Αριθμός 1950/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αθανάσιο Γεωργιάδη και Δημήτριο Παπαδόπουλο. Των αναιρεσίβλητων: 1. Θ. συζ. Δ. Η., το γένος Δ. Π., 2 Α. - Α. Ι. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Οικονομόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 3. Ι. Ι. του Ι., κάτοικο ... ο οποίoς δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Ιουλίου 1992 αγωγή των αρχικώς εναγόντων 1) Ε. χας Δ. Π. το γένος Α. Γ., κατοίκου ... 2) Κ. θυγ. Δ. Π., κατοίκου ... 3) Θ. συζ. Δ. Η. το γένος Δ. Π., κατοίκου ... και 4) Ι. Ι. Ι., κατοίκου ... ως και την από 31 Μαρτίου 1994 δεύτερη αγωγή των 1) Ε. χας Δ. Π. το γένος Α. Γ., 2) Κ. θυγ. Δ. Π., 3) Θ. συζ. Δ. Η. το γένος Δ. Π., κατοίκων ... που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16936/1995 μη οριστική, 22037/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1603/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του ως και τους από 18 Ιουνίου 2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και δια των προτάσεών τους αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. .../12-10-2012 έκθεση επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16-09-2013), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων Ι. Ι. του Ι. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνόμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, από τα άρθρα 298, 330, 681, 688 και 690 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με τη σύμβαση έργου μεταξύ εργολάβου και κυρίου του έργου, ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε κύριος του έργου (εργοδότης) να του καταβάλει την εργολαβική αμοιβή. Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί του οικοπέδου του οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου-εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή τα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ` αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών. Σε περίπτωση δε που μετά την εκτέλεση του έργου τούτο από υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) του εργολάβου έχει πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη των ιδιοτήτων που είχαν συμφωνηθεί, γεννιέται για τον κύριο του έργου (εργοδότη) κατά του εργολάβου απαίτηση αποζημιώσεως κάθε ζημίας, που προέρχεται εξ αιτίας του ελαττώματος ή της έλλειψης της συμφωνηθείσης ιδιότητας, που συνίσταται στην περιουσιακή διαφορά που ανακύπτει από την κατάσταση που δημιουργείται από αυτήν την πλημμελή εκτέλεση της συμβάσεως και από εκείνη που θα είχε δημιουργηθεί από την καθ` υπόθεση απαλλαγμένη από το ελάττωμα και πραγματοποίηση των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων εκτέλεση της συμβάσεως. Έτσι, η αποζημίωση αυτή καλύπτει τη θετική ζημία του εργοδότη, το διαφυγόν κέρδος και κάθε περαιτέρω ζημία του, ακόμη και μέλλουσα, εφόσον μετά βεβαιότητος πιθανολογείται ότι θα επέλθει αυτή στο μέλλον, το δε μέγεθός της μπορεί να προσδιορισθεί εκ των προτέρων (ΑΠ 352/2011, ΑΠ 930/2004, ΑΠ 979/1991). Εξάλλου, κατά την ΑΚ 404 "ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή". Κατά την ΑΚ 405 "η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία. Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημιά". Σύμφωνα δε με τα άρθρα 330, 341 και 342 ΑΚ, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει, αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία. Έτσι, αν η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας, και ιδίως, της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη, δηλαδή την όχληση του οφειλέτη, ή ότι παρήλθε η δήλη ημέρα εκπλητώσεως της παραχής. Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση, υπό την έννοια ότι αυτή οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Τέτοιο δε γεγονός, κατά την έννοια του άρθρου 342 ΑΚ, ενόψει του ότι η διάταξη αυτή δεν ορίζει ειδικότερα σε τι συνίσταται το απαλλάσσον τον οφειλέτη από τις συνέπειες τις υπερημερίας γεγονός, είναι κάθε γεγονός που δεν μπορεί να καταλογισθεί σε δόλο ή αμέλεια του οφειλέτη (ΑΠ 385/1975, ΑΠ 175/1966). Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ` αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξιώσεως, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσεως της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επελεύσεώς της (ΑΠ 352/2011, ΑΠ 356/2011, ΑΠ 1489/2009, ΑΠ 1460/2005). Τέλος, στις διατάξεις των άρθρων 15 και 17 του ν. 1337/1983, 22 του ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.), 4 του α.ν. 410/1968, όπως η παρ. 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 651/1977 και 3 του ίδιου ως άνω νόμου 651/1977, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ότι κάθε εργασία δομήσεως που επιτρέπεται να γίνει υπό τις ισχύουσες διατάξεις εντός οιουδήποτε οικισμού ή εκτός αυτού, πρέπει να μην εκτελείται άνευ αδείας της αρμόδιας Αρχής, ότι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται άνευ αδείας της αρμόδιας Αρχής θεωρείται αυθαίρετη, ότι ο χαρακτηρισμός κατασκευής τινός ως αυθαίρετης, η επιβολή προστίμου και η κατεδάφιση αυτής γίνεται με απόφαση του προϊσταμένου της κατά τόπον αρμοδίας Πολεοδομικής Αρχής και ότι πλέον τούτων, ήτοι της επιβολής προστίμου και της κατεδαφίσεως της αυθαίρετης κατασκευής, επιβάλλονται και ποινικές κυρώσεις εις βάρος του ιδιοκτήτη και του εργολάβου οικοδομών που ανέλαβε την εκτέλεση της αυθαιρέτου κατασκευής. Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται, ότι σύμβαση έργου με αντικείμενο την κατασκευή οικοδομής, για την οποία, κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμβάσεως, δεν υπάρχει η κατά νόμο απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, ή λόγω τροποποιήσεων που έγιναν στα οικοδομικά σχέδια απαιτείται έγκριση και θεώρηση της ήδη υφισταμένης για να τεθεί σε ισχύ, η έκδοση όμως της άδειας αυτής ή η έγκριση και θεώρηση της ήδη υφισταμένης, είναι δυνατή, έστω και εκ των υστέρων, τηρουμένων των νομίμων διατυπώσεων, είναι έγκυρη. Διότι ο νόμος, αν και προβλέπει αυστηρές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, δεν αποδοκιμάζει και συνεπώς δεν απαγορεύει τη σύμβαση, ώστε να επέρχεται ακυρότητα αυτής σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, απαγορεύει όμως ρητώς την παροχή, ήτοι την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, όχι όμως καθεαυτή, αλλά μόνον αν δεν πληρούται ορισμένη διατύπωση, δηλαδή μόνον αν δεν έχει χορηγηθεί ή αναθεωρηθεί η σχετική οικοδομική άδεια (ΑΠ 1033/2009). Έτσι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η έναρξη των οικοδομικών εργασιών κατά τον χρόνο που προβλέπεται στη σύμβαση, πριν από την έκδοση ή αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, ο δε εργολάβος που έχει υποσχεθεί με την σύμβαση την έναρξή τους πριν από τον χρόνο αυτό, δεν καθίσταται υπαίτιος για το χρόνο που απαιτείται προκειμένου να τηρηθούν οι ως άνω διατυπώσεις, η τυχόν δε καθυστέρηση παράδοσης του έργου εξαιτίας του γεγονότος αυτού δεν τον καθιστά υπερήμερο για το χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για τις διατυπώσεις αυτές, συντρέχοντος εν προκειμένω γεγονότος για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 342 του ΑΚ. Μετά την άρση όμως της απαγορεύσεως με την εκ των υστέρων έκδοση ή αναθεώρηση της σχετικής άδειας, γεννάται υποχρέωση για την επιτρεπόμενη πλέον από το νόμο παροχή, για την εκπλήρωση της οποίας ο οφειλέτης ευθύνεται κανονικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 335 επ. ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1603/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: << Με το υπ' αριθ. ...1987 συμβόλαιο συνένωσης οικοπέδων του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Τριαντάφυλλου Τσαγανά Τακαντζά, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι αρχικώς ενάγοντες Ε. Π., Κ. Π., Θ. Η. και Ι. Ι. έγιναν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 16,33%, 42,051%, 31,992% και 9,620% επί ενός διαμπερούς οικοπέδου, εκτάσεως 544,91 τ.μ., που βρίσκεται επί των οδών ... Στη συνέχεια, με το υπ' αριθ. .../22-10-1987 συμβόλαιο, του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, οι ανωτέρω ενάγοντες κατήρτισαν, με τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα Π. Σ. (αναιρεσείοντα), σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει, με δικές του δαπάνες, επί του προαναφερθέντος οικοπέδου τους, πολυώροφη οικοδομή, με το σύστημα της αντιπαροχής, η οποία θα αποτελούνταν, όσον αφορά το επί της λεωφόρου …τμήμα του οικοπέδου, από υπόγειο, ισόγειο και οκτώ (8) ορόφους, ενώ, το επί της …, τμήμα του οικοπέδου, από υπόγειο και ισόγειο. Οι ως άνω οικοπεδούχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στον εργολάβο, ή σε τρίτα πρόσωπα, που θα υποδείκνυε αυτός, ποσοστό 30,31% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, με τις αντίστοιχες σε αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες, ως εγολαβικό αντάλλαγμα, παρακρατώντας για τον εαυτό τους, το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, με τις αντιστοιχούσες σε αυτό, οριζόντιες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα: Α) Η Ε. Π. α) ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού μικτού 158,46 τ.μ. και β) ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, εμβαδού μικτού 141,36 τ.μ., Β) Η Κ. Π.: α) το ήμισυ εξ αδιαιρέτου, του έχοντος πρόσοψη επί της …ισογείου καταστήματος, εμβαδού 269,97 τ.μ., μετά παταριού, εμβαδού 135 τ.μ. και του κάτωθι του καταστήματος αυτού υπογείου χώρου, εμβαδού 120 τ.μ., β) ένα ισόγειο κατάστημα έχον πρόσοψη επί της οδού …, εμβαδού 43,81 τ.μ., μετά παταριού, εμβαδού 22 τ.μ., γ) ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού μικτού 141,36 τ.μ., δ) ολόκληρο τον έβδομο όροφο, αποτελούμενο από δύο διαμερίσματα, εμβαδού μικτού 158,46 τ.μ. και 141,36 τ.μ., αντίστοιχα και ε) τις υπ' αριθ. 4 και 6 θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων στον υπόγειο χώρο της οικοδομής, Γ) Η Θ. Η.: α) το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του έχοντος πρόσοψη επί της …ισογείου καταστήματος, εμβαδού 269,97 τ.μ., μετά παταριού, εμβαδού 135 τ.μ. και του κάτωθι του καταστήματος αυτού υπογείου χώρου, εμβαδού 120 τ.μ., β) ένα διαμέρισμα του έκτου ορόφου, εμβαδού 158,46 τ.μ., γ) ολόκληρο τον όγδοο όροφο, αποτελούμενο από ένα διαμέρισμα, εμβαδού μικτού 271,06 τ.μ., δ) ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, εμβαδού μικτού 90 τ.μ. και ε) τις υπ' αριθ. 3 κα 8 θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, στον υπόγειο χώρο της οικοδομής, Δ) Ο Ι. Ι. α) ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, εμβαδού μικτού 209,82 τ.μ. και β) την υπ' αριθ. 2 θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτων στον υπόγειο χώρο της οικοδομής. Με τον 5ο όρο, του προαναφερόμενου συμβολαίου, συμφωνήθηκε ότι ο εργολάβος υποχρεούται να αποπερατώσει ολόκληρη την οικοδομή και τους χώρους της αντιπαροχής, εντός 24 μηνών από την επαναφορά, σε ισχύ της υπ' αριθ. 1015/1985 οικοδομικής άδειας, που είχε εκδοθεί, επ' ονόματι του δικαιοπαρόχου των τριών πρώτων, από τους παραπάνω οικοπεδούχους, Δ. Π. και η οποία είχε ανακληθεί, με την υπ' αριθ. ΔΠ 19817/2403/11551/1374/14-5-1987 απόφαση, της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, όμως, για τα καταστήματα και τον υπόγειο χώρο συμφωνήθηκε ότι αυτά έπρεπε να αποπερατωθούν και να παραδοθούν εντός προθεσμίας 18 μηνών από την ίδια ως άνω αφετηρία. Σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτων των ως άνω προθεσμιών, ο εργολάβος υποχρεούνταν να καταβάλει στους οικοπεδούχους, ως ποινική ρήτρα, ποσό 4.000 δραχμών, για κάθε ημέρα καθυστέρησης και για κάθε διαμέρισμα της αντιπαροχής και ποσό 15.000 δραχμών για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης των καταστημάτων και του υπογείου, όπως ρητά ορίζεται με τον όρο 3 του εργολαβικού (βλ. 4ο φύλλο αυτού) και τα διατεινόμενα, από τον εναγόμενο, ότι δεν συμφωνήθηκε καταβολή ποινικής ρήτρας, για την μη εμπρόθεσμη παράδοσης των καταστημάτων και μάλιστα ποσού 15.000 δραχμών ημερησίως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. ΔΠ/ΕΑ/37580/1-7-1998 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, ανακλήθηκε η υπ' αριθ. ΔΠ 19817/2403/11551/1374/14-5-1987 απόφαση, με την οποία είχε ανακληθεί η υπ' αριθ. 1015/1985 οικοδομική άδεια, η οποία και επαναφέρθηκε σε ισχύ από 1-7-1988. Εφόσον δε, από την εν λόγω ημερομηνία ήταν δυνατή η έναρξη εργασιών κατασκευής της ένδικης οικοδομής, ο εναγόμενος όφειλε να κατασκευάσει και να παραδώσει στους οικοπεδούχους, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα 5ο όρο του εργολαβικού συμβολαίου, τα μεν διαμερίσματα μέχρι την 30-6-1990, τα δε καταστήματα και τον υπόγειο χώρο μέχρι 31-12-1989. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης τα διαμερίσματα της αντιπαροχής παραδόθηκαν στους οικοπεδούχους την 20-1-1994, το δε επί της …ισόγειο κατάστημα παραδόθηκε την 1-11-1991. Ο υπόγειος χώρος, του επί της …ισογείου καταστήματος, καθώς και το επί της οδού …ισόγειο κατάστημα, δεν έχουν κατασκευασθεί, όπως επιβεβαιώνεται και από τον πραγματογνώμονα Δ. Κ. στην προαναφερθείσα έκθεσή του. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παράδοση του επί της …ισογείου καταστήματος έγινε σε προγενέστερο, από τον προαναφερόμενο, παραπάνω, χρόνο και συγκεκριμένα την 13-3-1990, επικαλούμενος και προσκομίζοντας προς απόδειξη του ισχυρισμού του, το με ημερομηνία 13-3-1990 έγγραφο, που του απέστειλε ο εκπρόσωπος της μισθώτριας του εν λόγω καταστήματος εταιρίας LUFTHANSA. Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής ο εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας καλούσε, με αυτήν τον εναγόμενο, να του παραδώσει τα κλειδιά του καταστήματος, με τη ρητή δήλωση ότι η οριστική παραλαβή θα συντελεσθεί, εφόσον ολοκληρωθούν οι εργασίες στην όψη της οικοδομής. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, η ως άνω μισθώτρια εταιρία έκανε χρήση αυτού μόλις την 1-11-1991, οπότε και άρχισε να καταβάλει τα μισθώματα και τούτο γιατί, πριν από την ημερομηνία αυτή δεν είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες στην πρόσοψη της οικοδομής, γεγονός που καθιστούσε ανέφικτη τη χρήση του εν λόγω καταστήματος. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η καθυστέρηση στην παράδοση των διαμερισμάτων, η οποία σε κάθε περίπτωση, κατά τον ίδιο, έλαβε χώρα την 29-4-1993, οφείλεται στο ότι καθυστέρησε η έναρξη των εργασιών κατασκευής της οικοδομής κατά έξι μήνες, μετά την θέση σε ισχύ της άδειας ανέγερσης της οικοδομής και συγκεκριμένα ότι κατέστη δυνατή η έναρξη των εργασιών κατασκευής μόλις την 31-10-1988, επειδή τροποποιήθηκαν τα σχέδια ανέγερσης της οικοδομής και ήταν απαραίτητη η εκ νέου έγκρισή τους από την πολεοδομία, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση των προσκομιζομένων σχεδίων προκύπτει ότι πρόκειται για τα ίδια σχέδια, που εκπονήθηκαν το έτος 1984 και με βάση τα οποία εκδόθηκε η ως άνω άδεια και ότι έγινε απλή θεώρηση αυτών, από την εν λόγω υπηρεσία, επειδή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν απαραίτητη, ως τυπικό στοιχείο, για την εξακολούθηση της ισχύος τους. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να προβεί σε έναρξη των εργασιών κατασκευής, πριν από τη θεώρηση αυτή, κρίση που ενισχύεται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος, ο οποίος γνώριζε τη συμφωνία για την ποινική ρήτρα και τις δυσμενείς επιπτώσεις, που θα είχε για τον ίδιο η καθυστέρηση στην παράδοση του έργου, δεν ενημέρωσε τους ενάγοντες, εγγράφως μάλιστα, για το ότι δεν μπορούσε να αρχίσει την κατασκευή του έργου, για τον ως άνω λόγο. Πολύ δε περισσότερο που θα μπορούσε να θέσει την ημερομηνία αυτή, ως χρονικό σημείο έναρξης εκτέλεσης του έργου. Επίσης, ο ισχυρισμός του εναγομένου, δηλαδή η καθυστέρηση και η μη εμπρόθεσμη παράδοση των διαμερισμάτων, οφείλεται στο γεγονός, πως ο καθένας από τους δικαιούχους ανέλαβε να διασκευάσει αυτά, σύμφωνα με τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του, σε ικανά σημεία, ανατρέποντας το χρονοδιάγραμμα εργασιών της οικοδομής, αποδεικνύεται αβάσιμος, αφού οι ίδιοι οι μάρτυρές του κατέθεσαν μόνο για εργασίες αλλαγής στην πρόσοψη της οικοδομής και στη διαμόρφωση της εισόδου και όχι σε εργασίες τροποποίησης των διαμερισμάτων αντιπαροχής. Από δε την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης αποδείχθηκε ότι επί των οκτώ (8) συνολικά διαμερισμάτων της αντιπαροχής σε ένα μόνο, από αυτά, έγιναν τροποποιήσεις, με δαπάνες της ιδιοκτήτριας, οι οποίες μάλιστα αφορούσαν υλικά κατασκευής και όχι κατασκευαστικές εργασίες και οπωσδήποτε δεν επηρέασαν το χρονοδιάγραμμα των εργασιών. Επίσης δεν μπορεί να θεωρηθούν, ως επιβεβαιωτικά των ισχυρισμών του εναγομένου, περί καθυστέρησης, τα αναφερόμενα, από τον ίδιο πραγματογνώμονα, στην έκθεσή του γενικά περί αλλαγών και τροποποιήσεων, καθόσον δεν αναγράφονται συγκεκριμένες αλλαγές και τροποποιήσεις, πολύ δε περισσότερο, που δεν προσδιορίζονται ο χρόνος, που απαιτήθηκε γι' αυτές. Αντιθέτως, από τα αναφερόμενα στην ίδια την πραγματογνωμοσύνη, ότι ο εναγόμενος κατέθεσε αίτηση για την έγκριση αποπεράτωσης των εργασιών στη Διεύθυνση Πολεοδομίας στις 23-3-1993 και επειδή μετά από αυτοψία των υπαλλήλων της εν λόγω υπηρεσίας επισημάνθηκαν ορισμένες κατασκευές, οι οποίες δεν συμφωνούσαν με τα κατατεθέντα αρχικά σχέδια, οι οποίες και επισημάνθηκαν στον εναγόμενο, εγγράφως, με σχετικές παρατηρήσεις και ότι μετά την αποκατάσταση, των επισημανθεισών παραλείψεων και μετά από νέα αίτηση του εναγομένου, η οριστική έγκριση, από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας, δόθηκε στις 10-12-1993, αντικρούει τον ισχυρισμό του ότι παρέδωσε τους χώρους αντιπαροχής την 29-4-1993 και επιβεβαιώνει την κατάθεση του μάρτυρος των εναγόντων περί παράδοσης των χώρων της αντιπαροχής την 20-1-1994. Μετά ταύτα κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι η οριστική παράδοση των χώρων της αντιπαροχής έλαβε χώρα την 20-1-1994 και αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ενάγουσες παρέλαβαν τους χώρους της αντιπαροχής από 29-4-1993. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος, ενώ επικαλείται, με την έφεσή του, το από 21-9-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό, υπογραφέν μεταξύ των διαδίκων, προς απόδειξη του ισχυρισμού ότι οι ενάγοντες παρέλαβαν τους χώρους της αντιπαροχής από 29-4-1993, δεν το προσκομίζει. Ως αβάσιμη, με βάση τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση του εναγομένου ότι η καθυστέρηση στην παράδοση των χώρων της αντιπαροχής δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Κατά συνέπεια, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος περί την παράδοση των διαμερισμάτων από 1-7-1990 και από 1-1-1990 για τα καταστήματα επί της .., υποχρεούται να καταβάλει στους οικοπεδούχους την συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα για τα αναφερόμενα και στις δύο αγωγές χρονικά διαστήματα υπερημερίας του. Ειδικότερα, για το χρονικό διάστημα από τις ως άνω συμφωνηθείσες ημερομηνίες παράδοσης των διαιρετών χώρων μέχρι την 31-7-1992 (ημερομηνία κατάθεσης της πρώτης από τις συν εκδικαζόμενες αγωγές) οφείλει να καταβάλει: Α) Στην Ε. Π. το ποσό των 6.088.000 δραχμών (761 ημέρες Χ 4.000 δραχμές Χ 2 διαμερίσματα), Β) στην Κ. Π. το ποσό των 5.017.500 δραχμών, για την καθυστέρηση παράδοσης του επί της …καταστήματος [(669 ημέρες Χ 15.000 δραχμές) : 2] και το ποσό των 9.132.000 δραχμών για την καθυστέρηση παράδοσης των τριών διαμερισμάτων (761 ημέρες Χ 4.000 δραχμές Χ 3 διαμερίσματα), ήτοι συνολικά 14.149.500 δραχμές, Γ) στη Θ. Η. το ποσό των 5.017.500 δραχμών για την καθυστέρηση παράδοσης του επί της …καταστήματος [(669 ημέρες Χ 15.000 δραχμές) : 2] και το ποσό των 9.132.000 δραχμών για την καθυστέρηση παράδοσης των τριών διαμερισμάτων (761 ημέρες Χ 4.000 δραχμές Χ 3 διαμερίσματα), ήτοι συνολικά 14.149.500 δραχμές και Δ) στον Ι. Ι. το ποσό των 3.044.000 δραχμών για την καθυστέρηση παράδοσης ενός διαμερίσματος (761 ημέρες Χ 4.000 δραχμές). Για το χρονικό διάστημα από 1-8-1992 και μέχρι την 20-1-1994, ημερομηνία παράδοσης των διαμερισμάτων, οφείλει να καταβάλει: Α) Στην Ε. Π. το ποσό των 4.304.000 δραχμών (583 ημέρες Χ 4.000 δραχμές Χ 3 διαμερίσματα), Β) στην Κ. Π. το ποσό των 6.456.000 δραχμών (538 ημέρες Χ 4.000 δραχμές Χ 3 διαμερίσματα) και Γ) στη Θ. Η. το ποσό των 6.456.000 δραχμών (538 ημέρες Χ 4.000 δραχμές Χ 3 διαμερίσματα). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα, με τους σχετικούς λόγους της έφεσης του εναγομένου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω και σε σχέση με την κατασκευή του επί της οδού …καταστήματος αποδείχθηκαν τα εξής: Επειδή στο τμήμα του οικοπέδου, που θα ανεγείρονταν αυτό, και σε σχέση με όμορη επί της οδού …οικοδομή, κατά την έναρξη των εργασιών εκσκαφής του οικοπέδου, παρουσιάστηκαν προβλήματα στατικότητας αυτής, η διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, με το από 24-5-1989 έγγραφό της, που κοινοποίησε και στον εναγόμενο (βλ.με αριθ. πρωτ. ΔΠ/ΣΕ/30766/014/703/24-5-1989 έγγραφό της), τον ενημέρωνε ότι έπρεπε να προχωρήσει σε εκσκαφή του, μετά από συνενόηση με την 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης. Η τελευταία, επειδή, μετά από σχετικό έλεγχο βρήκε εντός του οικοπέδου, τμήμα του Μεσαιωνικού τείχους, υπέδειξε, με συνταχθένα, από τους μηχανικούς της, σχέδια, τον τρόπο δόμησης, ώστε να εξασφαλιστεί, συγχρόνως, η διατήρηση του τείχους (βλ. με αριθ. 1516/7-5-1990 έγγραφό της). Από τα παραπάνω, όμως, συνάγεται ότι δεν μπορούσαν να αρχίσουν οι εργασίες κατασκευής της επί της οδού …καταστήματος, συγχρόνως με τις εργασίες κατασκευής της υπόλοιπης οικοδομής. Στην ανεγερθείσα, όμως, ήδη, επί της Λεωφόρου …οικοδομή, με ενέργειες των εκ των οικοπεδούχων-εναγουσών Κ. Π. και Θ. Η., καθώς και του ορισθέντος, από αυτές, επιβλέποντος μηχανικού, Δ. Η., συζύγου της τελευταίας, είχαν επέλθει τροποποιήσεις και ειδικότερα το πατάρι του καταστήματος μετατράπηκε σε χώρο κύριας χρήσης, και ο εν εσοχή όροφος της οικοδομής δομήθηκε κατά 7 τ.μ., επιπλέον των επιτρεπομένων, με την οικοδομική άδεια, με αποτέλεσμα να υπερκαλυφθεί ο συντελεστής δόμησης, της όλης οικοδομής, κατά 90 τ.