Αριθμός 1034/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Δ. και Κ., 2) Β. συζ. Δ. Μ., το γένος Δ. και Κ. Σ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σακκαλή, και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΜΜΕΓΙΣΤΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ", που εδρεύει στο Αίγιο Αχαΐας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παλούκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2013 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2015 αίτηση και τους από 8-2-2023 προσθέτους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Τσουλός, ανέγνωσε τις από 25-1-2023 και 1-3-2023 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού από 28-12-2015 αίτηση αναίρεσης και οι από 8-2-2023 πρόσθετοι λόγοι της, κατά της υπ'αριθμ. 67/2013 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 16/2/2011 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 50/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη η από 2-2-2007 διεκδικητική ακινήτου αγωγή της. Με την αναιρεσιβαλομένη, κατ'αποδοχή της έφεσης και μετ'εξαφάνιση της εκκαλουμένης, έγινε δεκτή η αγωγή. Η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), και των προσθέτων, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με το πρώτο λόγο κατ' εκτίμηση εκ της περ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για παραβίαση της παρ. 4 του άρθρου 1 του καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977), που ορίζει ότι οι Ιερές Μονές είναι Ν.Π.Δ.Δ, επειδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η ενάγουσα εκκαλούσα είναι Ν.Π.Ι.Δ. Ωστόσο, πέραν της εκ προφανούς παραδρομής αναφοράς στο εισαγωγικό της προσβαλλόμενης της εκκαλούσας Ιεράς Μονής ως Ν.Π.Ι.Δ, σχετική παραδοχή ουδόλως διαλαμβάνεται σ' αυτήν, ενώ περαιτέρω με το λόγο αυτό οι αναιρεσείοντες βάλλουν απαραδέκτως κατ' άρθρο 561 του ΚΠολΔ, κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων, επειδή εξαιτίας (της μη υφιστάμενης ως άνω παραδοχής) δεν αναφέρονται τα έγγραφα μισθωτήρια και άλλα ειδικότερα στοιχεία των μισθώσεων, που το Εφετείο δέχθηκε ως πράξεις νομής της εκκαλούσας επί του επιδίκου. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται, δηλαδή, και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) ( ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 Κ,Πολ.Δ (ΑΠ 180/2016). Σε κάθε όμως περίπτωση και, ανεξάρτητα από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει η αοριστία του δικογράφου να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας, και ειδικά δεν αφορά στη δημόσια τάξη (ΑΠ 254/2016). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του. Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων που επικαλείται τη χρησικτησία και, εφόσον αμφισβητούνται, αποδεικνύονται από αυτόν, και δεν αρκεί η έκφραση ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου χωρίς αναφορά των υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο. Η μη αναφορά δε αυτών των πράξεων καθιστά την αγωγή αόριστη (ΑΠ1272/1997). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η ενάγουσα Ι. Μονή ισχυρίστηκε ότι είναι κυρία με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία) του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου συνολικής εκτάσεως 3.314,12 τ.μ. Συγκεκριμένα αναφέρει στην αγωγή ότι "στο ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο, από την εποχή της τουρκοκρατίας και μέχρι τις ημέρες μας ασκούνται πράξεις νομής προσιδιάζουσες εις τον χαρακτήρα του ως αγρού, ήτοι καθαρισμός, όργωμα, καλλιέργεια με δημητριακά, επίβλεψη κλπ. πράξεις που αρχικώς ασκούνταν από τους ιδίους τους εγκαταβιούντας στη Μονή μοναχούς. Αργότερα, τρίτοι, με την άδειά μου έβοσκαν τον επίδικο αυτό αγρό και προσέφεραν ανταλλάγματα στους μοναχούς, ήτοι τυρί και γάλα. Τα τελευταία πενήντα χρόνια το επίδικο καλλιεργείτο από τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό μου και μέχρι το