Αριθμός 1823/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση το άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Μήτσιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6871/2020 του ίδιου Δικαστηρίου, 877/2021 μη οριστική και 5014/2011 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-2-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 80 §§ 1 και 2 του ν. 2362/1995 "Δημόσιο Λογιστικό-Έλεγχος Δαπανών κ.λπ.", που καταργήθηκε με το άρθρο 377 § 1 ν. 4412/2016, αλλά ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (2011), προκύπτει ότι για το κύρος σύμβασης του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο και ότι η πρόταση κατάρτισης της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, ενώ η μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής αίρεται σε περίπτωση εκπλήρωσης της σύμβασης. Επίσης, κατά το άρθρο 1 του νόμου 2286/1995 (καταργηθέντος με το άρθρο 377 § 1 περ. 53 ν. 4412/2016), οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα ν.π.δ.δ., οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως. Γενικότερα ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν.δ. 496/1974 "περί Κώδικος Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό ν.π.δ.δ. που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (ήδη 2.500 ευρώ βάσει της 2/42053/0094/2002 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, Φ.Ε.Κ. 1033 Β') ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση. Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, σε συνδυασμό και με τις προαναφερθείσες αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 80 ν. 2362/1995, συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. συμβάσεις είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του καθιστά άκυρη τη σύμβαση κατά τα άρθρα 158 και 159 § 1 Α.Κ., με συνέπεια αυτή να θεωρείται ως μη γενομένη κατά το άρθρο 180 του ίδιου Κώδικα, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ.Α.Π. 862/1984, Α.Π. 624/2022, Α.Π. 1308/2021). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 82 § 1, 83 § 1 ν. 2362/1995, για κάθε σύμβαση του Δημοσίου που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται όμως κατ' εξαίρεση η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι του ποσού ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών. Από το ποσό αυτό και μέχρι τέσσερα εκατομμύρια (4.000.000) δρχ. απαιτείται διαγωνισμός με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρος) που θα διενεργείται από τριμελή επιτροπή. Άνω του ποσού των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δρχ. απαιτείται σύναψη σύμβασης για προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων κατόπιν διενέργειας τακτικού διαγωνισμού (ανοικτού ή κλειστού), βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας. Με την 2/45564/0026/2001 (Φ.Ε.Κ. 1066 Β') απόφαση του Υπουργού Οικονομικών αναπροσαρμόστηκαν τα ως άνω ποσά, στην πρώτη περίπτωση μέχρι το ύψος των 15.000 ευρώ, στη δεύτερη μέχρι το ύψος των 45.000 ευρώ και στην τρίτη άνω των 45.000 ευρώ, ενώ με την ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο 35130/739/2010 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ. 1291 Β') τα ποσά αναπροσαρμόστηκαν σε 20.000, 60.000 και άνω των 60.000 ευρώ αντίστοιχα. Κατά δε το άρθρο 85 εδ. α' ν. 2362/1995, η παραβίαση με οποιονδήποτε τρόπο των διατάξεων των άρθρων 79 έως 84 του ίδιου νόμου επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης. Αντίστοιχες ρυθμίσεις με τις παραπάνω περιλαμβάνονται στις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών των ν.π.δ.δ., μεταξύ των οποίων και του ..., ως προς τις οποίες απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο π.δ. 394/1996 "περί κανονισμού προμηθειών του δημοσίου", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 ν. 2286/1995, ήτοι προκήρυξη σχετικού διαγωνισμού, προσφορές, αξιολόγηση αυτών ή απευθείας ανάθεση και τήρηση του έγγραφου τύπου. Κατ' εξουσιοδότηση δε των διατάξεων του άρθρου 2 §§ 12 εδ. γ' και 13 του ν. 2286/1995 εκδόθηκε η 7446/2002 (ΦΕΚ 112 Β') απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, που καθόρισε την ετήσια συνολική δαπάνη των προμηθειών, μεταξύ άλλων και των ν.π.δ.δ., για τις οποίες η σύναψη των σχετικών συμβάσεων διενεργείται με διαδικασίες διαπραγμάτευσης (εξαιρετική ή με απευθείας ανάθεση) μέχρι το ποσό των 15.000 ευρώ με Φ.Π.Α. και με συνοπτικές διαδικασίες (πρόχειρο διαγωνισμό) μέχρι το ποσό των 45.000 ευρώ με Φ.Π.Α., ενώ με την 3305/2010 (Φ.Ε.Κ. 1789 Β') απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας τα ποσά αναπροσαρμόστηκαν σε 20.000 και 60.000 ευρώ χωρίς Φ.Π.Α., αντίστοιχα. Η σύμβαση προμήθειας με απευθείας ανάθεση επιτρέπεται να συναφθεί μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων και επειγουσών περιπτώσεων ειδικά αιτιολογημένων και μόνο εφόσον υπάρχει εγγραφή στον προϋπολογισμό εξειδικευμένης πίστωσης προορισμένης για προμήθεια, εργασία ή μεταφορά, που κατονομάζεται ρητά. Προκειμένου να διαπιστωθεί το ποσό, στο οποίο ανέρχεται η δαπάνη συγκεκριμένης προμήθειας, και κατ' επέκταση η δυνατότητα απευθείας ανάθεσής της, λαμβάνεται υπόψη η συνολική δαπάνη που απαιτείται ετησίως για να καλυφθούν οι ανάγκες του ν.π.δ.