Αριθμός 1418/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ΑΦΜ: ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μελίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... LEASING (προηγούμενη επωνυμία "... LEASING"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 20-3-2012 ανταγωγή της ήδη α' αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3162/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 941/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-4-2017 αίτησή τους και η α' αναιρεσείουσα με τους από 12-10-2020 προσθέτους λόγους της. Εκδόθηκε η 776/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση του από 12-10-2020 προσθέτου λόγου αναίρεσης και απέρριψε την από 18-4-2017 αίτηση αναίρεσης. Ήδη επαναφέρονται προς συζήτηση οι από 12-10-2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι προσδιορίστηκαν στο παρόν δικαστήριο με την από 23-11-2021 κλήση της α' αναιρείουσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 23/11/2021 κλήση της η πρώτη αναιρεσείουσα νομότυπα επαναφέρει τους από 12/10/2020 (και με αρ. κατ. 90/2020) πρόσθετους λόγους της επί της από 18/4/2017 (και με αρ. κατ. 63/2017) αίτησης αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 941/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την κήρυξη της συζήτησης τους ως απαράδεκτης (λόγω της μη επίδοσής τους προς την μη ασκήσασα αυτούς [πρόσθετους λόγους] δεύτερη αναιρεσείουσα) με την υπ'αριθμ. 776/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και την επακολουθήσασα επίδοση τους προς αυτήν, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. 182Γ/1-3-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Ρ., της συζητήσεως χωρούσης νομίμως παρά την απουσία της δεδομένου ότι κλήθηκε νομοτύπως, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. 11595/21-12-2021 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητη (άρθρ. 576 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε (έστω και εσφαλμένα) για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991, 25/2003, ΑΠ 927 και 1293/2017), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία. Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν ο μη ερευνηθείς ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΟλΑΠ 14/2004) ή δεν ασκεί ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι ο αλυσιτελής ισχυρισμός (ΑΠ 531/2018). Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ολ. ΑΠ 1/1995, ΑΠ. 571/2018, 169 και176 /2019). Ωστόσο, απαράδεκτος είναι και ο αλυσιτελής λόγος αναίρεσης, δηλαδή όταν η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ1231/2017). Έτι περαιτέρω στο άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει μετά από την τροποποίησή του από την παρ. 11 του άρθρου 154 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27-5- 2016), ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ,μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων, που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.". Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.ΑΚ. και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου. Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 Α.Κ.. Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 β' του ίδιου νόμου (ΑΠ Ολ 11/2015). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.56Τ παρ.2 ΚοΛΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε μ'αυτή, κατά την ανέλεγκτη κρίση του (αρθ.561 παρ.1 ΚΠοΛΔ), τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στον Δήμο ...ς και συγκεκριμένα στο Ο.Τ, που περικλείεται από τις οδούς Κ., Κ., Ε.. Κ., Τ. και Κ., έχει εμβαδόν 697,14 τ.μ. και εμφαίνεται στο από 25.07.2011 τοπογραφικό διάγραμμα των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Θεσσαλονίκης, Δ. Β. - αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού και Δ. Τ. - πολιτικού μηχανικού με στοιχεία A (410679,92 - 4493046,71) - Β (410684,60 - 4493051,09) - Γ (410678.95 - 4493057.20) - Δ· (410686,47 - 4493061,40) - Ε (410715,88 - 4493010,97) - Ζ (410704,36 - 44.93.004,33), που είναι (το διάγραμμα) συνημμένο στην αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και στο από 16.02.2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Π., που είναι συνημμένο στην αγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "B. Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με τα ίδια πιο πάνω στοιχεία. .Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... 04 003/0/0, εμβαδού, 6440 τ.μ., που φέρεται, με βάση τις αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς να ανήκει στην πρώτη εφεσίβλητη, επί του οποίου (όλου οικοπέδου) και ειδικότερα στο βόρειο τμήμα του, έχει ανεγερθεί οικοδομή, επί της οποίας έχουν συσταθεί, με το υπ' αριθμ. .../15.12.2005 συμβολαιογραφικό έγγραφο σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου …, Ε. Φ. - Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, δεκαεννέα (19) οριζόντιες ιδιοκτησίες, με ΚΑΕΚ ... 04 003/0/1 έως 19_047 05 04 003/0/19, εκ των οποίων δεκαοκτώ φέρονται κατά τις ίδιες ως άνω αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς να ανήκουν στην πρώτη εφεσίβλητη, ενώ εκείνη με ΚΑΕΚ ... 04 003/0/7, με βάση τις ίδιες εγγραφές φέρεται να ανήκει στην ίδια πρώτη εφεσίβλητη και ακολούθως στη δεύτερη εφεσίβλητη, ως ειδικής διαδόχου της πρώτης, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../28.02.2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Ι. Μ. Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες βρίσκονται στο βόρειο τμήμα τού όλου ακίνητου, ενώ το επίδικο στο νότιο τμήμα αυτού και συνορεύει (το επίδικο ακίνητο) βορειοδυτικά επί πλευράς Α-Β με ακίνητο μέ ΚΑΕΚ ... 04 004/0/0, δυτικά επί πλευράς Β-Τ με ακίνητο με ΚΑΈΚ ... 04 0'04/0/0, βόρεια και ανατολικά επί πλευρών Γ-Δ και Δ-Ε αντίστοιχα με ακίνητο με ΚΑΈΚ ... 