Αριθμός 226/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευθύμιου Καραΐσκου και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Ι. Ζ., κατοίκου ..., 2Ι. συζ. Μ. Σ. το γένος Ι. Ζ., κατοίκου …, 3.Ε. Σ. Κ., κατοίκου ..., 4.Α. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 5.Α. Θ. Κ., κατοίκου ..., άπαντες εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Βηθλεέμ Σαΐτη-Τσαβδαρίδου και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 528/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2727/2008 του Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 2-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006). Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο από το όρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό εκείνης (απόφασης) τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων (όρων και προϋποθέσεων) που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ό,τι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη είτε από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη τον ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ως αποδεχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητιστικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 1360/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2727/2008 απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 28-4-2004 και περί ώρα 13.30' η Α. χήρα Ι. Ζ. βρισκόταν επί της διαχωριστικής νησίδος της οδού Πατησίων και στο ύψος της διασταυρώσεως της με την οδό Αγ. Μελετίου. Η οδός Πατησίων στο προς Ομόνοια ρεύμα της και συγκεκριμένα σ' αυτό το σημείο της (διασταύρωση με την οδό Αγ. Μελετίου) διαθέτει τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας εκ των οποίων η δεξιά είναι λεωφορειόδρομος και με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10 μέτρα, ενώ υφίστανται σηματοδότες που ρυθμίζουν την κυκλοφορία για οχήματα και πεζούς (βλ. έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα). Έτσι, η ως άνω πεζή, ενώ βρισκόταν επί της διαχωριστικής νησίδος με πρόθεση να διεκπεραιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο της οδού Πατησίων και παρά το γεγονός ότι ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε κόκκινο φως για τους πεζούς, παρά ταύτα η ως άνω πεζή κατήλθε από τη διαχωριστική νησίδα στο οδόστρωμα και αφού διήνυσε απόσταση 2,60 μέτρων εντός της αριστερής λωρίδος κυκλοφορίας του ρεύματος προς Ομόνοια, επέπεσε στη δεξιά πλευρά αυτής το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο οδηγούμενο, από τον πρώτο εναγόμενο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις έναντι τρίτων ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, την οποία (πεζή) εκτίναξε μπροστά από το σημείο πτώσεως και σε μικρή απόσταση, με αποτέλεσμα να την τραυματίσει θανάσιμα. Για το ένδικο ατύχημα, είναι συνυπαίτιοι τόσο ή θανούσα όσο και ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου και συγκεκριμένα: Η μεν θανούσα Α. χήρα Ι. Ζ., η οποία βρισκόταν επί της διαχωριστικής νησίδος των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού Πατησίων και έχοντας πρόθεση να διασχίσει το προς Ομόνοια ρεύμα κυκλοφορίας και ενώ η ένδειξη του σηματοδότη που ρύθμιζε την κυκλοφορία είχε κόκκινη ένδειξη για τους πεζούς και πράσινη για τα οχήματα, η ροή δε των τελευταίων ήταν κανονική, αυτή δεν ανέμενε, όπως επιβαλλόταν, την αλλαγή του φωτεινού σηματοδότη ώστε να διέλθει επιτρεπτά και με ασφάλεια το προς Ομόνοια ρεύμα κυκλοφορίας, άλλα, αντίθετα, κατήλθε στο οδόστρωμα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σε απόσταση μάλιστα 2,60 μέτρα (πλάτος λωρίδος 3,30 μέτρα περίπου) χωρίς επιπλέον να έχει στραμμένη την προσοχή της στα οχήματα του ρεύματος αυτού, που εκινούντο από δεξιά της, αλλά αυτή, σύμφωνα με καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων, είχε στραμμένη την προσοχή της στο αντίθετο προς την πλατεία Αμερικής ρεύμα κυκλοφορίας. Όμως και ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου, δεν οδηγούσε ως μέσος συνετός οδηγός, αφού αυτός έβαινε στο άκρο δεξιό της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, πλησίον της διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής, χωρίς επιπλέον να έχει στραμμένη την προσοχή του στην οδήγηση του μοτοποδηλάτου. Έτσι, με την εμφάνιση της πεζής στο οδόστρωμα (αντί) να μειώσει τροχοπεδώντας την ταχύτητα, με την οποία έβαινε, και έτσι να την αποφεύγει, ουδέν έπραξε, με συνέπεια να επιπέσει επ' αυτής με το εμπρόσθιο μέρος του μοτοποδηλάτου στη δεξιά πλευρά αυτής και μάλιστα να την εκτινάξει σε μικρή απόσταση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι συνυπαίτιοι του ένδικου ατυχήματος είναι κυρίως μεν η ίδια η παθούσα σε ποσοστό 60%, κατά ποσοστό δε 40% ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου και πρώτος εναγόμενος δεν έσφαλε. Αντίθετα, προήλθε, σε σύννομη, και προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων και τ' αντίθετα υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο των ένδικων εφέσεων είναι αβάσιμα, εντεύθεν δε απορριπτέα. Περαιτέρω, ενόψει των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ως άνω ατύχημα, που είχε ως συνέπεια τον θάνατο της Α. χήρας Ι. Ζ. 84 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, τον βαθμό πταίσματος του πρώτου εναγόμενου οδηγού αλλά και της θανατωθείσης, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, πλην της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, καθώς και του βαθμού συγγένειας εκάστου των εναγόντων το εύλογο ποσό που αντιστοιχεί στη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που έχουν υποστεί οι ενάγοντες εξ αιτίας της θανατώσεως της προαναφερόμενης Α. χήρας Ι. Ζ., ανέρχεται σε 20.000 ΕΥΡΩ για κάθε μία από τις δυο πρώτες ενάγουσες θυγατέρες της και σε 10.000 ΕΥΡΩ για καθένα από τους τρίτη, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων εγγόνια της, όπως ορθά και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, που έκρινε ότι συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 40%, για τον ως άνω θανάσιμο τραυματισμό της Α. χήρας Ι. Ζ., μητέρας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και μάμμης των τρίτης, τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, ήταν ο M. A. του A., που οδηγούσε το ζημιογόνο δίκυκλο μοτοποδήλατο και ότι κυρίως συνυπαίτια στον θανατηφόρο τραυματισμό της, κατά ποσοστό 60%, ήταν η ίδια η παθούσα και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του οδηγού και της πεζής και του επελθόντος αποτελέσματος, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα αυτά, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, περί συνυπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-5-2011 αίτηση, για αναίρεση της 2727/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