ΑΡΙΘΜΟΣ 1010/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ν. Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη- Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α.-Χ. Λ. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Γεροκωνσταντή, περί αναιρέσεως της 396/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1371/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. 'Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατΛ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ" εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεως της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008). Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν, από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη κατηγορουμένου. Το γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωση του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Ως βλάβη νοείται και η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Το έγκλημα της απάτης συντελείται, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία αυτού, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη πράξη ή παρασιώπηση αληθινών, εφόσον αυτή υπήρξε η παραγωγός αιτία της παραπλανήσεως του απατωμένου. Ενόψει δε του ότι δεν απαιτείται η ταύτιση του απατώμενου προς το πρόσωπο του περιουσιακώς βλαπτομένου, υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο διάφορο του βλαπτομένου, αρκεί ο παραπλανηθείς να μπορεί εκ των πραγμάτων ή κατά νόμο να προβεί σε επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων, συνιστά η απατηλή συμπεριφορά που πραγματώνεται και με παράλειψη, την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σ'αυτόν, είτε από το νόμο, είτε από την σύμβαση, είτε από την προηγούμενη συμπεριφορά του. Εντεύθεν έπεται, ότι απάτη δύναται να διαπραχθεί και με παραπλάνηση, όταν ο δράστης παραλείπει να ανακοινώσει σε αυτόν αληθινά γεγονότα, τούτου συνιστώντος αθέμιτη παρασιώπηση, αν από το νόμο ή τη σύμβαση τάσσεται αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως αυτών. Ψευδές γεγονός συνιστούν και οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του κατηγορουμένου. Εξάλλου από την ως άνω διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ και τις των άρθρων 387 και 377 ΠΚ προκύπτει, ότι αν η απάτη, σε περίπτωση που η ζημία που προξενήθηκε από αυτή, είναι ευτελούς αξίας, τότε ο δράστης διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση και τιμωρείται ηπιότερα. Το αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ευτελούς ή μη αξίας αποτελεί κρίση αναγόμενη στα πράγματα, διότι συναρτάται προς τα πρόσωπα, αλλά κυρίως και με τον τόπο και χρόνο τελέσεως της πράξεως, στοιχεία μη σταθερά αλλά μεταβαλλόμενα κατά περίπτωση και για αυτό δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμό 396/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, Ά.- Χ. Λ. κηρύχθηκε ένοχος, α) για ηθική αυτουργία στην πράξη της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα που τέλεσε ο συγκατηγορούμενος του Χ. Β. και του επιβλήθηκε κάθειρξη 5 ετών β) για ηθική αυτουργία στην πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και χρήση αυτής , που τέλεσε η συγκατηγορουμένη του Ε. Π., και του επιβλήθηκε φυλάκιση ενός έτους γ) για την πράξη της πλαστογραφίας κατ εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με ζημία άνω των 15.000 ευρώ και του επιβλήθηκε κάθειρξη 5 ετών, δ) για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε φυλάκιση 10 μηνών και συνολικά του επιβλήθηκε κάθειρξη 6 ετών και 7 μηνών. Ενώ απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες οι εφέσεις των συγκατηγορουμένων του ως άνω αυτουργών, Χ. Β. και Ε. Π., κατά της 806/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία είχαν καταδικασθεί αντίστοιχα ο Χ. Β. για την άνω πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα σε κάθειρξη 6 ετών και για την πράξη της υπεξαίρεσης σε φυλάκιση 6 μηνών και φυλάκιση και η Ε. Π. για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και χρήσης αυτής σε φυλάκιση 3 ετών . Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά,: Ενεργώντας με πρόθεση : (Α) προκάλεσε την απόφαση στον συγκατηγορούμενό του Χ. Β. του Σ. να εκτελέσει την άδικη πράξη της κατ' εξακολούθηση απόπειρας απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια της οποίας το περιουσιακό όφελος που επιχείρησε ν' αποκομίσει με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των παθόντων είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει συνολικά τα 15.000 ευρώ, (Β) προκάλεσε την απόφαση στη συγκατηγορούμενη του Ε. Π. του Ν. να εκτελέσει την άδικη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και χρήσης αυτής, (Γ) κατ' εξακολούθηση κατάρτισε πλαστά έγγραφα και νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, την δε πράξη του αυτή τέλεσε κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, και (Δ) με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας τα παρακάτω πρόσωπα σε πράξεις με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Α) Κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2004 - Φεβρουαρίου 2005 στο …και στην ... ενεργώντας με πρόθεση και συγκεκριμένα λέγοντας ότι μπορεί να εκδώσει δάνεια με πλαστά δικαιολογητικά, προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορουμένους του Χ. Β. του Σ. και Ε. Π. του Ν. να εκτελέσουν τις εξής άδικες πράξεις: 1) Την 26 Ιανουαρίου 2005, πρωινές ώρες στο …επισκέφτηκαν το υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και υπέβαλλαν αίτηση χορήγησης καταναλωτικού δανείου ύψους 15.000 ευρώ, στο όνομα της 2ης των κατηγορουμένων (Ε. Π.), προσκομίζοντας, εκτός από το δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, μία εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου 2004, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας αυτή εργάζονταν ως μαγείρισσα στο κατάστημα ταβέρνα - ουζερί της Α. Β., στο ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 2.150 ευρώ και καθαρά 1.800 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργάζονταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 15.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 2) Την 31η Ιανουαρίου 2005, πρωινές ώρες, στη ... επισκέφτηκαν το υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και υπέβαλαν αίτηση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου ύψους 3.000 ευρώ, στο όνομα της Ε. Π. του Ν., προσκομίζοντας εκτός από το δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, μία εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Ιανουαρίου 2005, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας αυτή εργάζονταν ως ταμίας -υπεύθυνη στην επιχείρηση της Ε. Λ. με αντικείμενο το εμπόριο γυναικείων αξεσουάρ στο …επί της οδού ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 1.850 ευρώ και καθαρά 1.500 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργάζονταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 3.