ΑΡΙΘΜΟΣ 148/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήττα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ρουμελιώτη, περί αναιρέσεως της 18/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ευβοίας. Το Πενταμελές Εφετείο Εύβοιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 926/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του Π.Κ., υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α και 263 α Π.Κ. απαιτούνται α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας του και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν αλλά και η συμπεριφορά του όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην απόκτηση παρανόμου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης σε τρίτο (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Έτσι, μεταξύ της πράξεως και του σκοπού του οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει τέτοια αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποιήσεως του σκοπούμενου οφέλους ή της σκοπούμενης βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το όφελος αυτό ή η σκοπούμενη βλάβη δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Έτσι η ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 ΠΚ που τελείται με τις ελεγχόμενες ενέργειες ή παραλείψεις που συνιστούν έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας του υπαλλήλου εντός του κύκλου δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς παράβαση υποχρεώσεων που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, απαιτείται η επιδίωξη παράνομης ωφελείας ή βλάβης ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε άλλο σκοπό ή χωρίς κανένα σκοπό ή ωφέλεια ή η ωφέλεια ή βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Υπάλληλος κατά τα άρθρα 263α και 13α Π.Κ. είναι και ο Πρόεδρος της Κοινότητας ως ασκών κοινοτική υπηρεσία, ο οποίος κατ' άρθρο 106 παρ.1 του Ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" είναι αρμόδιος α) ... γ) εκτελεί τις αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου ... δ) ... ε) είναι Προϊστάμενος των Υπηρεσιών της Κοινότητας και τις διευθύνει, στ) ... ζ) συνυπογράφει τους βεβαιωτικούς καταλόγους και τα χρηματική εντάλματα πληρωμής των δαπανών, οι οποίες έχουν εκκαθαριστεί από τις Υπηρεσίες της Κοινότητας, θ) υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει η Κοινότητα ... ιβ) Απαντά, εγγράφως ή προφορικώς στα ερωτήματα που του υποβάλλουν τα μέλη του Κοινοτικού συμβουλίου εντός ενός (1) μηνός. Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2690/1999 "Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας", ο οποίος, κατά το άρθρο 1 αυτού, εφαρμόζεται στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα άλλα Ν.Π.Δ.Δ. και κατά το άρθρο τρίτο αυτού ισχύει από τη δημοσίευσή του (9.3.1999), όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τις τροποποιήσεις που έλαβαν χώρα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 του ν. 2880/2001 και του άρθρου 11 παρ.2 του ν. 3230/2004, ορίζονται τα ακόλουθα "1. Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. 2. Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και είναι σχετικά με υπόθεσή του η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές. 3. Το κατά τις προηγούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου, ή αν παραβλάπτεται απόρρητο, το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. Η αρμόδια διοικητική αρχή μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του δικαιώματος τούτου αν το έγγραφο αναφέρεται στις συζητήσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή αν η ικανοποίηση του δικαιώματος αυτού είναι δυνατόν να δυσχεράνει ουσιωδώς την έρευνα δικαστικών αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών σχετικώς με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παραβάσεως. 4. Το δικαίωμα των παρ.1 και 2 ασκείται: α) με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας, ή β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο. Η σχετική δαπάνη αναπαραγωγής βαρύνει τον αιτούντα εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. 