δ. σε αγαθά που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις συναλλακτικές αντιλήψεις, θεωρούνται όμοια ή ομοειδή, ή που, ως εκ της φύσης τους, του αντικειμένου τους ή της λειτουργικότητάς τους, εντάσσονται σε όμοιες ή παρεμφερείς κατηγορίες αγαθών. Συνεπώς, δεν είναι νόμιμος ο επιμερισμός της κατά τα ανωτέρω συνολικής ποσότητας όμοιων ή ομοειδών αγαθών σε περισσότερες μικρότερες ποσότητες ή μερικότερες όμοιες ή ομοειδείς κατηγορίες και στη συνέχεια η απευθείας ανάθεση των μερικότερων αυτών προμηθειών με βάση το ύψος της δαπάνης που προκύπτει από την κατάτμηση της συνολικής ποσότητας, αντί της διενέργειας μιας ενιαίας για τα είδη αυτά προμήθειας, διότι με τον τρόπο αυτό επιχειρείται με καταστρατήγηση των οικείων διατάξεων η αποφυγή τήρησης της οριζόμενης από αυτές διαδικασίας του διαγωνισμού (Α.Π. 624/2022, Α.Π. 197/2022, Α.Π. 493/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 του ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 72 § 2 του ν. 3984/2011, "1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ... Η έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού ορίζεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2. Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (...) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α. με το σύνολο του εξοπλισμού του ...". Με το άρθρο 29 § 1 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, ενώ με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 33 § 9 του ιδίου νόμου ορίστηκε ότι εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, οι δε δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 23 § 1 περ. Β' υποπερ. β' του ν. 3918/2011, κατά την οποία η ένταξη των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερόμενων φορέων στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μπορεί να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, εκδόθηκε η 32115/2009 (Φ.Ε.Κ. 3010 Β') απόφαση των ως άνω Υπουργών, με το άρθρο μόνο περ. 1 της οποίας μεταφέρθηκαν από 1-1-2012 στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από το ..., μεταξύ άλλων, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας αυτού. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 3918/2011 προκύπτει ότι συστήθηκε, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, των μεταφερόμενων φορέων. Στον Οργανισμό εντάχθηκαν από 1-1-2012, μεταξύ άλλων, ο Κλάδος Υγείας του ... με τις τοπικές μονάδες υγείας του, και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη καθολικός διάδοχος αυτού (Κλάδου Υγείας) και υπεισήλθε στις υποχρεώσεις του. Με το άρθρο 51 § 1 του ν. 4387/2016 συνεστήθη ο ... ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με χρόνο ενάρξεως λειτουργίας την 1-1-2017, για το οποίο ορίστηκαν με το άρθρο 51 ν. 4387/2016 "Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας κ.λπ." τα εξής: "1. Συνιστάται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενο στο εξής "Ε.Φ.Κ.Α.", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει την έδρα του στην Αθήνα. Από 1-1-2017, οπότε και αρχίζει η λειτουργία του ως φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης, εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. αυτοδίκαια οι υφιστάμενοι φορείς κύριας κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τα άρθρα 53 επ. και ο Ε.Φ.Κ.Α. καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος αυτών. ... 2. Σκοπός του Ε.Φ.Κ.Α. είναι η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση: α. μηνιαίας κύριας σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους ασφαλισμένους ή/και στα μέλη της οικογενείας τους, β. η χορήγηση προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών στους συνταξιούχους ... γ. παροχών ασθένειας σε χρήμα, δ. ειδικών προνοιακών επιδομάτων και ε. κάθε άλλης παροχής σε χρήμα ή υπηρεσιών, για τις οποίες καθίσταται αρμόδιος ο Ε.Φ.Κ.Α. ... ", στο δε άρθρο 53 του ιδίου νόμου απαριθμούνται οι φορείς, κλάδοι, τομείς και λογαριασμοί, οι οποίοι από 1.1.2017, εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Εν συνεχεία, με το άρθρο 52 § 1 του ν. 4430/2016, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ως καθολικού διαδόχου των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 § 4 περ. α' ν. 4447/2016, ορίστηκε ότι: "1α) Ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) θα χρηματοδοτηθεί από τον Κρατικό Προϋπολογισμό τα οικονομικά έτη 2016 και 2017 για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Οργανισμού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30-4-2016 προς τα Φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ. ... β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. νοούνται εκείνες που αφορούν τα πριν τις 31-12-2012 έτη και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση, κατά το χρόνο υποβολής, παραστατικά στοιχεία και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί." Εξάλλου, με την παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου 52 ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 § 1α ν. 4486/2017, ορίστηκε ότι: "μετά τις 30-6-2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην Ο.Π.Α.Δ., πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω. και οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εξοφλούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο." Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι ορίστηκε μεν, αρχικά, ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. θα χρηματοδοτηθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό κατά τα οικονομικά έτη 2016 και 2017, για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, που αφορούν τα προηγούμενα της 31-12-2012 έτη, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 30-4-2016, μεταξύ δε αυτών και των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Οργανισμού από προμήθειες υγειονομικού και λοιπού υλικού που αφορούν Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ με το άρθρο 29 παρ. 10 του ν. 3918/2011, η εξόφληση των οποίων έπρεπε να διενεργηθεί το αργότερο έως 30-6-2017, πλην όμως, στη συνέχεια, ορίστηκε ότι, μετά την 30-6-2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν κατά τα ανωτέρω στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α. και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., εξαιρέθηκαν δε από τη ρύθμιση αυτή οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην Ο.Π.Α.Δ., πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., για τις οποίες ορίστηκε ότι εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Ακολούθως, με το άρθρο 12 ν. 4578/2018, που φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση και πληρωμή ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φ.Κ.Α. που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", όπως η περ. α' της παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 44 του ν. 4611/2019, ορίστηκε ότι: "1. α) Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς τα φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ., και προς ασφαλισμένους των Φ.Κ.Α., εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. μέχρι 31-12-2019. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του πρώην Ο.Π.Α.Δ./Τομέας Ασφαλισμένων Δημοσίου, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και εξοφλούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του ν. 4430/2016 (Α' 205). β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, νοούνται εκείνες που αφορούν τα έτη από 1-1-2006 και εντεύθεν, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά ή αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος", και με το άρθρο 13, που φέρει τον τίτλο "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ορίστηκε ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 (Α' 31), την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α' 41) και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ. ΙΒ' του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012 (Α' 222), στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ..., νυν Ε.Φ.Κ.Α., ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο Ε.Φ.Κ.Α. εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες." Από το συνδυασμό των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων προκύπτει ότι, αφενός μεν ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών, αφετέρου δε ότι, μετά την 30-6-2017, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 52 § 4 του ν. 4430/2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 § 1α του ν. 4486/2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (πλην εκείνων του πρώην Ο.Π.Α.Δ., πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α. και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Συνεπώς, στις δίκες αυτές δεν νομιμοποιείται να παραστεί ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αλλά ο Ε.Φ.Κ.Α. Από τη γενικότητα δε της διατύπωσης της ανωτέρω διάταξης και από τον σκοπό, που αυτή επιδιώκει, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 12 § 1 περ. β' ν. 4578/2018, με την οποία ορίζεται ότι ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις νοούνται και εκείνες, για τις οποίες απλώς αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων, συνάγεται ότι στις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ε.Φ.Κ.Α.), συμπεριλαμβάνονται και οι κατ' αυτού απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως είναι και οι απαιτήσεις από άκυρες συμβάσεις προμήθειας, τις οποίες το ... είχε συνάψει με προμηθευτές του μέχρι και τις 31-12-2011 και για τις οποίες αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων. Εξάλλου, ο νομοθέτης αποβλέποντας στην εξόφληση όλων των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από 1-1-2006, όρισε με το άρθρο 12 του ν. 4578/2018 ότι οι υποχρεώσεις αυτές εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. μέχρι 31-12-2019 (πλην εκείνων του πρώην Ο.Π.Α.Δ., πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.). Με το άρθρο 13 του ιδίου νόμου επιλύθηκαν θέματα νομικής παράστασης του Ε.Φ.Κ.Α. υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε εκκρεμείς δίκες, τις οποίες καταλαμβάνουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού, και ορίστηκε ότι η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις δίκες αυτές δεν θίγεται και ότι οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται σε βάρος του. Η τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν αφορά τις εκκρεμείς δίκες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. και αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες προέρχονται από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που οι κλάδοι υγείας τους εντάχθηκαν με το ν. 3918/2011 στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., και οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α., αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην Ο.