Αριθμός 1684/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: α) Α. Σ. του Φ., χήρας Ν. Ν., κατοίκου Τ. Ά., β) Α. Ν. του Ν., κατοίκου Ά., γ) Γ. Ν. του Ν., κατοίκου Π. Ε., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά ανιαρεσείοντος Ν. Ν. του Γ., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Ε. Α. Μ. Α..Ε..Γ..Α.., που εδρεύει στην «Ν. Σ. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/2/2009 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1755/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 13/12/2017 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 100/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι "Αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΟλΑΠ 1/2022, ΑΠ 266/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20.3.2023), η από 13.12.2017 αίτηση του Ν. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 12/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 21.1.2019, που ορίστηκε με την πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, επέσπευσε ο αναιρεσείων, ενώ, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, η υπόθεση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αφού οι Α. Σ., Α. Ν. και Γ. Ν. δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την συζήτηση αυτής (υπόθεσης), δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτές πληρεξουσίου δικηγόρου τους Σωτηρίου Κατσαρού, τον θάνατο του ανωτέρω αναιρεσείοντος και την εκουσία, στο όνομά τους, επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσας δίκης, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού (άρθρα 287 και 290 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από αυτές έγγραφα, ο αρχικός αναιρεσείων Ν. Ν. απεβίωσε την 13.11.2018 (βλ. το απόσπασμα της υπ' αριθ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου Ά.), ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε την 13.12.2017, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε πλησιέστερους συγγενείς του και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Α. Σ. και τις θυγατέρες του, Α. Ν. και Γ. Ν. (βλ. τα υπ' αριθ. ... και ... πιστοποιητικά των Γραμματέων του Ειρηνοδικείου Ά. και του Πρωτοδικείου Α… αντίστοιχα, καθώς και το από 29.11.2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Ά.-Μ.). Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου δήλωσαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της υπόθεσης στην αρχική δικάσιμο της 21.1.2019, δια του αναφερόμενου πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τον θάνατο του ανωτέρω αναιρεσείοντος και την εκουσία, στο όνομά τους, επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσας δίκης (άρθρα 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών, και αφού δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη εταιρία η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων των θανόντος αναιρεσείοντος, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτές. Ήδη με την από 23.3.2022 υπ' αριθ. 100/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, νομίμως εισάγεται η υπόθεση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο λόγω επανασυζήτησής της κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ για τον αναφερόμενο στην ως άνω Πράξη λόγο (αδυναμία έκδοσης απόφασης λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της ορισθείσας Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου). Επίσης ακριβές αντίγραφο της Πράξης αυτής επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις ήδη αναιρεσείουσες και συγκεκριμένα στον παραστάντα κατά την συζήτηση της υπόθεσης στην ως άνω αρχική δικάσιμο πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Σωτήριο Κατσαρό, ως αντίκλητο αυτών (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), με την επιμέλεια της Γραμματείας του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από το από 15.12.2022 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του ως άνω Δικαστηρίου, Κωνσταντίνου Τσιβόλα. Επομένως, αφού οι ήδη αναιρεσείουσες δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20.3.2023), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, να θεωρηθούν ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενες, αφού η παρούσα συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, στην οποία αυτές είχαν παραστεί. IΙ. Με την κρινόμενη από 13.12.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 12/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 1.7.2013 έφεση του αρχικού αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1755/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η από 9.2.2009 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας περί καταβολής, νομιμοτόκως, του ποσού των 118.493,13 ευρώ που αντιστοιχεί στο καταβλητέο λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ασφάλισμα από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση ασφάλισης. Η αίτηση αυτή, που κατατέθηκε την 13.12.2017, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή δημοσιεύθηκε την 12.1.2016 χωρίς να προκύπτει επίδοσή της στον αρχικό αναιρεσείοντα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙIΙ. Στη διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997, "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που αναφέρεται στις νόμιμες προσυμβατικές ανακοινώσεις, ορίζονται τα εξής: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή". Εξάλλου, κατά την παρ. 6 του άρθρου 3 του ιδίου ως άνω νόμου, "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της απόφασης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Σε περίπτωση παράβασης από το λήπτη της ως άνω υποχρέωσής του από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση προκαλώντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος. Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση. Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δηλαδή δεν έχει σημασία, αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, αφού η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος, δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 529/2018, ΑΠ 13/2018). Σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ` αναλογική εφαρμογή των ως άνω διατάξεων (γιατί δεν προβλέπεται ρητώς), να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 627/2016, ΑΠ 170/2015). Βασική, όμως, προϋπόθεση είναι ότι το αποκρυβέν περιστατικό ή στοιχείο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή, ασχέτως του αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε. Επομένως, δεν δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 1996/2022, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 529/2018, ΑΠ 170/2015). Το ουσιώδες δεν κρίνεται υποκειμενικά κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας (ΑΠ 529/2018, ΑΠ 1759/2017, ΑΠ 627/2016). Τέλος, απαιτείται δόλος του λήπτη της ασφάλισης (ασφαλισμένου), δηλαδή γνώση για το αποκρυβέν γεγονός και θέληση να το αποκρύψει, γιατί ο νόμος θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 1996/2022, ΑΠ 529/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 185/2019). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1382/2019). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019), ενώ τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 50/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών (αρχικός αναιρεσείων) είναι συγκύριος μαζί με τη σύζυγό του, κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, μίας διώροφης μονοκατοικίας που κατασκευάστηκε το έτος 1995 μέσα σε αγροτεμάχιο, επιφάνειας 355,20 τετραγωνικών μέτρων, αποτελείται η μονοκατοικία αυτή από σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα και διαθέτει κεραμοσκεπή, αποτελείται δε από ισόγειο και πρώτο πάνω από τον ισόγειο όροφο, επιφάνειας 80 τετραγωνικών μέτρων και 40 τετραγωνικών μέτρων, αντίστοιχα και βρίσκεται στον οικισμό Τ… Ά. (θέση "Α. Ά."), στην παραλιακή οδό Ν. Κ.-Μ.. Η οικία αυτή (όπως επίσης και ο οικιακός εξοπλισμός και γενικότερα τα κινητά πράγματα που βρίσκονταν τοποθετημένη μέσα σε αυτή) ήταν από ετών ασφαλισμένη στην εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) μεταξύ άλλων και έναντι του κινδύνου της κλοπής με διάρρηξη ή αναρρίχηση, ως προς το περιεχόμενο της οικίας, καθώς επίσης και έναντι του κινδύνου των φθορών στην οικία ή το περιεχόμενό της από το γεγονός της κλοπής, μέχρι το ποσό των 35.000 ευρώ για το κτήριο και των 11.739 ευρώ για το περιεχόμενό του, σύμφωνα με τη σύμβαση ασφάλισης με τον αριθμό 38737 και τα ανανεωτήρια συμβόλαια αυτής που κατά καιρούς εκδίδονταν από την εφεσίβλητη για την ανανέωση της έννομης σχέσης που τη συνέδεε με τον αντισυμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) εκκαλούντα. Ο τελευταίος, με την από 18-6-2007 επιστολή του προς την εφεσίβλητη, η οποία φέρει τη μη αμφισβητούμενη από τον ίδιο υπογραφή του και έχει συνταχθεί ιδιοχείρως από αυτόν, ζήτησε την αύξηση των ασφαλιστικών ποσών για μεν το κτήριο από το ποσό των 35.000 ευρώ σ' εκείνο των 110.000 ευρώ, για δε το περιεχόμενό του από το ποσό των 11.739 ευρώ σ' εκείνο των 137.000 ευρώ, επικαλούμενος την προσθήκη στο κτήριο 20 τετραγωνικών μέτρων για την?κατασκευή αποθήκης και μπάνιου, όπως επίσης και την ανανέωση κτηρίου, τη συντήρηση και την ανακαίνιση αυτού και των εξωτερικών χώρων, του μανδροτοίχου και του κήπου, αλλά και τη μεταφορά στο κτήριο των αντικειμένων που παρατίθενται αναλυτικά, κατά το είδος και την εκτιμώμενη από τον εκκαλούντα αξία καθενός από αυτά, σε συνημμένη, στην επιστολή αυτή, κατάσταση, η οποία επίσης φέρει τη μη αμφισβητούμενη από τον ίδιο υπογραφή του και έχει συνταχθεί ιδιοχείρως από αυτόν, με τη ρητή επισήμανση ότι η οικία αυτή αποτελεί πλέον την κύρια κατοικία του εκκαλούντος, λόγω μετακόμισης. Τα αντικείμενα αυτά, τα είδη και οι αξίες των οποίων δηλώθηκαν από τον εκκαλούντα στην εφεσίβλητη για τις ανάγκες της ασφάλισής τους, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ήταν:... (ακολουθεί παράθεση των ασφαλιζόμενων αντικειμένων με την ανά χώρο της οικίας θέση τους και την επί μέρους αξία εκάστου αυτών) συνολικής αξίας 157.100 ευρώ. Πραγματικά, με την πρόσθετη πράξη της προαναφερόμενης σύμβασης ασφάλισης με τον αριθμό 19598 ασφαλίστηκε το κτήριο και το περιεχόμενό?του για τα ποσά των 110.000 ευρώ και των 157.100 ευρώ, αντίστοιχα και για το χρονικό διάστημα από τις 19-6-2007 μέχρι τις 19-12-2007, με λήπτες της ασφάλισης τον εκκαλούντα και τη σύζυγό του και στη συνέχεια με το ανανεωτήριο συμβόλαιο με τον αριθμό … ασφαλίστηκε το κτήριο και το περιεχόμενό του για τα ίδια αυτά ποσά και για το χρονικό διάστημα από τις 19-12-2007 μέχρι τις 19-6-2008, με λήπτη της ασφάλισης τον εκκαλούντα, ενώ τα ασφαλιζόμενα αντικείμενα (η οικοσκευή και τα είδη προσωπικής χρήσης του λήπτη της ασφάλισης και των μελών της οικογένειάς του, τα οποία βρίσκονταν στην οικία αυτή) περιγράφηκαν στο ανανεωτήριο συμβόλαιο, όπως είχαν δηλωθεί από τον εκκαλούντα κατά το είδος και την αξία καθενός από αυτά. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι τις νυκτερινές ώρες της 27ης προς την 28η Μαρτίου 2008, σε χρόνο κατά τον οποίο ο εκκαλών απουσίαζε από την οικία του, άγνωστοι δράστες εισήλθαν σε αυτή, αφού προηγουμένως έσπασαν το λουκέτο της εξωτερικής πόρτας (της αυλόπορτας του αγροτεμαχίου) και στη συνέχεια παραβίασαν την πόρτα εισόδου της οικίας και εισήλθαν στον εσωτερικό χώρο αυτής, στη συνέχεια δε, αφαίρεσαν μεγάλο αριθμό από τα κινητά πράγματα που βρίσκονταν μέσα στην οικία και συγκεκριμένα ένα μπαούλο με διάφορα ρούχα, οκτώ τραπεζομάντηλα κεντημένα με βελονάκι, τριάντα σεμέν κεντημένα με βελονάκι, εννέα κουβέρτες, δώδεκα υφαντά ρούχα, τέσσερις πίνακες ζωγραφικής, τρεις παλαιές ζυγαριές, ένα τηλέφωνο αντίκα, μία φωτογραφική μηχανή, μία μηχανή κοπής καφέ, ένα καβουρντιστήρι, δύο παλαιά σίδερα σιδερώματος, δύο λάμπες πετρελαίου, ένα καντάρι, δύο παλαιά ραδιόφωνα, ένα ξίφος, τρία επιτραπέζια ωρολόγια (αντίκα), μία παλαιά μηχανή κοπής κιμά, δύο μπρούτζινα γουδιά, δύο παλαιά χαλιά, μία τηλεόραση SΟΝΥ 24 ιντσών, ένα στερεοφωνικό ηχοσύστημα ΑΚΑΙ, ένα κοστούμι, δύο δερμάτινα, έναν ηλεκτρικό φούρνο και ένα μπλοκ επιταγών που είχε εκδοθεί από την Τράπεζα Α. Β., κατά τη δήλωση του εκκαλούντος στην αρμόδια αστυνομική αρχή (Τμήμα Ασφάλειας Α…). Περαιτέρω, ........ ότι ο εκκαλών παρέβη από δόλο την υποχρέωση (ασφαλιστικό βάρος) που επιβάλλεται σ' αυτόν από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του νόμου 2496/1997 και ειδικότερα κατά την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης (της πρόσθετης πράξης που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2007 και στη συνέχεια του ανανεωτήριου συμβολαίου που εκδόθηκε το Δεκέμβριο του έτους εκείνου), ο εκκαλών, ως λήπτης της ασφάλισης, όχι μόνο δεν δήλωσε στην εφεσίβλητη το περιστατικό που γνώριζε, ότι δηλαδή η προαναφερόμενη οικία αποτελούσε -όπως συνέβαινε και κατά το παρελθόν- την εξοχική του κατοικία, αντίθετα δε, παρέστησε στην εφεσίβλητη, γνωρίζοντας την αναλήθεια της δήλωσής του, ότι η οικία αυτή αποτελούσε την κύρια κατοικία του λόγω μετακόμισης σ' αυτήν από την προηγούμενη κατοικία που διατηρούσε στην οδό Λ. αριθ. … στο Ά. και η οποία -διεύθυνση κατοικίας του- ήταν γνωστή στην εφεσίβλητη από τη μεταξύ τους μακράς διάρκειας έννομη σχέση που απέρρεε από τη σύμβαση ασφάλισης, η οποία είχε καταρτιστεί και λειτουργούσε από πολλών ετών. Επίσης, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών προέβη στην αναληθή αυτή δήλωση με πρόθεση να επιτύχει την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης με τους προτεινόμενους από αυτόν όρους (ως προς τα ασφαλιζόμενα ποσά που κατά τη δήλωσή του παριστούσαν την αξία του ασφαλιζόμενου κτηρίου και του περιεχομένου του), γνωρίζοντας -με άλλες λέξεις- ότι η εφεσίβλητη δεν διέθετε τη δυνατότητα -ακριβώς εξαιτίας της αναληθούς αυτής δήλωσης- να προβεί στη συναξιολόγηση και στάθμιση του κρίσιμου περιστατικού (σχετικά με την ιδιότητα της οικίας ως εξοχικής και όχι ως κύριας κατοικίας του εκκαλούντος) κατά την εκτίμηση του κινδύνου και τη διαμόρφωση των οικονομικών και άλλων παραμέτρων της σύμβασης ασφάλισης (ασφαλιζόμενα ποσά, ύψος ασφαλίστρων, συνάρτηση της κατάρτισης της σύμβασης από τη λήψη μέτρων ασφάλειας κ.