Αριθμός 1902/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Ρ. του Δ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Σκόρδα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η) Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2728/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων και πρόσθετου λόγου εφέσεως, αφού συνεκδικάσθηκαν, η 1403/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2022 αίτησή του και τους από 7-10-2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την, από 25.2.2022 (αριθ. εκθ. καταθ. 1578/144/25.2.2022), αίτηση αναιρέσεως και τους, από 7.10.2022 (αριθ. εκθ. καταθ. ΠΛ 124/13.10.2022), πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ' αριθ. 1403/2020, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 569 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2. Από τον συνδυασμό των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Άλλως ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων δια της παραπομπής σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος νομικός κανόνας, ο οποίος φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού. Εάν δε το δικαστήριο χώρησε στην, κατ' ουσίαν, έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005, ΑΠ 11/2016). Επίσης, για την πληρότητα του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 702/2017). 3. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την, από 12.6.2014 και αριθ. κατάθ. 102150/3447/2014, αγωγή του, επικαλούμενος σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 21.9.1993, δυνάμει της οποίας παρείχε την εργασία του στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ως τεχνίτης οργάνων στην ομάδα οργάνων του τομέα συντήρησης στον ατμοηλεκτρικό σταθμό Αλιβερίου, ότι κατά τον χρόνο της ένταξής του στο τακτικό προσωπικό της εργοδότριάς του υπήρχε κενή οργανική θέση στον κλάδο Τ4/Γ (ηλεκτροτεχνικών Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού) και ότι τέλος, η εναγόμενη, αθετώντας τη συμβατική υποχρέωσή της, για την κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση της παροχής, τον κατέταξε ως εργάτη στην κατηγορία ΓΥ5 με μισθολογικό κλιμάκιο 12, με αποτέλεσμα να λαμβάνει αποδοχές μισθολογικού κλιμακίου 6 αντί 4, ζήτησε, εκτός των άλλων, να αναγνωριστεί με βάση τη σύμβαση, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, άλλως με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει την προκύπτουσα μισθολογική διαφορά μεταξύ των ως άνω κλιμακίων για το χρονικό διάστημα από 21.9.1993 έως 31.12.2008, ποσού 42.245,80 ευρώ, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη, λόγω της αντισυμβατικής αλλά και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η, υπ' αριθ. 2728/2015, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι επικουρικές βάσεις της ως μη νόμιμες, καθώς και το αίτημα για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έγινε δεκτή κατά την κύρια βάση της, κατά ένα μέρος και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.744,36 ευρώ για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1.1.2004 έως 31.12.2008, ενώ κρίθηκε ότι αυτές του χρονικού διαστήματος από 1.9.1993 έως 31.12.2003 έχουν παραγραφεί, ασκηθεισών δε κατ' αυτής αντιθέτων εφέσεων και δη των από 11.1.2016 και αριθ. κατάθ. 1401/2016 και από 17.7.2016 και αριθ. κατάθ. 3165/2016, καθώς και του από 12.2.2019 και με αριθ. κατάθ. 1548/167/2019 πρόσθετου λόγου της τελευταίας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποίαν επικυρώνοντας την ως άνω απόφαση, δέχτηκε ομοίως ότι οι μισθολογικές αξιώσεις του ενάγοντος, που αντιστοιχούσαν στο χρονικό διάστημα από 1.9.1993 έως 31.12.2003 είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 253 ΑΚ άρχισε μόλις έληξε το έτος μέσα στο οποίο είχαν γεννηθεί οι εν λόγω αξιώσεις. Ο αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής, αφού παραθέτει αποσπάσματα των προτάσεών του και της προσθήκης αντίκρουσης, που κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και αυτούσια τα κείμενα πλήθους αποφάσεων του Αρείου Πάγου και των Εφετείων, που έχουν δημοσιευθεί σε νομικά περιοδικά και ιστοσελίδες και έχουν εκδοθεί μεταξύ άλλων διαδίκων ( Ολ ΑΠ 4/2007, 40/2002, 427/1964, ΑΠ 944/2019, 1686/2018, 148/2017, 1261/2013, 1823/2011, 832/2008, 2020/2007, 1116/2007, 1284/2006, 805/2006, 1419/2005, 1568/2004, 1299/2003, 11682/2000, 4/1983, ΕφΑθ 7013/2002, 1299/2003, 3608/2008 κλπ), πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες : Α) από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης και τρίτο και έβδομο επικουρικούς λόγους των πρόσθετων λόγων, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο, δεχόμενο όσα παραπάνω αναφέρθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση για την παραγραφή των, πριν την 1.1.2004, απαιτήσεών του, με τον πρώτο λόγο ότι: "...παραβίασε πρωτίστως τις διατάξεις των άρθρων 4 && 1, 2, 4 Β 4 και 5, ΣΤ, 6 και 8 του Κ.Κ.Π. Δ.Ε.Η., του άρθρ. 2 & & 1 και 3 και του άρθρου 42 && 2 και 4 του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η., του άρθρου 3 (Γ, Α, Β,. 