Π.Α.Δ, πρώην Οίκου Ναύτου, πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με τις ίδιες διατάξεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν μετά τις 30-6-2017 προς εξόφληση στον Ε.Φ.Κ.Α., διότι εξαιρέθηκαν ρητώς κατά τα ανωτέρω και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του (Α.Π. 1990/2022, Α.Π. 222/2022). Τέλος, κατά το άρθρο 45 § 1 ν. 4607/2019, "1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (...), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (...), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για ... Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. ... 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος." Επίσης, με το άρθρο 51Α § 1 ν. 4387/2016, που προστέθηκε με το άρθρο 1 ν. 4670/2020, ορίστηκε ότι "το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "..." μετονομάζεται από την 1.3.2020 σε "...", αποκαλούμενος στο εξής ".... Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται "...", νοείται ο "... (e-Ε.Φ.Κ.Α)" ", ενώ κατά το άρθρο 70Α § 10 του ίδιου ως άνω νόμου 4387/2016, που προστέθηκε με το άρθρο 6 ν. 4670/2020, "με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 46 του ν. 4172/2013 (Α' 167), ο ... έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου, απαλλάσσεται δε από κάθε τέλος, φόρο, παράβολο και κράτηση για την παράστασή του και εκπροσώπησή του ενώπιον παντός Δικαστηρίου και Αρχής, καθώς και για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος και μέσου ή άλλης διαδικαστικής πράξης ενώπιον τούτων. Το άρθρο 45 του ν. 4607/2019 (Α' 65) εφαρμόζεται και στον .... Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 5014/2021 απόφασή του, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", πρώην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." [αναιρεσίβλητη], δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας, εισαγωγής και διανομής στην Ελλάδα ιατρικών οργάνων (π.χ. αιματολογικών αναλυτών), βιοχημικών και αιματολογικών αντιδραστηρίων, που παράγονται από αναγνωρισμένους διεθνώς αλλοδαπούς οίκους ιατρικών προϊόντων. Στο πλαίσιο της ανωτέρω δραστηριότητάς της, υπό την προηγούμενη επωνυμία της, κατήρτισε με το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, κατόπιν της με αριθμό ... κατακυρωτικής απόφασης του Διοικητή του, με την οποία εγκρίθηκε η διαδικασία της διαπραγμάτευσης για τη σύναψη χορήγησης προμήθειας αντιδραστηρίων και αναλωσίμων υλικών για τους βιοχημικούς αναλυτές ..., ιδιοκτησίας του, με κριτήριο κατακύρωσης τη χαμηλότερη τιμή, τη με αριθμό 191/2009 από 10.3.2010 σύμβαση προμήθειας (τιτλοφορούμενη "σύμβαση χορήγησης") των ανωτέρω αντιδραστηρίων και αναλωσίμων υλικών, αντί συνολικού ποσού κατακύρωσης 1.947.808,17 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, για χρονικό διάστημα ενός έτους (10.3.2010-09.3.2010). Μετά τη λήξη της ως άνω σύμβασης και την εξάντληση της προϋπολογισθείσας δαπάνης, οι αντισυμβαλλόμενοι συμφώνησαν να συνεχιστεί η προμήθεια αντιδραστηρίων και υλικών για την απρόσκοπτη λειτουργία του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, με τους όρους και τις τιμές της ανωτέρω διοικητικής σύμβασης και έτσι κατά το χρονικό διάστημα από 13.4.2011 έως 08.8.2011 συνήφθησαν διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, εκτός πλαισίου διοικητικής σύμβασης. Ειδικότερα, η ενάγουσα-εφεσίβλητη εταιρεία, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα πώλησε και παρέδωσε στην Τοπική Μονάδα Υγείας (ΤΜΥ) ΙΚΑ ..., κατόπιν εγγράφων παραγγελιών του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, υλικά της εμπορίας της για την κάλυψη αναγκών του Μικροβιολογικού τμήματος, όπως τα υλικά αυτά καταγράφονται αναλυτικά στα σχετικά τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής, που νομίμως μετά επικλήσεως προσκομίζονται, μαζί με την αντίστοιχη για καθένα εξ αυτών έγγραφη παραγγελία του υπευθύνου και την εγκριτική απόφαση της Διοίκησης του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, συνοδευόμενα με το ανάλογο για καθένα Πρακτικό Παραλαβής της αρμόδιας επιτροπής παραλαβής υγειονομικού υλικού της τοπικής μονάδας υγείας ΙΚΑ .... Συγκεκριμένα, για την υλοποίηση των ανωτέρω συμφωνηθέντων, εκδόθηκαν τα παρακάτω τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής: ... Συνεπώς, η εφεσίβλητη ενάγουσα σε εκτέλεση των ανωτέρω διαδοχικών συμβάσεων πώλησης και εκτός πλαισίου της προδιαληφθείσας διοικητικής σύμβασης πώλησε και παρέδωσε στην Τ.Μ.Υ. του Ι.Κ.