λπ.). Η κρίση του Δικαστηρίου τούτου σχετικά με το γεγονός ότι και μετά τον Ιούνιο του 2007 η προαναφερόμενη οικία αποτελούσε την εξοχική και όχι την κύρια κατοικία του εκκαλούντος, ενισχύεται από τις ακόλουθες παραδοχές: Α) Στις 28-3-2008 ο εκκαλών προέβη στη δήλωση της κλοπής στην αρμόδια αστυνομική αρχή, στην οποία δήλωσε αφενός μεν ότι ήταν κάτοικος Ά. (οδός Λ. αριθ. …) και όχι κάτοικος Τ. Ά., αφετέρου δε ότι οι δράστες εισήλθαν στην εξοχική κατοικία του, την οποία διατηρεί στο Τ. Ά. (βλ. το αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Τμήματος Ασφάλειας Ά. που εκδόθηκε στις 2-4-2008). Β) Μετά την έκδοση του προαναφερόμενου αντιγράφου από το βιβλίο συμβάντων, τελέστηκε νόθευση του βιβλίου, αφού άγνωστο πρόσωπο έσβησε με διορθωτικό υγρό (blanco) τη λέξη "εξοχική", με αποτέλεσμα το αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Τμήματος Ασφάλειας Ά. που εκδόθηκε στις 7-7-2008 και το οποίο κατά περιεχόμενο είναι ακριβώς όμοιο (μεταξύ άλλων και ως προς την αναφορά της διεύθυνσης κατοικίας του εκκαλούντος που βρισκόταν, κατά τη δήλωση του τελευταίου, στην οδό Λ. αριθ. … στο Ά.) με το αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων που είχε εκδοθεί στις 2-4-2008, να μην μνημονεύει την ιδιότητα της οικίας αυτής, στην οποία τελέστηκε η κλοπή, ως εξοχικής κατοικίας (βλ. το αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Τμήματος Ασφάλειας Ά. που εκδόθηκε στις 7-7-2008 και την από 23-10-2008 επιστολή του Δικηγόρου Ναυπλίου Κ. Λ. προς τη Δικηγόρο Αθηνών Χ. Γ.). Το γεγονός αυτό προδήλως δεν είναι τυχαίο, ούτε συμπτωματικό, αλλά σχετίζεται ευθέως και αμέσως με την αναληθή δήλωση του εκκαλούντος προς την εφεσίβλητη και με την προσπάθεια συγκάλυψης της αναλήθειας, μέσω της νόθευσης του δημόσιου εγγράφου. Γ) Από το έγγραφο της ΔΕΗ (κατάστημα πωλήσεων Ά.) που προσκομίζει και επικαλείται ο εκκαλών, προκύπτει ότι η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος στην οικία αυτή κυμαινόταν περίπου στα ίδια επίπεδα με μικρές, μη ουσιώδεις διαφοροποιήσεις, από τον Ιούνιο του 2006 (σε χρόνο, κατά τον οποίο -κατά την αναληθή δήλωση του εκκαλούντος προς την εφεσίβλητη- δεν είχε λάβει χώρα ακόμη η μετακόμισή του στην οικία αυτή, δεδομένου ότι και κατά την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο εκκαλών κατοικεί στην οικία αυτή από το 2007) μέχρι και το χρόνο, κατά τον οποίο τελέστηκε η κλοπή (Μάρτιος του 2008), γεγονός που αποδεικνύει ότι η συχνότητα και η διάρκεια των επισκέψεων του εκκαλούντος στην οικία του παρέμενε σταθερή και το οποίο -γεγονός- δεν συμβαδίζει με τη δραστική αλλαγή (αύξηση), την οποία χωρίς αμφιβολία θα επέφερε στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος στην οικία αυτή, η μετατροπή της από εξοχική σε κύρια κατοικία του εκκαλούντος. Δ) Από την από 14-7-2008 και με τον αριθμό … (ΠΣ/ασ) έκθεση που συνέταξε το γραφείο πραγματογνωμόνων που διατηρεί η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Π. & Σ. Α..Ε.., στο οποίο ανέθεσε η εφεσίβλητη τη διαπίστωση και την εκτίμηση της ζημίας από την κλοπή στην οικία του εκκαλούντος, προκύπτει ότι δέκα περίπου ημέρες μετά το γεγονός αυτό και κατά τη διενέργεια αυτοψίας τόσο στην οικία του Τ., όσο και στην οικία του Ά., η οικία του Τ. παρουσίαζε εικόνα προδήλως εξοχικής κατοικίας ή κατοικίας που χρησιμοποιείται κατά περιόδους, όπως τούτο συνάγεται από το ότι α) υπήρχε ελάχιστος προσωπικός ρουχισμός, κρεμασμένος εκτός ντουλάπας (επισημαίνεται πως σε ό,τι αφορά το ρουχισμό, στα πράγματα που κλάπηκαν περιλαμβάνονται μόνο εκείνα που περιέχονταν στο μπαούλο και ακόμη ένα κοστούμι και δύο δερμάτινα, με αποτέλεσμα ο υπολειπόμενος ρουχισμός -ακόμη και μετά την κλοπή και παρά την τέλεσή της- θα έπρεπε να εναρμονίζεται με την εικόνα μίας οικίας που κατοικείται μόνιμα και όχι περιστασιακά), β) στο ψυγείο δεν υπήρχαν τρόφιμα, γ) τα χαλιά που, σύμφωνα με τη δήλωση του εκκαλούντος, κλάπηκαν, δεν ήταν στρωμένα, αλλά πάντοτε κατά τη δήλωση του εκκαλούντος βρίσκονταν πάνω στη ντουλάπα, δ) υπήρχε ένα μόνο υπνοδωμάτιο και ε) ο κήπος και γενικότερα ο περιβάλλων χώρος της οικίας δεν ήταν περιποιημένος, αντίθετα δε, η οικία του Α… παρουσίαζε, χωρίς καμία αμφιβολία, εικόνα μόνιμης κατοικίας, αφού υπήρχε πλήρης επίπλωση πολύ καλής ποιότητας, με επίσης πολύ καλής ποιότητας υπόλοιπο οικιακό εξοπλισμό. Ε) Οι από 1-9-2008 και από 25-11-2008 εξώδικες δηλώσεις της εφεσίβλητης, με την πρώτη από τις οποίες η εφεσίβλητη κατήγγειλε -εξαιτίας της από δόλο παράβασης της υποχρέωσης που επιβάλλεται στον εκκαλούντα από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του νόμου 2496/1997- τη σύμβαση ασφάλισης της οικίας και του περιεχομένου της που στο μεταξύ είχε ανανεωθεί με τους ίδιους όρους, με το ανανεωτήριο συμβόλαιο με τον αριθμό … και για το χρονικό διάστημα από τις 19-6-2008 μέχρι τις 19-12-2008 και ταυτόχρονα δήλωσε ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος για την κλοπή της 27ης/28ης-3-2008 και με τη δεύτερη από τις οποίες δήλωσε ότι για τους ίδιους λόγους αρνείται την ασφαλιστική κάλυψη και την καταβολή ασφαλίσματος για την κλοπή αυτή, επιδόθηκαν στον εκκαλούντα, ο οποίος ανευρέθη στην κατοικία του στο Ά. (οδός Λ. αριθ. …) και παρέλαβε ο ίδιος τα έγγραφα αυτά..., εξήμισι και οκτώμισι μήνες μετά την κλοπή, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο ασφαλώς είχε αποκατασταθεί η ζημία στην πόρτα εισόδου της οικίας, ενώ και η φύση των αντικειμένων που κλάπηκαν (στην πλειονότητά τους, αντικείμενα συλλεκτικής αξίας - αντίκες) δεν στερούσε από τον εκκαλούντα τη δυνατότητα να κατοικεί στην οικία αυτή, εάν υποτεθεί ότι αυτή πραγματικά ήταν τότε η κύρια κατοικία του. ΣΤ) Τη νύκτα, κατά την οποία έλαβε χώρα η κλοπή, ο εκκαλών και η σύζυγός του απουσίαζαν από την οικία αυτή, γεγονός που καταρχήν δεν εναρμονίζεται με την ιδιότητα της οικίας αυτής ως κύριας κατοικίας του εκκαλούντος, τούτο δε, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εκκαλών σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αυτής (τόσο στον πρώτο, όσο και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας) δεν αιτιολογεί την απουσία του ιδίου και της συζύγου του από τη φερόμενη ως κύρια κατοικία τους την κρίσιμη νύκτα της κλοπής, με την επίκληση λόγων (π.χ. υγείας, αναψυχής, επαγγελματικών ή άλλων) που μπορούν να δικαιολογήσουν την απουσία κάποιου προσώπου από την κύρια κατοικία του κατά τις νυκτερινές ώρες. Ζ) Ο οικισμός του Τ. Ά. αποτελείται από εξοχικές κατά βάση κατοικίες και η ευρύτερη περιοχή είναι αραιοκατοικημένη και οικιστικά και πολεοδομικά ανεπαρκώς διαμορφωμένη. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου τούτου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε από την ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων απόδειξης στον Ειρηνοδίκη Ά., οι οποίες -κατάθεση και ένορκη βεβαίωση- κρίνονται μη πειστικές, ούτε από το γεγονός ότι στα ανανεωτήρια συμβόλαια που εκδίδονταν από την εφεσίβλητη, ως ασφαλιζόμενη χρήση της οικίας αυτής σημειωνόταν εκείνη της "κατοικίας" και όχι της "εξοχικής κατοικίας" ή μετά τον Ιούνιο του 2007 της "κύριας κατοικίας". Τούτο δε, διότι κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η ιδιότητα της οικίας αυτής ως εξοχικής ή ως κύριας, την οποία -ιδιότητα- αναληθώς είχε δηλώσει ο εκκαλών προς την εφεσίβλητη τον Ιούνιο του 2007 ότι έφερε η οικία αυτή και όχι η ασφαλιζόμενη χρήση που σημειωνόταν στα ανανεωτήρια συμβόλαια. Επίσης, η προαναφερόμενη κρίση του Δικαστηρίου τούτου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στα ανανεωτήρια συμβόλαια που εκδίδονταν από την εφεσίβλητη σημειωνόταν ως διεύθυνση του εκκαλούντος η οδός Λ. αριθ. … στο Ά.. Τούτο δε, διότι σε ό,τι μεν αφορά την περίοδο πριν από τον Ιούνιο του 2007, η διεύθυνση αυτή που δηλωνόταν στα ανανεωτήρια συμβόλαια αποδεικνύεται πραγματικά ότι ανταποκρινόταν στη διεύθυνση κατοικίας (κατοικίας κατά την έννοια του άρθρου 51 του ΑΚ, δηλαδή του τόπου της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης) του εκκαλούντος, σε ό,τι δε αφορά την περίοδο μετά τον Ιούνιο του 2007, η διεύθυνση αυτή εξακολούθησε στην πραγματικότητα να αποτελεί την κύρια κατοικία του εκκαλούντος, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές, ενώ κατά την αντίληψη της εφεσίβλητης που είχε διαμορφωθεί μετά την αναληθή δήλωση του εκκαλούντος για την υποτιθέμενη μετακόμισή του σ' αυτήν, αποτελούσε όχι βέβαια κύρια κατοικία (δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 εδ. β του ΑΚ κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μία κατοικίες), αλλά συνιστούσε τόπο σταθερής, μόνιμης εγκατάστασης του εκκαλούντος, χωρίς να αποτελεί κύρια κατοικία του, αφού αυτή -κατά την πεπλανημένη αντίληψη της εφεσίβλητης μετά την αναληθή δήλωση του εκκαλούντος- βρισκόταν πλέον στο Τ. Ά.... Περαιτέρω, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι η ιδιότητα της οικίας ως εξοχικής ή κύριας, αποτελεί περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρείται ουσιώδες, δηλαδή είναι ουσιώδες σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, για την ορθή εκτίμηση του κινδύνου. Τούτο δε, διότι η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου σε περίπτωση κλοπής σε εξοχική κατοικία είναι προδήλως αυξημένη (εξαιτίας ακριβώς της σποραδικής επαφής του λήπτη της ασφάλισης με την εξοχική του κατοικία) σε σχέση με την κύρια κατοικία, οπότε με βεβαιότητα η εφεσίβλητη, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δηλαδή ότι η οικία αυτή εξακολουθούσε να παραμένει η εξοχική κατοικία του εκκαλούντος, ο οποίος ζήτησε την εντυπωσιακή αύξηση των ασφαλιζόμενων ποσών, για μεν το κτήριο από το ποσό των 35.000 ευρώ σ' εκείνο των 110.000 ευρώ (αύξηση σε ποσοστό 214,29%), για δε το περιεχόμενό του από το ποσό των 11.739 ευρώ σ' εκείνο των 157.100 ευρώ (αύξηση σε ποσοστό 1.238,27%), είτε θα απέκρουε την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης, ως οικονομικά μη συμφέρουσας για την ίδια, ενόψει του υψηλού κινδύνου (εξαιτίας της ιδιότητας της οικίας αυτής ως εξοχικής και όχι ως κύριας) πρόκλησης σοβαρής οικονομικής ζημίας σ' αυτήν (εξαιτίας του εξαιρετικά υψηλού ασφαλιζόμενου ποσού για το κτήριο και το περιεχόμενό του) σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, είτε θα δεχόταν μεν την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης με διαφορετικούς όμως όρους σε σύγκριση με εκείνους, με τους οποίους καταρτίστηκε στην προκειμένη περίπτωση η σύμβαση ασφάλισης και οι οποίοι -διαφορετικοί όροι- 0α κατευθύνονταν είτε προς την επιβολή υποχρέωσης στον εκκαλούντα να εγκαταστήσει σύστημα συναγερμού ή να λάβει πρόσθετα -πέραν του συστήματος συναγερμού- μέτρα ασφάλειας της οικίας του (προσθήκη θωρακισμένης πόρτας και συστημάτων ασφάλειας στα παράθυρα και τα υπόλοιπα ανοίγματα της οικίας), είτε προς τη μείωση των ασφαλιζόμενων ποσών, είτε προς την αύξηση των ασφαλίστρων. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει επέλθει η άμεση -αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης- απαλλαγή της εφεσίβλητης από την υποχρέωσή της να καταβάλει το ασφάλισμα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1, παρ. 6 και παρ. 7 του νόμου 2496/1997..., δεδομένου ότι η εφεσίβλητη έλαβε γνώση της παράβασης από την πλευρά του εκκαλούντος μετά την επέλευση της κλοπής και συγκεκριμένα μετά τη λήψη από το γραφείο πραγματογνωμόνων της από 14-7-2008 έκθεσής του, οπότε και διαπίστωσε την αναλήθεια της προαναφερόμενης δήλωσης του εκκαλούντος, γεγονός που μέχρι τότε αγνοούσε και για το λόγο αυτό (ακριβώς δηλαδή εξαιτίας της άγνοιάς της) προέβη στην ανανέωση της σύμβασης ασφάλισης για την οικία αυτή, με τους ίδιους όρους, για το χρονικό διάστημα από τις 19-6-2008 μέχρι τις 19-12-2008 με το ανανεωτήριο συμβόλαιο με τον αριθμό …, την οποία και κατήγγειλε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή για την καταβολή του ασφαλίσματος από την εφεσίβλητη, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, μετά από την αποδοχή ως νόμιμης και στη συνέχεια ως βάσιμης και κατ' ουσίαν της σχετικής ένστασης που πρότεινε η εφεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε με τις έγγραφες προτάσεις της στο Δικαστήριο τούτο, δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ορθά κατά το αποτέλεσμα έκρινε, παρά το γεγονός ότι διέλαβε στην εκκαλούμενη απόφασή του εν μέρει εσφαλμένες και εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, στην αντικατάσταση και τη συμπλήρωση των οποίων, αντίστοιχα, με εκείνες που παρατίθενται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής προβαίνει το Δικαστήριο τούτο...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αρχικού αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε αποφανθεί ομοίως και, κατ' αποδοχή της σχετικής εκ του άρθρου 3 παρ. 6 του Ν. 2496/1997, ένστασης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, είχε απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την αγωγή του αρχικού αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού στην απόφασή του (στο πλαίσιο της έρευνάς του επί της προβληθείσας από τις ανωτέρω διατάξεις σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης) υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις ανωτέρω διατάξεις, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, σύμφωνα με το οποίο θεμελιώνεται έγκυρη καταγγελία επιφέρουσα τη λύση της σύμβασης ασφάλισης και την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, αφού, κατά τις παραδοχές αυτές, η λαβούσα χώρα τον Ιούνιο του έτους 2007 δήλωση του αρχικού αναιρεσείοντος (ενάγοντος) προς την αναιρεσίβλητη σχετικά με την ιδιότητα της ασφαλιζόμενης οικίας ως "κύριας κατοικίας" ήταν αναληθής και, κατά συνέπεια, αυτός παρέλειψε με δόλο να δηλώσει στην τελευταία, παραβαίνοντας τη σχετική υποχρέωσή του, περιστατικά που γνώριζε και τα οποία ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) ότι, κατά την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης (της πρόσθετης πράξης που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2007 και στη συνέχεια του ανανεωτήριου συμβολαίου που εκδόθηκε το Δεκέμβριο του ιδίου έτους), ο αρχικός αναιρεσείων, ως λήπτης της ασφάλισης, όχι μόνο δεν δήλωσε στην αναιρεσίβλητη το περιστατικό που γνώριζε, ότι δηλαδή η κείμενη στον οικισμό Τ. Ά. (στην παραλιακή οδό Ν. Κ.