Αριθμός 1233/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11224/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 321/2005. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 394 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος από τον οποίο προέρχεται το πράγμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχείο του εγκλήματος αποδοχής προϊόντος εγκλήματος, το οποίο είναι υπαλλακτικώς μικτό, δυνάμενο να τελεσθεί με έναν από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους, και προϋποθέτει προηγουμένη τέλεση αξιόποινης πράξεως, από την οποία προήλθε το πράγμα που μεταβιβάσθηκε σε τρίτον, είναι, εκτός άλλων, ο δόλος του αποδεχομένου το προϊόν του εγκλήματος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αποδοχής αυτού. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά που καταδεικνύουν αμέσως ή και εμμέσως την ύπαρξή του και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση του ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής τούτου, μολονότι γνωρίζει την προέλευσή του αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 11224/2004 αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, στις 21-8-2000, στις ....... και στο επί της οδού ....... κατάστημά του -χρυσοχοείο- με πρόθεση αγόρασε και δέχθηκε στην κατοχή του πράγματα που είχαν προέλθει από αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα αγόρασε από τον ....... κοσμήματα, τα οποία καταλήφθηκε να κατέχει στο ανωτέρω κατάστημά του ήτοι μία χρυσή ταυτότητα χεριού, ένα χρυσό δαχτυλίδι χωρίς πέτρα, ένα χρυσό σταυρό, μία χρυσή καρδιά, δέκα τρείς χρυσές χειροπέδες, μία χρυσή αλυσίδα λαιμού, έξι χρυσές αλυσίδες χεριού, τρία ζεύγη χρυσά σκουλαρίκια, πέντε χρυσά δαχτυλίδια, τέσσερες χρυσούς σταυρούς, δύο χρυσές καρφίτσες, ένα χρυσό ζώδιο, μία χρυσή πλάκα και ένα χρυσό μενταγιόν, συνολικής αξίας 2.300.000 δραχμών, τα οποία ήταν προϊόντα κλοπής που είχε διαπράξει ο ......σε βάρος της ....... και της........., τα αγόρασε δε μολονότι γνώριζε ότι ο ....... τα είχε κλέψει, στην εξευτελιστική τιμή των 100.000 δραχμών. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα σε φυλάκιση δεκαοκτώ μηνών για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 ΠΚ. Ειδικότερα, ως προς την υποκειμενική υπόσταση της πράξεως, από την παραδοχή της αποφάσεως ότι τα κοσμήματα, ενώ είχαν αξία 2.300.000 δραχμών, αγοράσθηκαν αντί του εξευτελιστικού τιμήματος των 100.000 δραχμών, συνάγεται και αιτιολογείται η ύπαρξη δόλου του αναιρεσείοντος ως αποδεχομένου προϊόντα εγκλήματος, αφού η τιμή των 100.000 δραχμών δεν προσιδιάζει σε νόμιμη μή χαριστική συναλλαγή και καταδεικνύει τη γνώση του αναιρεσείοντος ότι επρόκειτο για προϊόντα εγκλήματος. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Η απαιτούμενη κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν, μεταξύ άλλων, και στη μείωση της ποινής. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου μίας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές περιστάσεις που προβλέπει το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η συνήγορος του κατηγορουμένου, αναπτύσσοντας την υπεράσπισή του, ζήτησε την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, του άρθρου 84 παρ. 2α΄ ΠΚ, τον συναφή δε ισχυρισμό υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς, με επίκληση πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν. Το Εφετείο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό με την αιτιολογία "το δικαστήριο δεν δέχεται ότι συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου", η οποία, όμως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Έτσι ο συναφής λόγος της ένδικης αιτήσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ είναι βάσιμος. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως διάταξή της και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή μή της ελαφρυντικής περιστάσεως και να επιμετρήσει, ανάλογα με την παραδοχή του, την αρμόζουσα ποινή. Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥς ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 11224/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών α) ως προς τη διάταξή της που απέρριψε τον περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου ισχυρισμό και β) ως προς τη διάταξή της περί της ποινής που επιβλήθηκε. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και, Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 25 Ιανουαρίου 2005 αίτηση του ....... περί αναιρέσεως της ίδιας (με αριθμό 11224/2004) αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Μαϊου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, την 1η Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