1- 12, του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η., του άρθρου 5 && 1, 2, 3, 4 και 5 εδ. ζ') του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η., του άρθρου 22 και του άρθρου 23 του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η., των άρθρων 361, 648, 653, 288, 341, 345, 346 ΑΚ, 176 ΚΠολΔ, τα άρθρα 25 και 42 ΚΚΠ/ΔΕΗ, τα άρθρα 904 ΑΚ, 911 ΑΚ , 938 σε συνδ. με τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, 281 ΑΚ, 288 ΑΚ, 926 ΑΚ, άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ΚΑΙ τις διατάξεις των άρθρων 341, 346, 648 επ. ΑΚ, 25 παρ. 1 του Συντάγματος μας, 2 παρ. 1 του Συντάγματός μας, 5 παρ. 1 του Συντάγματός μας, 22 παρ. 1 του Συντάγματός μας, 25 παρ. 3 του Συντάγματός μας, 17 παρ. 1 του Συντάγματός μας, τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και της παρ. 1 του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, των άρθρων 914 επ. ΑΚ, τις διατάξεις 648, 649, 653 ΑΚ, τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 και 2 περ. α', 907, 908, 910 παρ. 4 και 176 ΚΠολΔ......... τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 680, 679 ΑΚ σε συνδ. με εκείνες των άρθρων 8 του ν. 2112/1980, την Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος.....του άρθρου 14 του ΔΣΑΠ, του άρθρου 49 του ΧΘΔΕΕ, του άρθρου 47 του ΧΘΔΕΕ και του άρθρου 54 του ΧΘΔΕΕ....." και με τους δεύτερο λόγο της αίτησης, και τους πανομοιότυπους τρίτο και έβδομο επικουρικούς λόγους των πρόσθετων λόγων, ότι, εκτός των ως άνω διατάξεων, παραβίασε και τη διάταξη του άρθρου 101 & 1 του Ν. 4139/2013/20.3.2013, η οποία τροποποίησε την παρ. 3 του άρθρου 263 ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 250 περ. 17 και 253 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 281, 288 ΑΚ και 106 ΚΠολΔ και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του κατά το άρθρο 559 αρ. 1, ήτοι ως στερούμενης νόμιμης βάσης και επίσης στερούμενης αιτιολογιών ή άλλως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών της, "για το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης", Β) από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, επικαλούμενος ότι δεχόμενο το Εφετείο ότι το αίτημα της ένδικης αγωγής να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη εταιρεία του οφείλει το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της προσβολής της προσωπικότητάς του ως εργαζόμενου, είναι μη νόμιμο, διότι θεμελιώνεται μόνο στην επικαλούμενη μη προσήκουσα κατάταξή του στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης και όχι σε άλλα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει δόλια προαίρεση αυτής να πλήξει ηθικά την προσωπικότητά του, παραβίασε, εκτός από τις προαναφερόμενες υπό στοιχείο Α διατάξεις και αυτές των άρθρων 57, 59 και 932 σε συνδ. με τα άρθρα 281, 288 και 106 ΑΚ και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του κατά το άρθρο 559 αρ. 1, ήτοι ως στερούμενης νόμιμης βάσης και επίσης στερούμενης αιτιολογιών ή άλλως, λόγω των ως άνω ανεπαρκών αιτιολογιών της, για το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και Γ) από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, επικαλούμενος ότι δεχόμενο το Εφετείο ότι, ο δεύτερος λόγος της έφεσής του με τον οποίον πρόσβαλε την εκκαλούμενη απόφαση για νομικές πλημμέλειες, είναι αόριστος και για το λόγο αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος, στερείται επαρκών αιτιολογιών. Με το περιεχόμενο αυτό : Όλοι οι ως άνω λόγοι είναι αόριστοι ως προς την παράβαση του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η αναιρετική πλημμέλεια (ερμηνευτική ή υπαγωγική) που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλά συλλήβδην αποδίδεται σ' αυτή η παράβαση όλων των προαναφερόμενων διατάξεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και διατάξεις δικονομικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων σε κάθε περίπτωση δεν στοιχειοθετούν την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, η οποία ιδρύεται μόνο σε παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και δεν περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν, κατά τον αναιρεσείοντα, την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, ενώ δεν αρκεί η απλή αναφορά ότι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης και τρίτος και έβδομος επικουρικοί λόγοι των πρόσθετων λόγων, ως προς την παράβαση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν, καθότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τί συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης, ενώ οι προαναφερόμενες γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της δεν αρκούν, περαιτέρω δε και οι τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, καθότι δεν στοιχειοθετείται η ως άνω παράβαση, εφόσον το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας επί των προαναφερόμενων ζητημάτων, αλλά απέρριψε το μεν αίτημα για αναγνώριση οφειλής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως μη νόμιμο, τον δε λόγο έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω της αοριστίας του. 3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η, παρά τον νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στις δικονομικές αποκλειστικώς ακυρότητες, ήτοι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελόμενες για την παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Ο αναιρεσείων με τους πρώτο και έκτο πρόσθετους λόγους της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, μέμφεται το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, καθότι με αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη η αδικοπρακτική βάση της ένδικης αγωγής του, η οποία ήταν ορισμένη, όπως εξέθετε στον πρώτο λόγο της έφεσης του. Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο εξετάζοντας τον ως άνω λόγο της έφεσης δέχθηκε ότι : ".......Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της δεύτερης των ανωτέρω ασκηθεισών εφέσεων, ο ενάγων και ήδη εκκαλών παραθέτει αυτούσια, εντός εισαγωγικών: α) νομολογιακές παραπομπές για τη φύση του δικαιώματος του έκτακτου μισθωτού της επιχείρησης της εναγόμενης (Δ.Ε.Η.) για προσήκουσα κατάταξή του και ένταξη στο αρμόζον μισθολογικό κλιμάκιο καθώς και για την παραγραφή στην οποίαν τόσο αυτό, όσο και οι μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από τη μη κανονική ένταξή του, εμπίπτουν, β) την κρίση της εκκαλούμενης απόφασης αναφορικά με τη βάση της αγωγής του, που στηριζόταν στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, και γ) το τμήμα της εκκαλούμενης απόφασης, με το οποίο, κατά μερική παραδοχή της προβληθείσας ένστασης παραγραφής, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι οι μισθολογικές αξιώσεις του εν λόγω διαδίκου, που αντιστοιχούσαν στο χρονικό διάστημα από 1.9.2003 έως 31.12.2003 υπέκυψαν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 17 και 253 του ΑΚ, ενώ σε συνέχεια αυτών ενσωματώνει αυτούσιο το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεών του και της προσθήκης- αντίκρουσης επ' αυτών, χωρίς, όμως, να προσδιορίζεται σαφές νομικό σφάλμα, καταλογιστέο στην πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα δε, δεν αναφέρεται κατ' ορισμένο τρόπο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που να παραβιάστηκε, αλλά ούτε και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία υπαγόμενα στον κανόνα αυτό συνιστούν την, κατά τον εκκαλούντα, νομική ή άλλη πλημμέλεια της απόφασης ή την εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Συνεπώς, ο λόγος αυτός της κρινόμενης δεύτερης έφεσης είναι αόριστος και για το λόγο αυτό απορριπτέος. Λόγω δε της αοριστίας του, που δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις του συγκεκριμένου διαδίκου, αλλά ούτε και να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ο ανωτέρω λόγος της παραπάνω έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά μερική παραδοχή του σχετικώς προβαλλόμενου εκ μέρους της εναγόμενης και εν προκειμένω εφεσίβλητης εταιρείας ισχυρισμού. .....". Έτσι όμως το Εφετείο, με την αναφερομένη παραδοχή του έκρινε ως αόριστο τον προβαλλόμενο με την έφεση πρώτο λόγο αυτής και όχι την αδικοπρακτική βάση της ένδικης αγωγής, η οποία, όπως προεκτέθηκε είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και ως εκ τούτου η εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, η οποία προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα με τους ως άνω πρόσθετους λόγους, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και πρέπει ν' απορριφθεί. 4. Κατά τη διάταξη του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση. Ο όρος "επιδίκαση" σημαίνει ότι το Δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, δηλαδή το Δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 704/2011, 777/2010). Δεν υπάρχει ωστόσο κατ' αρχήν επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος, αν το Εφετείο ενήργησε στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ). Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποίαν ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1665/2008, 1586/2008). Ως αίτηση επίσης νοείται και κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του Δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους "πράγματα" με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 483/2011, 1892/2009, 2129/2007, 28/2005), δηλαδή ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, αν αφέθηκε αδίκαστη ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστική ή δικονομική του διαδίκου, αλλά τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του ως άνω άρθρου. Τέλος, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος, αν αφέθηκε αδίκαστος λόγος έφεσης, η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον ίδιο ως άνω λόγο του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 845/2009, 40/2008, 2129/2007, 980/2006). Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, μέμφεται το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, διότι άφησε αδίκαστο το περιεχόμενο στον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, αίτημά του, με το οποίο ζητούσε να του επιδικαστεί το αιτούμενο με την ένδικη αγωγή ποσό των 42.245,80 ευρώ ως μισθολογικές διαφορές και να κριθεί ότι αυτές δεν έχουν παραγραφεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013, με την οποίαν τροποποιήθηκε η παρ. 3 του άρθρου 261 ΑΚ (και όχι του άρθρου 263 ΑΚ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων). Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθότι δεν στοιχειοθετεί την αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, αφού το Εφετείο εξέτασε τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω αιτήματος της ένδικης αγωγής και δέχτηκε ότι με βάση τις διατάξεις των άρθρων 250 και 253 ΑΚ οι μισθολογικές διαφορές, που ανατρέχουν πριν από την 31.12.2003 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των εν λόγω διατάξεων. Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.2.2022 (αριθ. εκθ. καταθ. 1578/144/25.2.2022) αίτηση αναιρέσεως και τους από 7.10.2022 (αριθ. εκθ. καταθ. ΠΛ 124/13.10.2022) πρόσθετους λόγους κατά της υπ' αριθ. 1403/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