04 003/0/0, νότια επί πλευράς Ε-Ζ με ακίνητο με ΚΑΈΚ ...'04-003/0/0 και με ακίνητο με ΚΑΈΚ … ΕΚ 00 190 και ανατολικά επί πλευράς Ζ- Α με ακίνητα με ΚΑΈΚ … ΕΚ 00 189, ... 04 0Ο8/0/Ο και ... 04 003/0/0. Το επίδικο ακίνητο ενέπιπτε εντός του αρχικού πολύ ευρύτερου υπ' αριθμ' ΑΚ …7 (αρχικού ανταλλάξιμου κτήματος, το οποίο είχε συνολική έκταση 440.000 τ.μ. και αποτελείτο από διάφορα επι μέρους ακίνητα, που ανήκαν σε ανταλλαγέντες μουσουλμάνους κάι εγκαταλήφθηκαν από αυτούς κατά την ανταλλαγή των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 7 Ν. 4793/1930 περί κύρωσης της από 10.06.1930 σύμβασης της Άγκυρας, του από 23/25.08.1923 Ν.Δ. περί κύρωσης της από 30.01.1923 Σύμβασης της Λωζάνης, του άρθρου 1 παρ. 1 Β.Δ. τής 24.31.10.1940 "περί τροποποιήσεως ... διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων" και των άρθρων 1, 7 Α.Ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων". Το εν λόγω ανταλλάξιμο ακίνητο με αριθμό …7 (αρχικό) καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο που τηρούσε η Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων (ημερομηνία πρωτοκόλλου παραλαβής η 4η Φεβρουάριου 1927 από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που ήταν τότε η διαχειρίστρια των ανταλλάξιμων κτημάτων, μετά την κατάληψή του με το από 13.11.1926 πρωτόκολλο κατάληψης του Κεντρικού Γραφείου Ανταλλαγής, με το οποίο, καταλήφθηκε από το Δημόσιο ακόμη ευρύτερη έκταση, εμβαδού 202.000 τ.μ., ως οικόπεδο εκτάσεως 140.000 τ.μ., ευρισκόμενο στη θέση Α. Καλαμαριάς , συνορευόμενο προς Ανατολάς με οδό προς την Κ., προς Δυσμάς με την οδό Α., προς Βορρά με Γ. Γ. Κ. Ε., και προς νότο με Σ. Σ. Π.. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ; 12593/256/13-7- 1966 απόφαση της ΕΔΑΠ διαχωρίστηκε το άνω ανταλλάξιμο (ΑΚ 4437 αρχικό) ακίνητο σε δύο (2) τμήματα, μεταξύ των οποίων και το πρώτο τμήμα με αριθμ. ΑΚ …7, εκτάσεως 128.000 τ.μ. Με την 20461/04.05.1979-απόφαση της ΕΔΑΠ το ΑΚ …7 διαχωρίστηκε σε τέσσερα (4) τμήματα, ήτοι τα ΑΚ …7, 8768/Α, 8769/Α και 8770/Α. Το ως άνω ΑΚ …7 είχε πλέον, μετά τον διαχωρισμό, έκταση 125.741 τ.μ. και όρια Ανατολικά την οδό προς. Κ. και ΑΚ 87587Ά και 8769/Α, Δυτικά την οδό Α., Βόρεια το Γ. της Γ. Κ. Ε. και ΑΚ 8769/Α και 8770/Α και Νότια τους Σ. Σ. Π. (τότε Α. Σ. Α.) και ΑΚ 8769/Α και 8770/Α. Με την 21658/08.12.1982 απόφαση της ΕΔΑΠ διαχωρίστηκε εκ νέου το ως άνω ΑΚ 4437 σε τρία (3) τμήματα, με αριθμούς ΑΚ 4437, 9229/Α και 9230/Α. Το εν λόγω ΑΚ 4437 είχε πλέον, μετά τον διαχωρισμό, έκταση 125.229,77 τ.μ. και όρια Ανατολικά την οδό προς Κ. και ΑΚ 8768/Α, 8769/Α, 9229/Α και 9230/Α, Δυτικά την οδό Α. και ΑΚ 9229/Α και 9230/Α, Βόρεια το Γ. της Γ. Κ. Ε. και ΑΚ 8769/Α, 8770/Α, 9229/Α και 9230/Α και Νότια τους Σ. Σ. Π. (τότε Α. Σ. Α.) και ΑΚ 8769/Α, 8770/Α,9229/Α και9230/Α. Με την22430/612/18.06.1985απόφαση της ΕΔΑΠ το υπ' αριθμ. ΑΚ 4437ανταλλάξιμο κτήμα διαχωρίστηκε εκ νέου σε δύο κτήματα, ήτοι το υπ' αριθμ. 4437 και το υπ' αριθμ. 9472/Α. Το νέο ΑΚ 4437, είχε πλέον, μετά τον διαχωρισμό έκταση 118.309,77 τ μ, και όρια Ανατολικά την οδό προς I Κ., Δυτικά την οδό Α. (νυν Θ. Σ.), Βόρεια Γ. της Γ. Κ. Ε. (τέως Α.) και Νότια τούς Σ. Σ. Π. (τότε Α. Σ. Α.). Με την 22584/612717.10.Τ-985 απόφαση της ΕΔΑΠ τού υπ' αριθμ. το ΑΚ 4437 ανταλλάξιμο κτήμα-διαχωρίστηκε εκ νέου σε δύο κτήματα, ήτοι το υπ' αριθμ.4437 και το υπ'αριθμ 9500/A. Το νέο ΑΚ 4437, είχε πλέον, μετά τον διαχωρισμό, έκταση 98949,77 τ.μ, και όρια Ανατολικά την οδό πρός Κ., Δυτικά-την οδό Α. νυν Θ. Σ.), Βόρεια Γήπεδο της Γ. / Κ. Ε. (τέως Α.) και ΑΚ 95ΟΟ/Α και Νότια τους Σ. Σ. Π. (τότε Α. Σ. Α.). Τέλος, με την 23.307/643/18.12.1986 απόφαση της ΕΔΑΠ διαχωρίστηκε το ΑΚ 4437 σε τρία (3) τμήματά, ήτοι τα με αριθμούς ΑΚ 4437, ΑΚ 9665/Α, στο οποίο εμπίπτει εξ ολοκλήρου το επίδικο, (όπως, ειδικότερα κατωτέρω θα αναπτυχθεί) και ΑΚ 9666/Α. Με την ίδια απόφαση, το προκύψαν 9665/Α κτήμα διαχωρίζεται σε δύο (2) τμήματα, ήτοι το ΑΚ 9665/Ά και ΑΚ 9667/Α. Το πρώτο (ΑΚ 9665/Α, που εδώ ενδιαφέρει) έχει έκταση 8.001,50 τ.μ. και συνορεύει, Ανατολικώς με το τεμάχιο 39 (ΑΚ 4437)/Δυτικώς με το τεμάχιο 47 (ΑΚ 9666/Α) και το τεμάχιο 46, Βορείως με το τεμάχιο 36 και Νοτίως με την οδό Ο. Όλα τα ως άνω στοιχεία (καθώς και η κατωτέρω αναφερόμενη απαλλοτρίωση του κτήματος για την ανέγερση του Αστικού Προσφυγικού Συνεταιρισμού Π.) έχουν καταγραφεί στο προαναφερθέν Κτηματολόγιο που τηρείτο για το ως άνω ΑΚ …7 ανταλλάξιμο κτήμα, αλλά και στο αντίστοιχο τηρούμενο από 18.12.1986 από τη 16η ΔΑΜΚ του Υπουργείου Οικονομικών (Περιφέρεια Γραφείου Θεσσαλονίκης) Κτηματολόγιο (Πίνακας Περιγραφής Κτήματος) για το υπ' αριθμ. 9665/Α κτήμα. Στον τελευταίο αυτό πίνακα περιγραφής κτήματος της άνω Υπηρεσίας έχει καταγραφεί και το γεγονός ότι, με την υπ' αριθμ. ; 17.27/65/01.07.1994 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, μειώθηκε η έκταση του ΑΚ 9665/Α κτήματος σε 2.1,55,64. τ.μ., το οποίο συνορεύει, Ανατολικώς με πρώην ιδιοκτησία Δ.. Δ., Δυτικώς με το τεμάχιο 47 (ΑΚ 9666/Α), το τεμάχιο 46 και το ΑΚ 96677Α, Βορείως με το τεμάχιο 36 και Νοτίως με την οδό Ο.. Σύμφωνα με την από 16.08.1940 έκθεση του μηχανικού Ε. Σ., Προϊσταμένου του Γραφείου της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, "Επί της συντάξεως του σχεδιαγράμματος και. εφαρμογής των τίτλων, της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως υπό ανέγερσιν του αστικού Προσφυγικού Συνοικισμού Π. Α.", στην απαλλοτριωθείσα με το Ν, 3146/1925 (Φ,Ε.Κ, Α' 187/1925) για την ανέγερση του Προσφυγικού Συνοικισμού Π. Α., έκταση, περιλαμβανόταν και το κτήμα, στο οποίο δόθηκε με την άνω έκθεση ο αριθμός 45, το οποίο ανήκε: α) Στον Δ. Δ. ,με βάση τους υπ' αριθμ. 