5.......6) Η χρονική προθεσμία για τη χορήγηση εγγράφων κατά τις παραγράφους 1 και 2 είναι είκοσι (20) ημέρες". Επίσης με το άρθρο 25 παρ.4 του ν.1756/1988 "Περί Κώδικος Οργανισμού δικαστηρίων και καταστάσεως δικαστικών λειτουργών έχει ορισθεί ότι " Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών α) έχει δικαίωμα να συνιστά σε όσους φιλονικούν να αποφύγουν την τέλεση αξιοποίνων πράξεων και να επιδιώξουν την ειρηνική λύση της διαφοράς τους β) δικαιούται να παραγγέλλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφελείας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 261 του Κ.Πολ.Δ. Από τις παραπάνω διατάξεις, που συγκεκριμενοποιούν την θεσπιζόμενη από τα άρθρα 5Α και 10 του ισχύοντος Συντάγματος αρχή της δημοσιότητας και διαφάνειας στη δράση της διοικήσεως, προκύπτει ότι υπό τις αναφερόμενες σε αυτές προϋποθέσεις κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων, ο νομοθέτης δε καθιέρωσε ως μόνη προϋπόθεση την ύπαρξη ευλόγου ενδιαφέροντος προς τούτο. Ως διοικητικά έγγραφα στο άρθρο 5 παρ.1 ν.2690/1999 προσδιορίζονται εκείνα που συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά ως τέτοια κατά την έννοια και το σκοπό του νόμου θα πρέπει να θεωρούνται και εκείνα που αποτελούν στοιχείο του φακέλου διοικητικής υποθέσεως το οποίο και αν δεν προέρχεται από δημόσιες υπηρεσίες χρησιμοποιήθηκε ή λήφθηκε υπόψη για τον καθορισμό της διοικητικής δράσεως ή τη διαμόρφωση κρίσεως διοικητικού οργάνου. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος γνώσεως των διοικητικών εγγράφων, εκτός από την υποβολή αιτήσεως εκ μέρους του ενδιαφερομένου και σε περίπτωση λήψεως αντιγράφου η καταβολή από αυτόν της απαιτουμένης δαπάνης αναπαραγωγής του, απαιτείται η ύπαρξη κάθε φορά του ευλόγου ενδιαφέροντος προκειμένου για διοικητικά έγγραφα, που είναι αυτό που προκύπτει κατά τρόπο αντικειμενικό από την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης προσωπικής εννόμου σχέσεως που συνδέει τον αιτούντα με το περιεχόμενο του διοικητικού εγγράφου του οποίου ζητείται να λάβει γνώση ή ειδικού εννόμου συμφέροντος του αιτούντος προκειμένου για ιδιωτικά έγγραφα που φυλάσσονται σε δημόσιες υπηρεσίες και τα οποία πρέπει να είναι σχετικά με υπόθεση του ιδίου του αιτούντος η οποία εκκρεμεί σε δημόσια υπηρεσία ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτή και πρέπει να προσδιορίζεται στη σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου αυτό το εύλογο ενδιαφέρον ή ειδικό έννομο συμφέρον ανάλογα με την περίπτωση. Παράλληλα η άσκηση του δικαιώματος αυτού εκ μέρους των πολιτών δεν είναι νοητό να καταλήξει σε τροχοπέδη συνεχίσεως της λειτουργίας της αρμόδιας υπηρεσίας και στη σχετική αίτηση για χορήγηση αντιγράφων των διοικητικών εγγράφων του φακέλου της υποθέσεως πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα ζητούμενα έγγραφα διότι άλλως το αίτημα χορηγήσεως αντιγράφων αν είναι αόριστο και δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα αυτά ατομικά ή με βάση συγκεκριμένο κριτήριο ικανό να τα κατατάξει σε ορισμένη κατηγορία ή ομάδα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί καθόσον η διοίκηση δεν υποχρεούται να προβαίνει σε χρονοβόρες και επίπονες αναζητήσεις μετά από έρευνα και αξιολόγηση προς ανεύρεση των ζητουμένων εγγράφων. Η ύπαρξη ευλόγου ενδιαφέροντος ή ειδικού εννόμου συμφέροντος και το ορισμένο ή σαφές ή καταχρηστικό της σχετικής αιτήσεως κρίνεται κάθε φορά από τον αρμόδιο υπεύθυνο κάθε δημόσιας υπηρεσίας. Σε περίπτωση αρνήσεως χορηγήσεως των αντιγράφων ο αιτών έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών προκειμένου ο τελευταίος να ασκήσει το από το άρθρο 25 παρ.4 εδάφ. β του Ν.1756/1988 δικαίωμα. Η σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα έχει το χαρακτήρα δικαστικής διάταξης και ως εκ τούτου πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να μην αποτελεί απλό διαβιβαστικό της σχετικής αιτήσεως χωρίς ρητή έκφραση της γνώμης του συντάκτη της. Εάν η εισαγγελική παραγγελία φέρει αυτά τα χαρακτηριστικά, η δημόσια διοίκηση υποχρεούται να συμμορφωθεί, σε περίπτωση δε, τυχόν, αρνήσεως είναι ενδεχόμενο να αναζητηθούν ποινικές ευθύνες για παράβαση καθήκοντος, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προαναφερθείσης σχετικής διατάξεως του Π.