έτος 1970 περίπου εκαλλιεργείτο με σιτάρι, δυνάμει μισθωτικής σχέσεως, ήτοι εκμισθώσεώς του σε γεωργούς της περιοχή και δια της συνεχούς, ακωλύτου και ανεμποδίστου ασκήσεως πράξεων νομής με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και επί χρόνο τουλάχιστον 200 ετών επί του ως άνω αγρού μου, έχω καταστεί κύριος αυτού πρωτοτύπως και δη δια των προσόντων της εκτάκτου χρησικτησίας. Πλην όμως οι εναγόμενοι και παρόλο που εγνώριζαν τα ως άνω δικαιώματά μου εξαιτίας πρόσφατης διενέξεώς μας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμφίσσης, το θέρος του έτους 2006, κατέλαβαν τον ως άνω αγρό μου, τοποθετώντας περίφραξη από σιδηροπασσάλους εμπεπηγμένους σε εκ σκυροδέματος τοιχίο και δικτυωτό συρματόπλεγμα προσαρτώντας αυτόν στο υπόλοιπο ακίνητό τους, και ούτω με απέβαλαν της νομής και κατοχής του αγρού μου αυτού". Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η κυριότητά της στο επίδικο και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες να της το αποδώσουν. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν τη κτήση κυριότητας στο πρόσωπο της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), μέσω πράξεων νομής, τις οποίες επαρκώς προσδιορίζουν. Το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα πρωτοδίκως περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντων που επανέφεραν με λόγο έφεσης, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτή, συγκεκριμένες πράξεις νομής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την παραδοχή ότι "η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτήν όλα τα αναγκαία κατά νόμον (άρθρ. 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), για την πληρότητα της, στοιχεία. Ειδικότερα, η αγωγή περιέχει ακριβή περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, ώστε να μην δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, ενώ αναφέρονται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις του ενάγοντος επί του επιδίκου, που συνιστούν την άσκηση επ' αυτού νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη για μία συνεχή τριακονταετία μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. στις 23-2-1946". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο, με το να κρίνει ως ορισμένη τη σχετική αγωγή και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο δεύτερος και ο ταυτόσημος πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, που κατ' εκτίμηση αναφέρονται στην ποσοτική αοριστία (αριθμ. 14 και όχι 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ), δηλαδή, στις μερικότερες πράξεις νομής της ενάγουσας για την κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε (έστω και εσφαλμένα) για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991, 25/2003, ΑΠ 927 και 1293/2017), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία. Στη προκείμενη περίπτωση με το τρίτο λόγο, όπως με σκέλη των τρίτου και τετάρτου των προσθέτων λόγων, εκ της περ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες παραπονούνται επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα ισχυρισμό τους περί του ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιληφθεί στην από 18/9/1952 Σύμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και της ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος περί εξαγοράς από το Δημόσιο κτημάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων, που κυρώθηκε με το ΦΕΚ Α 289/8-10-1952 και τη συνέχεια το έτος 1958 περιήλθε στο κληρούχο απώτερο δικαιοπάροχο τους Β. Γ., όπως και την προβληθείσα από αυτούς ένσταση ιδίας κυριότητας τους επί του επιδίκου κτηθείσα με παράγωγο (αγορά παρά των προηγουμένων συγκυρίων δυνάμει νομίμως μετ/νου συμ/κου εγγράφου), αλλά και πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ζήτημα τούτο τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι αγρός, εκτάσεως 3.314,12 