η ανωτέρω μηνιαία αποζημίωση καταβάλλεται με την προϋπόθεση συμμετοχής σε τέσσερις (4) τουλάχιστον συνεδριάσεις το μήνα. Σε περίπτωση συμμετοχής σε λιγότερες συνεδριάσεις η αποζημίωση περικόπτεται ανάλογα..." και 3) στο άρθρο 34, ότι "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται: α. Οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του Ν. 4024/2011, καθώς και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις.." Τέλος με το Ν. 4182/10.9.2013 (ΦΕΚ Α - 185) καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού η επιτροπή του άρθρου 1 Ν. 2206/1994. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του δευτέρου κεφαλαίου του Ν. 4024/2011, με βάση τον οποίο δεν προβλέφθηκε υποχρέωση έκδοσης κανονιστικής πράξης που να ορίζει αποζημίωση για τα πρόσωπα που υπάγονταν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου και ήσαν μέλη συλλογικών οργάνων, ως συνέβη και με τους εδώ ενάγοντες, καταργήθηκε η υπ' αριθμ. 2/85039/0022/8.12.2010 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού (ΦΕΚ ΥΟΔΔ 401), η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 17 Ν. 3205/2003 όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 Ν. 3833/2010 και είχε καθορίσει το ύψος της ακκαθάριστης μηνιαίας αποζημίωσης σε 300,00 € για κάθε έναν από τους ενάγοντες που αποτελούσαν μέλη της Επιτροπής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα με την προϋπόθεση συμμετοχής τους σε τέσσερις (4) συνεδριάσεις το μήνα και, ανάλογα με τον αριθμό των μηνιαίων συνεδριάσεων στις οποίες συμμετείχαν, με μειωμένη αποζημίωση. Επομένως, κατά το χρόνο διενέργειας των ως άνω συνεδριάσεων , στις οποίες συμμετείχαν οι ενάγοντες, είχε καταργηθεί, βάσει της ανωτέρω διάταξης, η υπ' αριθμ. 2/85039/0022/8.12.2010 ΚΥΑ και δεν υφίστατο διάταξη που να τους ορίζει ρητώς δικαιούχους αποζημίωσης για τη συμμετοχή τους αυτή, συνεπώς, η αγωγή, όσον αφορά την κύρια βάση της δεν είναι νόμιμη. Ωστόσο, οι ενάγοντες, ως μέλη της προαναφερθείσας επιτροπής, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα θα έπρεπε να λάβουν αποζημίωση σύμφωνα με τα ανώτατα όρια αυτής που ορίζονταν στο άρθρο 21 § 2 Ν. 4024/2011 στο ποσό των 300,00 € για τα μέλη, κατά τα προαναφερόμενα, τα οποία άλλωστε ουδόλως διέφεραν από τα ανώτατα όρια της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 17 Ν. 3205/2003 όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 Ν. 3833/2010 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού υπ' αριθμ. 2/85039/0022/8.12.2010 κοινής υπουργικής απόφασης [ΚΥΑ] των Υφυπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού. Το εναγόμενο υπέχει αποζημιωτική ευθύνη έναντι των εναγόντων αφού παρανόμως κατ' άρθρ. 105 ΕισΝΑΚ, δεν εξέδωσε κοινή υπουργική απόφαση, για την καταβολή σε αυτούς αμοιβής για τη συμμετοχή τους στις επίδικες συνεδριάσεις, προκαλώντας σε καθέναν από αυτούς περιουσιακή ζημία από τη μη χορήγηση της ως ακολούθως : α) κατά τις τέσσερις (4) συνεδριάσεις που έλαβαν χώρα σε κάθε έναν από τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2011 και Απρίλιο και Ιούλιο του έτους 2012 οι ενάγοντες ζημιώθηκαν με το ποσό των 1.200,00 € ο καθένας (300,00 € X 4 μήνες), β) κατά τις τρεις (3) συνεδριάσεις που έλαβαν χώρα σε κάθε έναν από τους μήνες Φεβρουάριο, Μάϊο και Ιούνιο του έτους 2012 , ζημιώθηκαν με το ποσό των 675,00 € ο καθένας (225,00 € X 3 μήνες) γ) κατά τις δύο (2) συνεδριάσεις που έλαβαν χώρα το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2012 ζημιώθηκαν με το ποσό των 150,00 € ο καθένας και δ) κατά τη μία (1) συνεδρίαση που έλαβε χώρα το μήνα Μάρτιο του έτους 2012 ζημιώθηκαν με το ποσό των 75,00 € ο καθένας (75,00 €). Επομένως το εναγόμενο όφειλε να αποζημιώσει καθέναν από τους ενάγοντες με το ποσό των 2.100,00 € (1.200,00 + 675,00 + 150,00 + 75,00), απορριπτομένου του ισχυρισμού του ότι μετά την ισχύ του Ν. 4924/2011 δεν υφίστατο νομοθετικό πλαίσιο παροχής της εν λόγω αποζημίωσης, επομένως ούτε παρανομία του, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η παράλειψη του εναγομένου να εκδώσει νέα ΚΥΑ, συνιστά παράνομη πράξη των οργάνων του για την οποία υπέχει αποζημιωτική ευθύνη. Για τις επίδικες απαιτήσεις τους, οι ενάγοντες άσκησαν την από 30.12.2013 (αρ. κατ. 34338/2013) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών που κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο στις 31.12.2013 (βλ σχετική επισημείωση επί του ως άνω δικογράφου του Δικαστικού Επιμελητή Αριστείδη Μεραντζή). Μετά δε την έκδοση της υπ' αριθμ. 