Αριθμός 534/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και ήδη μετονομάσθηκε σε "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βλάχο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4157/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 996/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2010 αίτησή της, στην οποία περιλαμβάνεται και αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 12-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δήλωσε την κατά τ' ανωτέρω μεταβολή της επωνυμίας της και ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 922 Α.Κ. ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ. και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια (Α.Π. 368/2011). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι δικαιούχος αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας είναι εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα ή υπέστη ηθική βλάβη από αυτήν, δηλαδή εκείνος που προσβλήθηκε άμεσα από αυτήν στα δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντά του. Περιουσιακή ζημία δεν είναι μόνο η διάθεση περιουσιακών στοιχείων αλλά και κάθε προς το χειρότερο αλλοίωση αυτών, ήτοι κάθε μείωση του ενεργητικού ή επαύξηση του παθητικού της περιουσίας του ζημιουμένου. Από την ίδια δε αδικοπραξία μπορούν να ζημιωθούν άμεσα περισσότεροι, τέτοια δε περίπτωση συντρέχει και όταν από αυτήν θίγονται περισσότερα δικαιώματα ή έννομα συμφέροντα διαφορετικών προσώπων. Ειδικότερα από το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 216 Π.Κ., άμεσα ζημιούμενος και δικαιούμενος να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι εκείνος που μπορεί να υποστεί ή υπέστη τις παραγόμενες από το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο έννομες συνέπειες και τέτοιος είναι πρωτίστως αυτός του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή αλλοιώθηκε το γραπτό κείμενο αλλά και κάθε άλλος που ζημιώνεται από τη χρήση τούτου (Α.Π. 1537/2008 ποιν.). Περαιτέρω από το αδίκημα της υπεξαιρέσεως, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 375 Π.Κ., άμεσα ζημιούμενος και δικαιούμενος να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι ο κύριος του υπεξαιρεθέντος (Α.Π. 1078/1998 ποιν.). Τέλος από το συνδυασμό όλων των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι o τραπεζικός υπάλληλος που, κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, προβαίνει σε αναλήψεις χρηματικών ποσών με σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως από λογαριασμό πελάτη της τράπεζας, με αντίστοιχη εγγραφή στο λογαριασμό του πελάτη ότι ανελήφθησαν νομίμως τα χρήματα από τον τελευταίο, ζημιώνει αμέσως όχι μόνο την τράπεζα, στην κυριότητα της οποίας έχουν περιέλθει, με βάση τη μεταξύ αυτής και του πελάτη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, τα χρήματα που αυτός (ο υπάλληλος) υπεξαίρεσε (άρθρο 830 παρ.1 σε συνδ. με 806 Α.Κ.) αλλά και τον πελάτη, αφού η εγγραφή στο λογαριασμό του τελευταίου ότι ανελήφθησαν νομίμως από τον ίδιο τα χρήματα έχει ως συνέπεια να φέρεται ότι εξοφλήθηκε η απαίτησή του κατά της τράπεζας για απόδοση των κατατεθέντων χρημάτων, με περαιτέρω συνέπεια τη ζημία αυτού με την έννοια της επαυξήσεως του παθητικού της περιουσίας του (αντιθ. Α.Π. 929/2009). Κατά μείζονα δε λόγο αμέσως ζημιωθείς από τις πιο πάνω πράξεις του τραπεζικού υπαλλήλου είναι ο καταθέτης πελάτης της τράπεζας (ή και αυτός), όταν οι αναλήψεις που φέρονται ότι έγιναν από τον ίδιο, στην πραγματικότητα έγιναν από τον υπάλληλο με πλαστογράφηση της υπογραφής του στα σχετικά έγγραφα (δελτία αναλήψεως) της τράπεζας. Στην προκειμένη περίπτωση με το μόνο λόγο αναιρέσεως η τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Ότι ο ταμίας του αναφερόμενου καταστήματος αυτής Ν. Τ. (πρώτος εναγόμενος και ήδη μη διάδικος), εκμεταλλευόμενος τη θέση του ταμία αυτής και τη δυνατότητα προσβάσεως μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή στους λογαριασμούς των πελατών της, υπεξαίρεσε τα ποσά των 1.500 και 5.000 ευρώ αντίστοιχα από τους λογαριασμούς όψεως και πιστωτικής κάρτας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και, πλαστογραφώντας την υπογραφή του τελευταίου στα σχετικά δελτία αναλήψεων αυτής, έκανε να φαίνεται ότι ήλθε ο ίδιος (ο αναιρεσίβλητος) στην τράπεζα και προέβη στις αναλήψεις. Ότι σε λίγες εβδομάδες ο αναιρεσίβλητος πληροφορήθηκε τις αναλήψεις, την πρώτη ζητώντας την κίνηση του λογαριασμού όψεως του δανείου του από αυτόματο μηχάνημα αναλήψεως μετρητών (ΑΤΜ) της τράπεζας και τη δεύτερη λαμβάνοντας στο σπίτι του την κίνηση της πιστωτικής του κάρτας. Ότι ο αναιρεσίβλητος μετά από σχετική ερώτηση πληροφορήθηκε από την τράπεζα ότι οι αναλήψεις είχαν γίνει από το ταμείο του Ν. Τ., με τον οποίο γνωρίζονταν από πριν. Ότι κατόπιν τούτων τον πίεσε ότι θα τον καταγγείλει στις αρχές και έτσι ο ταμίας της, προς συγκάλυψη των πράξεών του, κατέθεσε τα ποσά αυτά στους λογαριασμούς του και μάλιστα το ποσό των 1.500 ευρώ με τους τόκους. Ότι όταν ο αναιρεσίβλητος πληροφορήθηκε αυτές τις παράνομες πράξεις του ταμία της, του προκλήθηκε ψυχικό άλγος και κλονίστηκε η πίστη του στην ασφάλεια των συναλλαγών, αφού κατά παράβαση του τραπεζικού απορρήτου έγιναν εν αγνοία του τραπεζικές συναλλαγές σε βάρος της περιουσίας του, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη, στην αποκατάσταση της οποίας υποχρεώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια (η αναιρεσείουσα) βάσει των διατάξεων περί προστήσεως, εφόσον ο ανωτέρω διέπραξε τα πιο πάνω αδικήματα επ' ευκαιρία της υπηρεσίας του ως ταμία αυτής. Επικαλούμενη δε το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι ενώ, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, αμέσως ζημιωθείσα από τις πιο πάνω αδικοπραξίες του ταμία της ήταν η ίδια και όχι ο αναιρεσίβλητος ή και αυτός, το εφετείο, με λανθασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 ν.δ.1059/1971, 914 και 932 Α.Κ., δέχθηκε ότι αμέσως ζημιωθείς από τις αδικοπραξίες αυτές είναι ο αναιρεσίβλητος. Ο λόγος αυτός προβάλλεται αβασίμως αφού, υπό τα περιστατικά τα οποία κατά τα εκτιθέμενα στο λόγο αναιρέσεως έγιναν δεκτά από την προσβαλλομένη, αμέσως ζημιωθείς και υποστάς ηθική βλάβη από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας είναι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσης, ο αναιρεσίβλητος ή, σε κάθε περίπτωση, και αυτός. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση (και το συνυποβληθέν με αυτήν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση), να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αιτήμα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-7-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", που ήδη μετονομάσθηκε σε "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." για αναίρεση της 996/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και το συνυποβληθέν με αυτήν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