Αριθμός 875/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. χήρας Β. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Χρήστο Πάπαρη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Φ. του Α. και 2. Α. Φ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Τικόπουλου, αφού ανακάλεσε την από 4-8-2012 δήλωση του, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:309/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 266/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-10-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 18-7-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της αρχής της διαθέσεως, την οποία καθιερώνει το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι με βάση και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, θεμελιώνεται δε, εκτός άλλων περιπτώσεων, και επί επικουρικής σωρεύσεως βάσεων ή αιτήσεων της αγωγής κατά το άρθρο 219 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου ο ενάγων, για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής, μπορεί να στηρίξει αυτή σε άλλη βάση ή να υποβάλλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση, όταν το δικαστήριο παρά την παραδοχή της πρώτης (κύριας) βάσεως ή αιτήσεως της αγωγής, προχωρεί στην έρευνα της δεύτερης (επικουρικής) βάσεως ή άλλης αιτήσεως που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση και επιδικάζει και ό,τι ζητήθηκε με την επικουρική βάση ή αίτηση της αγωγής. Τα ανωτέρω για την ταυτότητα του νομίμου λόγου ισχύουν και στην περίπτωση που η κύρια βάση της αγωγής και το με βάση αυτή υποβληθέν αίτημα κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω της ικανοποιήσεώς του εκ μέρους του εναγομένου και της εκλείψεως πλέον του, κατ' άρθρο 68 του ανωτέρω Κώδικος, απαιτούμενου αμέσου εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος να ζητήσει δικαστική προστασία, για την οποία, και μόνο για την περίπτωση της ουσιαστικής απορρίψεως της κύριας βάσεως ή αιτήσεως της αγωγής, άσκησε την επικουρική βάση ή αίτηση της αγωγής. Συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, που δικάζει, δεν μπορεί να ερευνήσει και να δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη και την επικουρική βάση της αγωγής, διότι τότε επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με την αγωγή και υποπίπτει στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. α του ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Σε όλες τις παραπάνω αναφερόμενες θετικές ή αρνητικές περιπτώσεις κηρύξεως ακυρότητας, εκπτώσεως από δικαίωμα και απαραδέκτου, οι παραβάσεις αφορούν κανόνες δικονομικού δικαίου, τέτοιος δε κανόνας, εισάγων απαράδεκτο και δικονομική ακυρότητα, είναι και η αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 219 παρ.1 ΚΠολΔ, από την οποία προβλέπεται η κατ' ουσίαν έρευνα της δεύτερης (επικουρικής) βάσεως ή αιτήσεως της αγωγής μόνο για την περίπτωση, που απορριφθεί η πρώτη (κύρια) βάση ή αίτηση της αγωγής. Επομένως, σε περίπτωση που η ασκηθείσα πρώτη βάση γίνει δεκτή και ικανοποιηθεί πλήρως, έστω και με εκουσία συμμόρφωση του εναγομένου, η στηριζόμενη στην βάση αυτή αίτηση της αγωγής, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει την τελούσα υπό τη μη πληρωθείσα αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής δεύτερη βάση ή αίτηση της αγωγής, το δε εφετείο, παραλείποντας να κηρύξει απαράδεκτη και άκυρη τη γενόμενη από το πρωτόδικο δικαστήριο συζήτηση και ουσιαστική έρευνα αυτής, παραβιάζει τη δικονομική διάταξη του άρθρου 219 ΚΠολΔ και υποπίπτει και στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β και 14 ΚΠολΔ, διότι επιδίκασε υπέρ των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περισσότερα από όσα ζήτησαν οι τελευταίοι με την ένδικη από 3.2.2005 αγωγή τους, που απευθύνθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, αλλά τελικά δικάστηκε και έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και ως προς τις δύο, επικουρικά σωρευόμενες, βάσεις και αντίστοιχες αιτήσεις της από το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτώς γενόμενη από το δικαστήριο τούτο επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής και των άλλων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι οι ενάγοντες της αγωγής αυτής και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν με αυτή, πλέον της αιτηθείσας αποζημιώσεως από αδικοπραξία, που χωρίστηκε με την υπ' αριθ. 97/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία : I) κύρια μεν "να καταδικαστεί η εναγομένη" και τώρα αναιρεσείουσα "σε δήλωση βουλήσεως με περιεχόμενο την από μέρους της έγκριση της λειτουργίας οποιασδήποτε επιχειρήσεως υγειονομικού ενδιαφέροντος επί του καταστήματος τους ... κατ' επιταγή και με βάση τα μεταξύ τους ρητώς συμφωνηθέντα", και II) δευτερευόντως (επικουρικώς) δε "και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως δεν υφίστατο μεταξύ τους ο όποιος συμβατικός δεσμός, να αναγνωριστεί ότι η εκ μέρους της άρνηση χορήγησης της έγγραφης έγκρισής της (με τη μορφή συμπλήρωσης, υπογραφής και θεώρησης του γνήσιου της σε