Αριθμός 1768/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Γ. Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιργινία Περάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2708/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1790/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/11/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με την κρινόμενη από 29.11.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1790/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, συνεδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 2708/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 16.12.2011 αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρίας μόνο ως προς το αίτημά της περί αναγνώρισης της υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει το ποσό των 629.355,96 ευρώ κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ είχε απορριφθεί, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, το δεύτερο αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της ανυπαρξίας οιασδήποτε οφειλής της προς το αναιρεσίβλητο), απέρριψε την από 15.10.2019 έφεση της αναιρεσείουσας και, αφού έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την από 14.10.2019 έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε το επιστηριζόμενο στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αίτημά της και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση ως προς το ανωτέρω αγωγικό αίτημα, απέρριψε αυτό ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας. Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 10.12.2021, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή δημοσιεύθηκε την 30.3.2021 χωρίς να προκύπτει επίδοσή της στην αναιρεσείουσα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ δεν απαιτείται η κλήτευση (η οποία, πάντως, έγινε εκ περισσού), κατ' άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, της τραπεζικής εταιρίας "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που άσκησε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά του αναιρεσιβλήτου, γιατί η πρόσθετη αυτή παρέμβαση απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως απαράδεκτη και, συνεπώς, η προσθέτως παρεμβάσα δεν ήταν διάδικος στην δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 688/2018). ΙΙ. Κατά το άρθρο 904 ΑΚ "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από τον κανόνα του άρθρου αυτού, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας και έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, αφού γι' αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με την εν λόγω διάταξη ή με άλλη (ΑΠ 300/2022, ΑΠ 572/2021, ΑΠ 1330/2021), προκύπτει ότι προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 170/2016). Από την ίδια ως άνω διάταξη (ΑΚ 904) προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από άποψη ουσιαστικού δικαίου, είναι επιβοηθητικής φύσεως, δυνάμενη να ασκηθεί μόνο όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν δύναται να γίνει λόγος για έλλειψη νόμιμης αιτίας (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 836/2017), εκτός εάν ασκείται θεμελιούμενη σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) κατ' άρθρ. 219 ΚΠολΔ, της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1227/2015). Συνεπώς, εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις έγερσης της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία, η τυχόν ευθέως ασκούμενη αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές και όχι να προσφύγει στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 836/2017, ΑΠ 170/2016, ΑΠ 1227/2015). Περαιτέρω, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται επίκληση ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένους λόγους, μπορεί να ασκηθεί και ευθεία (και όχι επικουρική) αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Όμως, για το ορισμένο και νόμιμο της ευθείας εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγής, της στηριζόμενης σε άκυρη σύμβαση, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ, εκτός από τα προαναφερόμενα απαραίτητα κατ' άρθρο 904 ΑΚ στοιχεία, και τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 1579/2022), με συνέπεια να λείπουν οι προϋποθέσεις αξίωσης (αγωγής) από τη σύμβαση, ώστε να ενεργοποιείται απευθείας η ανωτέρω επιβοηθητικής φύσεως αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Τέτοιο