Αριθμός 943/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. Α. του Δ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε για τον εαυτό της με την ιδιότητα της δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Π. του Π., κατοίκου ... και ήδη , και 2)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ", υποκατάστημα ΚΠΑ 2 Αμαλιάδα, νόμιμα εκπροσωπούμενου. Ο πρώτος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ηλιοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2016 (με αριθμό κατάθεσης 47/2016) αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, την από 30-5-2017 αγωγή (με αριθμό κατάθεσης 20/2017) της ήδη αναιρεσείουσας, τις από 27-10-2017 (2) ανακοινώσεις δίκης μετά προσεπικλήσεως (με αριθμούς κατάθεσης 38 και 39/2017) της ήδη αναιρεσείουσας και την από 1-11-2017 (με αριθμό κατάθεσης 42/2017) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Μυρτουντίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β υποπερ. β του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και, όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016) με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθ. 45 αυτού), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Μονομελούς Πρωτοδικείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.1.2017 στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση, διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 3.3.2021 και με αριθ. κατάθ. 1/3.3.2021 αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθ. 5/7.1.2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, δικάσαντος ως Εφετείου, αφορώσας εργατική διαφορά, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του με αριθμό 369004188951 0504 0051 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά όμως ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014). Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζήτησης διαδίκου, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αν ο απολιπόμενος διάδικος έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, οπότε, αν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του, προβαίνει στη συζήτηση παρά την απουσία αυτού (ΑΠ 318/2022, ΑΠ 1387/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης από 3-3-2021 και με αριθ. κατ. 1/3-3-2021 αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-5-2022), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Β. Π. δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτόν η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Από τη με αριθ. 561 ΣΤ/23-4-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Α. Ε. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης, ως άνω, αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12-10-2021 επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Στον τελευταίο επιδόθηκε ακολούθως, επίσης με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο των με αριθ. 33/2021 πρακτικών συνεδρίασης του παρόντος δικαστηρίου (Β2 Πολιτικού Τμήματος) περί αναβολής της συζήτησης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν, όπως προκύπτει από τη με αριθ. 1916 ΣΤ/2-3-2022 έκθεση επίδοσης της ίδιας, ως άνω, δικαστικής επιμελήτριας. Κατόπιν των παραπάνω, εφόσον ο απολιπόμενος πρώτος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και δεν παραστάθηκε, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτού. Με την κρινόμενη από 3-3-2021 και με αριθ. κατ. 1/3-3-2021 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας-εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, Χ. Α., στρεφόμενη κατά του ενάγοντος - εναγομένου- εφεσιβλήτου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου Β. Π. και κατά του προσεπικαλουμένου (στην πρωτοβάθμια δίκη)-εφεσιβλήτου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ)", που μετονομάσθηκε ήδη σε "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.)" προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 5/7-1-2021 απόφαση του, δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 24-5-2019 και με αριθ. κατ. 7/2019 έφεση της ενάγουσας-εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας στρεφόμενη κατά των, ως άνω αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθ. 80/11-12-2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων. Ειδικότερα, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων ασκήθηκαν: 1) η από 5-1-2016 και με αριθ. κατ. 47/22-12-2016 αγωγή του Β. Π. κατά της Χ. Α., 2) η από 30-5-2017 και με αριθ. κατ. 20/6-6-2017 αγωγή της Χ. Α. κατά του Β. Π., 3) η από 1-11-2017 και με αριθ. κατ. 42/6-11-2017 αγωγή, ομοίως, της Χ. Α. κατά του Β. Π., 4) η από 27-10-2017 και με αριθ. κατ. 38/27-10-2017 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση της Χ. Α. κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)" και 4) η από 27-10-2017 και με αριθ. κατ. 39/27-10-2017 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση, ομοίως, της Χ. Α. κατά του, ως άνω, Ν.Π.Δ.