Κ., δοθέντος και του ότι τέτοια με το ως άνω περιεχόμενο εισαγγελική παραγγελία, αν δεν εισακουσθεί, επιβεβαιώνει την παράβαση καθήκοντος. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως της καταδικαστικής για παράβαση καθήκοντος αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ'αυτήν, εκτός των προαναφερθέντων, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της που αποτελούν ενιαίο σύνολο και ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε καθένα από αυτά. Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ( η οποία μπορεί να αναφέρεται σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως), υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προέρχεται σε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έχει δεχθεί ως αληθή στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείτο νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Ευβοίας με την προσβαλλομένη 18/2012 απόφασή του κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και τον καταδίκασε σε ποινική φυλακίσεως πέντε (5) μηνών που ανεστάλη. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, μετά παράθεση νομικών διατάξεων από αυτές που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας που είναι και η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι, από τα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " Ο κατηγορούμενος στις 12.3.2007 τυγχάνων Πρόεδρος της Κοινότητας ..., ήτοι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α Π.Κ., στον οποίο είχε νόμιμα ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και την παράταξή του παράνομο όφελος, παρέβη εκ προθέσεως τα ανατιθέμενα από τη νομοθεσία και ειδικότερα από τις προαναφερθείσες διατάξεις καθήκοντά του, τα οποία συνίσταντο, μεταξύ άλλων, στο να χορηγεί και να δημοσιοποιεί έγγραφα και φωτοαντίγραφα σχετικά με τα οικονομικά στοιχεία των εξόδων την Κοινότητας ... και ειδικότερα, ενώ έγινε αρχικώς δεκτή από την Εισαγγελία Πλημ/κών Χαλκίδας η υπ' αριθμ. 341/26.1.2007 αίτηση του Π. Π., συμβούλου της Κοινότητας ..., ώστε να του χορηγηθούν φωτοαντίγραφα των ενταλμάτων πληρωμής-τιμολογίων της προαναφερομένης Κοινότητας για τα διαχειριστικά έτη 2001, 2002, 2003 και 2004 προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ως μέλος της αντιπολιτεύσεως στο προβλεπόμενο από το νόμο έλεγχο των οικονομικών στοιχείων, εν συνεχεία δε το εν λόγω αίτημα διαβιβάστηκε από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Χαλκίδας προς την Κοινότητα ... με το υπ' αριθμ. RL 3330L 933 GR/12.3.2007 συστημένο, εν τούτοις ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Προέδρου της εν λόγω Κοινότητας αρνήθηκε να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή να παραδώσει οποιοδήποτε έγγραφο στο μηνυτή ή σε τρίτο πρόσωπο σχετικά με τα οικονομικά στοιχεία της ανωτέρω κοινότητας κατά τα ανωτέρω έτη. Σημειωτέον ότι τα ζητηθέντα στοιχεία αποτελούν έγγραφα τα οποία ο μηνυτής ο οποίος τα ζήτησε ως κοινοτικός σύμβουλος είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον να λάβει γνώση αυτών στο πλαίσιο της ασκήσεως των καθηκόντων του και ιδίως των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι, λόγω του όγκου των εν λόγω εγγράφων, κάλεσε προφορικά τον μηνυτή να προσέλθει και να λάβει γνώση τούτων στο Κοινοτικό Κατάστημα δεν αποδείχθηκε αντίθετα δε αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα Δ. Δ., υπαλλήλου της Κοινότητος ο οποίος κατηγορηματικά κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος του είχε δώσει προφορική εντολή να μη δίνει αντίγραφα και γενικά κανένα στοιχείο στην αντιπολίτευση. Με την ανωτέρω άρνησή του, η οποία ήταν πρόσφορη περιποιήσεως του σκοπούμενου κατωτέρω οφέλους, ο κατηγορούμενος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και την παράταξη της οποίας προΐστατο παράνομο όφελος συνιστάμενο στην απόκρυψη των εν λόγω οικονομικών στοιχείων από τον έλεγχο των οποίων ενδεχομένως να προέκυπταν