μ., γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την με ημερομηνία 2-10-1997 έκθεση αυτοψίας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας. Εξ αιτίας, όμως, του γεγονότος αυτού, κατά τον χρόνο που κατέστη δυνατή η ανέγερση του επί της …καταστήματος, μετά την άρση των προαναφερθέντων κωλυμάτων και συγκεκριμένα το 2ο εξάμηνο του 1990, απαγορευόταν, πλέον, από το νόμο η κατασκευή του, επειδή ο συντελεστής δόμησης είχε υπερκαλυφθεί, όπως επιβεβαιώνεται και από την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Εφόσον, όμως, αποδείχθηκε ότι η κατασκευή του ανωτέρω καταστήματος κατέστη αδύνατη, εξ αιτίας ενεργειών των προαναφερθέντων, εκ των οικοπεδούχων-εναγουσών, Κ. Π. και Θ. Η. και ότι δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου, η σχετική ένσταση του εναγομένου ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα, για την μη εκτέλεση του έργου κατασκευής του ανωτέρω καταστήματος, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα, με τον πρώτο λόγο της έφεσης, των εναγουσών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω και σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι και η κατασκευή του υπογείου χώρου του επί της Λεωφόρου … καταστήματος οφείλεται και αυτή σε λόγους ανωτέρας βίας και ειδικότερα σε προβλήματα, που ανέκυψαν, σχετικά με τη θεμελίωσή του, αποδείχθηκαν τα εξής: Επειδή ήταν γνωστό εκ των προτέρων, στα συμβαλλόμενα μέρη, ότι η συγκεκριμένη οικοδομή θα χρειαζόταν ειδική θεμελίωση, ανατέθηκε, από τον εναγόμενο, βάσει σχετικής πρόβλεψης στη συγγραφή υποχρεώσεων, η θεμελίωση αυτής σε τεχνική εταιρία, που απασχολεί εξειδικευμένους μηχανικούς, οι οποίοι και του υπέδειξαν μέθοδο θεμελίωσης με έγχυτους πασάλους και έγχυτα διαφράγματα, αφενός για να καταστεί εφικτή η κατασκευή του υπογείου και αφετέρου για να μην κινδυνεύσει η στατικότητα των εκατέρωθεν οικοδομών. Λόγω όμως, του υψηλού κόστους του τρόπου αυτού θεμελίωσης, το οποίο (υψηλό κόστος) επιβεβαιώνεται και από τον πραγματογνώμονα, ο οποίος, επίσης, επιβεβαιώνει και ότι δεν παρουσιάστηκαν απρόοπτα προβλήματα θεμελίωσης, καθόσον είχαν προηγηθεί γεωτρήσεις και πανετομετρήσεις, με τις οποίες είχε εξακριβωθεί η στρωμάτωση του υπεδάφους, ο εναγόμενος αρνήθηκε να προβεί στην κατασκευή του υπογείου. Από κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι σε κάθε περίπτωση οι αντίδικοί του συμφώνησαν να μην κατασκευαστεί το υπόγειο. Αντιθέτως και από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης και από την, από 1-8-1989, εξώδικη, δήλωση των εναγουσών, προς τον εναγόμενο, αποδεικνύεται ότι οι ίδιες επέμειναν στην κατασκευή του και την απαρέγκλητη τήρηση, εκ μέρους του, των όρων της σύμβασης. Εξ αιτίας, όμως, της μη κατασκευής του υπογείου οι ενάγουσες οικοπεδούχοι ζημιώθηκαν κατά το συνολικό ποσό των 18.000.000 δραχμών, και η κάθε μία κατά το ποσό των 9.000.000 δραχμών που θα αποκόμιζαν, από την αξιοποίησή του, κυρίως με τη μεταπώλησή του σε τρίτους, ενόψει του ότι η αξία του, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα ισχύοντα στις συναλλαγές, σε 150.000 δραχμές το τ.μ. (120 τ.μ. Χ 150.000 δραχμές). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα υποστηριζόμενα με αντίστοιχο λόγο έφεσης, περί μεγαλύτερης αξίας του, και, με αντίστοιχο λόγο, έφεσης του εναγομένου, περί μικρότερης τέτοιας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα>>. Με βάση τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο, απέρριψε τις συνεκδικασθείσες εφέσεις των διαδίκων, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχαν επιδικασθεί στους αναιρεσίβλητους τα προαναφερόμενα ποσά, κατά μερική παραδοχή των συνεκδικασθεισών από 31-7-1992 και 31-3-1994 αγωγών τους, με τις οποίες επιδιώκετο από τους τελευταίους, εκτός των άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, η επιδίκαση σ' αυτούς της καταπεσούσης ποινικής ρήτρας, λόγω μη έγκαιρης παράδοσης των παραπάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, καθώς και αποζημίωση για την μη κατασκευή του υπογείου καταστήματος που είχαν συμφωνηθεί, μεταξύ των άλλων, ως αντικείμενο της αντιπαροχής. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με την αγωγική αξίωση για αποζημίωση, για την μη κατασκευή του συμφωνηθέντος να κατασκευασθεί υπογείου χώρου, εμβαδού 120 τ.μ., κάτω από το επί της Λεωφ. …κατάστημα, ορθώς υπήγαγε την νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, εκτός των άλλων, και στη διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε, αφού συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του πραγματικού της διάταξης αυτής, και συγκεκριμένα, είχε εκτελεσθεί και παραδοθεί το έργο που είχε ανατεθεί στον εναγόμενο εργολάβο, το οποίο, από υπαιτιότητά του, είχε ελαττώματα και ελλείψεις των ιδιοτήτων που είχαν συμφωνηθεί, τα οποία γέννησαν για τους ενάγοντες, κύριους του έργου, κατά του εργολάβου, απαίτηση αποζημιώσεως, που συνίστατο στη ζημία τους από την πώληση του εν λόγω μη κατασκευασθέντος υπόγειου χώρου του εν λόγω καταστήματος, η οποία γεννήθηκε και ήταν επιδιώξιμη από την παράδοση του ελαττωματικού και με ελλείψεις έργου, αφού ο καθορισμός του μεγέθους της, ήταν εφικτός, από του χρόνου αυτού. Εξάλλου, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το παραπάνω ελάττωμα (μη κατασκευή υπογείου), καθόσον με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται, "ότι ήταν γνωστό εκ των προτέρων, στα συμβαλλόμενα μέρη, ότι η συγκεκριμένη οικοδομή θα χρειαζόταν ειδική θεμελίωση, γι' αυτό ανατέθηκε, από τον εναγόμενο, βάσει σχετικής πρόβλεψης στη συγγραφή υποχρεώσεων, η θεμελίωση αυτής σε τεχνική εταιρία, που απασχολεί εξειδικευμένους μηχανικούς, οι οποίοι και του υπέδειξαν μέθοδο θεμελίωσης με έγχυτους πασσάλους και έγχυτα διαφράγματα, αφενός για να καταστεί εφικτή η κατασκευή του υπογείου και αφετέρου για να μην κινδυνεύσει η στατικότητα των εκατέρωθεν οικοδομών. Λόγω όμως, του υψηλού κόστους του τρόπου αυτού θεμελίωσης, το οποίο (υψηλό κόστος) επιβεβαιώνεται και από τον πραγματογνώμονα, ο οποίος, επίσης, επιβεβαιώνει και ότι δεν παρουσιάστηκαν απρόοπτα προβλήματα θεμελίωσης, καθόσον είχαν προηγηθεί γεωτρήσεις και πανετομετρήσεις, με τις οποίες είχε εξακριβωθεί η στρωμάτωση του υπεδάφους, ο εναγόμενος αρνήθηκε να προβεί στην κατασκευή του υπογείου, ενώ από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι σε κάθε περίπτωση οι αντίδικοί του συμφώνησαν να μην κατασκευαστεί το υπόγειο, αλλ' αντιθέτως, και από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης και από την, από 1-8-1989, εξώδικη, δήλωση των εναγουσών, προς τον εναγόμενο, αποδεικνύεται ότι οι ίδιες επέμειναν στην κατασκευή του και την απαρέγκλητη τήρηση, εκ μέρους του, των όρων της σύμβασης". Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω όμως, οι παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την υπερημερία του αναιρεσείοντος στην παράδοση των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών στους αναιρεσίβλητους και τον ισχυρισμό του πρώτου ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα στην καθυστέρηση παράδοσης των τελευταίων εντός της προθεσμίας που είχε συμφωνηθεί, ώστε να μην καθίσταται υπόχρεος στην καταβολή της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, αφενός μεν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 298, 330, 340, 341, 342, 404, 405, 681 του ΑΚ, που εφαρμόσθηκαν, για ένα μέρος του χρόνου της υπερημερίας του αναιρεσείοντος στην παράδοση των εν λόγω ιδιοκτησιών και της επιδικασθείσας και για το χρόνο αυτό καθυστέρησης ποινικής ρήτρας, αφετέρου δε, κατά το μέρος αυτό, στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) δεν έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού, για το μέρος αυτό της επιδικασθείσας ποινικής ρήτρας, υφίστανται νομικά κενά και αντιφάσεις, και δεν καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ιδίως εκείνη του άρθρου 342 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα: 1) Ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι στην καταρτισθείσα σύμβαση και την συγγραφή υποχρεώσεων συμφωνήθηκαν τροποποιήσεις στις κατόψεις, τομές όψεων και των στατικών της οικοδομής, διαφορετικές από εκείνες που προβλέπονταν στα σχέδια