211 και 212 Σεπτεμβρίου 1323 οθωμανικούς τίτλους, τμήμα αυτού (ενδιάμεσο μεταξύ των άλλων δύο που αναφέρονται κατωτέρω), εκτάσεως 2.574 πήχεων (αμπελότοπος) και 1262 πήχεων (αγρός) και συνολικά 3.836 πήχεων, β) στον Πέρση Μεχμέτ Εφέντη του Αβδουλλάχ, με βάση τους 152, 153 και 154 Δεκεμβρίου 1322 οθωμανικούς τίτλους, τμήμα αυτού (προς Ανατολάς), εκτάσεως 3.678 πήχεων (αμπελότοπος) και 1262,96 πήχεων (αγρός) και συνολικά 4.941 πήχεων και Γ) στον Σουλεϊμάν υιό Μπεκτάς, με βάση τους υπ' αριθμ. 184 και 185 Ιουνίου 1325 οθωμανικούς τίτλους, τμήμα αυτού (προς Δυσμάς), εκτάσεως 1574 ττήχεων (αμπελότοπος) και 1262 ττήχεων (αγρός) και συνολικά 3.836 πήχεων, και συνόρευε προς Βορρά με κληρονόμους Αχμέτ Αγά, Προέδρου Συντεχνίας Παντοπωλών (κτήμα -36), προς Νότο με την οδό Ο., προς Ανατολάς με κτήμα Νεϊρ Εφέν 39 και προς Δυσμάς με Οσμάν-Αγά (·κτήμα; 47) και Αικατερίνη Άββοτ (κτήμα 46). Κατά την ίδια έκθεση, από 4ο ως το υπ' αριθμ. 45 κτήμα, με έκταση 8.120 τ.μ., που βρισκόταν ολόκληρο εντός της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως, 7.980 τ.μ. κατέχονταν ως φυτεία από τον εκ των συνιδιοκτητών Δ. Δ.. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 216/1942 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, αναγνωρίστηκε ή ιδιοκτησία του Δημοσίου επί του άνω τμήματος του 45 κτήματος που ανήκε αρχικά στον Σουλεϊμάν υίό Μπεκτάς, ως ανταλλαγέντος μουσουλμάνου, ομοίως του Ελληνικού Δημοσίου επί του τμήματος του 45 κτήματος που ανήκε αρχικά στον Πέρση Μεχμέτ Εφέντη του Αβδουλλάχ, ως αδέσποτου, ενώ έγινε δεκτό ότι το έτερο τμήμα του ίδιου 45 ακινήτου ανήκε στον Δ.. Δ.. Μάλιστα, στην κρίση αυτή προχώρησε το Δικαστήριο, διότι, παρότι υποστηρίχθηκε κατά τη συζήτηση ότι το ακίνητο αυτό (45) εξαιρέθηκε της απαλλοτρίωσης, δεν προσήχθη κάποιο βεβαιωτικό του εν λόγω ισχυρισμού στοιχείο. Το άνω περιελθόν στο Ελληνικό Δημόσιο ως ανταλλάξιμο τμήμα του υπ' αριθμ. 45 κτήματος (αυτό δηλαδή που ανήκε αρχικά στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Σουλεϊμάν υιό Μπεκτάς), εμπίπτει στο πιο πάνω (αρχικό) υπ' .αριθμ ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμο κτήμα του Δημοσίου (καταγραφέν στο Κτηματολόγιο της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων με τον αριθμό αυτό, ως τμήμα του αρχικού ΑΚ 4437 ακινήτου, με την 23.307/643/18.12.1986 απόφαση της ΕΔΑΠ). Τούτο, μάλιστα ρητώς αναφέρεται και στον άνω πίνακα περιγραφής του υπ' αριθμ. 9665/Α κτήματος της 16ης ΔΑΜΚ Θεσσαλονίκης. Σημειώνεται, πάντως, ότι η αναφερόμενη ως άνω απαλλοτρίωση ουδέποτε υλοποιήθηκε ως προς το ως άνω ακίνητο (αριθμ45 με βάση την πιο πάνω έκθεση του μηχανικού Ε. Σ.) και συναφώς και ως προς το ΑΚ9665/Α ανταλλάξιμο ακίνητο. Περαιτέρω,με το υπ' αριθμ. .../18.01.1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά τη. σύσταση της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, εισφέρθηκε από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, Ι. Σ. του Π., ως εισφορά σε είδος προς την εν λόγω ανώνυμη εταιρία, προς κάλυψη της αξίας 16.850μετοχώντης εταιρίας αυτής που περιήλθαν σε αυτόν (I. Σ.), κατά κυριότητα ,ένα ακίνητο εμβαδού 5.383 τ.μ με τον εντός αυτού οικίσκο, κείμενο στην πόλη της Θεσσαλονίκης και εντός του εγκεκριμένου σχεδίου αυτής, στην περιοχή των διώροφων οικίσκων του συνοικισμού …, της περιφέρειας "Μ. Κ.", αποτελούμενο από δύο ξεχωριστά τμήματα και δη του ενός εκτάσεως 5.278 τ.μ. περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν προς Νότο με παλαιό οδό διερχόμενη προ των διώροφων οικίσκων του συνοικισμού … που οδηγεί προς τους στρατώνες του Ι., προς Ανατολάς με Α. Σ. και εν μέρει με διανοιγόμενη ως άνω οδό, προς Βορρά με διανοιγόμενη οδό νέα πλατεία και προς Δυσμάς με γήπεδα κληρονόμων Μ. και Σ. Κ., και του άλλου εκτάσεως 104 τ.μ περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν προς Ανατολάς με Α. Σ. και εν μέρει με την διανοιγόμενη ως άνω οδό, προς Δυσμάς με γήπεδα κληρονόμων Μ. και Σ. Κ. και Βορείως με διανοιγόμενη νέα πλατεία. Το εν λόγω ακίνητο φερόταν ως και περιελθόν στην κυριότητα του ί. Σ., με το υπ' αριθμ. .../22.12.1956 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου … που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ. .../28.12Ί956 συμβολαιογραφική πράξη καταβολής του τιμήματος του Δ. Π., που μεταγράφηκε μαζί με την αρχική συμβολαιογραφική πράξη μετά από αγορά από τον Δ. Δ.. Κατά τον τελευταίο αυτόν τίτλο (37708/1956 συμβόλαιο), το όλο ακίνητο φέρεται να περιήλθε στον πωλητή Δ.. Δ., από αγορά από τους κληρονόμους του Μπεκτάς· Αγά, δυνάμει των υπ' αριθμ. 210, 211 και 213 του μηνός Σεπτεμβρίου 1323 (τουρκικού έτους, αντιστοιχούντος στο έτος 1907) τίτλων ιδιοκτησίας (ταπίων) του Οθωμανικού Κτηματολογίου. Με το εν λόγω συμβόλαιο φέρεται να μεταβιβάζεται (και) το άνω τμήμα εκτάσεως 5.278,72 τ.μ/, το οποίο φέρεται να συνορεύει προς Νότο με παλαιό οδό προς τους στρατώνες του Ι., προς Ανατολάς με κτήμα κατεχόμενο από τον Α. Σ. και εν μέρει με διανοιγόμενη προς Βορρά με διανοιγόμενη οδό νέα πλατεία και με γήπεδα κληρονόμων Μ. και Σ. Επισημαίνεται στο σημείο τούτο, ότι οι τίτλοι με τους οποίους φέρεται να μεταβίβασε ο άνω Μπεκτάς προς τον Δ.. Δ. το άνω ακίνητο δεν προσκομίζονται από την πρώτη εφεσίβλητή. Πρέπει, ακόμη να τονιστεί, ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στο ευρύτερο ακίνητο που περιγράφεται στους επικαλούμενους από την πρώτη εφεσίβλητη ως άνω τίτλους (.../22.12.1956 και .../18.01.1957 συμβόλαια του συμβολαιογράφου … Ε. Κ.). Με την 1217/1957 πράξη τακτοποίησης του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 11/178/1957 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, προσκυρώθηκαν στο άνω ευρύτερο ακίνητο, που περιγράφεται στους παραπάνω τίτλους και στη βορειοδυτική του πλευρά, τμήματα γειτονικών ιδιοκτησιών, συνολικής επιφάνειας 833 τ.μ., ενώ ένα τμήμα του (που δεν εμπίπτει στο επίδικο ακίνητο, όπως περιγράφηκε ανωτέρω), εκτάσεως 118,50 τ.