έντυπο του ν. 1.599/1986) περί λειτουργίας επιχειρήσεως στο ως άνω κατάστημα τους είναι καταχρηστική ...". Τα δύο ως άνω επικουρικώς σωρευόμενα βάσεις και αντίστοιχα αιτήματα της αγωγής αποτέλεσαν αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας από αμφότερα τα δικαστήρια της ουσίας, όπως τούτο προκύπτει από την πρωτόδικη υπ' αριθ. 14/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 266/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Εφετείο δέχθηκε, ότι η εναγόμενη, συμμορφούμενη με την από 16.10.2007 έγγραφη εξώδικη όχληση των εναγόντων να τους χορηγήσει τη συναίνεσή της για τη λειτουργία επιχείρησης καφετέριας στο ισόγειο κατάστημά τους, παρέσχε τη συναίνεσή της αυτή με την από 30.10.2007 υπεύθυνη δήλωση και ότι το Νοέμβριο του 2007 οι ενάγοντες εκμίσθωσαν το κατάστημά τους για τη λειτουργία καφετέριας στο Σ. Μ.. Μετά τη χορήγηση της συναίνεσης αυτής το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει ως άνευ αντικειμένου την κυρίως προταθείσα βάση και αίτηση της αγωγής για καταδίκη της εναγομένης σε δήλωση της βουλήσεώς της, ότι συναινεί στη λειτουργία επιχειρήσεως υγειονομικού ενδιαφέροντος στο κατάστημα των εναγόντων. Με την ως άνω παραδοχή του το Εφετείο επικύρωσε την ομοίως κρίνασα πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την κυρίως προταθείσα βάση και αίτηση της αγωγής. Στη συνέχεια, όμως, το Εφετείο προχώρησε και αυτό, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, στην κατουσίαν έρευνα της επικουρικώς προβληθείσας βάσεως και αιτήσεως της ένδικης αγωγής, την οποία δέχθηκε και αυτή, κρίνοντας ότι η άρνηση της εναγομένης και εκκαλούσας να συναινέσει στη λειτουργία επιχειρήσεως υγειονομικού ενδιαφέροντος στο ένδικο κατάστημα ήταν καταχρηστική και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει ομοίως και ως προς την επικουρική βάση και αίτηση της ένδικης αγωγής κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφαση στην κατ' ουσίαν απόρριψη της από 10.4.2008 εφέσεως της εναγομένης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που είχε ως αντικείμενο της δίκης μόνο το σύννομο ή μη της αρνήσεως της εναγομένης ιδιοκτήτριας διαμερισμάτων οικοδομής, υπαγομένης στις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 και του ν. 3.741/1929, να συναινέσει στη λειτουργία επιχειρήσεως υγειονομικού ενδιαφέροντος σε ισόγειο κατάστημα των εναγόντων στην ίδια οικοδομή, υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. β και 14 του ΚΠολΔ, διότι επιδίκασε περισσότερα από όσα ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες με την αγωγή, προβαίνοντας στην κατ' ουσίαν εκδίκαση και της επικουρικώς προταθείσας βάσεως και αιτήσεως της αγωγής και δεχόμενο αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ έπρεπε, μετά την παραδοχή ότι η κύρια βάση της αγωγής ήταν απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου και είχε εκλείψει πλέον το έννομο συμφέρον των εναγόντων για την παροχή έννομης προστασίας, λόγω της πλήρους ικανοποιήσεως του κυρίως ασκηθέντος δικαιώματός της, να δεχθεί την έφεση, να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη και άκυρη της συζήτηση της επικουρικής βάσεως και αιτήσεως της αγωγής από το πρωτόδικο δικαστήριο, αφού αυτή έχοντας ασκηθεί υπό την αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως και αιτήσεως της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, προϋπόθεση όμως δεν είχε πληρωθεί, δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά ούτε και από το δευτεροβάθμιο. Με βάση όλα τα προεκτεθέντα ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β και 14 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αιτία για την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Στη συνέχεια το δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 3 του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 4 του ν. 4.055/2012, για να δεχθεί την έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που αυτό δίκασε την επικουρική βάση και αίτηση της αγωγής για αναγνώριση της καταχρηστικότητας της αρνήσεως εναγομένης να συναινέσει στη λειτουργία επιχειρήσεως καφετέριας στο ισόγειο κατάστημα των εναγόντων και τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 266/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Κρατεί την υπόθεση το Δικαστήριο τούτο και τη δικάζει. Δέχεται κατ'ουσίαν την από 10.4.2008 έφεση της αναιρεσείουσας εκκαλούσας - εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 14/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Εξαφανίζει την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, κατά το μέρος που δίκασε επί της επικουρικής βάσεως και αιτήσεως της από 3.2.2005 αγωγής των αναιρεσιβλήτων εφεσιβλήτων - εναγόντων για αναγνώριση της καταχρηστικότητας της αρνήσεως της εναγομένης να συναινέσει στη λειτουργία επιχειρήσεως καφετέριας σε ισόγειο κατάστημά τους, που κείται σε πολυώροφη οικοδομή στην ... και επί των οδών ... και ... αριθ. 16, και κηρύσσει απαράδεκτη και άκυρη τη συζήτηση αυτής. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