Αριθμός 1348/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Π. συζύγου Η. Σ., το γένος Ε. Κ., που δεν παραστάθηκε και 2) Χ. Η. Σ., κατοίκων ..., ατομικώς και ως μοναδικών και καθολικών διαδόχων του ήδη αποθανόντος την 3-7-2009 αρχικού διαδίκου Η. Σ.. Η δεύτερη αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Γ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 19-1-2012 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../21-1-2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δελφών Φωκίδας Αφροδίτης Αδάμ, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής, ως άνω δεύτερη αναιρεσείουσα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2001 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 84/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-3-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, η αναιρεσείουσα παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 16-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 στοιχ. α, 287 παρ. 1 και 290 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, -εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη 6/21.1.2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου της Δημ. Ενότητας Ιτέας του Δήμου Δελφών, στις 19.1.2012 αποβίωσε η πρώτη από τις αναιρεσείουσες Π. Σ., η οποία, όπως προκύπτει από τα νόμιμα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά α) 491/2012 του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Άμφισσας για μη δημοσίευση διαθήκης και β) 3024/25.1.2012 πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Δελφών κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την κόρη της δεύτερη αναιρεσείουσα Χ. Σ.. Επομένως, η τελευταία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της πρώτης αναιρεσίβλητης νομίμως δήλωσε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης την λόγω του θανάτου εκείνης βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομα της επανάληψη της. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκε μόνο η ήδη μοναδική αναιρεσείουσα Χ. Σ., ενώ δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ο αναιρεσίβλητος. Όπως δε προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση επίδοσης 9459Β/1.2.2011 του δικαστικού επιμελητή Άμφισσας ..., επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια των αναιρεσειουσών, που επέσπευσαν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με ορισμένη αρμοδίως δικάσιμο την 9.1.2012, κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21.1.2013). Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ" έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005). Εξάλλου η λήψη ή μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, του οποίου το περιγραφόμενο στην εν λόγω απόφαση ακίνητο εκτέθηκε στις 6.11.1996 σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, κατά τον οποίο κατακυρώθηκε στις αναιρεσείουσες και στον αρχικώς εναγόμενο Η. Σ., ως υπερθεματιστές, και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των τελευταίων να μεταβιβάσουν στον ίδιο το ακίνητο αυτό, επειδή, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η συμμετοχή εκείνων στον πλειστηριασμό υπήρξε φαινομενική και έλαβε χώρα ύστερα από συμφωνία ενάγοντος και εναγομένων, οι οποίοι ενεργώντας, ως εντολοδόχοι του πρώτου, συμφώνησαν να του μεταβιβάσουν το αποκτηθέν στον πλειστηριασμό ακίνητο με την απόδοση του καταβληθέντος στον πλειστηριασμό ποσού, πλέον τόκων και εξόδων. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11β του ΚΠολΔ. ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου εκ μέρους του προσκομίσαντος αυτά εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού τα έγγραφα αυτά επικαλέστηκε εκείνος μόνο με την προσθήκη-αντίκρουση στις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι το δικαστήριο αυτό (Εφετείο) στηριζόμενο στα εν λόγω έγγραφα εξέφερε την κρίση ότι μεταξύ του αρχικώς εναγομένου Η. Σ. και του ενάγοντος υπήρξε σχέση εμπιστοσύνης και με βάση τη σχέση αυτή καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση εντολής, δηλαδή αποφάνθηκε με βάση τα έγγραφα αυτά για την αλήθεια πραγματικού ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Οι διάδικοι συνδέονταν από πολλά έτη με φιλικές, οικογενειακές και επαγγελματικές σχέσεις και μάλιστα στην προσπάθεια του ενάγοντος να σωθεί το ακίνητο και να μη περιέλθει σε τρίτους, αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό ως οφειλέτης, συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών ότι η συμμετοχή των εναγομένων σ' αυτόν θα ήταν φαινομενική και ότι στην πραγματικότητα θα ενεργούσαν κατ' εντολή και για λογαριασμό του ενάγοντος, στον οποίο θα μεταβίβαζαν στη συνέχεια το κατακυρωθέν ακίνητο αντί του ποσού των 55.600.000 δρχ, πλέον τόκων και εξόδων. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι ο πρώτος από τους εναγομένους είναι δικηγόρος και από το 1979 ήταν νομικός παραστάτης του ενάγοντος και είχε διαχειριστεί όλες τις αστικές και ποινικές του υποθέσεις, γνώριζε δε καλά την επιθυμία του ενάγοντος να μη χάσει το ακίνητο του και προσφέρθηκε μάλιστα να τον "σώσει" με τον παραπάνω τρόπο (βλ. την 321/1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, την από 19.9.1990 εισηγητική έκθεση, την 22/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, την αίτηση αναστολής πλειστηριασμού άλλου ακινήτου του ενάγοντος που βρίσκεται στον ..., στην περιοχή ... και συζητήθηκε στις 26.6.1996, όπου πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος είναι ο πρώτος εναγόμενος, το .../1995 ειδικό πληρεξούσιο για την υποβολή αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος και υποβολή αιτήσεως αναιρέσεως από το δικηγόρο του ενάγοντος πρώτο εναγόμενο, την 199/1995 έκθεση έφεσης κατά της 297/1995 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, με ειδικό πληρεξούσιο του ενάγοντος τον πρώτο εναγόμενο, την 312/1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας με συνήγορο του ενάγοντος τον πρώτο εναγόμενο, τις από Μάρτιο 1995 και 18.5.1995 εξουσιοδοτήσεις του ενάγοντος προς τον πρώτο εναγόμενο, πληρεξούσιο δικηγόρο του, για να ασκήσει έφεση κατά της 1410 απόφασης του δικαστηρίου Άμφισσας και να ζητήσει αναβολή άλλης υπόθεσης του κατά την εκδίκαση αυτής από το αρμόδιο δικαστήριο). Μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε κάποιο ιδιωτικό συμφωνητικό ή συμβολαιογραφικό έγγραφο επικύρωσης των κατά τα άνω συμφωνηθέντων, λόγω των στενών οικογενειακών, φιλικών και επαγγελματικών σχέσεων τους και της απόλυτης εμπιστοσύνης του ενάγοντος στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου, δικηγόρου του". Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, όπως αναγράφεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, "από τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, αφού αυτή έλαβε χώρα μετά την παρέλευση της προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων, που τάχθηκαν με την 115/2004 μη οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου". Εξάλλου από την επισκόπηση των προτάσεων του εκκαλούντος-ενάγοντος της από 8.1.2008 συζήτησης ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτουν τα εξής: Στις προτάσεις αυτές ο εκκαλών-ενάγων αναφέρει γενικώς ότι προσάγει με επίκληση όλα τα προσαχθέντα πρωτοδίκως στην πρωτόδικη και στην αρχική δευτεροβάθμια συζήτηση έγγραφα για την απόδειξη των ισχυρισμών, χωρίς καμιά παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων εκείνων. Αυτός ενσωματώνει απλώς στις εν λόγω από 8.1.2008 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου τις από 16.1.2001 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες όμως και πάλι δεν γίνεται καμιά επίκληση των πιο πάνω μνημονευόμενων στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εγγράφων, αλλά αναφέρονται μόνο η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του επίμαχου ακινήτου, η έκθεση πλειστηριασμού και η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αυτού, οι από 10.12.1999 εξώδικες προσκλήσεις του προς τους εναγομένους και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους και η 727/1999 έκθεση αναγκαστικής εκτέλεσης του δικ. επιμελητή Ι. Π.. Με τις από 8.1.2008 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου γίνεται συγκεκριμένη επίκληση μόνο της επίμαχης αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, της πρωτόδικης απόφασης και των πρακτικών της δίκης εκείνης, της έφεσης του και του πρόσθετου λόγου έφεσης και της πρώτης (μη οριστικής) 115/2004 απόφασης του Εφετείου, με την οποία τάχθηκαν μαρτυρικές αποδείξεις για την απόδειξη του ισχυρισμού του ενάγοντος, αναφορικά με την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης εντολής. Επίκληση των μνημονευόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση εννέα κρίσιμων εγγράφων γίνεται μόνο με την προσθήκη-αντίκρουση στις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν υπήρξε νόμιμη επίκληση εκ μέρους του εκκαλούντος-αναιρεσιβλήτου των διαλαμβανόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση επίμαχων εγγράφων. Τέτοια επίκληση δεν καλύπτεται ούτε με τη γενική αναφορά στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου ότι προσάγονται με επίκληση όλα τα προσαχθέντα στην πρωτόδικη και στην αρχική δευτεροβάθμια συζήτηση της υπόθεσης έγγραφα, ούτε με την ενσωμάτωση σ' αυτές των πρωτόδικων προτάσεων, η οποία μάλιστα δεν περιλαμβάνει την προσθήκη και αντίκρουση στις πρωτόδικες προτάσεις. Έτσι το Εφετείο έλαβε παρά το νόμο υπόψη τα ειδικώς μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πιο πάνω εννέα έγγραφα, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση στο Εφετείο. Τα έγγραφα αυτά άσκησαν ουσιώδη επίδραση στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση εντολής, από το οποίο και εξαρτήθηκε η έκβαση της δίκης, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, ότι, όπως δέχεται, η κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης εντολής έλαβε χώρα ατύπως και βασίστηκε στη συνδέουσα κυρίως τον αρχικώς εναγόμενο και τον ενάγοντα σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης, που προκύπτει από τα παραπάνω κρίσιμα έγγραφα. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ για λήψη υπόψη από το Εφετείο εγγράφων, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και των οποίων η επίδραση στην έκβαση της δίκης υπήρξε ουσιώδης, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την έρευνα των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (αριθ. 580§3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την απόφαση 84/2008 του Εφετείου Λαμίας. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες ευρώ (2.000). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