της υφισταμένης και τεθείσας σε ισχύ οικοδομικής άδειας, οι οποίες και έγιναν με την συνδρομή των αναιρεσίβλητων, ώστε κατόπιν αυτού να απαιτείται αναθεώρηση της υφισταμένης οικοδομικής άδειας, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες πολεοδομικές διατάξεις, χωρίς την οποία δεν ήταν επιτρεπτή η έναρξη εκτέλεσης του συμφωνηθέντος οικοδομικού έργου και ότι η αναθεώρηση αυτή πραγματοποιήθηκε από την αρμόδια πολεοδομία στις 24-10-1998, δέχεται ακολούθως ότι η θεώρηση αυτή ήταν τυπική και ότι μπορούσε να αρχίσει η εκτέλεση του έργου από 1-7-1988, όπου τέθηκε σε ισχύ η αρχική άδεια ανοικοδόμησης με την ανάκληση της ανακλητικής απόφασης αυτής και από την οποία είχε συμφωνηθεί να τρέχουν οι προθεσμίες παράδοσης του έργου, καταλογίζοντας περαιτέρω υπαιτιότητα στον αναιρεσείοντα ως προς καθυστέρηση έναρξης των εργασιών της οικοδομής για το χρονικό διάστημα από 1-7-1988 έως 24-10-1988 και αντίστοιχα υπαίτια καθυστέρηση στην παράδοσή του έργου για το ίδιο χρονικό διάστημα, επιδικάζοντας ακολούθως εις βάρος του και για το διάστημα αυτό ποινικές ρήτρες, παρά το γεγονός ότι ρητώς απαγορευόταν από τις άνω πολεοδομικές διατάξεις η έναρξη αυτού. Παράλληλα δε, ενώ δέχεται ότι ήταν δυνατή η έναρξη του έργου από 1-7-1988, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, γιατί δεν έγιναν τροποποιήσεις στα αρχικά σχέδια βάσει των οποίων είχε εκδοθεί η υφισταμένη και τεθείσα σε ισχύ οικοδομική άδεια, ακολούθως, με αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες δέχεται, ότι έγιναν μεν τροποποιήσεις στην πρόσοψη της οικοδομής, πλην όμως απαιτείτο τυπική θεώρηση της αδείας, που δεν εμπόδιζε την έναρξη των εργασιών. 2) Περαιτέρω, πέραν των άνω περιστατικών στα οποία στήριξε ο αναιρεσείων τον ισχυρισμό του περί έλλειψης υπαιτιότητός του στην έναρξη των εργασιών της επίδικης οικοδομής και αντίστοιχης καθυστέρησης παράδοσης του έργου επί τετράμηνο περίπου, λόγω του χρόνου που απαιτήθηκε για την αναθεώρηση της αρχικής οικοδομικής άδειας, εξαιτίας τροποποιήσεως των αρχικών σχεδίων, βάσει των οποίων εκδόθηκε αυτή, ο αναιρεσείων προέβαλε τον ίδιο ισχυρισμό, της έλλειψης δηλαδή υπαιτιότητάς του για το περαιτέρω χρονικό διάστημα που φέρεται υπερήμερος στην παράδοση του ανατεθέντος σ'αυτόν έργου, τον οποίο στήριξε στα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, που καθένα θεμελιώνει αυτοτελώς τον ισχυρισμό του περί έλλειψης υπαιτιότητάς στην εκπρόθεσμη παράδοση του επίδικου έργου και συνακόλουθα στην μη επέλευση συνεπεία τούτο της υπερημερίας του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς κατατεθείσες πρωτοδίκως προτάσεις του και την έφεσή του, προέβαλε και επανέφερε αντίστοιχα ενώπιον του Εφετείου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) Ότι μετά την κατά τα ανωτέρω έγκριση της τροποποίησης της άδειας (24-10-1988), αμέσως άρχισαν οι προκαταρκτικές εργασίες στο οικόπεδο και ταυτόχρονα ανέθεσε στην εταιρία ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ όλες τις αναγκαίες εργασίες για την εκσκαφή του οικοπέδου, πλην όμως κατά την τελευταία, παρά τις πανετομετρήσεις και την γεώτρηση που είχαν γίνει, χωρίς να εμφανίσουν κανένα εμπόδιο, διαπιστώθηκε ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας είχαν πακτωθεί πάσσαλοι καστανιάς για την στερέωση παλαιάς οικοδομής, η εξόρυξη των οποίων ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και χρονοβόρα, με συνέπεια να καθυστερήσει η έναρξη των εργασιών της οικοδομής κατά δύο μήνες, και να αρχίσουν έτσι τον Ιανουάριο του 1988, ώστε για το δίμηνο της καθυστέρησης από την θεώρηση της οικοδομικής άδειας (24-10-1988) να μην φέρει καμιά ευθύνη, αφού η απρόβλεπτη αυτή εξόρυξη των πασάλων περατώθηκε τον Ιανουάριο του 1989. β) Ότι για την περαιτέρω επί οκτάμηνο καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου δεν έχει επίσης καμία ευθύνη, διότι αα) κατά την εκσκαφή του οικοπέδου προς στο επί της οδού …τμήμα του, αποκαλύφθηκε σε βάθος τριών μέτρων τμήμα θαλάσσιου μεσαιωνικού τείχους (Νεώριο), με συνέπεια η αρμόδια Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να διατάξει την αναστολή των οικοδομικών εργασιών στο τμήμα αυτό μέχρι την υποβολή τροποποιητικής μελέτης με βάση την οποία η οικοδομή θα έπρεπε να υποχωρήσει περί τα 2,5 μέτρα από την οικοδομική γραμμή της οδού …προς διατήρηση του τείχους, ββ) εξαιτίας της τροποποίησης αυτής ήταν ανέφικτη η κατασκευή σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια και το εργολαβικό δύο από τις προβλεπόμενες θέσεις στάθμευσης και του ανελκυστήρα των οχημάτων, με συνέπεια να αρχίσουν οι έριδες μεταξύ των οικοπεδούχων, ποιος θα έχανε τις δύο αυτές θέσεις και να διακοπούν οι εργασίες στο πίσω μέρος της οικοδομής και γγ) στη συνέχεια οι οικοπεδούχοι παρεξέκλιναν της οικοδομικής άδειας και μετέτρεψαν το εμβαδού 120 τ.μ. πατάρι του επί της λεωφ. …καταστήματος σε χώρο κύριας χρήσης, με συνέπεια την εξάντληση 120 τ.μ. από τον επιτρεπόμενο συντελεστή δόμησης, η δε εξ αυτών Ε. Η., κυρία του Α εν εσοχή ορόφου, παρεξέκλινε από την οικοδομική άδεια, κατασκευάζοντας 7,50 τ.μ. επιπλέον των προβλεπόμενων στην οικοδομική άδεια. γ) Ότι χωρίς υπαιτιότητά του καθυστέρησε η εκτέλεση του έργου επί τρεις (3) ακόμη μήνες, διότι κατά την εκσκαφή του οικοπέδου αποκαλύφθηκε ότι η επί της λεωφ. …όμορη οικοδομή είχε επιφανειακή θεμελίωση βάθους 1,40 μ., με συνέπεια να διαταχθεί από την πολεοδομία η υπερσκαφή λωρίδας οικοπέδου κατά μήκος των θεμελίων της όμορης οικοδομής μέχρι να υποβληθεί τροποποιητική μελέτη ειδικής θεμελίωσης προς την πλευρά αυτή. δ) Ότι χωρίς υπαιτιότητά του καθυστέρησε επί πεντάμηνο εισέτι η αποπεράτωση της επίδικης οικοδομής, καθόσον εξαιτίας της διαμάχης των οικοπεδούχων ως προς την απώλεια των δύο υπόγειων θέσεων στάθμευσης, δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση των φορτηγών αλλά και η τοποθέτηση αναβατορίου στη θέση που προβλεπόταν στο πίσω μέρος της οικοδομής, με συνέπεια να καθυστερήσει η κατασκευή του εμπροσθίου τμήματος της οικοδομής, λόγω των δυσκολιών πρόσβασης σ' αυτό. ε) Ότι χωρίς υπαιτιότητά του καθυστέρησε για ένα οκτάμηνο ακόμη η παράδοση της οικοδομής, λόγω του ότι αποφασίστηκε από τους οικοπεδούχους η τροποποίηση της όψεως της εισόδου της οικοδομής, και ανατέθηκε σε αρχιτέκτονα μηχανικό η σχετική μελέτη, η οποία ολοκληρώθηκε μετά από 2,5 μήνες, ενώ εξαιτίας των περαιτέρω πολεοδομικών επιπλοκών, αλλά κυρίως της ανωτέρω τροποποίησης της όψεως της εισόδου, που ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, συγκριτικά με την συνήθη, απαιτήθηκαν συνολικά οκτώ επί πλέον μήνες για την περάτωση του έργου, η ως άνω δε τροποποίηση έγινε μετά από αίτηση, αλλά και την συγκατάθεση των οικοπεδούχων και του επιβλέποντος μηχανικού τους. Τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος, περί έλλειψης υπαιτιότητάς του στη εκπρόθεσμη παράδοση των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών στους αναιρεσίβλητους, που στηρίζει στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, απέρριψε το Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμο, χωρίς όμως να περιλάβει στην απόφασή του καθόλου αιτιολογίες ως προς ορισμένα από τα περιστατικά αυτά, ενώ οι περιληφθείσες σ' αυτήν ως προς άλλα, είναι ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην καθυστέρηση παράδοσης των διαμερισμάτων στους οικοπεδούχους και να μην μπορεί ελεγχθεί η υπαγωγή τους στο άρθρο 342 του ΑΚ. Ειδικότερα, η περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αιτιολογία ότι "από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να προβεί σε έναρξη των εργασιών κατασκευής, πριν από την θεώρηση