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 3) Την 1η Φεβρουαρίου 2005 στο …μετέβησαν στο υποκατάστημα που διατηρεί η εδρεύουσα στη …εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΑΣ Διαμεσολαβητική" αντικείμενο της οποίας μεταξύ άλλων είναι η διαμεσολάβηση μεταξύ τραπεζών και ιδιωτών για χορήγηση δανείων και υπέβαλλαν προς την "Eurobank" αίτηση χορήγησης δανείου ύψους 25.000 ευρώ, στο όνομα της 2ης των κατηγορουμένων (Ε. Π.), προσκομίζοντας εκτός από το δελτίο αστυνομικής ης ταυτότητας, δύο εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας μηνών Νοεμβρίου του έτους 2004 και Ιανουαρίου 2005, σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων αυτή εργαζόταν ως ταμίας - υπεύθυνη στην επιχείρηση της Ε. Λ. με αντικείμενο το εμπόριο γυναικείων αξεσουάρ στο …επί της οδού ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 1.850 ευρώ και καθαρά 1.500 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργαζόταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 25.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία ης άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 4) Την 2η Φεβρουαρίου 2005, πρωινές ώρες στο …επισκέφτηκαν το υποκατάστημα της Εγνατίας Τράπεζας και υπέβαλαν αίτηση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου ύψους 5.000 ευρώ, στο όνομα της 2ης των κατηγορουμένων (Ε. Π.), προσκομίζοντας, εκτός από το δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, τρεις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας μηνών Νοεμβρίου 2004, Δεκεμβρίου 2004 και Ιανουαρίου 2005, σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων αυτή εργάζονταν ως ταμίας - υπεύθυνη στην επιχείρηση ης Ε. Λ. με αντικείμενο το εμπόριο γυναικείων αξεσουάρ στο …επί της οδού ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 1.850 ευρώ και καθαρά 1.500 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργάζονταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 5.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 5) Την 3η Φεβρουαρίου 2005 στο …επισκέφτηκαν το υποκατάστημα της Probank Τράπεζας και υπέβαλαν αίτηση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου ύψους 3.000 ευρώ, στο όνομα της Ε. Π., προσκομίζοντας, εκτός από το δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, μία εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Ιανουαρίου 2005, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας αυτή εργαζόταν ως ταμίας - υπεύθυνη στην επιχείρηση της Ε. Λ. με αντικείμενο το εμπόριο γυναικείων αξεσουάρ στο …επί της οδού ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 1.850 ευρώ και καθαρά 1.500 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργαζόταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 3.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 6) Την 4 Φεβρουαρίου 2005 στο …μετέβησαν στο υποκατάστημα που διατηρεί η εδρεύουσα στη …εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΑΣ Διαμεσολαβητική" αντικείμενο της οποίας μεταξύ άλλων είναι η διαμεσολάβηση μεταξύ τραπεζών και ιδιωτών για χορήγηση δανείων και υπέβαλλαν προς την Τράπεζα Πειραιώς αίτηση χορήγησης δανείου ύψους 10.000 ευρώ, στο όνομα της Ε. Π., προσκομίζοντας εκτός από το δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, δύο εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας μηνών Νοεμβρίου του έτους 2004 και Ιανουαρίου 2005, σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων αυτή εργαζόταν ως ταμίας - υπεύθυνη στην επιχείρηση της Ε. Λ. με αντικείμενο το εμπόριο γυναικείων αξεσουάρ στο …επί της οδού ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 1.850 ευρώ και καθαρά 1.500 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργαζόταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν'αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 10.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. Περαιτέρω, διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της εν λόγω πράξεως εις βάρος των ως άνω παθόντων προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας της και τέλος το περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ν'αποκομίσει με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των παθόντων είναι Ιδιαίτερα μεγάλο και ανέρχεται στο ποσό των 51.000 ευρώ (15.000 + 3.000 + 25.000 + 10.000 + 5.000 + 3.000), δηλαδή υπερβαίνει το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 Ευρώ). (Β) Κατά το χρονικό διάσημα Δεκεμβρίου 2004 - Φεβρουαρίου 2005 στο …και στην ... ενεργώντας με πρόθεση και λέγοντας ότι για τη δανειοδότηση απαιτείται εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, με το οποίο πρέπει να δηλωθεί υψηλό εισόδημα, προκάλεσε την απόφαση στη συγκατηγορούμενη του Ε. Π. του Ν. να εκτελέσει την εξής άδικη πράξη: Την 12η Ιανουαρίου 2005 στο …ενεργώντας με πρόθεση υπέβαλε στην Α' Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (ΔΟΥ) εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση εισοδήματος στην οποία ανέγραψε ότι κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος 2004 είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες συνολικού ποσού 18.000 ευρώ, το οποίο είναι αναληθές και αυτή το γνώριζε, αφού δεν εργαζόταν. Με τον τρόπο αυτό εξαπάτησε την υπάλληλο Α. Μ. και κατάφερε να λάβει το από 26-1-2005 εκκαθαριστικό σημείωμα, στο οποίο αναγραφόταν το παραπάνω δηλωθέν εισόδημα, γεγονός το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δοθέντος ότι η οικονομική της κατάσταση είναι αναληθής και το έγγραφο αυτά χρησιμοποιείται σε συναλλαγές οικονομικού περιεχομένου. Στη συνέχεια προκάλεσε την απόφαση να χρησιμοποιήσει, κατ'εξακολούθηση, την άνω ψευδή βεβαίωση του εκκαθαριστικού σημειώματος με την υποβολή των αιτήσεων δανειοδότησης, σε διάφορες τράπεζες (Πειραιώς, Eurobank, Εγνατία, Probank). Γ) Κατάρτισε εν γνώσει του πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με η χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα κατά τους άνω τόπους και χρόνους κατ' εξακολούθηση κατάρτισε : 1) α) μία εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Οκτωβρίου 2004 με ημερομηνία πληρωμής 29-10-2004, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η Ε. Π., έχουσα AM IKA ..., απασχολούνταν στην επιχείρηση ταβέρνα - ουζερί στο ... της συζύγου του Α. Β. (τηλ. ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Β' Βόλου) ως μπουφετζής με μισθό (ημέρες εργασίας 25) μικτά 1.250 ευρώ, κρατήσεις υπέρ ΙΚΑ βαρέα TEAM 250 ευρώ και καθαρές αποδοχές 1.000 ευρώ, β) μια εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Νοεμβρίου 2004 με ημερομηνία πληρωμής 30-11-2004 και ίδιο κατά τα άνω περιεχόμενο, γ) μια εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου 2004 με ημερομηνία πληρωμής 30-12-2004, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η Ε. Π., έχουσα AM IKA ..., απασχολούνταν στην επιχείρηση ταβέρνα - ουζερί στο ... της συζύγου του Α. Β. (τηλ. επιχείρησης ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Β' Βόλου) ως μπουφετζής με μισθό (ημέρες εργασίας 25) μικτά 1.250 ευρώ, κρατήσεις υπέρ ΙΚΑ βαρέα TEAM 250 ευρώ και καθαρές αποδοχές 1.000 ευρώ, δ) δύο εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου 2004 με ημερομηνία πληρωμής 30-12-2004, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η Ε. Π., έχουσα AM IKA ..., απασχολούνταν στην επιχείρηση ταβέρνα - ουζερί στο ... της συζύγου του Α. Β. (τηλ. επιχείρησης ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Β' Βόλου) ως μαγείρισσα με μισθό (ημέρες εργασίας 25) μικτά 2.150 ευρώ, κρατήσεις υπέρ ΙΚΑ βαρέα TEAM 350 ευρώ και καθαρές αποδοχές 1.800 ευρώ και ε) μια φωτοτυπία βεβαίωσης αποδοχών, που καταβλήθηκαν από 01/01 έως 31/12/2003 σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η Ε. Π. του Ν., κάτοικος ... έχουσα AM ΙΚΑ. ..., απασχολούνταν στην επιχείρηση ταβέρνα - ουζερί στο ... της συζύγου του Α. Β. (τηλ. επιχείρησης ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Β' Βόλου) ως μαγείρισσα με μισθό- επιδόματα μικτά 2.150 ευρώ, κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικού ταμείου 350 ευρώ και καθαρές αποδοχές 1.800 ευρώ. Στα εν λόγω έγγραφα έθεσε τη σφραγίδα της Α. Β. και την υπογραφή της. Φωτοτυπία δε της εξοφλητικής απόδειξης μισθοδοσίας Δεκεμβρίου 2004 χρησιμοποίησαν οι συγκατηγορούμενοί του Χ. Β. του Σ. και Ε. Π. του Ν., την 26 Ιανουαρίου 2005, στο …προς το υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς όταν υπέβαλλαν αίτηση χορήγησης καταναλωτικού δανείου ύψους 15.000 ευρώ, στο όνομα της Ε. Π., επιδιώκοντας να αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 15.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους, όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 2) Δύο βεβαιώσεις αποδοχών με εργοδότρια εταιρία την " …" και έδρα αυτής την έδρα ... σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων η Ε. Π. με αριθμό ταυτότητας ... ΑΦΜ ... εργάζεται στην εταιρία με μηνιαίες αποδοχές 1.100 ευρώ. Στην μια εξ' αυτών επιπρόσθετα ανέγραψε ότι εργάζεται ως υπεύθυνη σερβιτόρα με μηνιαίο μικτό εισόδημα 1.400 ευρώ, μίσθωμα ημέρας μικτό 56 ευρώ και καθαρό 44 ευρώ. Στα εν λόγω έγγραφα έθεσε τη σφραγίδα της εταιρίας και την υπογραφή του εκπροσώπου της εταιρίας. 3) α) Τρεις βεβαιώσεις αποδοχών του εργαζομένου Β. Χ. με εργοδότη τον Β. Δ. και αποδοχές 35,38 και 40 ευρώ ημερησίως, ενώ η εξ αυτών φέρει ημερομηνία 21-10-2004, και β) δύο βεβαιώσεις αποδοχών της εργαζόμενης Ε. Π. με εργοδότη τον Β. Δ. και καθαρές αποδοχές 45 ευρώ ημερησίως, ενώ στη μια εξ' αυτών ανέγραψε μηνιαίο μικτό εισόδημα 2.150 ευρώ και καθαρό 1.800 ευρώ με μικτό μισθό ημέρας 86 ευρώ και καθαρό 72 ευρώ. Στα εν λόγω έγγραφα έθεσε τη σφραγίδα του Β. και την υπογραφή του. Όλα τα παραπάνω έγγραφα μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες για τους άνω εργοδότες, ιδίως ως προς την ασφαλιστική υποχρέωση αυτών, αφού από το περιεχόμενο τους, προκύπτει ότι αυτοί απασχολούσαν τους άνω εργαζόμενους. 4) Κατά τον άνω τόπο και χρόνο, νόθευσε φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών για την έκδοση αστυνομικής ταυτότητας που εκδόθηκε την 23 -11-2004 από τον αστυνομικό σταθμό ... στο όνομα της Ε. Π. του Ν. με αριθμό ... Συγκεκριμένα με διορθωτικό υγρό έσβησε τα στοιχεία της Ε. Π. (επώνυμο Π. όνομα Ε., όνομα πατέρα Ν., επίθετο πατέρα Π., όνομα μητέρας Α., επίθετο μητέρας Μ. και με λατινικούς χαρακτήρες όλα τα παραπάνω, ημερομηνία γέννησης 26.2.1986) και ανέγραψε τα στοιχεία του Β. Χ. (επώνυμο Β. όνομα Χ., όνομα πατέρα Σ., επίθετο πατέρα Β., όνομα μητέρας Α., επίθετο μητέρας Μ. και με λατινικούς χαρακτήρες όλα τα παραπάνω, ημερομηνία γέννησης 29.12.1980), και στη συνέχεια παραποίησε το Χ σε Υ και επικόλλησε τη φωτογραφία του Β. Χ.. Κατόπιν με τη μέθοδο της φωτοτυπίας εξήγαγε φωτοαντίγραφα του εγγράφου αυτού με αποτέλεσμα να μην γίνεται αντιληπτή η νόθευση των άνω στοιχείων και να δίδεται η εντύπωση σε οποιοδήποτε τρίτο στον οποίο θα επιδεικνυόταν το φωτοαντίγραφο ότι ο Β. Χ. είναι κάτοχος γνήσιας βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών για την έκδοση αστυνομικής ταυτότητας, με ημερομηνία έκδοσης την 23-11-2004 από τον αστυνομικό Σταθμό ... με αριθμό .... Τις άνω δε πράξεις τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Δ)1) Την 15η Οκτωβρίου 2004 στο …επισκέφτηκε στο σπίτι της την Ζ. Σ. - Κ. του Δ. και της συστήθηκε ως έμπειρος υπάλληλος - διαμεσολαβητής εταιρίας με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη χορήγηση δανείων, που στο άμεσο μέλλον θα δραστηριοποιούνταν με το άνοιγμα υποκαταστήματος και στην πόλη του ..., γεγονότα ψευδή, αφού αυτός ούτε εργάζονταν σε κάποια εταιρία, ούτε εμπειρία είχε στη διαμεσολάβηση για τη χορήγηση δανείων. Περαιτέρω της παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είχε τη δυνατότητα έκδοσης δανείων για λογαριασμό ατόμων που δεν μπορούσαν να δανειοδοτηθούν με τη νόμιμη οδό. Ακόμη παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι το δάνειο, ύψους 10.000 ευρώ, που επιθυμούσε να λάβει η Ζ. Σ. - Κ. του Δ. στο όνομα του συζύγου της, θα χορηγούνταν από Τράπεζα στην …και εκείνη πειθόμενη του ζήτησε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες. Την επομένη ημέρα του παρέδωσε και αυτός παρέλαβε τα σχετικά δικαιολογητικά που ζήτησε για την έκδοση του δανείου (φωτοαντίγραφα της αστυνομικής ταυτότητας και της φορολογικής δήλωσης του συζύγου της), πλέον του ποσού των σαράντα (40) ευρώ για έξοδα, ενώ της δήλωσε ότι η αμοιβή της εταιρίας της οποίας ήταν δήθεν υπάλληλος ανέρχονταν στο ποσό των 1.800 ευρώ και ήταν καταβλητέα μετά την έκδοση του δανείου. Στη συνέχεια στα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2004 της παρέστησε ψευδώς ότι για τη χορήγηση του άνω δανείου έπρεπε να υπάρχει εγγυητής, γεγονός εν γνώσει του ψευδές, αφού αυτός καμία ενέργεια δεν είχε κάνει και εκείνη πειθόμενη του παρέδωσε και αυτός παρέλαβε για το λόγο αυτό φωτοαντίγραφα της αστυνομικής ταυτότητας και της φορολογικής δήλωσης του υιού της, που θα εγγυόταν, ενώ παράλληλα αξίωσε και έλαβε το ποσό των σαράντα (40) ευρώ για επιπλέον έξοδα. Έκτοτε, παρά τις επίμονες τηλεφωνικές οχλήσεις της ουδέν δάνειο έλαβε. Με τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις πέτυχε να δημιουργήσει στην Ζ. Σ. του Δ. την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχαν συμφωνηθεί με βάση την άνω ψευδή κατάσταση που είχε εμφανίσει, έχοντας ειλημμένη την πρόθεση του να μην εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα, ενώ η αλήθεια, την οποία αποκάλυψε στη συνέχεια η ίδια και την οποία αν γνώριζε δεν θα προέβαινε στις ανωτέρω πράξεις ήταν ότι δεν είχε καμία σχέση με την έκδοση των δανείων. Με την πράξη του αυτή προξένησε ζημία στην περιουσία της Ζ. Σ. - Κ. του Δ. ύψους 80 ευρώ με αντίστοιχη παράνομη δική του ωφέλεια. 