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφερείας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου Άμφισσας και συνορεύει βορείως, πέραν της ιδιωτικής οδού πλάτους 4 μέτρων, με ιδιοκτησία Γ. Κ., νοτίως με ιδιοκτησία των ε ναγομένων, ανατολικώς με κοινοτική οδό πλάτους 6 μέτρων και δυτικώς με ιδιοκτησία Π. Κ.. Η Ιερά Μονή "Κοιμήσεως της Θεοτόκου ..." που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου Άμφισσας, αποτελεί Μετόχι του ενάγοντος, σύμφωνα με τους Καταστατικούς Κανόνες και Χάρτες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Το ως άνω ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρας εκτάσεως, την οποίαν η προαναφερθείσα Ιερά Μονή είχε στη νομή της με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για περισσότερα από τριάντα χρόνια πριν από τις 23-2-1946, οπότε άρχισε να ισχύει ο Αστικός Κώδικας. Ειδικότερα, ασκούσε στην έκταση αυτή (και στο επίδικο) φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου, με την θέληση, δηλαδή, να την εξουσιάζει, όπως αρμόζει σε κύριο και με καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Την ανωτέρω καλόπιστη νομή ασκούσε η Ιερά Μονή μέσω των μοναχών της, αλλά και τρίτων προσώπων, όπως φυλάκων της, μισθωτών ορισμένων τμημάτων της εκτάσεως αυτής και άλλων προσώπων που προσλάμβανε για εκτέλεση εργασιών στο ακίνητο. Την ίδια φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου συ-νέχισε να ασκεί η ενάγουσα και επί του επίδικου ακινήτου και μετά τις 23-12-1946 συνεχώς και αδιαταράκτως μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2006, οπότε οι εναγόμενοι την απέβαλαν από τη νομή της. Συγκεκριμένα, η Ιερά Μονή ενεργούσε στο ακίνητο τις ακόλουθες φανερές υλικές πράξεις, που προσιδίαζαν στην φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες πραγματωνόταν η φυσική της εξουσία και εκδηλωνόταν η διανοία κυρίου αυτής, ήτοι προέβαινε από τους εγκαταβιούντες σ' αυτήν μοναχούς της στον καθαρισμό, στο όργωμα, στην καλλιέργεια με δημητριακά και στην επίβλεψή του, ενώ αργότερα τρίτα πρόσωπα, κατόπιν αδείας της, έβοσκαν στον επίδικο αγρό τα ποίμνιά τους, προσφέροντες σε αντάλλαγμα στους μοναχούς της τυρί και γάλα. Τα τελευταία πενήντα χρόνια ο επίδικος αγρός καλλιεργούνταν από τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό της και μέχρι το έτος 1970 περίπου καλλιεργείτο από γεωργούς της περιοχής με σιτάρι κατόπιν εκμισθώσεώς του από την Ιερά Μονή. Τις πράξεις αυτές η τελευταία ασκούσε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και δη με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής επί του ως άνω ακινήτου δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν δικαίωμα άλλου επ' αυτού. Έτσι, αυτή, αφού το κατείχε και το νεμόταν, ως τμήμα του ως άνω μείζονος εκτάσεως κτήματος, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρίς να διαταραχθεί από κανέναν, απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία κατά τις οικείες διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου. Όλα τα ανωτέρω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά προκύπτουν και με πληρότητα αποδεικνύονται από την σαφή και μετά λόγου γνώσεως ένορκη κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρα Δημητρίου Καπούρου, ιδιοκτήτη ομόρου ακινήτου με το επίδικο, την οποίαν το Δικαστήριο θεωρεί αξιόπιστη. Και τούτο, διότι η κατάθεσή του αυτή ενισχύεται και από τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα: Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Άμφισσας Ιωάννου Τσαμτσή το ενάγον, δια του Οργανισμού Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ), πώλησε και μεταβίβασε στον ... έκταση 25.005 τετραγωνικών μέτρων, με αναφερόμενο στο συμβόλαιο προς ανατολάς σύνορο το επίδικο ακίνητο, χαρακτηριζόμενο ως "αγρός Μονής", όπως εμφαίνεται στο από 20-11-1934 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Κ., που συνόδευε το ανωτέρω συμβόλαιο. Επίσης, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Άμφισσας Ιωάννου