αυτής...", αναφέρεται στην έλλειψη υπαιτιότητος του ενάγοντος ως προς το χρόνο έναρξης ισχύος της οικοδομικής άδειας, περί του οποίου γίνεται λόγος ανωτέρω, και δεν στηρίζει τα ανωτέρω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, γίνεται μεν αναφορά για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών στην πρόσοψη της οικοδομής, χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται η επίπτωση που είχε η εκτέλεση των εργασιών αυτών, ως προς την καθυστέρηση ή όχι της αποπεράτωσης των οριζόντιων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής των αναιρεσιβλήτων. Ομοίως, ενώ παρατίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη παραδοχές για την εμφάνιση προβλημάτων στατικότητας στο τμήμα του οικοπέδου και σε σχέση με την όμορη επί της οδού …οικοδομή, στην ανεύρεση εντός του οικοπέδου τμήματος του Μεσαιωνικού τοίχους, την διατήρηση του οποίου υπέδειξε η αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία, καμία περαιτέρω αιτιολογία δεν υπάρχει σχετικά με την επίπτωση που είχαν τα απρόβλεπτα αυτά εμπόδια στην έγκαιρη περάτωση εκτέλεσης του επίδικου έργου και την ύπαρξη ευθύνης του αναιρεσείοντος για το γεγονός αυτό. Τέλος, ενώ δέχεται το Εφετείο, ότι δεν συντέλεσαν στην παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών οι οικοπεδούχοι, καθόσον καμιά τροποποίηση δεν έγινε σ' αυτές, πλην μιας περιπτώσεως ενός διαμερίσματος που αφορούσε την χρησιμοποίηση διαφορετικών υλικών και δεν συνεπάγετο καθυστέρηση του έργου, δέχεται στη συνέχεια, τελείως αντιφατικά, ότι στην επί της Λεωφόρου …οικοδομή, με ενέργειες των εκ των οικοπεδούχων-εναγουσών Κ. Π. και Θ. Η., καθώς και του ορισθέντος, από αυτές, επιβλέποντος μηχανικού, Δ. Η., συζύγου της τελευταίας, είχαν επέλθει τροποποιήσεις και ειδικότερα ότι το πατάρι του καταστήματος (εμβαδού 120 τ.μ.) μετατράπηκε σε χώρο κύριας χρήσης, και ο εν εσοχή όροφος της οικοδομής δομήθηκε κατά 7 τ.μ., επιπλέον των επιτρεπομένων με την οικοδομική άδεια, χωρίς και πάλι να διευκρινίζεται αν οι τροποποιήσεις αυτές είχαν επίπτωση στην έγκαιρη περάτωση εκτέλεσης του επίδικου έργου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του (υπό στοιχ. ΙΙ.1.α, ΙΙ.1.β, ΙΙ.1.γ) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμοι. Τέλος, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι δεν παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου οι διατάξεις των άρθρων 298, 330, 340, 341, 342, 404, 405, 681 ΑΚ, αναφορικά με τον χρόνο παράδοσης στους δικαιούχους του επί της λεωφ. …καταστήματος της αντιπαροχής. Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το επί της λεωφόρου …κατάστημα της αντιπαροχής παραδόθηκε στους δικαιούχους εκ των οικοπεδούχων, την 1-11-1991, και όχι στις 13-3-1990 που ισχυρίζεται ο ενάγων, καθόσον από το περιεχόμενο της από 13-3-1990 επιστολής που απέστειλε στον εναγόμενο ο εκπρόσωπος της μισθώτριας του εν λόγω καταστήματος εταιρίας LUFTHANSA, προκύπτει ότι τον καλούσε, να του παραδώσει τα κλειδιά του καταστήματος, με τη ρητή δήλωση ότι η οριστική παραλαβή θα συντελεσθεί, εφόσον ολοκληρωθούν οι εργασίες στην όψη της οικοδομής, οι οποίες όμως αποδεικνύεται ότι ολοκληρώθηκαν μόλις την 1-11-1991, από την ημερομηνία δε αυτή άρχισε να κάνει χρήση του καταστήματος η μισθώτρια εταιρία και να καταβάλει στους εκμισθωτές οικοπεδούχους το συμφωνηθέν μίσθωμα. Επομένως, ο αντίθετος πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του (υπό στοιχ. ΙΙ.5.2), από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έγινε επίκλησή τους. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, τέταρτο και πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, καθώς και τον σχετικό λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περίπτ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η υφίσταται υπερημερία του εναγομένου στην παράδοση στους ενάγοντες των άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, ώστε αυτοί να δικαιούνται την συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα για τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, ότι η υπερημερία αυτή του εναγομένου δεν οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, αλλ' αντιθέτως σε υπαιτιότητα του τελευταίου και ότι το παραδοθέν έργο είχε ελάττωμα, λόγω της μη κατασκευής από υπαιτιότητα του εναγομένου του επί της λεωφόρου …υπόγειου χώρου του ισόγειου καταστήματος, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) Τέσσερις κατόψεις, του υπογείου, του ισογείου, της α' εσοχής και του τυπικού ορόφου και της επίδικης οικοδομής, οι οποίες είναι υπογεγραμμένες από τον μελετητή και επιβλέποντα μηχανικό Δ. Η. και υποβλήθηκαν στην Δ/νση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, βάσει των οποίων θεωρήθηκε η επίδικη άδεια οικοδομής από την άνω υπηρεσία στις 24-10-1988, 2) το από 30-4-1993 και με αριθμό πρωτ. ΔΠ/ΑΚ/21664/2311 έγγραφο της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, που συντάχθηκε μετά την επιγενόμενη αυτοψία της επίδικης οικοδομής, στις 30-3-1993, 3) πινακίδια καταβολής εισφορών του έργου στο ΙΚΑ, από τα οποία προκύπτει η αποπεράτωση του έργου στις 30-4-1992, 4) την από 7-12-1993 τεχνική έκθεση προς την Πολεοδομία Θεσσαλονίκης του επιβλέποντος το έργο μηχανικού Δ. Η., με την οποία δήλωνε ότι έχουν εκτελεσθεί όλες οι πολεοδομικές εργασίες σύμφωνα με τις γενικές και ειδικές πολεοδομικές διατάξεις εκτός του οπισθίου τμήματος της οικοδομής, 5) τις από 1-8-1990, 3-4-1991 και 16-5-1991 έγγραφες εντολές του επιβλέποντος μηχανικού Δ. Η. για την εκτέλεση υπερσυμβατικών εργασιών, 6) τις από 14-5-1991, 28-5-1991, 25-7-1991, 25-7-1991 και 8-8-1991 αποδείξεις καταβολής της αμοιβής του για τις εκτελεσθείσες υπερσυμβατικές εργασίες, 7) τρεις φωτογραφίες που καταδεικνύουν την εγκατάσταση υποδαπέδιας θέρμανσης και το χρονοβόρο της διαδικασίας κατασκευής της, 8) το από 24-5-1989 έγγραφο της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης περί υποβολής τροποποιητικής μελέτης ειδικής θεμελίωσης για την αντιστήριξη της όμορης οικοδομής, 9) τα σχέδια κατόψεων ξυλοτύπου του υπογείου, αρχικό και τροποποιημένο, για την αντιστήριξη της όμορης οικοδομής, θεωρηθέν την 20-6-1989 υπογεγραμμένο από τον Δ. Η., 10) τα πρόχειρα σκαριφήματα, όπως και τις εντολές τροποποίησης της κάτοψης του υπογείου, που συνέταξε ιδιόχειρα ο επιβλέπων μηχανικός Δ. Η., 11) την από 6-5-1989 δήλωση του Δ. Η. προς την εταιρία " …", μισθώτρια της καφετέριας της όμορης οικοδομής, της οποίας ο τοίχος κατέρρευσε, 12) το από 17-11-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτού και της εταιρίας ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ, που προέβλεπε αποκλειστικά έγχυτους πασάλους και 13) την έκθεση εξέτασης μαρτύρων στην οποία περιλαμβάνεται η κατάθεση του μάρτυρά του Δ. Μ. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή και περιέχονται στην προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθ. 18488/1996 έκθεσή του, η από 8-2-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού-πραγματογνώμονα Δ. Κ., που διορίσθηκε με την υπ' αριθ. 16936/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελείς αποδείξεις, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων, για την συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, ανεξάρτητα από την συνεκτίμηση που έκανε σ' αυτά, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για να καταλήξει στο άνω πόρισμά του. Επομένως, οι ερευνόμενοι από τις παραπάνω διατάξεις αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. β' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα σχέδια που εκπονήθηκαν το 1984 βάσει των οποίων είχε εκδοθεί αρχικώς και ανακληθεί μεταγενέστερα η ως άνω οικοδομική άδεια για την ανέγερση της επίδικής οικοδομής, χωρίς όμως να έχει γίνει επίκληση και προσκομιδή αυτών από κανένα από τους διαδίκους, ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, καταλήγοντα έτσι στο πόρισμα, ότι τα προσκομισθέντα από τον ενάγοντα σχέδια βάσει των οποίων τελικώς ανεγέρθη η επίδικη οικοδομή δεν διαφοροποιούνται από τα αρχικά, ώστε να μπορεί να γίνει έναρξη του επίδικου οικοδομικού έργου από 1-7-1988, κρίνοντας περαιτέρω ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται ποινικής ρήτρας, λόγω της υπερημερίας του αναιρεσείοντος στην παράδοση του επίδικου έργου και για το χρονικό διάστημα από 1-7-1988 έως 24-10-1988. Ενόψει όμως του ότι ο λόγος αυτός πλήττει αποκλειστικώς και μόνο την διάταξη της αναιρεσιβαλλομένης, περί υποχρέωσης του ενάγοντος στην καταβολή ποινικής ρήτρας για το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα και ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως κρίθηκε βάσιμος, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη, παρέλκει η έρευνα του τελευταίου, εφόσον μετά την παραδοχή ενός λόγου, οι υπόλοιποι που πλήττουν την ίδια διάταξη της αναιρεσιβαλλομένης, είναι αλυσιτελείς. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.2, 270 παρ.6 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους µε τα άρθρα 5, 12 και 16 του Ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυµελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύµφωνα µε το άρθρο 341 ΚΠολΔ, δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συµβολαιογράφου (ΑΠ 1470/1998, 969/1996). Στην προκείμενη περίπτωση επί των ένδικων από 31-7-1992 και 31-3-1994 αγωγών που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 16936/1995 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έταξε αποδείξεις και όρισε ότι οι µάρτυρες θα εξεταστούν ενώπιον του διορισθέντος ως εντεταλµένου δικαστή μέλους του άνω Δικαστηρίου. Συνεπώς, η εξέταση ενώπιον του συµβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Παπαζαίτη του μάρτυρος του αναιρεσείοντος Ν. Σ., για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 11350/3-3-2011 ένορκη βεβαίωση κατόπιν σχετικής κλήσεως των αναιρεσιβλήτων, δεν ήταν επιτρεπτή και η προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση δεν ήταν παραδεκτή ως αποδεικτικό µέσο, εφόσον η κρινόµενη αγωγή εκδικάστηκε µε την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε προδικαστική απόφαση, µε την οποία διατάχθηκε απόδειξη σύµφωνα µε το άρθρο 341 ΚΠολΔ, γι` αυτό και η προσβαλλόµενη απόφαση, που δεν την έλαβε υπόψη προκειµένου να σχηµατίσει την κρίση της για το αποδεικτικό πόρισµά της, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πληµµέλεια και επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιµος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, και τον σχετικό του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτώς προταθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς του, τους οποίους επανέφερε με την έφεσή του και ενώπιον του, αναφορικά με ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση παράδοσης στους ενάγοντες των οριζόντιων ιδιοκτησιών που είχε συμφωνηθεί να λάβουν ως αντιπαροχή στην επίδικη οικοδομή, υπό την έννοια ότι αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, με συνέπεια να μην περιέλθει σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση της παροχής του και να μην δικαιούνται οι ενάγοντες τις επιδιωκόμενες ποινικές ρήτρες, καθώς επίσης ότι δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, η μη κατασκευή του υπογείου χώρου της επί της λεωφ. …καταστήματος. Προς στήριξη δε των ανωτέρω ισχυρισμών του προέβαλε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 1) Ότι μετά την κατά τα ανωτέρω έγκριση της τροποποίησης της άδειας (24-10-1988), αμέσως άρχισαν οι προκαταρκτικές εργασίες στο οικόπεδο και ταυτόχρονα ανέθεσε στην εταιρία ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ όλες τις αναγκαίες εργασίες για την εκσκαφή του οικοπέδου, πλην όμως κατά την τελευταία, παρά τις πανετομετρήσεις και την γεώτρηση που είχαν γίνει, χωρίς να εμφανίσουν κανένα εμπόδιο, διαπιστώθηκε ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας είχαν πακτωθεί πάσαλοι καστανιάς για την στερέωση παλαιάς οικοδομής, η εξόρυξη των οποίων ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και χρονοβόρα, με συνέπεια να καθυστερήσει η έναρξη των εργασιών της οικοδομής κατά δύο μήνες, και να αρχίσουν έτσι τον Ιανουάριο του 1988, ώστε για το εξάμηνο της καθυστέρησης (1-7-1988 έως 31-12-1988), να μην φέρει καμιά ευθύνη, αφού η θεώρηση της οικοδομικής άδειας που ήταν προαπαιτούμενο έγινε στις 24-10-1988, ενώ η εξόρυξη των πασάλων περατώθηκε τον Ιανουάριο του 1989. 2) Ότι για την περαιτέρω επί οκτάμηνο καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου δεν έχει επίσης καμία ευθύνη, διότι α) κατά την εκσκαφή του οικοπέδου προς στο επί της οδού ..τμήμα του, αποκαλύφθηκε σε βάθος τριών μέτρων τμήμα θαλάσσιου μεσαιωνικού τείχους (Νεώριο), με συνέπεια η αρμόδια Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να διατάξει την αναστολή των οικοδομικών εργασιών στο τμήμα αυτό μέχρι την υποβολή τροποποιητικής μελέτης με βάση την οποία η οικοδομή θα έπρεπε να υποχωρήσει περί τα 2,5 μέτρα από την οικοδομική γραμμή της οδού …προς διατήρηση του τείχους, β) εξαιτίας της τροποποίησης αυτής ήταν ανέφικτη η κατασκευή σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια και το εργολαβικό δύο από τις προβλεπόμενες θέσεις στάθμευσης και του ανελκυστήρα των οχημάτων, με συνέπεια να αρχίσουν οι έριδες μεταξύ των οικοπεδούχων, ποιος θα έχανε τις δύο αυτές θέσεις και να διακοπούν οι εργασίες στο πίσω μέρος της οικοδομής και γ) στη συνέχεια οι οικοπεδούχοι παρεξέκλιναν της οικοδομικής άδειας και μετέτρεψαν το εμβαδού 120 τ.μ. πατάρι του επί της οδού …καταστήματος σε χώρο κύριας χρήσης, με συνέπεια την εξάντληση 120 τ.μ. από τον επιτρεπόμενο συντελεστή δόμησης, η δε εξ αυτών Ε. Η., κυρία του Α εν εσοχή ορόφου, παρεξέκλινε από την οικοδομική άδεια, κατασκευάζοντας 7,50 τ.μ. επιπλέον των προβλεπόμενων στην οικοδομική άδεια. 3) Ότι χωρίς υπαιτιότητά του καθυστέρησε η εκτέλεση του έργου επί τρεις (3) ακόμη μήνες, διότι κατά την εκσκαφή του οικοπέδου αποκαλύφθηκε ότι η επί της λεωφ. …όμορη οικοδομή είχε επιφανειακή θεμελίωση βάθους 1,40 μ., με συνέπεια να διαταχθεί από την πολεοδομία η υπερσκαφή λωρίδας οικοπέδου κατά μήκος των θεμελίων της όμορης οικοδομής μέχρι να υποβληθεί τροποποιητική μελέτη ειδικής θεμελίωσης προς την πλευρά αυτή. 4) Ότι χωρίς υπαιτιότητά του καθυστέρησε επί πεντάμηνο εισέτι η αποπεράτωση της επίδικης οικοδομής, καθόσον εξαιτίας της διαμάχης των οικοπεδούχων ως προς την απώλεια των δύο υπόγειων θέσεων στάθμευσης, δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση των φορτηγών αλλά και η τοποθέτηση αναβατορίου στη θέση που προβλεπόταν στο πίσω μέρος της οικοδομής, με συνέπεια να καθυστερήσει η κατασκευή του εμπροσθίου τμήματος της οικοδομής, λόγω των δυσκολιών πρόσβασης σ' αυτό. 5) Ότι χωρίς υπαιτιότητά του καθυστέρησε για ένα οκτάμηνο ακόμη η παράδοση της οικοδομής, λόγω του ότι αποφασίστηκε από τους οικοπεδούχους η τροποποίηση της όψεως της εισόδου της οικοδομής, και ανατέθηκε σε αρχιτέκτονα μηχανικό η σχετική μελέτη, η ανωτέρω δε τροποποίηση που ήταν ιδιαίτερα δύσκολη διήρκεσε επί εννέα μήνες περίπου. 