2) Την 15η Οκτωβρίου 2004 στο …συναντήθηκε στο σπίτι της Ζ. Σ. - Κ. του Δ. με τον Δ. Μ. του Α. και του συστήθηκε ως στέλεχος της τράπεζας Citibank, γεγονός ψευδές, αφού αυτός δεν εργαζότανε σε τράπεζα. Περαιτέρω του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είχε τη δυνατότητα διαμεσολάβησης για η χορήγηση τραπεζικού δανείου για λογαριασμό ατόμων που δεν μπορούσαν να δανειοδοτηθούν με η νόμιμη οδό. Ακόμη παρέστησε εν γνώσει του . ψευδώς ότι το δάνειο, ύψους 50.000 ευρώ, που επιθυμούσε να λάβει ο Δ. Μ. θα χορηγούνταν από τρεις τράπεζες (Citibank. Eurobank και μία άλλη) στην …και εκείνος πειθόμενος του ζήτησε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες. Την επομένη ημέρα του παρέδωσε και αυτός παρέλαβε τα σχετικά δικαιολογητικά που ζήτησε για την έκδοση του δανείου (φωτοαντίγραφα της αστυνομικής ταυτότητας, της μισθοδοσίας και της φορολογικής δήλωσης του), πλέον του ποσού των σαράντα (40) ευρώ, για έξοδα, ενώ του δήλωσε ότι την αμοιβή του θα την ελάμβανε από την τράπεζα για την οποία ενεργούσε. Στη συνέχεια του παρέστησε ψευδώς ότι θα ελάμβανε απάντηση για την έγκριση του δανείου εντός των προσεχών τεσσάρων ημερών. Έκτοτε, παρά τις επίμονες τηλεφωνικές οχλήσεις του ουδέν δάνειο έλαβε. Με τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις πέτυχε να δημιουργήσει στον Δ. Μ. την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχαν συμφωνήσει με βάση την άνω ψευδή κατάσταση που είχε εμφανίσει, έχοντας ειλημμένη την πρόθεση του να μην εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα, ενώ η αλήθεια, την οποία αποκάλυψε στη συνέχεια ο ίδιος και την οποία αν γνώριζε δεν θα προέβαινε στις ανωτέρω πράξεις ήταν ότι δεν είχε καμμία σχέση με την έκδοση δανείων. Με την πράξη του αυτή προξένησε ζημία στην περιουσία του Δ. Μ. ύψους (40) ευρώ με αντίστοιχη παράνομα δική του ωφέλεια. Στη συνέχεια κήρυξε ένοχη τον κατηγορούμενο: Ενεργώντας με πρόθεση : (Α) προκάλεσε την απόφαση στον συγκατηγορούμενό του Χ. Β. του Σ. να εκτελέσει την άδικη πράξη της κατ' εξακολούθηση απόπειρας απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια της οποίας το περιουσιακό όφελος που επιχείρησε ν' αποκομίσει με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των παθόντων είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει συνολικά τα 15.000 ευρώ, (Β) προκάλεσε την απόφαση στη συγκατηγορούμενή του Ε. Π. του Ν. να εκτελέσει την άδικη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και χρήσης αυτής, (Γ) κατ' εξακολούθηση κατάρτισε πλαστά έγγραφα και νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, την δε πράξη του αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, και (Δ) με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας τα παρακάτω πρόσωπα σε πράξεις με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Α) Κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2004 - Φεβρουαρίου 2005 στο …και στην ... ενεργώντας με πρόθεση και συγκεκριμένα λέγοντας ότι μπορεί να εκδώσει δάνεια με πλαστά δικαιολογητικά, προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορουμένους του Χ. Β. του Σ. και Ε. Π. του Ν. να εκτελέσουν τις εξής άδικες πράξεις: 1) Την 26 Ιανουαρίου 2005, πρωινές ώρες στο …επισκέφτηκαν το υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και υπέβαλλαν αίτηση χορήγησης καταναλωτικού δανείου ύψους 15.000 ευρώ, στο όνομα της 2ης των κατηγορουμένων (Ε. Π.), προσκομίζοντας, εκτός από το δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, μία εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου 2004, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας αυτή εργαζόταν ως μαγείρισσα στο κατάστημα ταβέρνα - ουζερί της Α. Β., στο ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 2.150 ευρώ και καθαρά 1.800 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργαζόταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 15.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 2) Την 31η Ιανουαρίου 2005, πρωινές ώρες, στη ... επισκέφτηκαν το υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και υπέβαλαν αίτηση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου ύψους 3.000 ευρώ, στο όνομα της Ε. Π. του Ν., προσκομίζοντας εκτός από το δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, μία εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Ιανουαρίου 2005, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας αυτή εργαζόταν ως ταμίας -υπεύθυνη στην επιχείρηση της Ε. Λ. με αντικείμενο το εμπόριο γυναικείων αξεσουάρ στο …επί της οδού ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 1.850 ευρώ και καθαρά 1.500 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργαζόταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 3.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 3) Την 1η Φεβρουαρίου 2005 στο …μετέβησαν στο υποκατάστημα που διατηρεί η εδρεύουσα στη …εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΑΣ Διαμεσολαβητική" αντικείμενο της οποίας μεταξύ άλλων είναι η διαμεσολάβηση μεταξύ τραπεζών και ιδιωτών για χορήγηση δανείων και υπέβαλλαν προς την "Eurobank" αίτηση χορήγησης δανείου ύψους 25.000 ευρώ, στο όνομα της 2ης των κατηγορουμένων (Ε. Π.), προσκομίζοντας εκτός από το δελτίο αστυνομικής ης ταυτότητας, δύο εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας μηνών Νοεμβρίου του έτους 2004 και Ιανουαρίου 2005, σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων αυτή εργάζονταν ως ταμίας - υπεύθυνη στην επιχείρηση της Ε. Λ. με αντικείμενο το εμπόριο γυναικείων αξεσουάρ στο …επί της οδού ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 1.850 ευρώ και καθαρά 1.500 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργάζονταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 25.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία ης άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 4) Την 2η Φεβρουαρίου 2005, πρωινές ώρες στο …επισκέφτηκαν το υποκατάστημα της Εγνατίας Τράπεζας και υπέβαλαν αίτηση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου ύψους 5.000 ευρώ, στο όνομα της 2ης των κατηγορουμένων (Ε. Π.), προσκομίζοντας, εκτός από το δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, τρεις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας μηνών Νοεμβρίου 2004, Δεκεμβρίου 2004 και Ιανουαρίου 2005, σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων αυτή εργάζονταν ως ταμίας - υπεύθυνη στην επιχείρηση ης Ε. Λ. με αντικείμενο το εμπόριο γυναικείων αξεσουάρ στο …επί της οδού ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 1.850 ευρώ και καθαρά 1.500 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργάζονταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 5.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 5) Την 3η Φεβρουαρίου 2005 στο …επισκέφτηκαν το υποκατάστημα της Probank Τράπεζας και υπέβαλαν αίτηση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου ύψους 3.000 ευρώ, στο όνομα της Ε. Π., προσκομίζοντας, εκτός από το δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, μία εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Ιανουαρίου 2005, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας αυτή εργάζονταν ως ταμίας - υπεύθυνη στην επιχείρηση της Ε. Λ. με αντικείμενο το εμπόριο γυναικείων αξεσουάρ στο …επί της οδού ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 1.850 ευρώ και καθαρά 1.500 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργάζονταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 3.