ευθύνες παραλείψεις ή ενέργειες κακοδιαχείρισης στην Κοινότητα ..., στο ως άνω δε χρονικό σημείο προέβη στη συγκεκριμένη πράξη άρνησης παροχής των προαναφερομένων οικονομικών στοιχείων, έχοντας τον ίδιο διαρκή σκοπό και ενιαίο δόλο τελέσεως ήτοι γνώση και θέληση να επιφέρει το επελθόν από την προπεριγραφομένη άποψη αποτέλεσμα, άποψη που ενισχύεται από το γεγονός ότι με την υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΕΕΔΑ/Φ2/13/1014/15.2.2006 έκθεση επιθεώρησης των επιθεωρητών ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης Α. Ρ. και Γ. Μ. διαπιστώθηκαν πράγματι οι αναφερόμενες σ' αυτήν ατασθαλίες και παραβιάσεις καθήκοντος εκ μέρους του κατηγορουμένου, για τις οποίες και ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση (διαφορετική της προκειμένης), πράξη για την οποία τελικά απηλλάγη αφ' ενός μεν με το υπ' αριθμ. 332/08 βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κών Χαλκίδας με το οποίο έπαυσε οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις μερικότερες πράξεις που είχαν τελεστεί μεταξύ των ετών 2001 και 2003, αφετέρου δε με την υπ' αριθμ. 50/2010 αθωωτική γι' αυτόν απόφαση του Τριμελούς για Πλημμελήματα Εφετείου Αθηνών που συνεδρίασε στη Χαλκίδα, χωρίς όμως τούτο να αναιρεί το δόλο του, ως ανωτέρω περιγράφεται στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της παραβάσεως καθήκοντος, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμού αυτού ...". Με αυτά που δέχθηκε, κατά τη γνώμη που επικράτησε, το Πενταμελές Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά για τον σχηματισμό της κρίσεως του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος αυτού και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε αλλά υπάρχουν κενά και ασάφειες στις παραδοχές της αποφάσεως που δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα δεν διευκρινίζεται σε ποιες πράξεις του Προέδρου της Κοινότητας ..., για έργα, εργασίες και προμήθειες της Κοινότητας κατά τα προηγούμενα έτη, αφορούσαν τα χρηματικά εντάλματα και τα τιμολόγια που ζήτησε ο μηνυτής με την αίτησή του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας να του δοθούν από την Κοινότητα ..., Πρόεδρος της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος, καθόσον λόγω του μη σαφούς προσδιορισμού των αιτουμένων εγγράφων για την ικανοποίηση του αιτήματος αυτού απαιτείτο από την Κοινότητα έρευνα και αξιολόγηση οικονομικού περιεχομένου των διοικητικών εγγράφων στο αρχείο της Κοινότητας προς εντοπισμό των, στον οποίο δεν ήταν υποχρεωμένος να προέλθει ο κατηγορούμενος υπό την άνω ιδιότητά του σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 5 ν.2690/1999. Επί πλέον δεν διευκρινίζεται στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως εάν κατά το στάδιο της εγκρίσεως του απολογισμού του κάθε προηγουμένου οικονομικού έτους από το Κοινοτικό Συμβούλιο της Κοινότητος ... υποβλήθηκε από τον μηνυτή, ως Κοινοτικό Σύμβουλο σ' αυτήν, το αίτημα για χορήγηση αντιγράφων των χρηματικών ενταλμάτων και τιμολογίων ως δικαιολογητικών των λογαριασμών διαχειρίσεως των συγκεκριμένων προηγουμένων οικονομικών ετών επί του απολογισμού των οπίων τότε θα αποφάσιζε το Κοινοτικό Συμβούλιο κατά τα άρθρα 163, 164 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 και τα οποία ίσχυαν από τη δημοσίευση στις 8/6/2006 του ως άνω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως για να νοείται η ύπαρξη ευλόγου ενδιαφέροντος του μηνυτή να ζητήσει να λάβει γνώση αυτών ως διοικητικών εγγράφων για τα οικονομικά έτη 2003, 2004 και 2005 για τα οποία και υπέβαλε όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ως περιλαμβανόμενη στα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα την αναφερόμενη αίτηση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας καθόσον μετά την έγκριση του απολογισμού της Κοινότητας από το Κοινοτικό Συμβούλιο ο περαιτέρω έλεγχος της εγκρίσεως του απολογισμού γίνεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο στο οποίο προβλέπεται κατά το νόμο ότι υποβάλλεται ο απολογισμός εντός μηνός από την πράξη εγκρίσεως του από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Δεν παρέχεται σε άλλη περίπτωση δυνατότητα ελέγχου εκ των υστέρων από κοινοτικό σύμβουλο του εγκριθέντος ήδη απολογισμού της Κοινότητας, στην οποία έχει εκλεγεί και έτσι η με την υποβολή της αναφερομένης υπ' αριθμ. 