μ., προσκυρώθηκε στην όμορη ιδιοκτησία της Π. Κ.. Η πρώτη εφεσίβλητη έχοντας στην κατοχή της το άνω ευρύτερο ακίνητο, μετά από την εισφορά του στην εταιρία από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπό της, στο οποίο εμπεριέχεται και το επίδικο ανταλλάξιμο κτήμα, εκτάσεως 697,14 τ.μ. (και το οποίο, επίδικο; κατά τα ανωτέρω, παρέμεινε αμετάβλητο κατ' έκταση και δεν επηρεάστηκε από τις άνω προσκυρώσεις), περιέφραξε αυτό (το ευρύτερο ακίνητο), μετά δε από την παρακατάθεση από την ίδια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αποζημίωσης που καθορίστηκε (για τα προσκυρωθέντα τμήματα) με την 12/1958 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, λειτούργησε επ' αυτού και συγκεκριμένα επί του βόρειου τμήματος του όλου ακινήτου, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους εκτός του επιδίκου, που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του όλου ακινήτου και παραμένει ακάλυπτο, επιχείρηση καπνεργοστασίου, επί οικοδομήματος που ανήγειρε στο εν λόγω βόρειο τμήμα του όλου ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθμ. 86/1958 οικοδομικής άδειας. Τη δραστηριότητα αυτή συνέχισε (η πρώτη εφεσίβλητη) μέχρι το έτος 1990, οπότε εκμίσθωσε το κτίριο (χώρο) επεξεργασίας καπνών και την αποθήκη σε τρίτες καπνεμπορικές επιχειρήσεις, από τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν ως αποθήκες φύλαξης καπνού. Την 18-05-1995, η πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, υπέβαλε την με ίδια ημερομηνία αίτησή της προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Ανταλλαξίμων Κτημάτων διά της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης (η αίτηση αυτή δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους), με την οποία ζητούσε, να αναγνωριστεί, ότι (διάφορο του επιδίκου) τμήμα του υπ' αριθμ. 9665/Α ανταλλάξιμου ακινήτου, εμβαδού 981,35 τ.μ., στο οποίο, δηλαδή (τμήμα), δεν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, όπως περιγράφεται ανωτέρω (ήτοι δεν περιλαμβάνεται το επίδικο τμήμα του ΑΚ· 9665/Α ανταλλάξιμου ακινήτου, εκτάσεως 697,14 τ.μ.), δεν είχε τον χαρακτήρα ανταλλάξιμου κτήματος, δοθέντος ότι ό Σουλεϊμάν Μπεκτάς το είχε ήδη, από το έτος 1914, πωλήσει και μεταβιβάσει, με το υπ' αριθμ. 428/1914 συμβόλαιό, στην ημεδαπή Φ. Σ.. Στα πλαίσια διερεύνησης της βασιμότητας της αίτησης αυτής, οι υπάλληλοι της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Ε. Τ. και Ε. Μ., κατόπιν της (αναφερόμενης στην κατωτέρω μνημονευόμενη από 15.01.1997 τεχνική έκθεση) υπ' αριθμ. 2410/31.05.1995 εντολής του Προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας (Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης), και, αφού έλαβαν υπόψη,·μεταξύ άλλων, και τα στοιχεία που προσκόμισε η εκεί αιτούσα, μεταξύ των οποίων και η από 17.03.1995 τεχνική έκθεση εφαρμογής τίτλων (και η άνω αίτησή της), συνέταξαν την από 15.01.1997 τεχνική έκθεση έρευνας, σχετικά με το ΑΚ 9665/Α, που βρίσκεται στο Συνοικισμό Π. Α. του Δήμου …. Στην εν λόγω έκθεση, στην οποία γίνεται αναλυτική αναφορά στο προπαρατεθέν ιστορικό του ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμου κτήματος, μνημονεύεται, ότι, στο εν λόγω ΑΚ 9665/Α κτήμα, που αποτελούσε τμήμα του 45 τεμαχίου, με έκταση 2.157τ.μ., σαν ιδιοκτησία του ανταλλαγέντος μουσουλμάνου Σουλεϊμάν υιού Μπεκτάς, βάσει των οθωμανικών τίτλων 184 και 185 μηνός Ιουνίου 1325 (1909), θα έπρεπε να περιλαμβάνεται μόνο το τμήμα εκτάσεως 744,15 τ.μ (στο οποίο περιλαμβάνεται και εμπίπτει πλήρως ολόκληρο το επίδικο ακίνητο των 697,14 τ.μ.). που αντιστοιχούν στο τμήμα του υπ'αριθμ. 45 τεμαχίου, εκτάσεως 1262 πήχεων, που είχε περιέλθει στον Σουλεϊμάν υιό Μπεκτάς, με τον ως άνω 185 τίτλο και όχι και το έτερο τμήμα εκτάσεως 2.574 πήχεων, που είχε περιέλθει στο ίδιο Σουλεϊμάν υιό Μπεκτάς, με τον ως άνω 184 τίτλο, διότι, ο Σουλεϊμάν υιός Μπεκτάς Εφέντης με το αριθμ. …/01.06.1914 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Π. Κ. πούλησε στην Φ. Γ.. Σ. ένα οικόπεδο, πρώην αμπελότοπο, έκτασης 2.570 πήχεων, στη Θέση Μ. Κ. με όρια, Ανατολικά κτήματα Αχμέτ Εφέντη και δικηγόρου Δίγκα, Δυτικά Φρανσέζ Αελιών και Οσμάν Αγά, Βορείως Αχμέτ Αγά, Νοτίως ιδίου ιδιοκτήτη, βάσει του τουρκικού τίτλου 184 έτους 1325. Επισημαίνεται, μάλιστα, στην ίδια τεχνική έκθεση, ότι το τμήμα αυτό που είχε αποκτήσει ο Σουλεϊμάν υιός Μπεκτάς, με τον 184 τίτλο (μη επίδικο τμήμα του ΑΚ 9665/Α) καταλήφθηκε από το Δημόσιο δύο φορές και συγκεκριμένα: α) σαν τμήμα του ΑΚ 4437, εντός του τμήματος 45 του διαγράμματος Σ. και σημερινό ΑΚ 9665/Α και β) σαν ΑΚ 20204, το οποίο στη συνέχεια αποδόθηκε στην Π. σύζυγο Σ. Κ. (θυγατέρα της προαναφερθείσας Φ. Γ.. Σ.), κατόπιν αιτήσεώς της, βάσει του άρθρου 10 παρ. 3 του Ν. 3713/1957, με την 2617/97/21.12.1961 Απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης. Στην εν λόγω, όμως, Π. Καζαντζή, στην πραγματικότητα δεν αποδόθηκε το ως άνω (μη επίδικο) τμήμα του ΑΚ ΠΡΗΘ. 9665/Α ακινήτου, αλλά άλλο (ομοίως μη επίδικο) σε παράπλευρη θέση. Στην ίδια ως άνω τεχνική έκθεση αναφέρονται ακόμη και τα εξής: Α) Ότι στην ως άνω (από 17.03.1995) τεχνική έκθεση εφαρμογής τίτλων ιδιοκτησίας, που προσκόμισε η εκεί αιτούσα (πρώτη εφεσίβλητη), γίνεται πλήρης ανάλυση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του τεμαχίου 45 και καταλήγει η εν λόγω έκθεση εφαρμογής τίτλων στα ίδια συμπεράσματα με την προαναφερθείσα εφαρμογή τίτλων του Ε. Σ. (από 16.08.1940) για τον Αστικό Προσφυγικό Συνεταιρισμό Π. Α., που αποδέχεται και η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, καθώς και με την 216/1942 Απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, δηλαδή ότι το τεμάχιο 45 ανήκει:1) τμήμα α τίτλου 184 Ιουνίου 1325, εκτάσεως 2.574 πήχεων και τμήμα β τίτλου 185 Ιουνίου 1325, εκτάσεως 1.262 πήχεων, στον Σουλεϊμάν υιό Μπεκτάς, 2) τμήμα β τίτλου 211 Σεπτεμβρίου 1323, εκτάσεως 2.574 πήχεων και τμήμα γ τίτλου 212 Σεπτεμβρίου 1323, εκτάσεως 1,262 πήχεων, στον Δ. Δ. και 3) τμήμα ε τίτλου 153 Δεκεμβρίου 1322, εκτάσεως 3.678 πήχεων και τμήμα στ τίτλου 154 Δεκεμβρίου 1322, εκτάσεως 1,262 πήχεων, στον Πέρση Μεχμέτ Εφέντη υιό Αβδόυλάχ. Επίσης στην ίδια τεχνική έκθεση (της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης) αναφέρεται, ότι, στην ίδια τεχνική έκθεση εφαρμογής τίτλων ιδιοκτησίας, η πρώτη εφεσίβλητη εταιρία αποδέχεται: α) ότι το τμήμα δ, έκτασης 744,14 τ.