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 6) Την 4 Φεβρουαρίου 2005 στο …μετέβησαν στο υποκατάστημα που διατηρεί η εδρεύουσα στη …εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΑΣ Διαμεσολαβητική" αντικείμενο της οποίας μεταξύ άλλων είναι η διαμεσολάβηση μεταξύ τραπεζών και ιδιωτών για χορήγηση δανείων και υπέβαλλαν προς την Τράπεζα Πειραιώς αίτηση χορήγησης δανείου ύψους 10.000 ευρώ, στο όνομα της Ε. Π., προσκομίζοντας εκτός από το δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, δύο εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας μηνών Νοεμβρίου του έτους 2004 και Ιανουαρίου 2005, σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων αυτή εργάζονταν ως ταμίας - υπεύθυνη στην επιχείρηση της Ε. Λ. με αντικείμενο το εμπόριο γυναικείων αξεσουάρ στο …επί της οδού ... και ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μικτά 1.850 ευρώ και καθαρά 1.500 ευρώ, γεγονός ψευδές, καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας και αντίγραφο της φορολογικής της δήλωσης, σύμφωνα με τα οποία κατά το έτος 2004 είχε εισόδημα 18.000 ευρώ, γεγονός ψευδές, αφού αυτοί γνώριζαν ότι δεν εργάζονταν. Με τις άνω εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις, είχαν σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 10.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. Περαιτέρω, διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση ης εν λόγω πράξεως εις βάρος των ως άνω παθόντων προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας της και τέλος το περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ν' αποκομίσει με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των παθόντων είναι Ιδιαίτερα μεγάλη και ανέρχεται στο ποσό των 51.000 ευρώ (15.000 + 3.000 + 25.000 + 10.000 + 5.000 + 3.000), δηλαδή υπερβαίνει το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 Ευρώ). Β) Κατά το χρονικό διάσημα Δεκεμβρίου 2004 - Φεβρουαρίου 2005 στο …και στην ... ενεργώντας με πρόθεση λέγοντας ότι για τη δανειοδότηση απαιτείται εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, με το οποίο πρέπει να δηλωθεί υψηλό εισόδημα, προκάλεσε την απόφαση στη συγκατηγορούμενη του Ε. Π. του Ν. να εκτελέσει την εξής άδικη πράξη: Την 12η Ιανουαρίου 2005 στο …ενεργώντας με πρόθεση υπέβαλε στην Α' Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (ΔΟΥ) εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση εισοδήματος στην οποία ανέγραψε ότι κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος 2004 είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες συνολικού ποσού 18.000 ευρώ, το οποίο είναι αναληθές και αυτή το γνώριζε, αφού δεν εργάζονταν. Με τον τρόπο αυτό εξαπάτησε την υπάλληλο Α. Μ. και κατάφερε να λάβει το από 26-1-2005 εκκαθαριστικό σημείωμα, στο οποίο αναγράφονταν το παραπάνω δηλωθέν εισόδημα, γεγονός το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δοθέντος ότι η οικονομική της κατάσταση είναι αναληθής και το έγγραφο αυτά χρησιμοποιείται σε συναλλαγές οικονομικού περιεχομένου. Στη συνέχεια προκάλεσε την απόφαση να χρησιμοποιήσει, κατ' εξακολούθηση, την άνω ψευδή βεβαίωση του εκκαθαριστικού σημειώματος με την υποβολή των αιτήσεων δανειοδότησης, σε διάφορες τράπεζες (Πειραιώς, Eurobank, Εγνατία, Probank). Γ) Κατάρτισε εν γνώσει του πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με η χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα κατά τους άνω τόπους και χρόνους κατ' εξακολούθηση κατάρτισε : 1) α) μία εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Οκτωβρίου 2004 με ημερομηνία πληρωμής 29-10-2004, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η Ε. Π., έχουσα AM IKA ..., απασχολούνταν στην επιχείρηση ταβέρνα - ουζερί στο ... της συζύγου του Α. Β. (τηλ. ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Β' Βόλου) ως μπουφετζής με μισθό (ημέρες εργασίας 25) μικτά 1.250 ευρώ, κρατήσεις υπέρ ΙΚΑ βαρέα TEAM 250 ευρώ και καθαρές αποδοχές 1.000 ευρώ, β) μια εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Νοεμβρίου 2004 με ημερομηνία πληρωμής 30-11-2004 και ίδιο κατά τα άνω περιεχόμενο, γ) μια εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου 2004 με ημερομηνία πληρωμής 30-12-2004, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η Ε. Π., έχουσα AM ΙΚΑ ..., απασχολούνταν στην επιχείρηση ταβέρνα - ουζερί στο ... της συζύγου του Α. Β. (τηλ. επιχείρησης ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Β' Βόλου) ως μπουφετζής με μισθό (ημέρες εργασίας 25) μικτά 1.250 ευρώ, κρατήσεις υπέρ ΙΚΑ βαρέα TEAM 250 ευρώ και καθαρές αποδοχές 1.000 ευρώ, δ) δύο εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου 2004 με ημερομηνία πληρωμής 30-12-2004, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η Ε. Π., έχουσα AM ΙΚΑ ..., απασχολούνταν στην επιχείρηση ταβέρνα - ουζερί στο ... της συζύγου του Α. Β. (τηλ. επιχείρησης ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Β' Βόλου) ως μαγείρισσα με μισθό (ημέρες εργασίας 25) μικτά 2.150 ευρώ, κρατήσεις υπέρ ΙΚΑ βαρέα TEAM 350 ευρώ και καθαρές αποδοχές 1.800 ευρώ και ε) μια φωτοτυπία βεβαίωσης αποδοχών, που καταβλήθηκαν από ΟΙ¬ΟΙ έως 31/12/2003 σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η Ε. Π. του Ν., κάτοικος ... έχουσα AM ΙΚΑ. ..., απασχολούνταν στην επιχείρηση ταβέρνα - ουζερί στο ... της συζύγου του Α. Β. (τηλ. επιχείρησης ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Β' Βόλου) ως μαγείρισσα με μισθό- επιδόματα μικτά 2.150 ευρώ, κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικού ταμείου 350 ευρώ και καθαρές αποδοχές 1.800 ευρώ. Στα εν λόγω έγγραφα έθεσε τη σφραγίδα της Α. Β. και την υπογραφή της. Φωτοτυπία δε της εξοφλητικής απόδειξης μισθοδοσίας Δεκεμβρίου 2004 χρησιμοποίησαν οι συγκατηγορούμενοί του Χ. Β. του Σ. και Ε. Π. του Ν., την 26 Ιανουαρίου 2005, στο …προς το υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς όταν υπέβαλλαν αίτηση χορήγησης καταναλωτικού δανείου ύψους 15.000 ευρώ, στο όνομα της Ε. Π., επιδιώκοντας ν' αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος ύψους 15.000 ευρώ, βλάπτοντας την αντίστοιχη περιουσία της άνω τράπεζας από την οποία ζήτησαν να λάβουν το δάνειο, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους, όχι από δική τους βούληση αλλά επειδή η τράπεζα απέρριψε την αίτηση δανειοδότησης τους. 2) Δύο βεβαιώσεις αποδοχών με εργοδότρια εταιρία την " …" και έδρα αυτής την έδρα ... σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων η Ε. Π. με αριθμό ταυτότητας ... ΑΦΜ ... εργάζεται στην εταιρία με μηνιαίες αποδοχές 1.100 ευρώ. Στην μια εξ' αυτών επιπρόσθετα ανέγραψε ότι εργάζεται ως υπεύθυνη σερβιτόρα με μηνιαίο μικτό εισόδημα 1.400 ευρώ, μίσθωμα ημέρας μικτό 56 ευρώ και καθαρό 44 ευρώ. Στα εν λόγω έγγραφα έθεσε τη σφραγίδα της εταιρίας και την υπογραφή του εκπροσώπου της εταιρίας. 