Δ. Με την πρώτη, από 1-5-2016 αγωγή ο ενάγων, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που κατήρτισε με την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρο, διάρκειας από 9-5-2014 έως 17-5-2015, απασχολήθηκε στο δικηγορικό γραφείο αυτής, ως υπάλληλος γραφείου, αντί μηνιαίου μισθού, ποσού 644,69 ευρώ, έως τις 5-5-2015, οπότε η τελευταία τον απέλυσε χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης, διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας το συνολικό ποσό των 8.727,68 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Με τη δεύτερη, από 30-5-2017 αγωγή η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, δικηγόρος, ισχυρίσθηκε ότι κατήρτισε με τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 9-5-2014 έως 17-7-2015, προκειμένου να τον απασχολεί ως υπάλληλο γραφείου, αντί του προβλεπομένου στην οικεία Σ.Σ.Ε. κατώτατου βασικού μηνιαίου μισθού. Ότι, κατόπιν απατηλής ενημέρωσής της από τον εναγόμενο, ο μηνιαίος μισθός συμφωνήθηκε στο ποσό των 644,69 ευρώ, αντί του πράγματι προβλεπομένου στην οικεία Σ.Σ.Ε. ποσού των 586,08 ευρώ. Ότι η σύμβαση, η οποία επιδοτείτο από τον Ο.Α.Ε.Δ., έληξε στις 29-4-2015, κατόπιν καταγγελίας αυτής εκ μέρους της. Ότι ο εναγόμενος την εξαπάτησε ως προς το ύψος του μισθού, με σκοπό να αποκομίσει περιουσιακό όφελος και της προκάλεσε αφενός μεν ζημία, ανερχόμενη στο ποσό των 669,99 ευρώ που του κατέβαλε πλέον εκείνων που εδικαιούτο για αποδοχές, ασφαλιστικές εισφορές και επίδομα Χριστουγέννων, αφετέρου δε ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Ότι η σύμβαση είναι άκυρη ως προς τον όρο αυτής που αφορά τον καταβλητέο μισθό. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση είναι άκυρη κατά τον παραπάνω όρο αυτής και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 669,99 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 6.000 ευρώ. Με την τρίτη από 1-11-2017 αγωγή η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος πέραν της περιγραφόμενης στην από 30-5-2017 αγωγή απατηλής συμπεριφοράς του, δεν τηρούσε το συμφωνημένο ωράριο, εργαζόμενος, αντί για 8, επί 4 ώρες ημερησίως, έλαβε δε για αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές του χρονικού διαστήματος από Μάϊο 2014 έως Δεκέμβριο 2014 και για δώρο Χριστουγέννων 2014 το συνολικό ποσό των 6.521,91 ευρώ, αντί του συνολικού ποσού των 3.166 ευρώ, που εδικαιούτο, βάσει του πράγματι οφειλομένου μηνιαίου μισθού των 586,08 ευρώ και των 4 ωρών ημερήσιας απασχόλησής του, οπότε εισέπραξε αχρεωστήτως την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 3.355,55 ευρώ. Ότι επιπλέον ο εναγόμενος εκπλήρωνε πλημμελώς τα καθήκοντά του, με αποτέλεσμα να μειωθεί η πελατεία της και να υποστεί ζημία, δικαιούμενη το ποσό των 15.000 ευρώ, ως εύλογη αποζημίωση, άλλως ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Τέλος, με τις από 27-10-2017 δύο ανακοινώσεις δίκης- προσεπικλήσεις η ανακοινώνουσα - προσεπικαλούσα γνωστοποίησε την ανοιγείσα με την από 1-5-2016 αγωγή εκκρεμή δίκη (με την πρώτη προσεπίκληση) και την ανοιγείσα με την από 30-5-2017 αγωγή εκκρεμή δίκη (με τη δεύτερη ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση) στο καθού οι ανακοινώσεις δίκης προσεπικαλούμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)", ισχυριζόμενη ότι έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα επιχορήγησης για την πρόσληψη ανέργων πτυχιούχων, καθώς και ότι ο εργαζόμενος (ενάγων- εναγόμενος) που προσέλαβε υπάγεται στο ειδικό καθεστώς του εν λόγω προγράμματος. Ζήτησε δε, με αμφότερες τις ανακοινώσεις δίκης- προσεπικλήσεις να παρέμβει το καθού Ν.Π.Δ.Δ., στις αντίστοιχες εκκρεμείς δίκες και περαιτέρω επικαλούμενη καθυστέρηση καταβολής της επιδότησης, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του εργαζομένου, ζήτησε να υποχρεωθεί το καθού η ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση να της καταβάλει την επιχορήγηση που δικαιούται. Το Ειρηνοδικείο Μυρτουντίων, αφού συνεκδίκασε τα, ως άνω, δικόγραφα: α) απέρριψε ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας, αλλά και ως μη νόμιμες τις ανακοινώσεις δίκης-προσεπικλήσεις, β) απέρριψε τις από 30-5-2017 και από 1-11-2017 αγωγές, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, και γ) δέχθηκε εν μέρει την από 1-5-2016 αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την σ'αυτήν εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.501,51 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα- εναγομένη άσκησε την από 24-5-2019 και με αριθ. κατ. 7/2019 έφεση στρεφόμενη, όπως προεκτέθηκε, κατά του ενάγοντος-εναγομένου Ι. Π. και κατά του προσεπικαλουμένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ)". Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, με την ήδη προσβαλλόμενη με αριθ. 5/7-1-2021 απόφαση δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 1-2-2021, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του προσκομιζομένου αντιγράφου αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας Μ. Γ. και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στις 3-3-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1, 558 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες είναι δυνατή, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, κατά των οποίων δεν προβάλλεται λόγος αναίρεσης ή κατ' εκείνων τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτοί (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1353/2019), εκτός αν προβάλλεται έννομο συμφέρον προς αποτροπή δεδικασμένου από τις αιτιολογίες της απόφασης και ζητείται η αναίρεση αυτής, κατά