341/26-1-2007 αιτήσεως του μηνυτή στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας αναζήτηση χορήγησης σ' αυτόν των αναφερομένων χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής- τιμολογίων της Κοινότητας ... για τα άνω οικονομικά έτη δεν δημιουργούσε υποχρέωση της Κοινότητος της οποίας προϊστατο ο αναιρεσείων να ικανοποιήσει τέτοιο αίτημα αφού ο έλεγχος πράξεων της Κοινότητος δεν είναι δικαίωμα των πολιτών ούτε των κοινοτικών συμβούλων της αντιπολιτευομένης εκείνη στην οποία ανήκει ο εκλεγείς ως Πρόεδρος της Κοινότητος παράταξη, ακόμη και στην περίπτωση ασκήσεως προσφυγής από όποιον έχει έννομο συμφέρον κατά πράξεων διοικητικού συμβουλίου νομικού προσώπου ορισμένης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως εντός δεκαπέντε ημερών αφότου οι πράξεις αυτές δημοσιεύθηκαν ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής της παρ.4 του άρθρου 18 του Ν. 2218/1994 όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2839/2000 κατά τα περαιτέρω οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου, δοθέντος ότι από την επιτροπή αυτή ασκείται έλεγχος νομιμότητας στις πράξεις αυτές και εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη λήψη του παραπεμπτικού εγγράφου μαζί με τα προβλεπόμενα από το νόμο δικαιολογητικά για την έκδοσή της αποφαίνεται για την ακύρωση της πράξεως ή για το αν νομίμως εξεδόθη και αν δεν αποφανθεί εντός αυτής της εικοσαήμερης προθεσμίας σε περίπτωση παρόδου της οποίας χωρίς να αποφανθεί η ως άνω επιτροπή θεωρείται ότι αυτή απέρριψε την προσφυγή. Αντίθετα ο έλεγχος των άνω πράξεων και αυτών που αφορούν έγκριση του απολογισμού Κοινοτήτων μετά την έγκριση από το Κοινοτικό Συμβούλιο ανήκει μόνον στα θεσμοθετημένα προς τούτο όργανα και η με την αναφερομένη παραπάνω αίτηση του μηνυτή προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας επιδίωξη λήψεως αντιγράφων των αναφερομένων σ' αυτήν διοικητικών εγγράφων υποδήλωνε μη επιτρεπόμενο στον αιτούντα έλεγχο της δημόσιας διοίκησης στην οποία υπάγονται και οι Κοινότητες ως Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποβολή ερωτήματος από Κοινοτικό Σύμβουλο προς τον Πρόεδρο τότε της Κοινότητος ... στο οποίο αυτός ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει προφορικώς ή εγγράφως κατ' άρθρο 106 παρ.1 περ. ιβ του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων. Εξ άλλου κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως για το ίδιο διάστημα για το οποίο ζήτησε ο μηνυτής να του παραδοθούν τα εντάλματα-τιμολόγια της Κοινότητας έγινε έλεγχος από αρμόδιους Επιθεωρητές Ελεγκτές Δημόσιας Διοίκησης και για διαπιστωθείσες ατασθαλίες και παρατυπίες ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις οποίες με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και απόφαση του Τριμελούς Εφετείου έπαυσε η ποινική δίωξη και κηρύχθηκε αθώος, αντίστοιχα, ούτος για διαφορετικές πράξεις παραβάσεως καθήκοντος. Είναι ασαφή και δεν αποτελούν ασφαλές κριτήριο τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά ως προς την διαπίστωση συνδρομής στον αναιρεσείοντα σκοπού να προσπορισθεί παράνομο όφελος με απόκρυψη στοιχείων για κακή διαχείριση των οικονομικών της Κοινότητος ... και για παραλείψεις του κατ' αυτήν από τη μη παράδοση των αιτηθέντων αντιγράφων των χρηματικών ενταλμάτων σε περίπτωση που δεν εδικαιούτο να προέλθει εκ των υστέρων σε τέτοιο έλεγχο ο μηνυτής. Επομένως, είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη (έστω και υπό την επίκληση διαφορετικών αιτιάσεων) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος παρελκούσης δε της ερεύνης των άλλων λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 18/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ευβοίας. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιανουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