Αριθμός 1193/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 739/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 494/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, με αριθμούς 248/30.5.06 και 562/7-12-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Επανεισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, ύστερα από τη 1791/06 απόφασή σας, τη 21/6-2-06 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του 739/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατά του πρωτόδικου 3769/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε τούτο και τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για ιδιαίτερα διακεκριμένη υπεξαίρεση, απάτη και πλαστογραφία, κατ' εξακολούθηση, (άρθρα 60,94 παρ.1,98, 216 παρ.1,375 παρ.1, 2β και 386 παρ.1β' ΠΚ), και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον εφοδιασμένο με ειδικό πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου Χρήστο Πολυζόπουλο, με δήλωση ενώπιον της γραμματέα του εκδόντος το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση αυτού στον κατηγορούμενο, που έγινε με παράδοση στα χέρια του στις 25-1-06, (βλ. επιδοτήριο του σωφρον. υπαλλήλου ....). Η σχετική έκθεση της γραμματέα συντάχθηκε με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκείται, που συνίστανται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και της εσφαλμένης ερμηνείας-εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, (άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ.β' και δ' ΚΠΔ). Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα, αφού στρέφεται κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο για κακούργημα και συναφή πλημμελήματα (άρθρο 482 παρ.1α ΚΠΔ) και περιέχει προβλεπόμενους από το νόμο λόγους αναιρέσεως. Γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. 3-Ουσιαστικός έλεγχοςΑ-Νομικές διατάξεις. α-Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. (ΑΠ.94/06). β-Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ΄ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. γ-Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό, καθό χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του, και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω, η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν υπάρχουν όλα τα στοιχεία της απλής υπεξαίρεσης και επιπλέον μια από τις ακόλουθες περιοριστικά απαριθμούμενες δυο επιβαρυντικές περιστάσεις, εάν η συνολική αξία υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 Ε, [παρ.1 περ. β, που προστέθ. με το άρθρο 14 παρ.3α του Ν.2171/3-6-99], ή εάν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ε, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. 9(παρ.2, εδ.β που προστέθ. με το άρθρο 14 παρ.3β του Ν.2721/99). Διαχείριση της ξένης περιουσίας έχει κάποιος όταν έχει εξουσία από το νόμο ή από τη σύμβαση να ενεργεί για λογαριασμό άλλου (του εντολέα του) επί της περιουσίας του όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως αυτού (ΑΠ.1088/04 Π.ΛΟ.04/1359). Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. (ΑΠ.1296/03 ΠΧΡ.ΝΔ/327). Με την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση.(ΑΠ.883/04 Π.ΛΟΓ.04/1137). Σκοπός της διατάξεως είναι να τιμωρήσει βαρύτερα την καταχρηστική αντιπροσωπευτική- διαχειριστική πράξη του δράστη. Β-Περιστατικά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας) προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Ο κατηγορούμενος τον Αύγουστο 2000 συνέστησε με τους 1) Ψ1 και 2) Ζ1 ομόρρυθμη εταιρία, υπό την επωνυμία ..... η οποία λειτούργησε εν τοις πράγμασι, DE FACTO, επί ένα εξάμηνο περίπου, με έδρα το επί της ..... κατάστημα εστιατορίου του εταίρου Ψ1 με σκοπό την εμπορία ειδών εστιάσεως ,(πίτσας και ζυμαρικών), με διαχειριστή τον Ψ1 και διευθυντή και ταμία τον κατηγορούμενο. Η εταιρία λειτούργησε με ικανοποιητική οικονομική πορεία, αφού ο τζίρος της το μεν Σεπτέμβριο ανήλθε στο ποσό των 4.600.000 δρχ, τους δε επόμενους μήνες, Οκτώβριο και Νοέμβριο, στο ποσό των 3.500.000 δρχ. τον κάθε μήνα. Πλην όμως, ο κατηγορούμενος