3) α) Τρεις βεβαιώσεις αποδοχών του εργαζομένου Β. Χ. με εργοδότη τον Β. Δ. και αποδοχές 35,38 και 40 ευρώ ημερησίως, ενώ η εξ αυτών φέρει ημερομηνία 21-10-2004, και β) δύο βεβαιώσεις αποδοχών της εργαζόμενης Ε. Π. με εργοδότη τον Β. Δ. και καθαρές αποδοχές 45 ευρώ ημερησίως, ενώ στη μια εξ' αυτών ανέγραψε μηνιαίο μικτό εισόδημα 2.150 ευρώ και καθαρό 1.800 ευρώ με μικτό μισθό ημέρας 86 ευρώ και καθαρό 72 ευρώ. Στα εν λόγω έγγραφα έθεσε τη σφραγίδα του Β. και την υπογραφή του. Όλα τα παραπάνω έγγραφα μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες για τους άνω εργοδότες, ιδίως ως προς την ασφαλιστική υποχρέωση αυτών, αφού από το περιεχόμενο τους, προκύπτει ότι αυτοί απασχολούσαν τους άνω εργαζόμενους. 4) Κατά τον άνω τόπο και χρόνο, νόθευσε φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών για την έκδοση αστυνομικής ταυτότητας που εκδόθηκε την 23 -11-2004 από τον αστυνομικό σταθμό ... στο όνομα της Ε. Π. του Ν. με αριθμό ... Συγκεκριμένα με διορθωτικό υγρό έσβησε τα στοιχεία της Ε. Π. (επώνυμο Π. όνομα Ε., όνομα πατέρα Ν., επίθετο πατέρα Π., όνομα μητέρας Α., επίθετο μητέρας Μ. και με λατινικούς χαρακτήρες όλα τα παραπάνω, ημερομηνία γέννησης 26.2.1986) και ανέγραψε τα στοιχεία του Β. Χ. (επώνυμο Β. όνομα Χ., όνομα πατέρα Σ., επίθετο πατέρα Β., όνομα μητέρας Α., επίθετο μητέρας Μ. και με λατινικούς χαρακτήρες όλα τα παραπάνω, ημερομηνία γέννησης 29.12.1980), και στη συνέχεια παραποίησε το Χ σε Υ και επικόλλησε τη φωτογραφία του Β. Χ.. Κατόπιν με τη μέθοδο της φωτοτυπίας εξήγαγε φωτοαντίγραφα του εγγράφου αυτού με αποτέλεσμα να μην γίνεται αντιληπτή η νόθευση των άνω στοιχείων και να δίδεται η εντύπωση σε οποιοδήποτε τρίτο στον οποίο θα επιδεικνύονταν το φωτοαντίγραφο ότι ο Β. Χ. είναι κάτοχος γνήσιας βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών για την έκδοση αστυνομικής ταυτότητας, με ημερομηνία έκδοσης την 23-11-2004 από τον αστυνομικό Σταθμό ... με αριθμό .... Τις άνω δε πράξεις τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Δ) 1) Την 15η Οκτωβρίου 2004 στο …επισκέφτηκε στο σπίτι της την Ζ. Σ. - Κ. του Δ. και της συστήθηκε ως έμπειρος υπάλληλος - διαμεσολαβητής εταιρίας με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη χορήγηση δανείων, που στο άμεσο μέλλον θα δραστηριοποιούνταν με το άνοιγμα υποκαταστήματος και στην πόλη του …γεγονότα ψευδή, αφού αυτός ούτε εργάζονταν σε κάποια εταιρία, ούτε εμπειρία είχε στη διαμεσολάβηση για τη χορήγηση δανείων. Περαιτέρω της παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είχε τη δυνατότητα έκδοσης δανείων για λογαριασμό ατόμων που δεν μπορούσαν να δανειοδοτηθούν με τη νόμιμη οδό. Ακόμη παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι το δάνειο, ύψους 10.000 ευρώ, που επιθυμούσε να λάβει η Ζ. Σ. - Κ. του Δ. στο όνομα του συζύγου της, Θα χορηγούνταν από Τράπεζα στην …και εκείνη πειθόμενη του ζήτησε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες. Την επομένη ημέρα του παρέδωσε και αυτός παρέλαβε τα σχετικά δικαιολογητικά που ζήτησε για την έκδοση του δανείου (φωτοαντίγραφα της αστυνομικής ταυτότητας και της φορολογικής δήλωσης του συζύγου της), πλέον του ποσού των σαράντα (40) ευρώ για έξοδα, ενώ της δήλωσε ότι η αμοιβή της εταιρίας της οποίας ήταν δήθεν υπάλληλος ανέρχονταν στο ποσό των 1.800 ευρώ και ήταν καταβλητέα μετά την έκδοση του δανείου. Στη συνέχεια στα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2004 της παρέστησε ψευδώς ότι για τη χορήγηση του άνω δανείου έπρεπε να υπάρχει εγγυητής, γεγονός εν γνώσει του ψευδές, αφού αυτός καμία ενέργεια δεν είχε κάνει και εκείνη πειθόμενη του παρέδωσε και αυτός παρέλαβε για το λόγο αυτό φωτοαντίγραφα της αστυνομικής ταυτότητας και της φορολογικής δήλωσης του υιού της, που θα εγγυόντανε, ενώ παράλληλα αξίωσε και έλαβε το ποσό των σαράντα (40) ευρώ για επιπλέον έξοδα. Έκτοτε, παρά τις επίμονες τηλεφωνικές οχλήσεις της ουδέν δάνειο έλαβε. Με τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις πέτυχε να δημιουργήσει στην Ζ. Σ. του Δ. την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχαν συμφωνηθεί με βάση την άνω ψευδή κατάσταση που είχε εμφανίσει, έχοντας ειλημμένη την πρόθεση του να μην εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα, ενώ η αλήθεια, την οποία αποκάλυψε στη συνέχεια η ίδια και την οποία αν γνώριζε δεν θα προέβαινε στις ανωτέρω πράξεις ήταν ότι δεν είχε καμία σχέση με την έκδοση των δανείων. Με την πράξη του αυτή προξένησε ζημία στην περιουσία της Ζ. Σ. - Κ. του Δ. ύψους 80 ευρώ με αντίστοιχη παράνομη δική του ωφέλεια. 2) Την 15η Οκτωβρίου 2004 στο …συναντήθηκε στο σπίτι της Ζ. Σ. - Κ. του Δ. με τον Δ. Μ. του Α. και Του συστήθηκε ως στέλεχος της τράπεζας Citibank, γεγονός ψευδές, αφού αυτός δεν εργαζότανε σε τράπεζα. Περαιτέρω του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είχε τη δυνατότητα διαμεσολάβησης για η χορήγηση τραπεζικού δανείου για λογαριασμό ατόμων που δεν μπορούσαν να δανειοδοτηθούν με η νόμιμη οδό. Ακόμη παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι το δάνειο, ύψους 50.000 ευρώ, Που επιθυμούσε να λάβει ο Δ. Μ. θα χορηγούνταν από τρεις τράπεζες (Citibank Eurobank και μία άλλη) στην …και εκείνος πειθόμενος του ζήτησε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες. Την επομένη ημέρα του παρέδωσε και αυτός παρέλαβε τα σχετικά δικαιολογητικά που ζήτησε για την έκδοση του δανείου (φωτοαντίγραφα της αστυνομικής ταυτότητας, της μισθοδοσίας και της φορολογικής δήλωσης του), πλέον του ποσού των σαράντα (40) ευρώ, για έξοδα, ενώ του δήλωσε ότι την αμοιβή του θα την ελάμβανε από την τράπεζα για την οποία ενεργούσε. Στη συνέχεια του παρέστησε ψευδώς ότι θα ελάμβανε απάντηση για την έγκριση του δανείου εντός των προσεχών τεσσάρων ημερών. Έκτοτε, παρά τις επίμονες τηλεφωνικές οχλήσεις του ουδέν δάνειο έλαβε. Με τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις πέτυχε να δημιουργήσει στον Δ. Μ. την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχαν συμφωνήσει με βάση την άνω ψευδή κατάσταση που είχε εμφανίσει, έχοντας ειλημμένη την πρόθεση του να μην εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα, ενώ η αλήθεια, την οποία αποκάλυψε στη συνέχεια ο ίδιος και την οποία αν γνώριζε δεν Θα προέβαινε στις ανωτέρω πράξεις ήταν ότι δεν είχε καμία σχέση με την έκδοση δανείων. Με την πράξη του αυτή προξένησε ζημία στην περιουσία του Δ. Μ. ύψους (40) ευρώ με αντίστοιχη παράνομη δική του ωφέλεια. Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, σε σχέση με τις πράξεις της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ και της απάτης κατ'εξακολούθηση διέλαβε στην εν λόγω απόφαση, την από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ και της απάτης κατ' εξακολούθηση για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος -αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 216 παρ. 1,386 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει: 1)ότι καθόσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με ζημία άνω των 15.000 ευρώ αναφέρει: 1. α) τον τρόπο της δράσης του αναιρεσείοντος, β) την κατάρτιση από τον αναιρεσείοντα, των πλαστών εγγράφων που αναφέρονται στις υπό στοιχεία Γ.1,2,3, μερικότερες πράξεις του σκεπτικού και του διατακτικού και τη νόθευση του εγγράφου που αναφέρεται στην υπό στοιχείο 4 μερικότερη πράξη γ) το σκοπό του οφέλους και το ύψος αυτού , υπερβαίνοντος το ποσό των 15.000 ευρώ και δ) την κατ' επάγγελμα και την κατά συνήθεια τέλεση της πλαστογραφίας τα περιστατικά από τα οποία αυτή προκύπτει, όπως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω, κατά την παράθεση του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης.2) όσον αφορά την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρατίθεται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση της απάτης και δη ότι α) ο αναιρεσείων,, παρέστησε ψευδώς στη Ζ. Σ. και στον Μ. Δ. ότι ήταν έμπειρος υπάλληλος -διαμεσολαβητής εταιρείας στη χορήγηση τραπεζικών δανείων και στο άμεσο μέλλον θα εδραστηριοποιείτο με το άνοιγμα υποκαταστήματος στο …, ενώ αυτός ούτε σε εταιρεία εργαζόταν ούτε εμπειρία είχε στη διαμεσολάβηση και στη χορήγηση δανείων, και ότι τα δάνεια των 10.000 ευρώ που επιθυμούσε να λάβει η πρώτη στο όνομα του συζύγου της θα εχορηγείτο από Τράπεζα στην …και των 50.000 ευρώ που επιθυμούσε να λάβει ο δεύτερος θα εχορηγείτο από τρείς Τράπεζες στην …(CIΤΙΒΑΝΚ, EUROBANK και μία άλλη) β) αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο δόλος του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η υποκειμενική υπόσταση της απάτης αυτής και δη αναφέρεται η εξωτερίκευση της θελήσεως αυτού να βλάψει την περιουσία των εγκαλούντων, αφού τους παρουσίασε τα άνω ψευδή ότι ήταν έμπειρος υπάλληλος -διαμεσολαβητής εταιρείας στη χορήγηση τραπεζικών δανείων που στο άμεσο μέλλον θα εδραστηριοποιείτο με το άνοιγμα υποκαταστήματος στο ..., και οι άνω πεισθέντες στις άνω ψευδείς παραστάσεις του παρέδωσαν τα σχετικά δικαιολογητικά καθώς και τα έξοδα 80 και 40 ευρώ αντίστοιχα γ) αιτιολογείται επαρκώς ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του καταδικασθέντος και της πλάνης και της βλάβης των παθόντων εγκαλούντων, του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Ενώ εφόσον δεν χαρακτηρίζει τη ζημία ως ευτελούς αξίας η κρίση αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, οι συναφείς υπό στοιχείο 1Γ,3 και 4 λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο ειδικότερα πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, σε σχέση με τις προαναφερόμενες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της πλημμεληματικής απάτης και για τον λόγο ότι δεν γίνεται αναφορά στο αιτιολογικό σε ποια συγκεκριμένα έγγραφα και σε ποιους συγκεκριμένους μάρτυρες στηρίχθηκε η ενοχή του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου και ότι το αιτιολογικό ταυτίζεται με το διατακτικό και στο πόρισμα της απόφασης έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, είναι αβάσιμοι καθόσον, σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα, υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ενώ όσον αφορά τις αιτιάσεις για τα αποδεικτικά μέσα , αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και όσον αφορά την επικαλούμενη ταύτιση αιτιολογικού και διατακτικού, εν προκειμένω, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της αποφάσεως και τέλος ουδεμία ασάφεια, αντίφαση ή κενό δεν υπάρχει στο αιτιολογικό. Από τη διάταξη του άρθρου 211 Α' του ΚΠΔ, που ορίζει ότι μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία του συγκατηγορούμενου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία του συγκατηγορούμενου, μπορεί να αξιολογείται αποδεικτικά, όχι όμως και να αποτελεί το μόνο αποδεικτικό μέσο. Για την παράβαση της διατάξεως αυτής δεν απαγγέλεται ρητώς ακυρότητα, πλην όμως η παράβαση της επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, της διαδικασίας (αρθρ. 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ), διότι έτσι θίγεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, όπως το δικαίωμα υπεράσπισης του διαμορφώνεται επιτρεπτώς υπέρ αυτού με τη διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ, επομένως ιδρύεται σχετικός λόγος αναιρέσεως (αρθρ. 510 παρ. 1 Α" ΚΠΔ).Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το δίκασαν δικαστήριο για να στηρίξει την κρίση του περί ενοχής του αναιρεσείοντος για τις παραπάνω πράξεις δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, τις προανακριτικές καταθέσεις των συγκατηγορουμένων του, ενώ την καταδίκη του στήριξε όχι μόνο στην κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρος αστυνομικού αλλά και στην ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δοθείσα κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Σ. Σ. και της μάρτυρος υπερασπίσεως μητέρας του (αναιρεσείοντος ), στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως η επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλομένης η οποία αναφέρεται στην απαγόρευση του άρθρου 211Α ΚΠΔ πρωτίστως στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως διότι δεν ελήφθησαν υπόψη προανακριτικές καταθέσεις συγκατηγορουμένων ,αλλά και αν ήθελε θεωρηθεί ότι στηρίχθηκε στις απολογίες των συγκατηγορουμένων και την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος κατηγορίας αστυνομικού Κ. Μ. του οποίου η γνώση πηγάζει από τις καταθέσεις των συγκατηγορουμένων και περιλαμβάνονται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης , δεν είναι τα μόνα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου περί της ενοχής του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο υπό στοιχείο 1Γ από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Ως βλάβη νοείται και η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Το έγκλημα της απάτης συντελείται, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία αυτού, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη πράξη ή παρασιώπηση αληθινών, εφόσον αυτή υπήρξε η παραγωγός αιτία της παραπλανήσεως του απατωμένου. Ενόψει δε του ότι δεν απαιτείται η ταύτιση του απατώμενου προς το πρόσωπο του περιουσιακώς βλαπτομένου, υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο διάφορο του βλαπτομένου, αρκεί ο παραπλανηθείς να μπορεί εκ των πραγμάτων ή κατά νόμο να προβεί σε επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων, συνιστά η απατηλή συμπεριφορά που πραγματώνεται και με παράλειψη, την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σ" αυτόν, είτε από το νόμο, είτε από την σύμβαση, είτε από την προηγούμενη συμπεριφορά του. Εντεύθεν έπεται, ότι απάτη δύναται να διαπραχθεί και με παραπλάνηση, όταν ο δράστης παραλείπει να ανακοινώσει σε αυτόν αληθινά γεγονότα, τούτου συνιστώντος αθέμιτη παρασιώπηση, αν από το νόμο ή τη σύμβαση τάσσεται αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως αυτών. Ψευδές γεγονός συνιστούν και οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του