μ. (στο οποίο κατά τα ανωτέρω εμπίπτει εξ ολοκλήρου το επίδικο ακίνητο) εμπίπτει στο συμβόλαιο 37708/1956, από το οποίο έλκει τα δικαιώματα της, παρόλο που το τμήμα αυτό δεν ανήκε ποτέ στον Δ. Δ., που ήταν δικαιοπάροχός της, αλλά στον Σουλεϊμάν υιό Μπεκτάς και αυτό πρέπει να ανήκει στην ανταλλάξιμη περιουσία, β) ότι το τμήμα έκτασης 981,35 τ.μ. (μη επίδικο), αφού ο Σουλεϊμάν υιός Μπεκτάς το πώλησε στη Φ. Γ. Σ. με το 428/1914 συμβόλαιο, έχασε πλέον την ιδιότητά του ως ανταλλάξιμο κτήμα και γι' αυτό θα πρέπει να διαγράφει απ' τα Κτηματολόγια της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1032222/1788/Γ0010/ 10.03.1998 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, έγινε δεκτή σχετική γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και αποφασίστηκε η διαγραφή του ως άνω (μη επίδικου) τμήματος, έκτασης 981,35 τ.μ. από το ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμο κτήμα. Έτσι, με την υπ' αριθμ. 3047/91/14,05.1998 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, αποφασίστηκε, σε εκτέλεση της άνω Υπουργικής Αποφάσεως, ο διαχωρισμός του ΑΚ 9665/Α ακινήτου (συνολικής έκτασης τότε, κατά τα ανωτέρω, 2.155,64 τ.μ.), σε τρία (3) τμήματα με αριθμούς κτηματολογίου 9635/Α(εκτάσεως 697,14 τ.μ, 10309/Α (981,35 τ.μ.), και 10308/Α (477,15 τ.μ.), κιί η διαγραφή του ΑΚ 103.09/Α ακινήτου, εκτάσεως 981,35,τ.μ,, από τα Κτηματολόγια της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, με βάση την εν λόγω Υπουργική Απόφαση, που εκδόθηκε επί της αιτήσεως της πρώτης εφεσίβλητης. Το δε ως άνω εναπομείναν ΑΚ 9665/Α, εκτάσεως 697,14 τ.μ., με όρια Ανατολικώς την ιδιοκτησία Δίγκα, Δυτικώς το ΑΚ 9666/Α (πρώην ΑΚ 9667/Α), Βορείως 10309/Α ιδιοκτησία Δίγκα και Νοτίως το πρώην ΑΚ 9667/Α, ΑΚ 9666/Α, παλαιό οδό Ο., αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Ο διαχωρισμός αυτός, δυνάμει της άνω αποφάσεως, καταγράφηκε και στο κτηματολόγιο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης (ως άνω πίνακας περιγραφής κτήματος με αριθμό 9665/Α). Περαιτέρω, η πρώτη εφεσίβλητη, με αίτησή της (μη πορσκομιζόμενη, αλλά μνημονευόμενη στο κατωτέρω έγγραφο της ΚΕΔ) προς την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου ζήτησε την απευθείας μίσθωση τμήματος του ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμου κτήματος, στο οποίο περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου το επίδικο ακίνητο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει σαν υπαίθριο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων. Για τον λόγο αυτό, η ΚΕΔ απέστειλε προς την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης το υπ' αριθμ. πρωτ. 19/14.01.1997 έγγραφό της, με το οποίο μνημονεύοντας την άνω αίτηση της πρώτης εφεσίβλητης, ζήτησε, να της γνωρίσει η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, "εάν το ζητούμενο τμήμα του ΑΚ 9665/Α είναι ελεύθερο, κατέχεται ή διεκδικείται από τρίτους". Η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης απάντησε προς την ΚΕΔ, με το υπ· αριθμ' πρώτ. 180/20.01.1'997 έγγραφό της, με το οποίο γνωστοποιεί στην ΚΕΔ, ότι το ως άνω τμήμα του ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμου ακινήτου· (στο οποίο-περιλαμβάνεται, κατά τα ανωτέρω, το επίδικο) κατέχεται ήδη από την πρώτη εφεσίβλητη, καθώς και ότι το έτερο τμήμα αυτού (ήτοι το προμνησθέν εκτάσεως 98Γ;35 τ.μ., που εν τέλει διαγράφηκε κατά τα ανωτέρω από την ανταλλάξιμη περιουσία του Δημοσίου) κατέχεται και διεκδικείται στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσιών Κτημάτων από την πρώτη εφεσίβλητη. Μετά, μάλιστα, την ως άνω ενέργεια της πρώτής εφεσίβλητης (υποβολή αίτησης προς απευθείας μίσθωση τμήματός του ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμου ακινήτου), η τελευταία, με το από 14.04.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, εκμίσθωσε προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε. ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ" τμήμα του ισογείου ορόφου του καπνεργοστασίου (καπναποθήκης), τμήμα του υπόγειου ορόφου του καπνεργοστασίου, μέρος του οποίου θα χρησιμοποιείτο ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων (PARKING), τμήμα του πρώτου ορόφου του ίδιου κτιρίου, για να χρησιμοποιηθούν από τη μισθώτρια ως πολυκατάστημα - υπεραγορά πώλησης τροφίμων και οποιωνδήποτε άλλων ειδών βιοτικών αναγκών, και τέλος το δικαίωμα σύγχρησης με την εκμισθώτρια ενός ακάλυπτου χώρου πλάτους 17 μέτρων από την πλευρά της καπναποθήκης, που βλέπει προς την οδό Μ. Κ. και μήκους 52 γραμμικών μέτρων από την οδό Ν., μέχρι την οδό Κ.. Εξάλλου, ο Δήμος Καλαμαριάς (Γραφείο Πολεοδομίας), με του υπ'αριθμ. πρωτ. ΔΤΥ 121/12.01.1998 έγγραφό του, που απέστειλε προς την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, ενημέρωσε αυτήν, ότι η πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία υπέβαλε (προς την Πολεοδομία Καλαμαριάς) φάκελο για χορήγηση άδειας αλλαγής χρήσης και εργασιών συντήρησης και εσωτερικών διαρρυθμίσεων στο κτίριο που βρίσκεται στο 148 Ο.Τ. και έχει ανεγερθεί δυνάμει της υπ' αριθμ. 86/1958 οικοδομικής άδειας ως καπναποθήκη. Τούτο δε διότι, όπως αναφέρεται στο ίδιο έγγραφο από την υπάρχουσα παρατήρηση του, τοπογραφικού και από πληροφορίες, της ίδιας της ως άνω .εταιρίας (πρώτης εφεσίβλητης), "προβάλλονται δικαιώματα της ανταλλάξιμης περιουσίας που διαχειρίζεται η Υπηρεσία σας". Η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης απάντησε με το υπ' αριθμ. 