Τσαμτσή το ενάγον, δια του Οργανισμού Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ), πώλησε και μεταβίβασε στον Ι. Κ. έκταση 15.260 τετραγωνικών μέτρων, με αναφερόμενο στο συμβόλαιο προς δυσμάς σύνορο το επίδικο ακίνητο, χαρακτηριζόμενο ως "αγρός Μονής", όπως εμφαίνεται στο από 20-11-1934 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Κ., που συνόδευε το ανωτέρω συμβόλαιο. Δηλαδή και στα δύο ως άνω συμβόλαια αναφέρεται ότι μεταξύ των πωληθέντων ακινήτων βρίσκεται ο επίδικος αγρός, χαρακτηριζόμενος ως ιδιοκτησία της Ιεράς Μονής. Ακόμη, στον προσαγόμενο κτηματολογικό πίνακα διανομής του Αγροκτήματος του ενάγοντος με την ονομασία "..." της περιοχής ..., που έγινε το έτος 1959, αναφέρονται οι ακόλουθες ιδιοκτησίες: α) αυτή με αριθμό 71 και ιδιοκτήτη τον Ι. Κ., δηλ. αυτή η οποία μεταβιβάσθηκε στον τελευταίο με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, β) αυτή με αριθμό 72 και ιδιοκτήτρια την ενάγουσα Μονή και γ) αυτή με αριθμό 73 και ιδιοκτήτη τον ..., δηλ. αυτή η οποία μεταβιβάσθηκε στον τελευταίο με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο. Στον ίδιο ως άνω κτηματολογικό πίνακα αναφέρεται και η ιδιοκτησία με αριθμό 7, εκτάσεως 2.188 τετραγωνικών μέτρων και νέο πλέον ιδιοκτήτη τον Β. Γ., πατέρα των δικαιοπαρόχων των εναγομένων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον πίνακα αυτόν, όσον αφορά τις υπ' αριθμ. 71 και 73 ιδιοκτησίες, δεν αναγράφεται η έκτασή τους, καθόσον αυτές είχαν ήδη μεταβιβασθεί από το έτος 1935 με τα προαναφερθέντα συμβόλαια και γι' αυτό δεν ήταν αναγκαίο να μετρηθούν ξανά. Αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω πίνακας διανομής, κατά το μέρος του που αναφέρεται στον επίδικο αγρό και τα όμορα αυτού ακίνητα ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, είναι πλήρως εναρμονισμένος με τα προαναφερθέντα συμβόλαια και αποδεικνύει σαφώς ότι και κατά το προαναφερθέν έτος η Ιερά Μονή νέμονταν το επίδικο. Εξάλλου, ενισχυτικό τεκμήριο των αγωγικών ισχυρισμών αποτελούν και οι υπ' αριθμ. ... ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Κ., Χ. συζ. Γ. Β., το γένος Ε. και Β. Μ., Π. Κ. και Α. συζ. Γ. Γ., το γένος Α. και Π. Κ. αντιστοίχως ενώπιον του συμβολαιογράφου Άμφισσας Γεωργίου Κιούπη, που ελήφθησαν στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων το έτος 2005 μεταξύ των εναγόμενων και μη διαδίκων, υπέρ των οποίων (μη διαδίκων) παρενέβη κυρίως το ενάγον και από τις οποίες προκύπτει ότι νομέας διάνοια κυρίου του επιδίκου και καλή πίστη ήταν η Ιερά Μονή "Κοιμήσεως της Θεοτόκου ...". Οι εναγόμενοι προς απόκρουση της εναντίον τους αγωγής ισχυρίζονται ότι με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άμφισσας Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου αγόρασαν από την Π. σύζ. Α. Σ., το γένος Β. Γ. και Γ. σύζ. Ε. Λ., το γένος Β. Γ., έκταση 4.488,08 τετραγωνικών μέτρων, στην οποίαν περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου και ο επίδικος αγρός και ότι από το 1979 και εντεύθεν ασκούν επί του επιδίκου αγρού, όπως και οι δικαιοπάροχοί τους 30 χρόνια και πλέον πριν την προς αυτούς μεταβίβασή του, τις αναφερόμενες πράξεις νομής διανοία κυρίου, ήτοι βόσκηση των ποιμνίων τους, κατασκευή, συντήρηση και ανανέωση της περιφράξεως, δενδροφύτευση, προστασία, δήλωση στο έντυπο Ε9 και καταβολή του Ε.Τ.Α.Κ., καταστάντες με τον τρόπο αυτόν συγκύριοι αυτού με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας. Ο ισχυρισμός τους, όμως, αυτός, ο οποίος συνιστά ένσταση ιδίας κυριότητας, διότι στον χρόνο χρησικτησίας που επικαλείται το ενάγον, χωρούν δύο χρησικτησίες (Α.Π. 649/2012 ΝοΒ 2013.135, Α.Π. 553/2012 ΝοΒ 2012. 2.025, Α.Π. 1.179/2011 ΝοΒ 2012.349) και τον οποίον προσπάθησε να ενισχύσει ο εξετασθείς μάρτυρας ανταποδείξεως Δ. Μ., σύζυγος της δευτέρας των εναγομένων, δεν αποδεικνύεται ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Συγκεκριμένα, από την περιγραφή του αγορασθέντος από τους τελευταίους με το εν λόγω συμβόλαιο ακινήτου αβιάστως αποδεικνύεται ότι αυτό συνορεύει με ιδιοκτησίες Ν. Κ. και Ι. Κ.