10518/2019 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία, ως προς τους εδώ ενάγοντες, απορρίφθηκε τυπικά η αγωγή ελλείψει δικαιοδοσίας, οι τελευταίοι, επανήλθαν με την κατάθεση της ένδικης αγωγής τους ενώπιον του ημετέρου Δικαστηρίου, εντός της οριζόμενης κατά το άρθρο 41 Ν. 3659/2008 ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση σε αυτούς της άνω απόφασης που έλαβε χώρα στις 28.8.2019 (...)." Κατόπιν αυτών, το Ειρηνοδικείο, μετά από παραδοχή της ένστασης μερικής παραγραφής των ως άνω αξιώσεων του αναιρεσιβλήτων, που προέβαλε το αναιρεσείον, επιδίκασε στον καθένα των αναιρεσιβλήτων ποσό 1.800 ευρώ, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά την επικουρική της βάση. Με τις παραδοχές του αυτές το Ειρηνοδικείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά με σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφασή επικουρική της βάση επιδικάζοντας στον πρώτο αναιρεσίβλητο αποζημίωση για τη συμμετοχή του στις συνεδριάσεις της ως άνω Επιτροπής. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πραγματικά περιστατικά κρίση του ότι οι αναιρεσίβλητοι συμμετείχαν στην Επιτροπή του άρθρ. 8 Ν 2206/1994 ως ιδιώτες μέλη αυτής (σελ. 5 της προσβαλλομένης απόφασης), που δεν αποτελούσαν υπαλλήλους κατά την έννοια των διατάξεων του Κεφαλαίου Β άρθρο 4 του νόμου 4024/2011, και γι' αυτούς επιβάλλετο, κατ' εξαίρεση των ισχυόντων για τους υπαλλήλους ρυθμίσεων βάσει του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του ανωτέρω άρθρου, καθορισμός αποζημιώσεως με απόφαση του καθ' ύλην αρμοδίου Υπουργού, η οποία όμως δεν εκδόθηκε, ώστε δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι αποζημίωση βάσει τέτοιας απόφασης, από την παράνομη όμως παράλειψη έκδοσής της αυτοί υπέστησαν ζημία για την οποία δικαιούνται αποζημίωση, που το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι έπρεπε να καθορισθεί βάσει των προβλεπόμενων στην παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου ορίων, μη διαφοροποιουμένων από τα ανώτατα όρια της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 17 Ν. 3205/2003 όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 Ν. 3833/2010 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού υπ' αριθμ. 2/85039/0022/8.12.2010 ΚΥΑ. Η υπαγωγή στις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις όσον αφορά το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης αποτελεί ζήτημα εφαρμογής διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που δεν ερευνάται, κατά τα προαναφερόμενα, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορά, βάσει του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 εδ. α ΚΠολΔ, είτε προβαλλόμενου από διάδικο (εν προκειμένω το αναιρεσείον δεν προβάλλει τέτοιο λόγο) είτε αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι βάσει του Κεφαλαίου Β του νόμου 4024/2011 δεν προβλεπόταν υποχρέωση έκδοσης κανονιστικής πράξης ορίζουσας αποζημίωση, αφορώσα τα πρόσωπα που υπάγονταν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, δεν έρχεται, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον μόνο λόγο της αίτησής του, σε αντίφαση με την παραδοχή ότι υφίστατο υποχρέωση έκδοσης υπουργικής απόφασης για την αποζημίωση ιδιωτών, που ήταν μέλη συλλογικών οργάνων, όπως οι αναιρεσίβλητοι, καθόσον αυτή η τελευταία επί μέρους παραδοχή, παρά τη μη δόκιμη διατύπωσή της, περιορίζεται στην ιδιότητα των τελευταίων ως μελών της Επιτροπής και όχι ως υπαλλήλων κατά την έννοια του προαναφερόμενου Κεφαλαίου, αφού σαφώς ήδη εξ αρχής είχε γίνει δεκτό ως αποδειχθέν πραγματικό γεγονός, μη υποκείμενο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ότι αυτοί συμμετείχαν στην Επιτροπή ως ιδιώτες- μέλη. Επομένως ο ανωτέρω από το άρθρο 560 αρ. 6 β' ΚΠολΔ λόγος της αίτησης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 13-5-2021 αίτηση για αναίρεση της 746/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά το μέρος της το στρεφόμενο κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε, δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος του μη εμφανισθέντος πρώτου αναιρεσιβλήτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί τη δίκη βιαίως διακοπείσα ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτόν. Απορρίπτει την από 13-5-2021 αίτηση για αναίρεση της 746/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά το μέρος της το στρεφόμενο κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