την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 1995/2017, ΑΠ 647/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180 και 904 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, με το να δεχθεί ότι υφίστανται απαιτήσεις του ενάγοντος κατ' αυτής από έγκυρη σύμβαση εργασίας, παρότι η σύμβαση που κατήρτισαν, στα πλαίσια ειδικού προγράμματος επιχορήγησης για την πρόσληψη ανέργων πτυχιούχων, επιδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ, αποδείχθηκε ότι ήταν άκυρη, λόγω μη τήρησης από τον ενάγοντα των όρων, που προβλέπονται στη, διέπουσα τη σύμβαση ΚΥΑ με αριθ. 9892/2-11-2011 (ΦΕΚ 2462β/3-11-2011), ισχύουσα, επομένως (η μεταξύ τους σύμβαση) ως απλή σχέση εργασίας, για την παροχή της οποίας ο ενάγων δικαιούται, βάσει των περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεων, το συνολικό ποσό των 894,89 ευρώ, αντί του επιδικασθέντος, βάσει έγκυρης σύμβασης εργασίας, ποσού των 5.501,51 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, απαραδέκτως στρέφεται κατά του, ως άνω, δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ., καθόσον οι αποδιδόμενες με το μοναδικό λόγο αυτής πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αφορούν το εν λόγω αναιρεσίβλητο, ούτε διαλαμβάνονται στην αίτηση αναίρεσης άλλες αιτιάσεις, με τις οποίες να επιδιώκεται και να είναι δυνατή η αναίρεση ως προς αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ, τέλος, δεν προβάλλεται έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας προς αποτροπή δεδικασμένου από τις αιτιολογίες της απόφασης. Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ)", όπως μετονομάσθηκε στη συνέχεια, να απορριφθεί, κατ' άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτώς (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι κατά λέξη ταυτόσημος με εκείνον του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1231/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, ο, ως άνω, μοναδικός αναιρετικός λόγος, που προεκτέθηκε, είναι αόριστος, διότι αναφέρονται μεν στην αίτηση αναίρεσης η, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ερμηνεία των διατάξεων που ισχυρίζεται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και το, κατά την εκδοχή αυτής, υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναφέρονται όμως και μάλιστα με πληρότητα και σαφήνεια, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα για να θεμελιώσει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του για το βάσιμο της αγωγής, κατά το μέρος που έγινε εν μέρει δεκτή. Ειδικότερα, αναφέρονται μόνο τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος των απαιτήσεων που επιδικάσθηκαν, ενώ δεν διαλαμβάνονται οι ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που αφορούν τους όρους της ένδικης σύμβασης, τις συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίσθηκε, το κύρος αυτής και τη λειτουργία της, ειδικότερα δε την? εκπλήρωση εν όλω ή εν μέρει των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και του ενάγοντος, ειδικότερα. Επιπλέον, με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, υπό την επίφαση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 176/2019, ΑΠ 871/2018). Κατόπιν των παραπάνω ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος, ερευνώμενος ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου από 9-5-2022 προτάσεις, όπως συμπληρώνονται με το από 13-5-2022 σημείωμα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το προσκομισθέν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά την κατάθεση της ένδικης αγωγής, με αριθ. 2156/2016 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αμαλιάδας, δεν αφορούσε την, ως άνω, διαδικαστική πράξη, δηλαδή την κατάθεση της αγωγής στο Ειρηνοδικείο Μυρτουντίων, αλλά άλλη υπόθεσή του και συγκεκριμένα την κατάθεση αίτησης αναστολής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πύργου, με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 παρ. 1 και 4 ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων). Ισχυριζόμενη δε περαιτέρω ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε το εν λόγω απαράδεκτο, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ζητεί, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του αναιρετικού αυτού λόγου από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας σε έφεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αλλά μόνο οι περιοριστικά αναφερόμενοι στο άρθρο 560 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, που είναι αντίστοιχοι προς τους λόγους από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή του τελευταίου αυτού άρθρου όταν προσβάλλεται απόφαση Πρωτοδικείου εκδοθείσα σε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 943/2021, ΑΠ 744/2009). Κατόπιν των παραπάνω, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Ζήτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν τίθεται, διότι αυτός, λόγω της απουσίας του, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου ύψους τριακοσίων (300) ευρώ στην αναιρεσείουσα. - Απορρίπτει την από 3-3-2021 και με αριθ. κατ. 1/3-3-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 5/7-1-2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. - Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