1.64/16.01.1998 έγγραφό της προς το Γραφείο Πολεοδομίας του Δήμου Καλαμαριάς ,στο οποίο αναφέρει, μεταξύ άλλων, για την αιτούμενη άδεια, ότι την Κτηματική Υπηρεσία δεν την απασχολεί το θέμα της αλλαγής χρήσης και διαρρυθμίσεων του υφιστάμενου κτιρίου, γνωστοποιεί, όμως, ότι δεν συμφωνεί (η Κτηματική Υπηρεσία) σε καμία περίπτωση στην έκδοση αδείας για εργασίες που θα έχουν σαν αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της υφιστάμενης κατάστασης από πλευράς κάλυψης και ύψους για το συγκεκριμένο τμήμα που εμπίπτει στο ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμο κτήμα. Το συγκεκριμένο έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης θεωρήθηκε από την Πολεοδομία Καλαμαριάς, ότι επείχε θέση δήλωσης συναίνεσης ιδιοκτήτη στην έκδοση (οικοδομικής) αδείας υπό προϋποθέσεις και έτσι, κατόπιν και της σχετικής δήλωσης ιδιοκτήτη, που υποβλήθηκε από την πρώτη εφεσίβλητη προς την Πολεοδομία Καλαμαριάς, στην οποία μάλιστα ρητά μνημονεύεται ως σχετικό και το πιο πάνω 164/16.01.1998 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι πιο πάνω παρατηρήσεις και ενστάσεις της Κτηματικής Υπηρεσίας, η υπ' αριθμ. 80/04.06.1998 οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Καλαμαριάς, για "αλλαγή χρήσης, εργασίες συντήρησης, εσωτερικές διαρρυθμίσεις, ενισχύσεις φέροντα οργανισμού και νομιμοποίηση τμήματος υπογείου" στο υφιστάμενο ως άνω κτίριο (καπναποθήκη). Το Ελληνικά Δημόσιο, με την ένταξη της περιοχής στο Κτηματολόγιο, δήλωσε το επίδικο ΑΚ 9665/Α, όπως διαμορφώθηκε μετά τον τελευταίο ως άνω διαχωρισμό, στις 05.10.1999,ενώ, σε αντίστοιχη δήλωση προέβη και η πρώτη εφεσίβλητη. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε ή μάρτυρας Δ. Τ., κατά τους πίνακες της πρώτης ανάρτησής εγγράφηκε το δικαίωμα του Δημοσίου, όπως δε γίνεται δεκτό και από την ίδια την πρώτη εφεσίβλητη, μετά την υποβολή σχετικών ενστάσεων, την ισχύ του Ν. 3127/2003 και την επανάκριση των ενστάσεων, που είχαν υποβληθεί, θεωρήθηκε, ότι η πρώτη εφεσίβλητη είχε ισχυρότερο δικαίωμα από εκείνο του Δημοσίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 πάρ. 1 του Ν. 3127/2003. Έτσι με βάση τις αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται, όπως προαναφέρθηκε, στο ευρύτερο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... 04 003/0/0, εμβαδού 6.410 τ.μ., που φέρεται, να ανήκει αποκλειστικά στην πρώτη εφεσίβλητη. Συνοψίζοντας όσα ανωτέρω αναφέρονται, προκύπτουν τα ακόλουθα κρίσιμα εν προκειμένω πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται πλήρως με το υπ' αριθμ. ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμο κτήμα, όπως διαμορφώθηκε οριστικά ως προς την έκτασή του, σε 697,14 τ.μ., μετά τον διαχωρισμό του προγενέστερου σε τρία τμήματα, με την 3047/14.05.1998 Απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, που αντιστοιχούν (τα επίδικα 697,14 τ.μ.) στο τμήμα του υπ' αριθμ. 45 τεμαχίου, εκτάσεως 1262 πήχεων, που είχε περιέλθει στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Σουλεϊμάν υιό Μπεκτάς, με τον ως άνω 185 τίτλο, κατά τα όσα αναλυτικά μνημονεύονται ανωτέρω. Το κτήμα αυτό προήλθε από τον διαχωρισμό του αρχικού ΑΚ 4437 ανταλλάξιμου κτήματος και αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 45 τεμαχίου του τοπογραφικού διαγράμματος που συνοδεύει την εφαρμογή τίτλων Στάμου για τον Αστικό Προσφυγικό Συνοικισμό Π. Α.. Το κτήμα αυτό (επίδικο), αντίθετα δεν περιλαμβανόταν στους προαναφερόμενους τίτλους με τους οποίους ο άνω Μπεκτάς φέρεται να μεταβίβασε στον Δ.. Δ. άλλο (μη επίδικο) ακίνητο. Ωστόσο, επειδή ο εν λόγω Δ.. Δ.ς επεκτάθηκε και κατέλαβε και εκτάσεις που δεν του ανήκαν, κατά τα προαναφερόμενα και στην προαναφερθείσα από 16.08.1940 εφαρμογή του Ε.. Σ., κατά τη μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων από τον Δ.. Δ. προς τον I.. Σ. και από τον τελευταίο προς την πρώτη εφεσίβλητη, με τα πιο πάνω .../22.12.1956 και .../18.01.1957 συμβόλαια του συμβολαιογράφου … Ε. Κ., περιελήφθη στα τελευταία και το επίδικο ακίνητο ως τμήμα του ευρύτερου ακινήτου που φέρεται με αυτά, να μεταβιβάζεται. Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, η πρώτη εφεσίβλητη, γνώριζε, με βάση όσα προεκτέθηκαν, τουλάχιστον από 17.03.1995, ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει εξ ολοκλήρου στο ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμο κτήμα, που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι δεν είχε περιέλθει στην κυριότητά της με το άνω .../18.01.1957 συμβόλαιο, αφού δεν ανήκε στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων της, I.. Σ. και Δ.. Δ.. Γι' αυτό, άλλωστε, η πρώτη εφεσίβλητη, με την άνω από 18.05.1995 αίτησή της, ζήτησε τη διαγραφή από το ΑΚ 9665/Α του μη επίδικου τμήματος αυτού, εκτάσεως 981,35 τ.μ., και όχι και του επιδίκου, εκτάσεως 697,14 τ.μ., για το οποίο γνώριζε πλέον αναλυτικά ολόκληρο το προπαρατεθέν ιστορικό του και ότι επομένως ενέπιπτε στο αρχικό ΑΚ 4437 ανταλλάξιμο κτήμα και στη συνέχεια στο ΑΚ 9665/Α λαμβανομένου υπόψη και τού ότι στην από 17.03.1995 τεχνική έκθεση εφαρμογής τίτλων ιδιοκτησίας, που προσκόμισε η ίδια η πρώτη εφεσίβλητη μαζί με την άνω από 18.05.1995 αίτησή της, γίνεται πλήρης ανάλυση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του τεμαχίου 45, στο οποίο εμπίπτει εξ ολοκλήρου το επίδικο, και καταλήγει η εν λόγω έκθεση εφαρμογής τίτλων στα ίδια συμπεράσματα με την προαναφερθείσα εφαρμογή τίτλων του Ε.. Σ. (από 16.08.