υ, δηλαδή όπως ακριβώς αναφέρονται οι υπάρχουσες ιδιοκτησίες και στον προαναφερθέντα από το έτος 1959 κτηματολογικό πίνακα διανομής, στοιχείο αυξημένου κύρους, που δεν εξασθένησε από άλλο αποδεικτικό στοιχείο και στον οποίον αναγράφεται ως όμορος ιδιοκτήτης αυτών η ενάγουσα Ιερά Μονή. Συνεπώς, αφού στον δικαιοπάροχο των δικαιοπαρόχων των εναγομένων Β. Γ. περιήλθε με τον προαναφερθέντα κτηματολογικό πίνακα διανομής η υπ' αριθμ. 7 ιδιοκτησία, εκτάσεως 2.188 τετραγωνικών μέτρων, χωρίς στην περιοχή που κείται το επίδικο, να του παραχωρηθεί άλλη έκταση, δεν ήταν δυνατόν με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο να μεταβιβασθεί στους εναγόμενους μεγαλύτερη έκταση και δη αυτή των 4.488,08 τετραγωνικών μέτρων, όπως αυτοί ισχυρίζονται. Επιπλέον, από κανένα από τους εναγομένους αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι τόσον οι δικαιοπάροχοί τους όσον και αυτοί άσκησαν επί του επιδίκου ακινήτου εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου και καλή πίστη, με τις οποίες να καταστούν συγκύριοι αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, όπως αυτοί αβασίμως ισχυρίζονται. Επομένως, αφού τα ανωτέρω γεγονότα δεν αναιρούνται κατά τρόπο, που να μπορεί να στηρίξει διαφορετική δικαστική κρίση, από τις καταθέσεις του μάρτυρα των εναγομένων, ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο, που αυτοί επικαλούνται και προσάγουν, τα οποία αποδεικτικά μέσα κρίνονται κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου (άρθρ. 340 του Κ.Πολ.Δ.) λιγότερα πειστικά από εκείνα των εναγόντων, που ήδη αναφέρθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ενάγον απέδειξε τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξουν την αγωγή του, ενώ οι εναγόμενοι ως προς τα πιο πάνω κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία δεν κατέθεσαν στην πρωτόδικη δίκη κάποιο αποφασιστικό στοιχείο, το οποίο να ανατρέπει ή να κλονίζει τα όσα πιο πάνω εκτέθηκαν". Από τα παραπάνω διαλαμβανόμενα σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβληθέντα περί ιδίας κυριότητος ισχυρισμό των αναιρεσειόντων (που περιλαμβάνει ως εκτεταμένη ανάλυση και τον τρόπο περιέλευσης του επιδίκου στο απώτατο δικαιοπαρόχο τους Β. Γ.) και ρητά τον απέρριψε, μη ιδρυόμενων εντεύθεν τόσον του τρίτου, όσον και των τρίτου και τετάρτου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης κατά τα ως άνω σκέλη τους, που ως εκ τούτου κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα από το νόμο και, κυρίως, από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο η αγωγή είναι απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 55/2022, 772/2014, 1582/2008). Στη προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 14, αλλά και τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, καθόσον το επίδικο ακίνητο είχε περιληφθεί στην από 18/9/1952 Σύμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και της ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος περί εξαγοράς από το Δημόσιο κτημάτων της Οροθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων, που κυρώθηκε με το ΦΕΚ Α 289/8-10-1952 και τη συνέχεια το έτος 1958 περιήλθε στο κληρούχο απώτερο δικαιοπάροχο τους Β. Γ.. Όμως, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Ι. Μονή ισχυρίστηκε ότι είναι κυρία του επιδίκου, και την κυριότητα της έχει αποκτήσει με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία ασκώντας επ'αυτού με διάνοια κυρίας τις αναφερόμενες προσιδιάζουσες στη φύση του υλικές πράξεις επί χρόνο μεγαλύτερο των 200 ετών μέχρι την κατάληψη του από τους εναγόμενους το έτος 2006. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος εκτιμάται ότι είναι από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στο δικόγραφο της αγωγής περιλαμβάνονται τα απαραίτητα για την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης στοιχεία. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη προκείμενη περίπτωση με τους ίδιους ως άνω πρόσθετους λόγους (τρίτο και τέταρτο) κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των άρθρων 1033 ΑΚ (κτήση ακινήτου με σύμβαση), 1041 ΑΚ (τακτική χρησικτησία), 1045 ΑΚ (έκτακτη χρησικτησία) και της προαναφερθείσης από 18/9/1952 Σύμβασης που κυρώθηκε με το ΦΕΚ Α 289/8-10-1952. Ωστόσο εκ του ιδίου παραπάνω αναφερόμενου αποσπάσματος της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σαφώς και με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το Εφετείο δέχθηκε τη κτήση κυριότητας εκ μέρους της ενάγουσας με έκτακτη χρησικτησία, ενώ απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγόμενων με βάση τόσο τον παράγωγο, όσο και τον πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) με τον ειδικότερα επικαλούμενο τρόπο περιέλευσης του επιδίκου στον απώτερο δικαιοπάροχο τους. Συνεπώς έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Κατ' ακολουθίαν, οι πρόσθετοι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, με τα οποία προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι αβάσιμοι. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία (ΟλομΑΠ 25/2003). Ως αίτηση επίσης νοείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, όχι όμως και εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους "πράγματα", με την έννοια του αρ. 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 483/2011, ΑΠ 1892/2009, ΑΠ 2129/ 2007). Στη προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον ισχυρισμό τους περί του ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιληφθεί στην από 18/9/1952 Σύμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και της ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος περί εξαγοράς από το Δημόσιο κτημάτων της Οροθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων, που κυρώθηκε με το ΦΕΚ Α 289/8-10-1952 και τη συνέχεια το έτος 1958 περιήλθε στο κληρούχο απώτερο δικαιοπάροχο τους Β. Γ.. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατά το άλλο σκέλος, διότι προφανές είναι ότι δεν πρόκειται περί "αιτήσεως", αλλά περί πράγματος κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (λόγος που απαντήθηκε παραπάνω). Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ, γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ ΑΠ 14/2005). Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1409/2015, 1185/2010, 324/2009, 255/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ( υπ'αριθμ. 47/2005 απόφαση του ειρηνοδικείου Αμφίσσης , με τη γενομένη στη δίκη αυτή παρέμβαση της αναιρεσίβλητης, 783/1995 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμφίσσης) που αυτοί νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε η συγκυριότητα τους επί του επιδίκου. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ως προς το άνω σκέλος είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου και εκτιμώνται αναλόγως με τον βαθμό αξιοπιστίας και το μέτρο γνώσεως του κάθε μάρτυρα και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, μεταξύ των οποίων είναι και οι προσαγόμενες από το εκκαλούν ως δικαστικά τεκμήρια ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των ιδίων διαδίκων", σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο της απόφασης αυτής (όπως διαλαμβάνεται παραπάνω), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω απορριπτομένων όλων των πιο πάνω αναιρετικών λόγων, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4) του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, για τα κατατιθέμενα από 2.4.2012 ένδικα μέσα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-12-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 67/2013 απόφασης του Εφετείου Λαμίας . Καταδικάζει τους αναιρεσείονες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