κατηγορουμένου. Το γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωση του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος που επεδίωκε ή η ζημία του παθόντος, να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ'ευθεία στην πραγμάτωση του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση, για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα, κατά τις διατάξεις, για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλεια του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης με οποιοδήποτε απατηλό μέσο την ψευδή βεβαίωση, και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε νια άλλον τρίτο, δηλαδή να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13γ του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοια του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθύλην και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή από πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη για όλους κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, ότι έγινε από το πρόσωπο που συνέταξε ως άνω το έγγραφο ή ότι έγινε ενώπιον του. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικά περί της αληθείας. Ο δόλος συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι το βεβαιούμενο περιστατικό είναι αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για τρίτο και ότι η βεβαίωση αυτή γίνεται σε δημόσιο έγγραφο, ως και να υπάρχει πρόθεση εξαπατήσεως του υπαλλήλου, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση.(1767/2011). Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθεία στην πραγμάτωση του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. 3. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, δεν αρκεί δε ενδεχόμενος, αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. 4. Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σν αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε (ΑΠ 1222/2012). Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, σε σχέση με τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας α) στην κακουργηματική απόπειρα απάτης και β) στην υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και χρήσης αυτής, δεν διέλαβε στην εν λόγω απόφαση, την από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον περιορίζεται στη φράση "Ενεργώντας με πρόθεση ( Α)προκάλεσε την απόφαση στον συγκατηγορούμενό του Χ. Β. του Σ. να εκτελέσει την άδικη πράξη της κατ' εξακολούθηση απόπειρας απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια της οποίας το περιουσιακό όφελος που επεχείρησε ν'αποκομίσει με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των παθόντων είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ Β) προκάλεσε την απόφαση στη συγκατηγορουμένη του Ε. Π. του Ν. να εκτελέσει την άδικη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και χρήσης αυτής .....Α) κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2004- Φεβρουαρίου 2005 στο Βόλο και στην ... ενεργώντας με πρόθεση και συγκεκριμένα λέγοντας ότι μπορεί να εκδώσει δάνεια με πλαστά δικαιολογητικά, προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορουμένους του Χ. Β. του Σ. και Ε. Π. του Ν. να εκτελέσουν τις εξής άδικες πράξεις... Β)Κατά το χρονικό διάστημα κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2004- Φεβρουαρίου 2005 στο …και στην ... ενεργώντας με πρόθεση λέγοντας ότι για τη δανειοδότηση απαιτείται εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας με το οποίο πρέπει να δηλωθεί υψηλό εισόδημα , προκάλεσε την απόφαση στη συγκατηγορουμένη του Ε. Π. του Ν. να εκτελέσει την εξής άδικη πράξη..." χωρίς να αναφέρει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία προκλήθηκε η απόφαση στους φυσικούς αυτουργούς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ο "ηθικός αυτουργός" παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά την απόφαση των φυσικών αυτουργών να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις της κακουργηματικής απόπειρας απάτης και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και χρήση αυτής. Επομένως εφόσον στην προσβαλλομένη , σε σχέση με τα προαναφερόμενα αδικήματα , υπάρχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 ΚΠΔ και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι οι σχετικοί, υπό στοιχεία ΙΑζ και 1Γ (κατά το σκέλος που αφορά τα άνω αδικήματα) και 2 , λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ και Ε και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή μόνο κατά το μέρος που αφορά τα συγκεκριμένα αδικήματα και κατά τη διάταξη της συνολικής ποινής. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 εδ. β' και 511 εδ.γ ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και χρήση αυτής για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων τιμωρείται, όπως προκύπτει από τις νομικές διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, σε βαθμό πλημμελήματος, από το χρόνο δε που φέρεται ότι τελέσθηκε( Δεκέμβριο 2004- Φεβρουάριο 2005 ) μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (14.5.2013) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και, επομένως, εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο αυτής. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι κρίθηκαν και βάσιμοι, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την άνω πράξη λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Μετά απ' αυτά πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς την πράξη ηθικής αυτουργίας στην πράξη της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα που τέλεσε ο συγκατηγορούμενος του Χ. Β. και ως προς τη διάταξη που αφορά την επιβολή της συνολικής ποινής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμό 396/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας μόνο ως προς το μέρος που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Ά. -Χ. Λ. για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας στην πράξη α) της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα που τέλεσε ο συγκατηγορούμενος του Χ. Β. και β) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και χρήση αυτής που τέλεσε η συγκατηγορουμένη του Ε. Π. καθώς και ως προς τη διάταξη που αφορά τις επιβληθείσες για τις ανωτέρω πράξεις ποινές και τη συνολική ποινή . Παύει οριστικά ποινική δίωξη για την πράξη της ηθικής αυτουργίας του κατηγορούμενου Α. -Χ. Λ. στην υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και χρήση αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από Δεκεμβρίου 2004 έως Φεβρουαρίου 2005, στο …και στην ..., που τέλεσε η συγκατηγορουμένη του Ε. Π., στην Α' Δ.Ο.Υ. Βόλου (υφαρπαγή) και χρήση σε διάφορες Τράπεζες του ψευδούς από 26-1-2005 εκκαθαριστικού Σημειώματος. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το λοιπό ως άνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως . Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση του Α. -Χ. Λ. για αναίρεση της ίδιας (396/2012) αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