6) Ότι μεταξύ αυτού και του Δ. Η. που ενεργούσε για λογαριασμό των οικοπεδούχων, ως εκπρόσωπος αυτών, συμφωνήθηκε, περί τα μέσα Μαρτίου 1989 να μην προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω εργασία αποπεράτωσης του επί της Λεωφ. …καταστήματος της επίδικης οικοδομής, που θα περιερχόταν σ' εκείνους, αφού κατά τους όρους της συμφωνίας των αντιδίκων του με τη LUFTHANSA, στην οποία ήδη είχαν εκμισθώσει το κατάστημα αυτό, η όλη διαμόρφωση του χώρου (τοιχοποιία, δάπεδα, μπάνιο κλπ) θα γινόταν, ως είθισται, από την ανωτέρω αεροπορική εταιρία, στην οποία παραδόθηκε το εν λόγω κατάστημα στις 13-3-1990. 7) Ότι χωρίς υπαιτιότητά του δεν κατασκευάσθηκε ο υπόγειος χώρος του επί της λεωφ. …καταστήματος λόγω ανωτέρας βίας και καινοφανών γεγονότων που ανέκυψαν μετά την εργολαβική σύμβαση, σε τούτο δε συνήνεσαν και οι ενάγοντες οικοπεδούχοι μέσω του συγγενούς τους και επιβλέποντος μηχανικού Δ. Η., ο οποίος προέβη σε αναθεώρηση των σχεδίων της οικοδομικής άδειας τα οποία υπό νεώτερη εμφάνισή τους δεν προέβλεπαν την κατασκευή του υπογείου. Όμως, οι παραπάνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται αυτολεξεί στην πρώτη σκέψη της παρούσης, το Εφετείο έλαβε υπόψη ευθέως τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους και σε κάθε περίπτωση, ορισμένους εξ αυτών, απέρριψε εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που κρίθηκαν βάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την επιδικασθείσα στους αναιρεσίβλητους ποινική ρήτρα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Πρέπει επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, συμψηφιζομένων μεταξύ των διαδίκων των λοιπών (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που βρίσκεται σε αρμονία με εκείνη του άρθρου 565 παρ. 2 ΚΠολΔ για αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Αρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη. Η διατύπωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ "η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε" υπήρξε συνειδητή και είναι σαφής, ώστε να μη μετατρέπεται ο Άρειος Πάγος σε δικαστήριο ουσίας, κρίνοντας σε τέτοιες περιπτώσεις, εμμέσως τουλάχιστον, ζητήματα τα οποία ανήκουν στο δικαστήριο της παραπομπής. Επομένως, δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό και κάθε άλλη περίπτωση που δημιουργεί παράνομη κατάσταση εξαιτίας της αναιρεθείσας απόφασης. Έτσι, δεν μπορεί να διαταχθεί επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ούτε 1) όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και που επικυρώθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία τελικά και αναιρείται, ενόψει και του ότι με την αναίρεση της εφετειακής δεν εξαφανίζεται και η ως άνω πρωτόδικη απόφαση που μπορούσε να εκτελεστεί και αυτοτελώς (Α.Π. 305/2011) και 2) ούτε και όταν η εφετειακή απόφαση που επικύρωσε στο σύνολό της μη κηρυχθείσα προσωρινά εκτελεστή πρωτόδικη απόφαση, αναφέρεται κατά το μέρος της, οπότε και κατά το υπόλοιπο μη αναιρούμενο μέρος της, που επικύρωσε το αντίστοιχο μέρος της πρωτόδικης απόφασης καθίσταται αμετάκλητη και εκτελεστέα (Α.Π. 348/2009). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τις προτάσεις τους που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως και συγκεκριμένα στις 02-08-2013, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επ' αυτών της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι αυτός σε εκούσια, όπως εκτιμάται, εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους το συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ και συγκεκριμένα, στην πρώτη το ποσό των 100.000 ευρώ, στον δεύτερη το ποσό των 80.000 ευρώ και στον τρίτο το ποσό των 20.000 ευρώ και ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια αυτή εκτέλεση της αναιρεσιβληθείσας αποφάσεως με την επιστροφή του ως άνω ποσού κατά το μέρος που αφορά τον καθένα. Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της η κρινόμενη αίτηση που συνεκδικάζεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως παραδεκτή και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 22036/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους, βάσει των υπ' αριθ. 25537/ΤΠ/ 4051/31-7-1992 και 10921/31-3-1994 αγωγών τους, στην πρώτη, Θ. Η., το συνολικό ποσό των 153.198,09 ευρώ, στον δεύτερο, Α.-Α. Ι., το συνολικό ποσό των 51.066,03 ευρώ και στον τρίτο, Ι. Ι., το ποσό των 8.933,24 ευρώ, σε όλες δε τις περιπτώσεις από της επιδόσεως των άνω αγωγών που ανάγονται στις 31-7-1992 και 31-3-1994 χωρίς η απόφαση εκείνη να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστεί για καμία διάταξή της. Επί των αντιθέτων εφέσεων που άσκησαν οι διάδικοι κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 1603/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, απορρίφθηκαν όλες οι συνεκδικασθείσες εφέσεις και επικυρώθηκε στο σύνολό της η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής απόφασης και όχι της αναιρεσιβαλλομένης, και μετά από μερική παραδοχή της αίτησης αναστολής του αναιρεσείοντος με την υπ' αριθ. 173/2012 απόφαση του τμήματος αναστολών του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσείων, προς μερική εκτέλεση, κατά τα οριζόμενα στην τελευταία αυτή απόφαση (τμήματος αναστολών), κατέβαλε στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 101.800 ευρώ και στον δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 80.000 ευρώ, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αυγερινού Παρασκευόπουλου (βλ. την από 31-12-2013 απόδειξη καταβολής που υπογράφεται από τους ανωτέρω), ενώ στον τρίτο αναιρεσίβλητο κατέβαλε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πολύδωρου Μαυρίδη το ποσό των 20.000 ευρώ (βλ. τις από 19-12-2012, 25-2-2013, 1-3-2013, 19-6-2013 και 10-7-2013 αποδείξεις εισπράξεως που υπογράφονται από τους ανωτέρω). Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσης σκέψεως, εφόσον, κατά τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα οι παραπάνω καταβολές των άνω χρηματικών ποσών δεν έγιναν εκ μέρους του αναιρεσείοντος προς εκτέλεση της αναιρουμένης απόφασης, αλλά σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δεν εξαφανίζεται στο σύνολό της με την αναίρεση της εφετειακής απόφασης που την επικύρωσε αλλά και δεν ήταν προσωρινά εκτελεστή η κρινόμενη αίτηση επαναφοράς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν υπάρχει πεδίον εφαρμογής του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι τα ως άνω καταβληθέντα ποσά σε μερική εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε με την εφετειακή, υπολείπονται κατά πολύ των επιδικασθέντων στους αναιρεσίβλητους ποσών, δεδομένου ότι πέραν του κεφαλαίου επιδικάσθηκαν και νόμιμοι τόκοι υπερημερίας από της επιδόσεως των άνω αγωγών, οι οποίοι ανάγονται από εικοσαετίας και πλέον, ώστε τα συνολικά επιδικασθέντα ποσά να διαμορφώνονται στο τριπλάσιο σχεδόν του κεφαλαίου, ενώ η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, αναιρείται μερικώς, κατά το μέρος δε που δεν αναιρείται, καθίσταται αμετάκλητη, οπότε και στην περίπτωση που ήθελε κριθούν αβάσιμες οι ένδικες αγωγές, κατά το μέρος που αναιρείται η εφετειακή απόφαση, τα καταβληθέντα ως άνω ποσά δεν καλύπτουν το μέρος αυτό της αναιρεσιβαλλομένης, για το οποίο δεν αναιρείται, έτσι ώστε να μη γεννάται .......... θέμα επιστροφής των εν λόγω καταβληθέντων χρηματικών ποσών για καθένα των αναιρεσιβλήτων, πριν από την τελική εκκαθάριση των αμετάκλητων απαιτήσεών τους για κεφάλαιο τόκων και έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο στο σκεπτικό. Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 1603/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο αιτιολογικό της παρούσης αποφάσεως. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