Α. ... προϊόντα συνολικής αξίας, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 32.962,97 ευρώ. Αντίθετα το αντισυμβαλλόμενό της ΝΠΔΔ, αν και παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα ως άνω προϊόντα, κατά την έκδοση εκάστου τιμολογίου, ουδέν έχει καταβάλει από το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό, που κατά τα μεταξύ των αντισυμβαλλομένων συμφωνηθέντα, αποτυπούμενα, άλλωστε, και στα ως άνω τιμολόγια - δελτία αποστολής, καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μετά την πάροδο 60 ημερών από την παράδοση και παραλαβή των προϊόντων, που ελάμβανε χώρα την ημέρα έκδοσης αυτών, πλην των ποσών που αναγράφονται στα προαναφερόμενα με αριθμούς ... τιμολόγια - δελτία αποστολής, συνολικής αξίας, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 1.677,66 ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν σύμφωνα με όσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συνομολόγησε η εφεσίβλητη, πρότεινε, άλλωστε, κατ' ένσταση το εκκαλούν αποδεικνύοντας τον ισχυρισμό του με την προσκόμιση -κατόπιν επικλήσεως- του με αριθμό ... εγγράφου του τοπικού υποκαταστήματος του ΝΠΔΔ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Επομένως στην εφεσίβλητη πρέπει να επιδικαστεί το ποσό των (32.962,97-1.677,66=) 31.285,31 ευρώ. Υπόχρεος προς καταβολή του ανωτέρω ποσού είναι το εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." (...) [αναιρεσείον], όπως μετονομάστηκε το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." (ΕΦΚΑ - άρθρο 1 ν. 4670/2020), αφού, ενόψει και του χρόνου συζήτησης της ως άνω αγωγής, στον πρώτο βαθμό, στις 09.01.2019, για την επίδικη απαίτηση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των ασθενών ασφαλισμένων του φορέα κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ) αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, έναντι της εφεσίβλητης, ενάγουσας, ως δικαιούχου της εν λόγω αξίωσης, από 30.6.2017 και εφεξής, κατ' άρθρο 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 παρ. Ια του Ν. 4486/2017, μόνος υπόχρεος προς πληρωμή της καθίσταται ο ΕΦΚΑ, ως οιονεί εκ του νόμου καθολικός διάδοχος των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων του ΕΟΠΥΥ [πλην εκείνων, αντίστοιχα, του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου, και πρώην ΤΑΥΤΕΚΟ], καθολικού διαδόχου του ΦΚΑ, ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όσον αφορά στις απαιτήσεις από ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του που εντάχθηκε σε αυτόν (ΕΟΠΥΥ), κατ' άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 3918/2011, και ως εκ τούτου μόνο αυτός αποτελεί παθητικά νομιμοποιούμενο διάδικο πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης για την ως άνω απαίτηση, μετά δε τις 30.6.2017, δεν νομιμοποιείται παθητικά, ως διάδικος σχετικής δίκης ο ΕΟΠΥΥ, λόγω της προαναφερόμενης οιονεί νόμιμης καθολικής διαδοχής του ως προς την επίδικη έννομη σχέση, από το εκ του νόμου πλέον οιονεί καθολικό διάδοχο ΝΠΔΔ ΕΦΚΑ, ήδη .... Για τις ανωτέρω διαπιστώσεις εφαρμόζεται η ... διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1α του Ν. 4486/2017, ενώ δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 13 ν. 4578/2013, στην οποία ορίζονται τα κάτωθι: "§1 Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 (Α' 31), την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α' 41) και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ. ΙΒ' του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012 (Α' 222), στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. § 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί ότι δεν αφορά τις εκκρεμείς δίκες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. και αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες προέρχονται από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που οι κλάδοι υγείας τους εντάχθηκαν, με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, και οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.4 του ιδίου άρθρου 52 του ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017 "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α." (που, άλλωστε, και δυνάμει των νεότερων διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 4578/2018 "εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α."), αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην Ο.Π.Α.Δ, πρώην Οίκου Ναύτου, πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τις ίδιες διατάξεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν, μετά τις 30.6.2017, προς εξόφληση στον Ε.Φ.Κ.Α., διότι εξαιρέθηκαν ρητώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 v. 4430/2016, όπως ισχύει και του άρθρου 12 ν. 4578/2018, και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του (ΣτΕ 759/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος που προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκαν και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τους δεύτερο (περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του εκκαλούντος), τέταρτο (περί μη εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1α του Ν. 4486/2017) και πέμπτο (περί ισχύος του άρθρου 13 ν. 4578/2013) λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω οι προδιαληφθείσες διαδοχικές συμβάσεις πώλησης καταρτίστηκαν χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις σχετικά με τη διαδικασία σύναψης αυτών για προμήθεια υλικών από το δημόσιο, που είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν υποχωρούν στη βούληση των μερών. Η ετήσια δαπάνη του Ν.Π.Δ.