-Μ.) διώροφη οικία, συγκυριότητας αυτού και της συζύγου του, αποτελούσε -όπως συνέβαινε και κατά το παρελθόν- την εξοχική του κατοικία, αλλά, αντιθέτως, παρέστησε σ' αυτήν, γνωρίζοντας την αναλήθεια της δήλωσής του, ότι η οικία αυτή αποτελούσε την κύρια κατοικία του λόγω μετακόμισης σ' αυτήν από την προηγούμενη κατοικία που διατηρούσε στην οδό Λ. αριθ. … στο Ά., β) ότι ο αρχικός αναιρεσείων προέβη στην αναληθή αυτή δήλωση με πρόθεση να επιτύχει την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης με τους προτεινόμενους από αυτόν όρους (ως προς τα ασφαλιζόμενα ποσά που, κατά τη δήλωσή του, παριστούσαν την ιδιαιτέρως αυξημένη αξία του ασφαλιζόμενου κτηρίου και του περιεχομένου του), γνωρίζοντας ότι η αναιρεσίβλητη δεν διέθετε τη δυνατότητα -ακριβώς εξαιτίας της αναληθούς αυτής δήλωσης- να προβεί στη συναξιολόγηση και στάθμιση του κρίσιμου περιστατικού σχετικά με την ιδιότητα της οικίας ως εξοχικής και όχι ως κύριας κατοικίας αυτού, κατά την εκτίμηση του κινδύνου και τη διαμόρφωση των οικονομικών και άλλων παραμέτρων της σύμβασης ασφάλισης, όπως ασφαλιζόμενα ποσά, ύψος ασφαλίστρων, συνάρτηση της κατάρτισης της σύμβασης από τη λήψη μέτρων ασφάλειας κλπ., γ) ότι τις νυκτερινές ώρες της 27ης προς 28η Μαρτίου 2008, σε χρόνο κατά τον οποίο ο αρχικός αναιρεσείων απουσίαζε από την ανωτέρω οικία του, άγνωστοι δράστες εισήλθαν στον εσωτερικό χώρο αυτής, αφού προηγουμένως έσπασαν το λουκέτο της εξωτερικής πόρτας (της αυλόπορτας του αγροτεμαχίου) και παραβίασαν την πόρτα εισόδου της οικίας, και, στη συνέχεια, αφαίρεσαν μεγάλο αριθμό από τα κινητά πράγματα που βρίσκονταν μέσα στην οικία και δ) ότι η ιδιότητα της εν λόγω οικίας ως εξοχικής ή κύριας, αποτελεί περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρείται ουσιώδες, δηλαδή είναι ουσιώδες σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, για την ορθή εκτίμηση του κινδύνου, υπό την έννοια ότι η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου σε περίπτωση κλοπής σε εξοχική κατοικία είναι προδήλως αυξημένη σε σχέση με την κύρια κατοικία, οπότε με βεβαιότητα η αναιρεσίβλητη, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δηλαδή ότι η οικία αυτή εξακολουθούσε να παραμένει η εξοχική κατοικία του αρχικού αναιρεσείοντος (ο οποίος, μάλιστα, ζήτησε την μεγάλη αύξηση των ασφαλιζόμενων ποσών για μεν το κτήριο από το ποσό των 35.000 ευρώ σ' εκείνο των 110.000 ευρώ, για δε το περιεχόμενό του από το ποσό των 11.739 ευρώ σ' εκείνο των 157.100 ευρώ), είτε θα απέκρουε την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης, ως οικονομικά μη συμφέρουσας για την ίδια, είτε θα δεχόταν μεν την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης με διαφορετικούς, όμως, όρους σε σύγκριση με εκείνους, με τους οποίους καταρτίστηκε η συγκεκριμένη σύμβαση ασφάλισης (όπως επιβολή υποχρέωσης για εγκατάσταση συστήματος συναγερμού ή για λήψη πρόσθετων μέτρων ασφάλειας της οικίας ή μείωση των ασφαλιζόμενων ποσών ή αύξηση των ασφαλίστρων), πέραν δε των ανωτέρω το Εφετείο δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Επομένως, οι τρίτος (κατά το πρώτο σκέλος του) και ένατος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αντίστοιχες πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι. Επίσης, ο ίδιος ως άνω ένατος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις για την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγουμένη νομική σκέψη, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα. IV. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι (ερμηνευτικοί κανόνες) εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, προς τούτο κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 574/2010). Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή, πάντως, στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 1047/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του) της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στην από 18.6.2007 έγγραφη δήλωση του αρχικού αναιρεσείοντος της επίδικης σύμβασης ασφάλισης (ήτοι του ανανεωτηρίου συμβολαίου), όπως τούτο προκύπτει από τις σχετικές αιτιολογίες και τους συλλογισμούς της αναιρεσιβαλλόμενης, παρ' όλα αυτά δεν προσέφυγε και δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των ανωτέρω άρθρων, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση, ότι ο αρχικός αναιρεσείων δήλωσε αναληθώς την ιδιότητα της εν λόγω οικίας του ως "κύρια κατοικία" αυτού, κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης της ασφάλισης. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς την ως άνω δικαιοπρακτική βούληση του αρχικού αναιρεσείοντος αναφορικά με τη δήλωση της ιδιότητας της εν λόγω οικίας του ως κύριας κατοικίας του, η οποία (ιδιότητα) αποτελεί περιστατικό που είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά αντιθέτως έκρινε ανελέγκτως ότι η σχετική δήλωσή του είναι σαφής, δεχόμενο ειδικότερα ότι αυτός, με την από 18.6.2007 έγγραφη δήλωσή του προς την αναιρεσίβλητη, "ζήτησε την αύξηση των ασφαλιστικών ποσών... επικαλούμενος την προσθήκη στο κτήριο 20 τετραγωνικών μέτρων για την κατασκευή αποθήκης και μπάνιου, όπως επίσης και την ανανέωση κτηρίου, τη συντήρηση και την ανακαίνιση αυτού και των εξωτερικών χώρων, του μανδροτοίχου και του κήπου, αλλά και τη μεταφορά στο κτήριο των αντικειμένων που παρατίθενται αναλυτικά... με τη ρητή επισήμανση ότι η οικία αυτή αποτελεί πλέον την κύρια κατοικία του, λόγω μετακόμισης". Κατ' ακολουθίαν αυτών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης μη εφαρμογής των προαναφερόμενων ερμηνευτικών κανόνων, είναι αβάσιμος. V. Με τις διατάξεις των άρθρων 300, 304 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2, 305 αρ. 1, 5 και 6 και 306 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορίζονται τα εξής: "Η απόφαση εκδίδεται μόνο από το δικαστή που έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση ύστερα από την οποία εκδίδεται, και στα πολυμελή δικαστήρια ύστερα από διάσκεψη και ψηφοφορία όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση" (άρθρο 300). "Αφού ολοκληρωθεί η ψηφοφορία, ο εισηγητής δικαστής συντάσσει την απόφαση σε ηλεκτρονική μορφή" (άρθρο 304 παρ. 1 εδ. α'). "Η απόφαση της παρ. 1 δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση. Ο δικαστής που παραδίδει την απόφαση σε ηλεκτρονική μορφή, παραδίδει ομοίως και το πρωτότυπο της απόφασης με πλήρες το περιεχόμενο που προβλέπεται στο άρθρο 305" (άρθρο 304 παρ. 2). "Το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει 1) τη σύνθεση του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια, το όνομα του εισηγητή δικαστή,....5) το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και 6) ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε" (άρθρο 305 αρ. 1, 5 και 6). "Όποιος είχε διευθύνει τη συζήτηση και ο γραμματέας υπογράφουν το πρωτότυπο της απόφασης" (άρθρο 306 παρ. 1). Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι επί της εκάστοτε εκδικασθείσας υπόθεσης στα πολυμελή δικαστήρια, μετά τη διάσκεψη όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, σχηματίζεται δια ψηφοφορίας η δικαστική κρίση. Τούτο αποτελεί την έκδοση της απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 300 ΚΠολΔ. Η νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου που την εξέδωσε προκύπτει από το πρωτότυπο της απόφασης αυτού. Το τελευταίο συντάσσεται μετά την περάτωση της ψηφοφορίας επί της υπό διάσκεψη υπόθεσης (οπότε, όπως προαναφέρθηκε, κατά την έννοια του άρθρου 300 θεωρείται εκδοθείσα η απόφαση) και τη σύνταξη της απόφασης σε ηλεκτρονική μορφή από τον Εισηγητή. Στην αρχή της απόφασης πρέπει να αναφέρονται τα ονόματα των δικαστών, από τους οποίους συγκροτήθηκε το δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, με πρώτο το όνομα του προέδρου και ακολούθως τα ονόματα των άλλων δικαστών, που μετείχαν στη συζήτηση, κατά σειρά αρχαιότητας διορισμού, να γίνεται δε ειδική αναφορά του ονόματος του εισηγητή της υπόθεσης. Στο τέλος της απόφασης πρέπει, επίσης, να αναγράφεται ότι προηγήθηκε διάσκεψη και ο χρόνος που έγινε αυτή και, ακολούθως ότι δημοσιεύθηκε η τελευταία και ο χρόνος δημοσίευσής της. Δεν απαιτείται να αναφέρονται τα ονόματα των δικαστών κατά τη διάσκεψη, αφού αυτά δεν μπορεί να είναι διαφορετικά από εκείνα της συζήτησης, κατ' άρθρο 300 ΚΠολΔ, ενώ η δημοσίευση της απόφασης, που επιφέρει την τελείωσή της, μετά την οποία επέρχονται οι έννομες συνέπειές της έναντι των διαδίκων, συνιστά απλώς τυπική πράξη, στην οποία προβαίνει το δικαστήριο και υπό άλλη σύνθεση (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1637/2009). Ειδικότερα, εφόσον η δημοσίευση της απόφασης έγινε από τους ίδιους δικαστές, που μετείχαν κατά τη συζήτηση, δεν απαιτείται η αναγραφή των ονομάτων τους εκ νέου, μόνο δε αν μετείχαν άλλοι δικαστές, κάτι που μπορεί να συμβεί αν προκύψει κώλυμα κάποιου από τους δικαστές της σύνθεσης μετά τη διάσκεψη, πρέπει να γίνεται αναφορά των ονομάτων αυτών που μετείχαν κατά τη δημοσίευση. Αν δεν συμβαίνει το τελευταίο τεκμαίρεται ότι η δημοσίευση έγινε από τους ίδιους δικαστές που συμμετείχαν κατά τη συζήτηση και διάσκεψη της υπόθεσης, που είναι τα ίδια με αυτά που αναφέρονται στην αρχή της απόφασης (ΑΠ 1626/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "Δεν επιτρέπεται να αφαιρεθεί από κανένα, χωρίς τη θέληση του, ο δικαστής που ορίζει ο νόμος γι' αυτόν", ιδρύεται μόνο όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή ειδικών νόμων για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του (ΑΠ 873/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο (κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του) και δεύτερο λόγους αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 2 εδ. α' ΚΠολ.Δ., με την αιτίαση ότι, κατά τη διάσκεψη για την έκδοσή της και κατά τη δημοσίευση αυτής, συμμετείχε μόνο ο Πρόεδρος της σύνθεσης, όχι δε και οι λοιποί δύο δικαστές (Εφέτες), που μετείχαν κατά τη συζήτηση. Όμως, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 12/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, στο προεισαγωγικό μέρος αυτής αναφέρεται ότι το Δικαστήριο συγκροτήθηκε, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τους δικαστές Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Πρόεδρο Εφετών, και από τους Εφέτες, κατά σειρά αρχαιότητος διορισμού, Κυριάκο Φώσκολο και Ηλία Γιαρένη, ο οποίος αναφέρεται και ως εισηγητής. Στο τέλος της απόφασης αναφέρεται " Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2015", που είναι ο χρόνος διάσκεψης της υπόθεσης, χωρίς αναφορά ονομάτων, αφού αυτά, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, είναι τα ονόματα των τριών δικαστών που αναφέρονται στη σύνθεση του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση και ακολούθως "και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση... στις 12 Ιανουαρίου 2016", χωρίς την αναφορά και πάλι ονομάτων δικαστών, γεγονός που σημαίνει ότι είναι τα ίδια των τριών ως άνω δικαστών, αφού, όπως εκτέθηκε στην ίδια ως άνω νομική σκέψη, αν η δημοσίευση γινόταν με άλλη σύνθεση, θα αναφέρονταν τα ονόματα των δικαστών της σύνθεσης αυτής. Συνεπώς, στην απόφαση υπάρχει πλήρης σύνθεση, τόσο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όσο και κατά τη διάσκεψη και δημοσίευση αυτής, έχει δε εκδοθεί σύμφωνα με όλους τους νόμιμους τύπους που αναφέρονται στις προπαρατεθείσες διατάξεις. Επομένως, οι ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. VΙ. Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, αν και μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, αν και προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 935/2023). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση εκάστης εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Ως εκ τούτου, και ο λόγος έφεσης αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 1588/2017). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 50/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Επίσης, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019) και, αν προτάθηκε για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθ. 2-6 ΚΠολΔ (ΑΠ 354/2011). Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο με λόγο έφεσης (ΑΠ 463/2022, ΑΠ 1741/2017, ΑΠ 1372/2010). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000). Όπως δε προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 64/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε προς θεμελίωση της αντένστασής του αρχικού αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης από την αναιρεσίβλητη της εκ του άρθρου 3 παρ. 6 του Ν. 2496/1997, ένστασής της περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, γιατί προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις της ανωτέρω διάταξης, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσης του αρχικού αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός στην κατ' έφεση δίκη δεν προέβαλε με λόγο έφεσης τον ανωτέρω ισχυρισμό της, επί του οποίου στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, ο αρχικός αναιρεσείων τόσο με την προσθήκη των προτάσεων του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, δεν πρότεινε την ως άνω επικαλούμενη από αυτόν αντένσταση, παρά μόνο αρνήθηκε την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσίβλητης, πλην όμως η άρνηση αυτή δεν συνιστά πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως, ο ανωτέρω από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος. VΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά. Δεν απαιτείται, όμως, η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1040/2023, ΑΠ 81/2022). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 753/2020), ούτε οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 719/2017). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1511/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι ο αρχικός αναιρεσείων "στις 28-3-2008 προέβη στη δήλωση της κλοπής στην αρμόδια αστυνομική αρχή, στην οποία δήλωσε... ότι οι δράστες εισήλθαν στην εξοχική κατοικία του, την οποία διατηρεί στο Τ. Ά." καθώς και ότι "Μετά την έκδοση του προαναφερόμενου αντιγράφου από το βιβλίο συμβάντων, τελέστηκε νόθευση του βιβλίου, αφού άγνωστο πρόσωπο έσβησε με διορθωτικό υγρό (blanco) τη λέξη "εξοχική", με αποτέλεσμα το αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Τμήματος Ασφάλειας Ά. που εκδόθηκε στις 7-7-2008 και το οποίο κατά περιεχόμενο είναι ακριβώς όμοιο... με το αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων που είχε εκδοθεί στις 2-4-2008, να μην μνημονεύει την ιδιότητα της οικίας αυτής, στην οποία τελέστηκε η κλοπή, ως εξοχικής κατοικίας...". Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (στα οποία περιλαμβάνεται και το ειδικώς αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Τμήματος Ασφάλειας Ά. που εκδόθηκε στις 2.4.2008), από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ανωτέρω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο ανωτέρω από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. V ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 346 και 453 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμία, όμως, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει ούτε στον διάδικο που επικαλείται τα αποδεικτικά έγγραφα, να αναφέρει την ημεροχρονολογία εκάστου από αυτά ή τον τυχόν υπάρχοντα αριθμό πρωτοκόλλου αυτών ή άλλο μερικότερο στοιχείο για την εξειδίκευσή του, ούτε στο δικαστήριο, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει σ` αυτήν τέτοια στοιχεία κάθε αποδεικτικού εγγράφου, αρκεί να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου εγγράφου και ότι τούτο πράγματι προσκομίστηκε νομίμως (ΑΠ 1042/2020, ΑΠ 19/2018, ΑΠ 1261/2018, ΑΠ 2182/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε από την αναιρεσίβλητη (αλλά ούτε και από τον αρχικώς αναιρεσείοντα) κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριό του και συγκεκριμένα το αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Τμήματος Ασφάλειας Ά. που εκδόθηκε στις 2.4.2008 από το οποίο προέκυπτε ότι ο αρχικός αναιρεσείων "στις 28-3-2008 προέβη στη δήλωση της κλοπής στην αρμόδια αστυνομική αρχή, στην οποία δήλωσε... ότι οι δράστες εισήλθαν στην εξοχική κατοικία του, την οποία διατηρεί στο Τ. Ά.". Όπως, όμως, προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο των ενώπιον του Εφετείου από 18.11.2015 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, αυτή είχε επικαλεσθεί, πλην των άλλων, και το έγγραφο αυτό, καταγράφοντας στις εν λόγω έγγραφες προτάσεις της ότι επικαλείται και προσκομίζει "αντίγραφο αδικημάτων-συμβάντων του ΑΤ Ά." ως έγγραφο συνημμένο στην … έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Π. & Σ. Α., το οποίο (έγγραφο) είχε προσκομίσει με επίκληση και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως αυτό βεβαιώνεται και με την απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, στην οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αναφέρεται ότι "Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι ενώ στο αντίγραφο του ακριβούς αποσπάσματος του βιβλίου αδικημάτων που με επίκληση προσκομίζει ο ενάγων (αρχικός αναιρεσείων) το οποίο φέρει ημερομηνία 07.7.2008 (ημερομηνία που το αντίγραφο χορηγήθηκε στον ενάγοντα) αναφέρεται η κατοικία αυτή στην οποία έλαβε χώρα η ανωτέρω διάρρηξη, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό (δηλαδή αν είναι κύρια ή εξοχική), στο ίδιο ακριβώς αντίγραφο που με επίκληση προσκομίζει η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) το οποίο φέρει ημερομηνία 02.4.2008 (ημερομηνία που το αντίγραφο χορηγήθηκε στην εναγομένη) η κατοικία αυτή αναφέρεται ως εξοχική...". Η επίκληση δε αυτή του εν λόγω εγγράφου, που γίνεται στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο, είναι σαφής και ορισμένη, χωρίς να απαιτείται η αναφορά και άλλων στοιχείων, αφού προσδιορίζεται το είδος του εγγράφου, έτσι ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτού και ότι αυτό πράγματι προσκομίσθηκε. Επομένως, ο ανωτέρω από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. IX. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (OλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1088/2019). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 KΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 KΠολΔ (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 368/2021, ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 5/2020). Για να εξεταστεί δε κατ` ουσίαν ο λόγος αυτός, πρέπει, επί λήψης υπόψη μη επιτρεπόμενου από το νόμο εγγράφου, να προσκομίζεται το συγκεκριμένο έγγραφο, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 490/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ενώ για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει τα αποδεικτικά μέσα να ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίου) απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό, ο οποίος επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1427/2017). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 υπό τον τίτλο "βελτίωση σχέσεων κράτους-πολίτη και καταπολέμηση της γραφειοκρατίας", γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με τα αναφερόμενα στο νόμο αυτό έγγραφα, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημοσίου τομέως με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου. Από την διατύπωση της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τον σκοπό της, όπως εμφαίνεται και στον τίτλο της, συνάγεται ότι αυτή δεν εφαρμόζεται κατά την ενώπιον των δικαστηρίων, αποδεικτική διαδικασία, επί της οποίας τυγχάνουν εφαρμογής οι ειδικές περί απόδειξης διατάξεις του ΚΠολΔ και, συνεπώς, η κατά τη διάταξη αυτή υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και μόνο ως μαρτυρία τρίτου δύναται να χρησιμεύσει, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη, κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 567/2018, ΑΠ 1427/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης (κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη του), προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, έλαβε υπόψη μη επιτρεπτά από το νόμο αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: α) κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 444 και 447 περ. α' ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες και β) κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΠολΔ περί εξέτασης μαρτύρων και περί λήψης ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς και του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, έλαβε υπόψη την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσίβλητη από 23.10.2008 επιστολή του δικηγόρου Ν… Κ. Λ. προς την δικηγόρο Αθηνών Χ. Γ.. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αρχικός αναιρεσείων επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο) τα περιστατικά, που υποχρέωναν κατά νόμο αυτό (δικαστήριο) να μη λάβει υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Επιπλέον, ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, γιατί προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις της ανωτέρω διάταξης, αφού από την επισκόπηση της έφεσης και των προτάσεων του αρχικού αναιρεσείοντος στο Εφετείο, προκύπτει ότι αυτός στην κατ' έφεση δίκη, δεν προέβαλε τον ανωτέρω ισχυρισμό του, επί του οποίου στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι και αβάσιμος, γιατί, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339, 432 και 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι νόμιμα και επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, είναι και οι εξομοιούμενες με ιδιωτικά έγγραφα φωτογραφίες, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών εικόνων με μηχανικά μέσα, από τις οποίες μπορεί να συναχθούν περαιτέρω δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 7/2021, ΑΠ 1020/2021). Ο ίδιος δε λόγος, ως προς το τρίτο σκέλος του, είναι και αβάσιμος, γιατί δεν προσκομίζεται από τις αναιρεσείουσες, που έχουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 3 ΚΠολΔ, τη σχετική υποχρέωση κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η φερόμενη ως μη επιτρεπόμενη από το νόμο ληφθείσα υπόψη από 23.10.2008 επιστολή. Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω (πέμπτο) λόγο αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνιστάμενη στο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις υπεύθυνες δηλώσεις των τρίτων με φερόμενη ημερομηνία σύνταξής τους την 12.4.2008, τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του ο αρχικός αναιρεσείων προς απόδειξη της αγωγής του. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, αποκρούοντας τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις ως μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και δη ως μαρτυρίες τρίτων, που έγιναν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην ένδικη δίκη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ. X. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια του άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, με την έννοια ότι αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που, κατά τον τρόπο αυτό, παραμορφώθηκε. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά, ακολούθως, αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 1144/2023, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 149/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου αποδεικτικού εγγράφου, καθόσον, από διαγνωστικό σφάλμα, δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος αντιγράφου του βιβλίου συμβάντων του Τμήματος Ασφαλείας Ά. που εκδόθηκε την 7.7.2008, στο οποίο αναγράφεται ότι ο αρχικός αναιρεσείων προσήλθε στο ως άνω Τ.Α. την 28.3.2008 και κατήγγειλε την σε βάρος του κλοπή, αναφέροντας "ότι την 27/28-3-08 νυχτερινές ώρες, άγνωστος-οι δράστες εισήλθαν στην κατοικία του, που διατηρεί στο Τ. Ά....", αφού αυτό (Εφετείο) περαιτέρω δέχθηκε ότι ο αρχικός αναιρεσείων "στις 28-3-2008 προέβη στη δήλωση της κλοπής στην αρμόδια αστυνομική αρχή, στην οποία δήλωσε... ότι οι δράστες εισήλθαν στην εξοχική κατοικία του, την οποία διατηρεί στο Τ. Ά. (βλ. το αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Τμήματος Ασφάλειας Ά. που εκδόθηκε στις 2-4-2008)" καθώς και ότι "Μετά την έκδοση του προαναφερόμενου αντιγράφου από το βιβλίο συμβάντων, τελέστηκε νόθευση του βιβλίου, αφού άγνωστο πρόσωπο έσβησε με διορθωτικό υγρό (blanco) τη λέξη "εξοχική", με αποτέλεσμα το αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Τμήματος Ασφάλειας Ά. που εκδόθηκε στις 7-7-2008 και το οποίο κατά περιεχόμενο είναι ακριβώς όμοιο... με το αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων που είχε εκδοθεί στις 2-4-2008, να μην μνημονεύει την ιδιότητα της οικίας αυτής, στην οποία τελέστηκε η κλοπή, ως εξοχικής κατοικίας...". Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι ως άνω παρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου δεν αφίστανται του αληθούς περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, καθόσον το Εφετείο, σωστά ανέγνωσε το εν λόγω έγγραφο και συνεκτιμώντας αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό (ότι, δηλαδή, η μη αναφορά στο εν λόγω έγγραφο της ιδιότητας της κατοικίας, στην οποία τελέσθηκε η κλοπή, ως εξοχικής οφείλεται σε νόθευση του βιβλίου συμβάντων) από εκείνο που θεωρούν ορθό οι ήδη αναιρεσείουσες (που υπεισήλθαν, κατά τα προεκτεθέντα, στη θέση του αρχικού αναιρεσείοντος) ως προς το περιεχόμενο της ακριβούς δήλωσης του δικαιοπαρόχου τους στο Τ.Α. Ά.. Τούτο δε, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. XΙ. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....". Με το ανωτέρω άρθρο, κατά το μέρος που ορίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση, που δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας. Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποιά δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διάταξης, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 825/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δέκατο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (καθώς και του ομοίου περιεχομένου άρθρου 14 παρ. 1 εδ. α' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997), με την επίκληση ότι το Εφετείο υποπίπτοντας σε όλες τις νομικές πλημμέλειες (ήτοι παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου) που εκτέθηκαν με όλους τους λόγους αναίρεσης, παραβίασε τις προστατευόμενες από το ως άνω άρθρο της ΕΣΔΑ (και το ομοίου περιεχομένου άρθρο του ΔΣΑΠΔ), αρχές της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων και επέδειξε μεροληψία και προκατάληψη υπέρ της αναιρεσίβλητης εταιρίας. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όμως, είναι απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο προσδιορίζονται οι λόγοι παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ σε εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, δηλαδή σε πλημμέλειες που ελέγχονται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. XΙΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος των ήδη αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13.12.2017 αίτηση του Ν. Ν. (στη δικονομική θέση του οποίου ήδη υπεισήλθαν οι Α. Σ., Α. Ν. και Γ. Ν.) για αναίρεση της υπ' αριθ. 12/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει σε βάρος των ήδη αναιρεσειουσών τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