ως ασκώντας κατ' ουσία τα καθήκοντα του διαχειριστή της εταιρίας, τον Αύγουστο 2000, ενώ παρέλαβε από το συνεταίρο του και παθόντα Ψ1 το ποσό της εισφοράς του, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 20.000.000 δρχ, δεν το εισήγαγε στην εταιρία, ούτε το απέδωσε στον παθόντα Ψ1 αλλά παρανόμως το ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Περαιτέρω, τον Ιανουάριο 2001 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε στον παθόντα Ψ1 τα ψευδή γεγονότα ότι είχε εισφέρει στην επιχείρηση το ποσό της εισφοράς του, (20.000.000 δρχ), ότι η επιχείρηση χρειαζόταν και άλλα χρήματα για τις λειτουργικές της ανάγκες και ότι η Χ2 πεθερά του, είτε ατομικώς είτε ως εκπρόσωπος της εταιρίας υπό την επωνυμία SATELFON ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΠΕ είχε τη δυνατότητα να τον δανείσουν, και έτσι τον έπεισε να προβεί στην έκδοση των.... και .... επιταγών του επί της τραπέζης Εγνατία Τράπεζα ΑΕ, για τα ποσά των 2.500.000 δρχ η καθεμία, σε διαταγή της εταιρίας υπό την επωνυμία SATELFON ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ Χ2 αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να απειληθεί και να κινδυνεύσει η περιουσία του λόγω της εμπλοκής του σε δικαστικούς αγώνες προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή των ανωτέρω επιταγών. Τούτο γιατί, οι φερόμενοι ως δανειστές της επιχείρησης, Χ2 και εταιρία SATELFON ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ δεν χορήγησαν το δάνειο στην εταιρία και ο κατηγορούμενος σκόπευε να ιδιοποιηθεί παράνομα το ποσό των επιταγών, αφού τις οπισθογράφησε και τις μεταβίβασε στη σύζυγο και θυγατέρα της Χ2, η οποία επιδίωξε την αναγκαστική είσπραξή της μέσω της δικαστικής οδού. Πέρα τούτου, ο ίδιος τον Οκτώβριο του 2000 κατάρτισε τρεις αιτήσεις τις οποίας και υπέβαλε στην εταιρία κινητής τηλεφωνίας υπό την επωνυμία PANAVOΧ PANAFON, θέτοντας σ' αυτές κατ' απομίμηση ισάριθμες υπογραφές του παθόντος Ψ1 τον οποίο εμφάνισε έτσι ως αιτητή, καθώς και τη σφραγίδα της επιχείρησής τους ....., χωρίς να έχει τη συναίνεσή του. Στην πράξη αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της πιο πάνω εταιρίας κινητής τηλεφωνίας σχετικά με τη γνησιότητα των πιο πάνω αιτήσεων σύνδεσης και την προέλευσή τους από τον παθόντα, ώστε να εκλάβουν τούτον ως αντισυμβαλλόμενο και οφειλέτη των λογαριασμών των ισάριθμων τηλεφωνικών συνδέσεων. Από τα περιστατικά αυτά δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι πληρούνται οι ποινικές υποστάσεις των εγκλημάτων της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, σχετικά με το ποσό των 20.000.000 δρχ, που αποτελούσε την εισφορά του παθόντος στην εταιρία, της απάτης σχετικά με το συνολικό ποσό των επιταγών των 5.000.000 δρχ., και της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως του πλαστού, με δράστη τον κατηγορούμενο, ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις για την τέλεση των πράξεων απ' αυτόν και, για τους λόγους αυτούς, τον παραπέμπει στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Αθηνών για να δικασθεί γι' αυτές. Γ-Κριτική αξιολόγηση. α-Η ιδιαίτερα διακεκριμένης υπεξαίρεση: Η αναφερόμενη στο έγκλημα αυτό αιτιολογία του βουλεύματος είναι πλημμελής για τους εξής λόγους: α) Ενώ δέχεται ότι η εταιρία λειτούργησε τουλάχιστον επί ένα περίπου εξάμηνο, δεν εξηγεί ποιο κεφαλαίο διατέθηκε για την επιτέλεση του σκοπού της κατά το χρόνο αυτό, ώστε από το λογιστικό άθροισμα των διαφόρων κονδυλίων των δαπανών της εταιρίας να καταδειχθεί η μη χρησιμοποίηση από τον κατηγορούμενο-διαχειριστή της εταιρίας του ποσού της εισφοράς του παθόντος. β) Ενώ δέχεται ότι ο κατηγορούμενος κατακράτησε το ποσό των 20.000.000 Δρ, που αποτελούσε το ποσό της εισφοράς του παθόντος στην κοινή τους επιχείρηση, με το να μη το αποδώσει σ' αυτόν, δεν αναφέρει ότι ο παθών του ζήτησε να του το αποδώσει και ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την απόδοση, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία του. Και γ) ενώ δέχεται ότι το χρηματικό αυτό ποσό καταβλήθηκε από τον παθόντα στον κατηγορούμενο