Δ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από τις επιμέρους μερικότερες πωλήσεις της εφεσίβλητης του έτους 2011, που ειδικότερα αναφέρονται ανωτέρω, υπερβαίνει το ποσό των 20.000 €, στο οποίο ανέρχεται η ετήσια ανώτερη επιτρεπόμενη δαπάνη (άρθρο 83 ν. 2362/1995, όπως ίσχυε και τα προβλεπόμενα όρια αναπροσαρμόστηκαν με την Υπουργική Απόφαση 35130/739/9.8.2010) για κατάρτιση συμβάσεων από αυτό ως ΝΠΔΔ με απευθείας ανάθεση, χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού, κατά παράβαση όσων ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου άρθρο 83 ν. 2362/ 1995, ενώ ο επιμερισμός της ετήσιας αυτής δαπάνης, προερχόμενης από μία ενιαία συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων με συνολικό αντικείμενο παροχής (προμήθεια αντιδραστηρίων και αναλώσιμων υλικών για τους βιοχημικούς αναλυτές σε Μονάδα Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά το έτος 2011) σε επιμέρους μικρότερες με τα προαναφερόμενα τιμολόγια οδηγεί σε καταστρατήγηση των ως άνω νόμιμων διαδικασιών ανάθεσης και αντιτίθεται στο περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, οι οποίες ως σκοπό έχουν τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού και του δημόσιου συμφέροντος. Για το λόγο αυτό, οι ένδικες συμβάσεις είναι άκυρες στο σύνολό τους, κατά τα άρθρα 85 εδ. α' ν. 2362/1995,... με συνέπεια να θεωρούνται ως μη γενόμενες (άρθρο 180 ΑΚ) και από αυτές δύναται να γεννηθεί μόνο αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ακυρότητα αυτή λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως, εφόσον οι ανωτέρω νομικές διατάξεις περί συμβάσεων για προμήθεια υλικού από το Δημόσιο και ΝΠΔΔ είναι αναγκαστικού δικαίου,... όμως ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε και από το εκκαλούν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με σχετικό λόγο έφεσης. Μετά δε την κατάφαση της ακυρότητας ως προς τη διαδικασία κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων, είναι άνευ αντικειμένου η περαιτέρω εγκυρότητα ή μη του τύπου που τηρήθηκε ως προς αυτές, δηλαδή με έγγραφο για τις πέραν του ποσού των 2.500 € ή με έγγραφη παραγγελία και εκτέλεσή τους. Επομένως το οφειλόμενο ποσό των 31.285,31 ευρώ πρέπει να καταβάλει το εκκαλούν στην εφεσίβλητη σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθώς ως προς το ποσό αυτό, που αντιστοιχεί στην αξία των εμπορευμάτων, που θα κατέβαλε αν αγόραζε έγκυρα τα προδιαληφθέντα εμπορεύματα, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, αποκτώντας ωφέλεια που πρέπει να αποδώσει. Για τον οφειλόμενο νόμιμο τόκο που αφορά την επίδικη οφειλή μετά του ΦΠΑ από τις ως άνω άκυρες συμβάσεις, που καταρτίστηκαν το έτος 2011, έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, που είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, και στις διατάξεις των άρθρων 910, 346 Α.Κ., και όχι το π.δ. 166/2003, αφού η εφαρμογή του προϋποθέτει αξίωση αμοιβής στηριζόμενη σε έγκυρη συμβατική σχέση και όχι αξίωση απόδοσης πλουτισμού λόγω ακυρότητας της μεταξύ του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και του ιδιώτη προμηθευτή συναφθείσας συμβάσεως, διότι αυτή λογίζεται, κατ' άρθρο 180 ΑΚ, ως μη γενομένη,... Επομένως το εκκαλούν υποχρεούται να καταβάλει το ποσό των 31.285,31 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση και με τόκο υπερημερίας εκείνο των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που ανέρχεται σε 6% ετησίως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε σιωπηρώς τον νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό του εκκαλούντος, περί ακυρότητας της διαδικασίας κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, χωρίς διαγωνισμό, και δέχθηκε ότι για κάθε μία -πλην της με αριθμό 1/- εκ των επίδικων συμβάσεων πώλησης ιατροφαρμακευτικού υλικού που υπερέβαιναν κατά αντικείμενο το ποσό των 2.500,00 ευρώ υπήρξε για τη σύναψή τους έγγραφη πρόταση του ΝΠΔΔ ΙΚΑ - ΕΤΑΜ διαβιβασθείσα στην ενάγουσα και προσήκουσα εκτέλεση της σύμβασης εκ μέρους της τελευταίας με συνέπεια την άρση της ακυρότητας από την έλλειψη έγγραφου συστατικού τύπου, ενώ για τη με αριθμό 1/ σύμβαση, που υπολειπόταν κατά αντικείμενο του ποσού των 2.500,00 ευρώ, δεν απαιτείτο η τήρηση τέτοιου τύπου, και ακολούθως αφενός μεν έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της, υποχρεώνοντας το εκκαλούν να καταβάλει στην εφεσίβλητη το ποσό των 31.285,31 ευρώ, αφετέρου δε επιδίκασε τόκους σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2δ και παρ. 4 του προεδρικού διατάγματος 166/2003, ήτοι από την επομένη της παρόδου των 60 ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου και έως την πλήρη εξόφληση, με επιτόκιο υπερημερίας το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς) προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες (περιθώριο), έσφαλε περί την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος που προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκαν και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τους πρώτο (περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων), τρίτο (περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και εκτίμησης αποδείξεων σχετικά με τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων για προμήθεια υλικών από το δημόσιο) και έκτο (περί εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων και ερμηνείας νόμου για την επιδίκαση τόκων σε αξιώσεις απόδοσης πλουτισμού λόγω ακυρότητας της μεταξύ του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και του ιδιώτη προμηθευτή συναφθείσας