Τ940) · για τον 'Αστικό Προσφυγικό Συνεταιρισμό Π. Α., πού αποδέχεται και η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης. Επίσης, γιά τον ίδιο λόγο αιτήθηκε προς την ΚΕΔ την απευθείας μίσθωση του επιδίκου. για να χρησιμοποιηθεί ως χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων, ενώ, κατά τα ανωτέρω, στην προαναφερθείσα δήλωσή της προς την Πολεοδομία Καλαμαριάς αναφέρεται και στο 164/16.01.1998 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης προς το Γραφείο Πολεοδομίας του Δήμου Καλαμαριάς, που επέχει, κατά τα ανωτέρω, θέση δήλωσης συναίνεσης ιδιοκτήτη (της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης) στην έκδοση της (οικοδομικής) αδείας υπό τις αναφερόμενες προϋποθέσεις. Ακόμη, όμως, και εάν γίνει δεκτό, και μάλιστα παρόλο που, όπως προαναφέρθηκε, στους άνω τίτλους του απώτερου δικαιοπαρόχου της πρώτης εφεσίβλητης Δ.. Δ. δεν περιλαμβανόταν το επίδικο και παρά τα όσα πιο πάνω αναλυτικά διαλαμβάνονται στην από 16.08.1940 έκθεση του μηχανικού Ε. Σ. και την υπ' αριθμ. 216/1942 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, απ' όπου προκύπτει αδιαμφισβήτητα, ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στο ανταλλάξιμο κτήμα με ΑΚ …7, ότι η πρώτη εφεσίβλητη, διά των νομίμων εκπροσώπων της, αγνοούσε τα ανωτέρω, κατά το χρόνο κατάρτισης του προαναφερθέντος .../18.01.1957 συμβολαίου και την περιέλευση - έκτοτε - στη,νομή της του ευρύτερου ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο και ότι, συναφώς, είχε την πεποίθηση, κατά την κτήση της νομής που ενδιαφέρει (αφού τυχόν μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει), χωρίς βαριά αμέλεια ότι είχε αγοράσει από αληθινό κύριο και ότι δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας κανενός και δη ούτε και του Δημοσίου, και πάλι, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. .1 του Ν. .3127/2003, για την κτήση. κυριότητας του επιδίκου. από την πρώτη εφεσίβλητη. Ειδικότερα, δεν πληρούται η ;προϋπόθεση της αδιατάραχτης νομής του επιδίκου από την πρώτη εφεσίβλητη για δέκα, πολύ δε περισσότερο, για τριάντα έτη, που να φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19.03.2003, δοθέντος, ότι, όπως διαλαμβάνεται στη νομική σκέψη που παρατίθεται στη θέση 4 της παρούσας ,δεν αρκεί η αδιατάρακτη νομή επί δεκαετία ή τριακονταετία, αντίστοιχα, οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου. Τούτο, διότι, το εκκαλούν, με τις προαναφερθείσες πράξεις του εκδήλωσε με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό τη βούλησή του να διατηρήσει το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, ως ανταλλάξιμου κτήματος, και συνακόλουθα και της νομής του επ' αυτού, με τις ίδιες δε ενέργειές του έπαυσε να είναι συνεχής και αδιατάρακτη η νομή της πρώτης εφεσίβλητης και μάλιστα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της δεκαετίας μέχρι την 19.03.2003, πολύ δε περισσότερο της τριακονταετίας μέχρι την ίδια ημερομηνία (19.03.2003). Ειδικότερα, με τις πράξεις αυτές του εκκαλούντος, που περιήλθαν σε γνώση της πρώτης εφεσίβλητης, η τελευταία έπαυσε να νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο το επίδικο ακίνητό, αφού παρενοχλήθηκε και διαταράχθηκε από το τελευταίο, που είναι ex lege αληθής νομέας του εν λόγω δημοσίου κτήματος. Τούτο, δε ανεξαρτήτως του ότι οι πράξεις αυτές του εκκαλούντος, αποτελούσαν συγχρόνως και πράξεις ασκήσεως της κατά τον νόμο νομής του επί του δημοσίου αυτού κτήματος και ως εκ τούτου και θετική διατάραξη της νομής της πρώτης εφεσίβλητης. Οι πράξεις δε αυτές του εκκαλούντος, που συνιστούν διατάραξη της νομής της πρώτης εφεσίβλητης, είναι ιδίως, α) η καταγραφή του ως άνω ακινήτου ως ανταλλάξιμου και δη αρχικά του ευρύτερου με ΑΚ 4437, ιδιαίτερα, όμως, από την 1-8.12.1986 ως (αρχικού) ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμου κτήματος, με τις μεταγενέστερες μεταβολές του και ιδίως τον διαχωρισμό του, με την 3047/917T4.03.1998 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων σε τρία τμήματα, μεταξύ των οποίων, και το επίδικο εκτάσεως 697,14 τ.μ., που ήταν γνωστές στην πρώτη.εφεσίβλητη οι μεν πρώτες, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, τουλάχιστον, από την 17.03.1995, η δε τελευταία από τον χρόνο της καταγραφής της (14.03.1998), ενόψει του ότι ήταν το .αποτέλεσμα δικής της ενεργείας και δη της προαναφερθείσας από 18.05.1995 αιτήσεώς της, β) η από 15.01.1997 "τεχνική έκθεση έρευνας, σχετικά με το ΑΚ 9665/Α που βρίσκεται στο Συνοικισμό Π. Α. του Δήμου Καλαμαριάς" (και εν γένει οι πράξεις στις οποίες προέβη η Κτηματική Υπηρεσία για τη διερεύνηση της αιτήσεώς της πρώτης εφεσίβλητης), που, επίσης, έγινε άμεσα (από της καταρτίσεώς της) γνωστή στην πρώτη εφεσίβλητη, αφού επρόκειτο για ενέργεια του Δημοσίου, με την οποία εξετάστηκε και μάλιστα εν τέλει έγινε δεκτή η ως άνω υποβληθείσα από την ίδια την ενδιαφερόμενη - πρώτη εφεσίβλητη από 18.05.1995 αίτησή, γ) το γεγονός ότι στα πλαίσια σχετικής αιτήσεώς της ίδιας της πρώτης εφεσίβλητης προς την ΚΕΔ, με την οποία ζήτησε την απευθείας μίσθωση τμήματος του ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμου κτήματος, στο οποίο περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου το επίδικο ακίνητο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει σαν υπαίθριο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, εκδόθηκε από την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης το υπ' αριθμ. πρωτ. 180/20.01.1997 έγγραφό της, με το οποίο γνωστοποιούσε, ότι το ακίνητο αυτό ενέπιπτε στο ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμο ακίνητο του Δημοσίου (στο οποίο περιλαμβανόταν, κατά τα ανωτέρω, το επίδικο) και κατεχόταν ήδη από την πρώτη εφεσίβλητη, εγγράφου του οποίου ασφαλώς έλαβε γνώση η τελευταία, αφού επρόκειτο για απάντηση προς την ΚΕΔ, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς που υπέβαλε η ίδια η ενδιαφερόμενη πρώτη εφεσίβλητή, δ) η έκδοση από την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης του υπ' αριθμ. 