έννομο συμφέρον, όμως, δεν έχει ο ενάγων, όταν το αίτημα που προέβαλε με την αγωγή του ήταν μη νόμιμο, αλλά το δικαστήριο της ουσίας το απέρριψε ως αόριστο, αφού η απόρριψη αγωγικού αιτήματος, ως μη νόμιμου, είναι δυσμενέστερη γι' αυτόν, από την απόρριψη του αιτήματος αυτού ως αόριστου (ΑΠ 828/2019, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 1021/2018, ΑΠ 1403/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης από 16.12.2011 αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρία, ισχυρίσθηκε, με αυτήν, τα εξής: 1) ότι έλαβε τέσσερα δάνεια από την τραπεζική εταιρία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", για τα οποία είχε εγγυηθεί υπέρ αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσίβλητο) και ότι ήδη αυτή (ενάγουσα) έχει εξοφλήσει τις οφειλές της από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις (μετά την αναμόρφωσή τους με το άρθρο 39 Ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 8 Ν. 3723/2008), όπως αυτό προκύπτει και από το από … έγγραφο της ως άνω τραπεζικής εταιρίας, 2) ότι η τελευταία (Εθνική Τράπεζα), το έτος 2005 προέβη στην κατάπτωση της υπέρ αυτής (ενάγουσας) εγγύησης του εναγόμενου Δημοσίου, το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει, για την αιτία αυτή, στην ως άνω τράπεζα, την 21.6.2005, το ποσό των 962.398,49 ευρώ, 3) Ότι έκτοτε το εναγόμενο Δημόσιο, χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα, παράνομα, καταχρηστικά και αντίθετα προς την επιβαλλόμενη καλή πίστη, συμψηφίζει το οφειλόμενο σ' αυτήν (ενάγουσα) ως εκμισθώτρια, μηνιαίο μίσθωμα, βάσει της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης μίσθωσης, για ένα ακίνητο, ιδιοκτησίας της, στην Κομοτηνή, στο οποίο στεγάζονται οι αναφερόμενες δημόσιες υπηρεσίες του (ήτοι το Τελωνείο Κομοτηνής, η Οικονομική Επιθεώρηση και το ΣΔΟΕ Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης), ωφελούμενο έτσι αυτό (εναγόμενο) αδικαιολόγητα, ήτοι χωρίς νόμιμη αιτία, κατά το ποσό των μισθωμάτων, που εξοικονόμησε, με αντίστοιχη ζημία της ίδιας (ενάγουσας) και τα οποία (μισθώματα) ανέρχονται για το μέχρι την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα, στο ποσό των 629.355,96 ευρώ, επικαλούμενο ανύπαρκτη απαίτησή του κατ' αυτής, ήτοι θεωρώντας ότι, ως εγγυητής, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά της δανειολήπτριας πρωτοφειλέτριας ενάγουσας, παραβλέποντας ότι, σύμφωνα με διάταξη του άρθρου 30 παρ. 9 περ. γ' Ν. 2789/2000, αυτό (εναγόμενο Δημόσιο), ευθύνεται και για το πέραν εκ της αναμόρφωσης των δανείων ποσό, αφού οι ανωτέρω ευεργετικές για τους δανειολήπτες διατάξεις δεν ισχύουν ως προς το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ και 4) ότι, περαιτέρω, το εναγόμενο Δημόσιο, αν και δεν έχει ουδεμία απαίτηση σε βάρος αυτής (ενάγουσας), με τον από … Πίνακα Χρεών της Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής, την εμφανίζει ως οφειλέτρια ποσού 1.640.105,06 ευρώ, από το οποίο 784.739,27 για κεφάλαιο και 855.365,79 ως προσαυξήσεις, κατά σκοπίμως εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 30 παρ. 9 Ν. 2789/2000, όπως ισχύει. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, η ενάγουσα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον λόγω της βλάβης της από την απώλεια των οφειλόμενων μισθωμάτων της, που το εναγόμενο Δημόσιο δεν της έχει καταβάλει, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί (κατόπιν παραδεκτού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιορισμού του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό) ότι το εναγόμενο Δημόσιο οφείλει να της καταβάλει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 629.355,96 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ανωτέρω ποσό των μισθωμάτων, κατά το οποίο αυτό ωφελήθηκε αδικαιολόγητα και η ίδια ζημιώθηκε αντίστοιχα και β) να αναγνωρισθεί ότι αυτή ουδέν οφείλει στο εναγόμενο. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή κατά το, από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, υπό στοιχ. α' αίτημά της, είναι μη νόμιμη, γιατί, αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, υπάρχει σύμβαση μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) μπορεί να ασκήσει την αξίωσή της για τα οφειλόμενα μισθώματα (τα οποία, άλλωστε, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια αγωγή, συνιστούν τον αιτούμενο αδικαιολόγητο πλουτισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου) από την σύμβαση αυτή και όχι να προσφύγει στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού για να ασκήσει με ευθεία αγωγή την από τις διατάξεις αυτές σχετική αξίωση, η οποία, όπως αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, είναι επιβοηθητικής φύσεως και δύναται να ασκηθεί μόνο όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξίωσης από σύμβαση (ή αδικοπραξία). Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα με την αγωγή της ουδόλως επικαλείται ακυρότητα της ανωτέρω σύμβασης για οιονδήποτε λόγο, ούτε αναφέρει περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα αυτής. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά το ανωτέρω μέρος της (ήτοι κατά το υπό στοιχ. α' αίτημά της), ως αόριστο. Παρά το σφάλμα, όμως, αυτό της προσβαλλομένης, η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση, καθόσον η απόρριψη ως μη νόμιμου του σχετικού αιτήματός της, είναι δυσμενέστερη της απόρριψης ως αόριστου και, επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο απόρριψης, ως αόριστης, της αγωγής κατά το ανωτέρω μέρος της, είναι απαράδεκτος κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια ως άνω νομική σκέψη. ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αναγνωριστική αγωγή μπορεί να ασκηθεί σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη (θετική αναγνωριστική αγωγή) ή η ανυπαρξία (αρνητική αναγνωριστική αγωγή) κάποιας έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα. Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη (ΑΠ 134/2015, ΑΠ 712/2014). Κατά κυριολεξία, έννομη σχέση είναι οι έννομες συνέπειες, που ισχύουν μεταξύ του προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προς πράγμα, οι οποίες απορρέουν από ρυθμιζόμενη από το δίκαιο βιοτική σχέση. Από το συνδυασμό δε, των διατάξεων των άρθρων 70, 216 παρ. 1, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην αρνητική αναγνωριστική αγωγή θα πρέπει ο ενάγων να εκθέτει τα περιστατικά που στοιχειοθετούν το δικαίωμα αυτού ως θεμελιωτικό του εννόμου συμφέροντός του και να προσδιορίζει την συγκεκριμένη έννομη σχέση (της οποίας ζητείται η αναγνώριση ανυπαρξίας), δηλαδή να αμφισβητεί το προβαλλόμενο από τον εναγόμενο δικαίωμα, αρνούμενος γενικά τα πραγματικά περιστατικά που το στηρίζουν (ΑΠ 851/2019, ΑΠ 1608/2017, ΑΠ 851/2002). Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της (ποσοτική αοριστία), την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 587/2023, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 43/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η ως άνω αγωγή, με το περιεχόμενο αυτής που αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο, κατά το υπό στοιχ. β' αίτημά της (αναγνωριστικό αίτημα ανυπαρξίας οιασδήποτε οφειλής της προς το εναγόμενο Δημόσιο), είναι αόριστη, γιατί η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) δεν προσδιορίζει την συγκεκριμένη έννομη σχέση της οποίας ζητείται η αναγνώριση ανυπαρξίας και ειδικότερα δεν αναφέρει με σαφήνεια το προβαλλόμενο δικαίωμα του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου), ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν εκθέτει τα περιστατικά που στοιχειοθετούν το δικαίωμα αυτής ως θεμελιωτικό του εννόμου συμφέροντός της σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Επομένως το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή κατά το ανωτέρω αίτημά της, ως αόριστη, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με σχετικό λόγο έφεσης από την ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), δεν απέρριψε, παρά το νόμο, αυτήν (αγωγή) κατά το ανωτέρω μέρος της, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και, συνεπώς, ο δεύτερος (και τελευταίος) από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. ΙV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ,) αλλά αυτά θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 Ν. 3693/1957 (που τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη σε βάρος ή υπέρ του Δημοσίου - ΑΠ 934/2020) σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 134423 Οικ/8.12.1992 (ΦΕΚ 11/20.1.1993) Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29.11.2021 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Γ. ΑΒΕΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 1790/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