συμβάσεως) λόγους έφεσης, αντίστοιχα, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ..., υπό την ιδιότητά του ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., καθολικού διαδόχου και αυτού του αρχικού εναγομένου ..., και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς την κύρια βάση της από ενδοσυμβατική ευθύνη, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή κατά την επικουρική της βάση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 31.285,31 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση, υπολογιζόμενο με επιτόκιο 6% ετησίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 § 4 Ν. 4430/2016, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 97 § 1α' Ν. 4486/2017, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση και, επίσης, ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 Ν. 4578/2018, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη είχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του ... ποσού 31.285,31 ευρώ, με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, από τις αναφερόμενες στην απόφαση άκυρες συμβάσεις προμήθειας αντιδραστηρίων και αναλώσιμων υλικών για την κάλυψη αναγκών αυτού, οι οποίες καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 13-4-2011 έως 08-8-2011 και δεν είχαν εξοφληθεί μέχρι τις 30-6-2017 είτε από το Ι.Κ.Α., είτε από τον οιονεί καθολικό διάδοχό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., στον οποίο μεταβιβάστηκαν οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του ... και παρέμειναν σε αυτόν και μετά το ν. 4238/2014, αφού δεν μεταβιβάστηκαν στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) της χώρας κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού (Α.Π. 1990/2022, Α.Π. 465/2019), και συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, υπόχρεο έναντι της αναιρεσίβλητης, όσον αφορά την ένδικη αυτή ληξιπρόθεσμη απαίτησή της, είναι το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, το οποίο μόνο, πλέον, νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη υπόθεση ως καθολικός διάδοχος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αφού ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., νοούνται και οι ανεξόφλητες απαιτήσεις προς προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού από 1-1-2006 και εντεύθεν που έχουν την αιτία τους σε αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η νομιμοποίηση δε του αναιρεσείοντος ως προς την ένδικη ληξιπρόθεσμη απαίτηση, δεν έπαυσε μεταγενέστερα, δυνάμει του άρθρου 13 του Ν. 4578/2018, κατά τα προεκτεθέντα, δεδομένου ότι η σχετική ρύθμιση δεν αφορά στις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του ..., που μεταβιβάστηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και, κατά το άρθρο 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α., αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην Ο.Π.Α.Δ., πρώην Οίκου Ναύτου, πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αλλά δεν μεταφέρθηκαν μετά τις 30/6/2017 προς εξόφληση στον Ε.Φ.Κ.Α., γιατί εξαιρέθηκαν ρητά, και ως εκ τούτου εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του. Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 97 § 1α' ν. 4486/2017, την οποία έτσι ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως, το Εφετείο, δεχόμενο ότι το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ... ευθύνεται ως διάδοχος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στην καταβολή του ανωτέρω ποσού λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του ..., δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή του και ήσαν αναγκαία για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, ούτε και παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και, συνεπώς, οι πρώτος, κατά το πρώτο, τρίτο και τέταρτο σκέλος, από τους αρ. 1, 14 και 19, αντίστοιχα, και δεύτερος, από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα. Ως αίτηση, όμως, δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος μπορεί να συνιστά πράγμα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (Α.Π. 862/2020, A.Π. 1486/2017, Α.Π. 1304/2014, Α.Π. 483/2011). Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον λόγο εφέσεως, με τον οποίο προέβαλε τη μη υπεισέλευσή του στις υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή λόγο εφέσεως, που αφορά νομικές πλημμέλειες της εκκαλούμενης απόφασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 556 § 1 ΚΠολΔ αναίρεση μπορεί να ασκήσει ο εκκαλών, εφόσον νικήθηκε ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά την γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και ελέγχεται αυτεπαγγέλτως σύμφωνα με το άρθρο 73 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν επιλήφθηκε λόγου εφέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονείτο για την κήρυξη της πρωτόδικης απόφασης προσωρινά εκτελεστής, και ότι με την παράλειψή του αυτή α) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 21 § 9 ν. 1902/1990, κατά την οποία δεν διατάσσεται προσωρινή εκτέλεση εις βάρος του Ι.Κ.Α. (αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), β) άφησε αίτηση αδίκαστη, και συγκεκριμένα το σχετικό λόγο εφέσεως (αρ. 9), γ) παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (αρ. 14) και δ) δεν διέλαβε αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (αρ. 19). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατ' αυτεπάγγελτο έλεγχο, ως προς όλα τα σκέλη του, προεχόντως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και άρα εκτελεστή (ΑΠ 1017/2010), η δε προσωρινή εκτελεστότητα κατά τα άρθρα 907 επ. ΚΠολΔ αφορά δικαστικές αποφάσεις που δεν έχουν τελεσιδικήσει, επομένως τυχόν βασιμότητα του λόγου δεν θα έθιγε αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση), ενώ δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση εννόμου συμφέροντος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι με την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 21 § 9 ν. 1902/1990 καθιερώνεται επιπλέον η αναστολή της εκτέλεσης εις βάρος του κάθε τελεσίδικης απόφασης, τόσο κατά την προθεσμία της άσκησης αίτησης αναιρέσεως, όσο και από την άσκησή της, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ο λόγος εφέσεως που, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν κρίθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφορούσε αποκλειστικά την κήρυξη της πρωτόδικης απόφασης προσωρινά εκτελεστής και όχι το ζήτημα της εκτελεστότητας της απόφασης του ίδιου του Εφετείου, το οποίο δεν τέθηκε προς κρίση ενώπιόν του και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει καθ' οιονδήποτε τρόπο αντικείμενο της προκείμενης αναιρετικής δίκης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 31.285,41 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως αυτής (αγωγής) μέχρι την εξόφληση, υπολογιζόμενο με επιτόκιο 6% ετησίως κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 § 2 ν.δ. 496/1974. Με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο, κατά το μέρος που αφορά στην τοκοφορία κατά το χρονικό διάστημα από την 1-5-2019, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 45 §§ 1 και 3 ν. 4607/2019, τις οποίες δεν εφάρμοσε, παρόλο που, βάσει των ανέλεγκτων αναιρετικά παραδοχών του, συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις αυτές, μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του ν. 4607/2019 (24-4-2019), εφαρμόζονται και για τις επίδικες οφειλές του αναιρεσείοντος ..., σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 70Α § 10 εδ. β' του ν. 4387/2016 που προστέθηκε με το άρθρο 6 ν. 4670/2020. Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται σχετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παραδεκτά προβαλλόμενος, αφού στηρίζεται σε σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατ' άρθρο 562 § 2 περ. β' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω γενομένου δεκτού ως βάσιμου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως νομίμων τόκων υπερημερίας επί του συνολικά επιδικασθέντος αμετάκλητα με αυτήν ποσού με επιτόκιο 6% ετησίως μέχρι την εξόφλησή του, αλλά και κατά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης. Κατά το άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα." Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π. 25/2001, Α.Π. 673/2020). Στην κρινόμενη περίπτωση δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για τη μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία της. Συγκεκριμένα, ενόψει του ότι το αίτημα της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση νομίμων τόκων από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής είναι βάσιμο, το δε Εφετείο, με την παραπομπή της υπόθεσης σε αυτό, δεσμεύεται από την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το ύψος του επιτοκίου, δεν υπάρχει από δικονομική άποψη έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναιρέσεως (Α.Π. 312/2022). Κατά συνέπεια, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο αυτής, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί κατά το μέρος της αυτό η από 14-11-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να καταβάλει σε αυτήν τόκους επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού των 31.285,31 ευρώ, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την 30-4-2019, και με το επιτόκιο που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 από 1-5-2019 έως την εξόφληση. Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 179 εδ. α' ΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5014/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της, που αναφέρεται στο σκεπτικό. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει, κατά το μέρος αυτό, την από 14-11-2011 (αρ. κατ. 197156/14250/2011) αγωγή της αναιρεσίβλητης. Δέχεται εν μέρει αυτήν. Υποχρεώνει το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (...), ως οιονεί καθολικό διάδοχο του αρχικού εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "'Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (...), να καταβάλει στην ενάγουσα τόκους επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού των τριάντα μίας χιλιάδων διακοσίων ογδόντα πέντε (31.285) ευρώ και τριάντα ενός (31) λεπτών, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την 30-4-2019, και με το επιτόκιο που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 από 1-5-2019 έως την εξόφληση. Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη όλων των βαθμών. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