164/16.01.1998 εγγράφου της προς το Γραφείο Πολεοδομίας του Δήμου Καλαμαριάς, στο οποίο γνωστοποιεί, ότι δεν συμφωνεί σε καμία περίπτωση στην έκδοση αδείας για εργασίες που θα έχουν σαν αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της υφιστάμενης κατάστασης από πλευράς κάλυψης και ύψους για το συγκεκριμένο τμήμα που εμπίπτει στο ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμο κτήμα, επαναλαμβάνοντας κατά τον τρόπο αυτό (όπως και με τους λοιπούς ως άνω αναφερθέντες) για πολλοστή φορά το Δημόσιο την πεποίθησή του ότι το ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμο κτήμα ανήκε στην κυριότητά του και ότι το σχετικό δικαίωμά του, όπως και αυτό της νομής επί του επιδίκου δεν επρόκειτο να το απεμπολήσει και ότι υπό την ιδιότητά του αυτή του κυρίου του ΑΚ 9665/Α (και συνεπώς και του επιδίκου) συναινούσε υπό τις στο έγγραφο αυτό αναφερόμενες προϋποθέσεις και όρους στην έκδοση της άνω άδειας. Το συγκεκριμένο δε έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης ήταν γνωστό στην πρώτη εφεσίβλητη, καθόσον στη σχετική δήλωση ιδιοκτήτη, που αυτή υπέβαλε προς την Πολεοδομία Καλαμαριάς, ρητά μνημονεύεται ως σχετικό και αυτό (164/16.01.1998 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης). Το γεγονός ότι το εκκαλούν το πρώτον μετά την ισχύ του Ν. 3127/2003 κοινοποίησε την υπ' αριθμ. 4582 απόφαση της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, που λήφθηκε κατά την 135/23.01.2004 συνεδρίαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καθορίστηκε αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης σε βάρος της εταιρίας "Α.Ε. ...", ως αυθαιρέτου κατόχου του επίδικου ΑΚ 9665/Α ανταλλάξιμου οικοπέδου, έκτασης 697,14 τ.μ., για το χρονικό διάστημα από 01.11.1998 έως 31.12.2003, συνολικού ποσού 87.351,64 ευρώ, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την άνω κρίση τού Δικαστηρίου, δοθέντος ότι πράξη διατάραξης της νομής δεν συνιστά μόνον η κοινοποίηση πρωτοκόλλου αποζημίωσης χρήσης, αλλά και οι λοιπές ως άνω προαναφερθείσες ενέργειες του Ελληνικού Δημοσίου που έλαβαν χώρα προ της 19.03.2003.Κατ'ακολουθία όλων των ανωτέρω, η υπ'αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 49517/2011 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου αποδεικνύεται βάσιμη και κατ' ουσίαν, αφού το επίδικο ακίνητο είναι ανταλλάξιμο, ως ανήκον στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Σουλεϊμάν υιό Μπεκτάς και επομένως, με βάση την από 30.01.1923 Σύμβαση της Λωζάνης περί ανταλλαγής των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών, που κυρώθηκε με το από 23/25.08.1923 Ν. Διάταγμα και τα άρθρα 1 και 7 της με τον Ν. 4793/1930 κυρωθείσας από 10.06.1930 σύμβασης της Άγκυρας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, εφόσον εγκαταλήφθηκε στην Ελλάδα από αυτόν, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ερειδόμενη στις διατάξεις των άνω συμβάσεων, της από 05.05.1925 συμβάσεως "περί διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων", 1 και 7 του Α.Ν. 1909/1939 "περίαναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων", 1 παρ. 1 του Β,Δ. της 24/31.10.1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", 70 ΚΠολΔ, 1 παρ. 2 εδάφιο α' και 3, 6 παρ. 1 και 2, 7, 12 και 13 παρ. 1 και 2 του Ν. 2664/1998, ενώ απορριπτέα τυγχάνει η ένσταση των εναγομένων, ότι η πρώτη αυτών κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003,ενόψει του ότι αποδεικνύεται ότι δεν υπήρξε αδιατάρακτη δεκαετής (πολύ δε περισσότερο τριακονταετής) νομή αυτής μέχρι την ισχύ του εν λόγω νόμου (19.03.2003), κατ' αποδοχή και του σχετικού ισχυρισμού του, Ελληνικού Δημοσίου. Αντίθετα, κατ' αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου, περί διαταράξεως από το ίδιο της νομής της πρώτης εφεσίβλητης, με αποτέλεσμα τη μη συμπλήρωση εκ μέρους της αδιατάρακτης νομής δέκα, πολύ δε περισσότερο τριάντα, χρόνων μέχρι την 19.03.2003, απορριπτέα τυγχάνει ως ουσία αβάσιμη η υπ' αριθμ. 9773/2012 αγωγή της πρώτης εφεσίβλητης". Από τις ως άνω παραδοχές, και παρά τα, περί του αντιθέτου, υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τον εκ του άρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο των προσθέτων λόγων, προφανές καθίσταται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 4 του ν.3127/2003 (μεταξύ των οποίων και της έλλειψης κακής πίστης κατά την κτήση της νομής) και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσία, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, ενώ έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 και δεν στέρησε νόμιμης βάσης την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την μη υφιστάμενη περίπτωση εφαρμογής της στη προκείμενη υπόθεση λόγω της έλλειψης της προϋπόθεσης της επί δεκαετία ή τριακονταετία αδιατάρακτης νομής μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου. Με τα όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκ των προσθέτων λόγων, υπό την επίκληση της εκ πλαγίου παραβίασης της προαναφερθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Όμως επιπλέον, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν και ως αλυσιτελείς, διότι, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η επικαλούμενη πλημμέλεια της μη διαπίστωσης της ύπαρξης κακής πίστης κατά την κτήση της νομής δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφού για την μη κτήση κυριότητας κατ'αρθρο 4 του ν. 3127/2003 αρκούσε η διαπιστωθείσα κατά τις παραδοχές της απόφασης έλλειψη αδιατάρακτης νομής κατά το προβλεπόμενο διάστημα. Ενόψει τούτων αμφότεροι οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι κρίνονται απορριπτέοι. Τέλος πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του που προέβαλε με τις προτάσεις του, σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους από 12-10-2020 (αρ. κατ. 90/2020) πρόσθετους λόγους, επί της από 18/4/2017 (και με αρ. κατ. 63/2017) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 941/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