τον Αύγουστο 2000 και ότι η εταιρία λειτούργησε εν τοις πράγμασι τουλάχιστον επί ένα εξάμηνο, ταυτόχρονα δέχεται αντιφατικά ότι ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε το ανωτέρω ποσό τον ίδιο μήνα με το μήνα της καταβολής του, δηλ. τον Αύγουστο 2000. Με τις παραδοχές αυτές που ενέχουν ασάφεια και αντίφαση μεταξύ τους το πληττόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στερείται της απαιτούμενης από το Σύνταγμα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και, επιπλέον, παραβιάζει την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ, που εφάρμοσε, και καθίσταται για τους λόγους αυτούς αναιρετέο. β-Τα εγκλήματα της απάτης και πλαστογραφίας. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής, η οποία αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, και αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη. Τέλος, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ. β`, 370 εδ. β`, 511 (όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 50 παρ.5 του Ν. 3160/2003) και 514 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και κριθεί βάσιμος ένας λόγος αυτής οφείλει μετά την εντεύθεν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση τα εγκλήματα της απάτης και της πλαστογραφίας, που φέρουν το βαθμό του πλημμελήματος, φέρονται ότι τελέσθηκαν τον Ιανουάριο του 2001 και στις 27-10-2000,αντίστοιχα,οπότε ο απαιτούμενος χρόνος της παραγραφής τους των πέντε ετών συμπληρώθηκε, τον Ιανουάριο 2006 και στις 27-10-2005,αντίστοιχα, και συνεπώς το αξιόποινο αυτών εξαλείφθηκε δια παραγραφής. 4-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, πρέπει α) όσον αφορά το έγκλημα της διακεκριμένης υπεξαίρεσης, να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ως βάσιμη και το μεν να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα, το δε να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές για να αποφανθεί σχετικά, και β) όσον αφορά τα εγκλήματα της απάτης και της πλαστογραφίας, να αναιρέσει το εκκαλούμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά την ποινική γι' αυτά δίωξη του κατηγορουμένου. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Όσον αφορά το έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης υπεξαίρεσης. 1-Να γίνει δεκτή η 21/6-2-06 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 , κατά του 739/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατά του πρωτόδικου 3769/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, 2-Να αναιρεθεί το ανωτέρω βούλευμα. Και 3-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Β-Όσον αφορά τα εγκλήματα της απάτης και της πλαστογραφίας. 1-Να αναιρεθεί το ανωτέρω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2-Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τα ανωτέρω εγκλήματα, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα στην Αθήνα τον Ιανουάριο 2001 και στις 27-10-2000,αντίστοιχα, σε βάρος του Ψ1 . Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 εδ. α΄ του ΠΚ, όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς, α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο αναφερόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή 73.000 ευρώ, κατά το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, με το οποίο δόθηκε η επίσημη αντιστοιχία, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή μερικά κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαίρεσης καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά το άρθρο 713 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε ή το τίμημα που έλαβε από την πώλησή του, καθώς και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί, όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται η εξουσία αυτή και από τη δημιουργία μιας πραγματικής καταστάσεως. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση." Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 σοτιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν στο πόρισμα αυτού, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, διαλαμβάνονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα (αρκούσης της κατ' είδος αναφοράς τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από τον καθένα χωριστά), από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και πείστηκε το συμβούλιο για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις και επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κρίση του, διέλαβε ότι, από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την κυρία ανάκριση και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και από την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Τον Αύγουστο του έτους 2000, ο μηνυτής Ψ1 , ο κατηγορούμενος Χ1 και η Ζ1 συμφώνησαν να ιδρύσουν αφανή εταιρία με την επωνυμία ....., και σκοπό την εκμετάλλευση επιχείρησης παρασκευής και διανομής ειδών εστίασης (πίτσας και ζυμαρικών), εμφανής εταίρος της οποίας θα ήταν ο μηνυτής. Ως κεφάλαιο συμφώνησαν να καταβάλουν το ποσό των 20.000.000 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως εξής: ο μηνυτής θα κατέβαλε το ποσό των 6.000.000 δρχ. και τη χρήση του καταστήματος επί της ....., η Ζ1 θα προσέφερε το ποσό των 6.000.000 δρχ. και το πελατολόγιο της παρεμφερούς επιχείρησής της που λειτουργούσε μέχρι τότε επί της ....., και ο κατηγορούμενος θα προσέφερε το ποσό των 8.000.000 δρχ, τη χρήση της τηλεφωνικής σύνδεσης και γραμμής και τη χρήση του πιο πάνω σήματος. Στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για την από κοινού εκμετάλλευση της εν λόγω επιχείρησης, και επειδή οι εταίροι δεν διέθεταν τα παραπάνω ποσά για να τα εισφέρουν στην αφανή εταιρία, συμφωνήθηκε μεταξύ τους, ότι ο μηνυτής, ο οποίος δεν είχε εις βάρος του δυσμενή στοιχεία σε τράπεζες, θα λάβει το ισόποσο ποσό για λογαριασμό και των ετέρων δυο συνεταίρων, συνάπτοντας τραπεζικά δάνεια. Πράγματι, ενεργώντας σύμφωνα με τις υποδείξεις του κατηγορουμένου, ο μηνυτής έλαβε συνολικά το ποσό των 20.000.000 δρχ. από διάφορες τράπεζες ως προσωπικά δάνεια, ολόκληρο δε το ποσό αυτό παρέδωσε στον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ο διαχειριστής της εταιρίας, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει αποκλειστικά για τις ανάγκες λειτουργίας της πιο πάνω εταιρίας. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους (2000), άρχισε να λειτουργεί το κατάστημα με ικανοποιητική οικονομική πορεία, αφού κατά το Σεπτέμβριο ο τζίρος ανήλθε στο ποσό των 4.600.000 δρχ., ενώ κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο ο τζίρος ανήλθε στο ποσό των 3.500.000 δραχ. για κάθε μήνα. Στη συνέχεια ο μηνυτής, ζήτησε και έλαβε μπλοκ επιταγών από τράπεζες μετά από σχετική υπόδειξη του κατηγορουμένου, ο οποίος τον έπεισε ότι για το κοινό συμφέρον θα έπρεπε να εκδίδουν μεταχρονολογημένες επιταγές χάριν καταβολής των οφειλών της επιχείρησης σε τρίτους (προμηθευτές), γεγονός το οποίο εκείνος απεδέχθη, λόγω της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους. Τον Ιανουάριο του έτους 2001 ο κατηγορούμενος, προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος και η Χ2, η οποία είναι πενθερά του, παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή, ότι η εταιρία δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της σε επιταγές και ως λύση πρότεινε να λάβουν δάνειο 5.000.000 δρχ. από την εταιρία SATELFON ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΠΕ, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν η Χ2 και διαχειριστής ο ίδιος, για την εξασφάλιση δε του δήθεν δανείου αυτού, έπεισε το μηνυτή να εκδώσει τις υπ' αριθ. ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές της Εγνατίας Τράπεζας, ποσού 2.500.000 δρχ. εκάστη, με ημερομηνίες εκδόσεως 15-4-2001 και 15.7.2001 αντίστοιχα. Ενώ, όπως στη συνέχεια διαπίστωσε ο μηνυτής, ουδέποτε καταβλήθηκε από την πιο πάνω εταιρία οιοδήποτε ποσό ως δάνειο στην εταιρεία που συμμετείχε και ο ίδιος, με τις ως άνω δε ψευδείς διαβεβαιώσεις του ο κατηγορούμενος σκόπευε να ιδιοποιηθεί παράνομα το ποσό των επιταγών, αφού στη συνέχεια με οπισθογράφηση μεταβίβασε τις εν λόγω επιταγές στη σύζυγό του και κόρη της Χ2, η οποία επιδίωξε την είσπραξή τους δια της εκδόσεως της υπ' αριθ. 624/2001 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Περαιτέρω, προέκυψε ότι, αν και ο κατηγορούμενος έλαβε το ποσό των 20.000.000 δρχ. των δανείων σε μετρητά που του παρέδωσε ο μηνυτής, δεν χρησιμοποίησε το ποσό αυτό για τις ανάγκες της κοινής επιχείρησης, αλλά το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, όπως προέκυψε από διαχειριστικό έλεγχο που πραγματοποίησε ο μηνυτής, μετά την αποκάλυψη ότι ο κατηγορούμενος, ως διαχειριστής, δεν είχε εξοφλήσει τους προμηθευτές και λοιπούς πιστωτές, με αποτέλεσμα να στρέφονται εναντίον του μηνυτή, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, είχε συνάψει προσωπικά δάνεια με τις τράπεζες για την εκταμίευση του ποσού των 20.000.000 δρχ. και είχε εκδώσει τραπεζικές επιταγές χάριν εξοφλήσεως των προμηθευτών της επιχείρησης. Τέλος, χωρίς την έγκριση του μηνυτή, κατά τον Οκτώβριο του έτους 2000, ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε τρεις έντυπες αιτήσεις συνδρομής κινητής τηλεφωνίας PANAVOX PANAFON, με τα στοιχεία του μηνυτή, ήτοι, ονοματεπώνυμο, Α.Φ.Μ., διακριτικό τίτλο της επιχείρησης και έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του, στη συνέχεια τις υπέβαλε στην πιο πάνω τηλεφωνική εταιρία και ζήτησε να συνδεθεί ο μηνυτής με ισάριθμες συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας της εταιρίας αυτής. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται, με τους λόγους της εφέσεώς του ότι, ναι μεν έγιναν συζητήσεις για τη σύσταση αφανούς εταιρίας μεταξύ αυτού, του μηνυτή και της Ζ1 πλην όμως, οι συζητήσεις αυτές δεν κατέληξαν σε συμφωνία, ουδέποτε λειτούργησε η πιο πάνω επιχείρηση με εταιρική μορφή, και ουδέποτε υπήρξε ο ίδιος διαχειριστής αυτής, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού αυτού, επικαλείται το γεγονός, ότι το από 15-9-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης αφανούς συμμετοχικής εταιρίας που προσκόμισε ο μηνυτής δεν φέρει την υπογραφή της Ζ1 αλλά μόνο τη δική του και του μηνυτή και ότι αποτελούσε αυτό σχέδιο του μέλλοντος να καταρτιστεί μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού. Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα παραπάνω, ανεξάρτητα από την τήρηση ή μη τύπου, η εταιρία λειτούργησε εν τοις πράγμασι, ως de facto ομόρρυθμη εταιρία μεταξύ των τριών πιο πάνω εταίρων, με διαχειριστή τον κατηγορούμενο, ο οποίος υπέγραφε τα τιμολόγια, εξέδιδε παραγγελίες, τηρούσε το ταμείο και τα διαχειριστικά βιβλία της επιχείρησης, η δε Ζ1 τηρούσε κοινό τραπεζικό λογαριασμό με το μηνυτή προς ανάληψη χρηματικών ποσών και για την αντιμετώπιση των εταιρικών υποχρεώσεων προς τρίτους προμηθευτές κ.λ.π. της κοινής επιχείρησής τους. Εδώ, πρέπει να σημειωθεί, ότι, με την υπ' αριθ. 9573/2002 απόφαση του Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία πιστωτικών τίτλων), ακυρώθηκε η υπ' αριθμ. 624/2001 διαταγή πληρωμής που είχε εκδοθεί με βάση τις προαναφερόμενες τραπεζικές επιταγές ποσού 5.000.000 δρχ. που είχε εκδώσει ο μηνυτής για την εξασφάλιση του δανείου που δήθεν χορήγησε η εταιρία SATELFON προς την εταιρεία τους, όπως δε αναφέρεται στο σκεπτικό αυτής, ο κατηγορούμενος υπήρξε διαχειριστής της εν λόγω εταιρίας και ουδέποτε εισήγαγε το δήθεν δανεισθέν ποσό στο ταμείο της εταιρείας τους, ούτε πληρώθηκαν υποχρεώσεις αυτής έναντι τρίτων. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται, ότι η Ζ1 η οποία εξετάστηκε ως μάρτυς της καθής η ανακοπή, Χ2, παραδέχτηκε ότι προσέφερε την εργασία στο κατάστημα της κοινής επιχείρησης χωρίς να λαμβάνει μισθό για την εργασία της αυτή, σε αντίθεση με τους λοιπούς εργαζόμενους στην επιχείρηση, γεγονός που αποδεικνύει ότι η επιχείρηση λειτούργησε με τη συμφωνηθείσα εταιρική μορφή. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την, κατά τα άνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, για το που παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων να δικασθεί, μνημονεύει δε τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και παραθέτει τις νομικές σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο Εφετών σχημάτισε τεκμηριωμένη δικαστική κρίση για την απόρριψη της εφέσεως και επικύρωση του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος. Ειδικότερα, δεν δημιουργείται ουσιώδης αντίφαση από την αναφορά στο σκεπτικό, ότι ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των 20.000.000 δραχμών, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή της αφανούς εταιρείας, η οποία λειτούργησε εν τοις πράγμασι, ως de facto ομόρρυθμη εταιρεία και την αναφορά στο διατακτικό του πρωτοβάθμιου βουλεύματος, το οποίο επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, στην αρχή μεν αυτού, ότι το εν λόγω ποσό το είχε εμπιστευθεί ο μηνυτής στον κατηγορούμενο, λόγω της ιδιότητάς του, ως εντολοδόχου αυτού και στη συνέχεια, λόγω της ιδιότητάς του, ως διαχειριστή και ταμία της προαναφερθείσας εταιρείας, αφού εκάστη των ανωτέρω ιδιοτήτων μπορεί αυτοτελώς να θεμελιώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, εφόσον το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ούτε έχει νομική σημασία για την τέλεση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμενικώς, αν κύριος του υπεξαιρεθέντος ποσού ήταν ο μηνυτής ή το νομικό πρόσωπο της de facto ομόρρυθμης εταιρείας, αρκούντος του γεγονότος ότι η κυριότητα του υπεξαιρεθέντος ποσού, δεν ανήκε κατά το αστικό δίκαιο στον κατηγορουμένο, κατά το χρόνο της εκδηλώσεως της προθέσεώς του να το ιδιοποιηθεί. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα χωρίς καμία αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του, κατά τον οποίο, χωρίς τη διενέργεια εκκαθάρισης δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ύψος του φερόμενου ως υπεξαιρεθέντος χρηματικού ποσού, πλήττουν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 2 εδ. α΄ του ΠΚ, όπως ισχύει και για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος του με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 111 παρ. 1 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η προθεσμία της οποίας αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά και αναστέλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 113 παρ. 2 του ΠΚ, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, η οποία αρχίζει από την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος (επί παραπομπής στο ακροατήριο με απευθείας κλήση) ή της κλήσεως προς εμφάνισή του στο ακροατήριο (επί παραπεμπτικού βουλεύματος) και έως ότου γίνει αμετάκλητη ή καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, τα οποία κατά το άρθρο 111 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα παραγράφονται μετά πέντε έτη. Τέλος, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β΄ και 484 παρ. 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, η οποία αρκεί να κριθεί παραδεκτή όταν πρόκειται για βούλευμα, οφείλει, μετά την εντεύθεν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση, τα πλημμελήματα: α) της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως των πλαστών εγγράφων και β) της απάτης, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από τον αναιρεσείοντα στις 27.10.2000 και τον Ιανουάριο του έτους 2001, αντιστοίχως, υπέκυψαν σε παραγραφή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ως προς τα πλημμελήματα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με χρήση και της απάτης, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για τα εγκλήματα αυτά και να απορριφθεί, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθ. 739/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παύει οριστικώς, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδας, για τα πλημμελήματα: α) της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως των πλαστών εγγράφων και β) της απάτης, τα οποία φέρονται ότι τελέστηκαν από τον κατηγορούμενο σε βάρος του εγκαλούντος, Ψ1 στις 27.10.2000 και τον Ιανουάριο του έτους 2001, αντιστοίχως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 6 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθ. 739/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